312/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated312/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 312 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 312/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Κ. του Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκι.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Δ., 2) Σ. Α. συζύγου Γ. Α., το γένος Ν. Μ., 3) Ε. Α. του Γ., 4) Π. Α. του Θ., 5) Γ. Α. του Π., 6) Κ. Μ. του Δ., 7) Α. Δ. του Α., απάντων κατοίκων ... και 8) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος έως και 7η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ η 8η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2010 αγωγή των ήδη 1ου έως και 7ης αναιρεσιβλήτων και την από 21-2-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3946/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκ παραδρομής αναγράφεται ως εκδοθείσης από το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 375/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-7-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και η 8η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Μ., τις οποίες μετ'επικλήσεως προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11-7-2018 (αριθμ. εκθ. κατ. 75/2018) αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 151/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (διορθωθείσης με την υπ' αριθμ. 375/2018 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), με πράξη ορισμού δικασίμου κάτω από αυτήν και κλήση προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-10-2019), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στους πρώτο έως και έβδομη αναιρεσίβλητους. Εξάλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδίκων τους ή των εντολοδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Διάδικοι είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν (ΟλΑΠ 11/1992,ΑΠ 2099/2009,ΑΠ 124/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1α ΚΠολΔ "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Η διάταξη αυτή προσδίδει ευρύτερα όρια στην έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας, εφόσον αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες, αν και δεν υπάρχει κίνδυνος συγκρούσεως δεδικασμένου, δεν νοείται, όμως, η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αλλά, κατά τους κανόνες της λογικής και του δικαίου, επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης.
Έτσι, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης κάθε ομοδίκου, καθόσον η λογική αναγκαιότητα επιβάλλει την έκδοση όμοιας απόφασης και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων. Τέτοια σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, υπό την έννοια του ως άνω άρθρου 76 παρ.1 ΚΠολΔ, υπάρχει μεταξύ άλλων και στην περίπτωση καταστροφής ξένου πράγματος με υπαίτια και παράνομη πράξη τρίτου, επί του οποίου άλλος έχει δικαίωμα επικαρπίας, η οποία δεν αποσβήνεται αλλά εκτείνεται στο ποσό της οφειλόμενης από τον υπαίτιο αποζημίωσης για την αξία του καταστραφέντος πράγματος, μετατρεπομένης έτσι, της επικαρπίας πράγματος, σε επικαρπία χρηματικής απαίτησης, δημιουργούμενης από το νόμο (άρθρο 1180 ΑΚ) κοινής ενεργητικής ενοχής, υποχρεουμένων του ψιλού κυρίου και του επικαρπωτή να συμπράξουν από κοινού για την είσπραξη του κεφαλαίου της απαίτησης εις βάρος του υπαιτίου, με την άσκηση κατ' αυτού σχετικής περί αποζημίωσης αγωγής από κοινού, εκτός αν, μεταξύ του ψιλού κυρίου και του επικαρπωτή, έχει συμφωνηθεί διαφορετικά και δη ότι το δικαίωμα της είσπραξης της αποζημίωσης ανήκει σε έναν εξ αυτών (ΑΠ 1824/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι πρώτος, δεύτερη, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομη αναιρεσίβλητοι, Γ. Α. του Δ., Σ. συζ. Γ. Α., Π. Α. του Θ., Γ. Α. του Π., Κ. Μ. του Δ. και Α. Δ. του Α.(ήδη αναιρεσίβλητοι) αντίστοιχα, καθώς και η Ε.
Α. του Γ., με την από 27-12-2010 (αριθμ.εκθ.κατ. 13025/2010) αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς απευθυνόμενη κατά των εναγόμενων, Λ. Κ. του Λ. (ήδη αναιρεσείοντος) και του Ι. Μ. του Δ., ισχυρίστηκαν προς θεμελίωση των ασκούμενων με αυτή δικαιωμάτων τους, όπως δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι τυγχάνουν οι πρώτος και δεύτερη επικαρπωτές, κατά ποσοστό Vi εξ αδιαιρέτου ο καθένας και η Ε.
Α. του Γ. ψιλή κυρία, οι τέταρτος και πέμπτος αποκλειστικά κύριοι και οι έκτος και έβδομη συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, κατά τις διακρίσεις της αγωγής, των περιγραφόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στον …., επί της οδού .... Ότι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε αναλάβει, ως εργολάβος οικοδομών, υπό την επίβλεψη του δευτέρου εναγόμενου, πολιτικού μηχανικού, την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής σε όμορο με την ιδιοκτησία τους οικόπεδο, επί της οδού ..., κατά τη διάρκεια των εκσκαφών, στο εν λόγω όμορο οικόπεδο και στα όρια του οικοπέδου, στο οποίο βρίσκεται η πολυώροφη οικοδομή, όπου οι οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, δεν έλαβαν τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα στήριξης των θεμελίων της οικοδομής τους, με αποτέλεσμα να προκληθούν από αμέλειά τους οι αναφερόμενες στην αγωγή βλάβες στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους.
Επικαλούμενοι περαιτέρω ότι εξαιτίας της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των εναγόμενων, οι οποίοι ενήργησαν κατά παράβαση του ΓΟΚ και των κανόνων της οικοδομικής, υπέστησαν περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά εις έκαστο ενάγοντα, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ο πρώτος εναγόμενος, με την από 2-2-2013 (αριθμ.εκθ.κατ. 1602/2013) προσεπίκληση και την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, απευθυνόμενη κατά της προσεπικαλούμενης παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "..." (ήδη όγδοη αναιρεσίβλητη), επικαλούμενος ότι, κατά το αναφερόμενο κρίσιμο χρονικό διάστημα, υπήρχε ενεργή σύμβαση κάλυψης της αστικής ευθύνης του έναντι τρίτων για την πρόκληση ζημιών κατά την εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης της ως άνω οικοδομής (επί της οδού ...), ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει, στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.
Η καθ'ης η προσεπίκληση παρεμπιπτόντως εναγόμενη δια των προτάσεων απέκρουσε την προσεπίκληση και αρνήθηκε την υποχρέωσή της για αποζημίωση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 3946/2015 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την κύρια αγωγή και την προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεων από τους εναγόμενους της κύριας αγωγής και από τον προσεπικαλούντα παρεμπιπτόντως ενάγοντα, εκδόθηκε, μετά συνεκδίκαση, η άνω προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις, ως αβάσιμες κατ'ουσίαν.
Η από 11-7-2018 (αριθμ. εκθ. κατ. 75/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 151/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (όπως διορθώθηκε), στρέφεται κατά των αναιρεσίβλητων Γ. Α. του Δ., Σ. συζ. Γ. Α., Ε. Α. του Γ., Π. Α. του Θ., Γ. Α. του Π., Κ. Μ. του Δ., Α. Δ. του Α. και ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...". Η αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ε.
Α. του Γ., είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, καθόσον ο ανωτέρω ουδέποτε κατέστη διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικος του ήδη αναιρεσείοντος. Επισημαίνεται ότι δεν μπορεί να εκτιμηθεί, ότι η ένδικη αίτηση από παραδρομή απευθύνεται κατά του τελευταίου, αντί της Ε.
Α., διότι ούτε σχετική διευκρίνιση εκ μέρους του αναιρεσείοντος έγινε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά, κυρίως, διότι, όπως προκύπτει από την με αριθμό ... έκθεση επίδοσης της προαναφερθείσας δικαστικής επιμελήτριας ,η αναίρεση επιδόθηκε στον Ε. Α. (και συγκεκριμένα στη σύνοικο συγγενή του Ζ.
Κ.). Περαιτέρω, υπό το εκτιθέμενο στην αγωγή ιστορικό και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης μεταξύ των εναγόντων της από 27-12- 2010 κύριας αγωγής αποζημίωσης υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, καθόσον δεν νοείται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αφού υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης εκάστου των εναγόντων ομοδίκων και, κατά τους κανόνες της λογικής του δικαίου, επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης, επιπροσθέτως δε, μεταξύ των εναγόντων της κύριας αγωγής, πρώτου και δεύτερης (επικαρπωτών) και της τρίτης (ψιλής κυρίας), της υπό στοιχείο ΓΙ οριζόντιας ιδιοκτησίας της επίδικης πολυώροφης οικοδομής, υφίσταται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, για τον επιπρόσθετο λόγο της, εκ του νόμου (άρθρο 1180 ΑΚ), δημιουργούμενης κοινής ενεργητικής ενοχής, υπό την έννοια της υποχρέωσης άσκησης από κοινού αγωγής αποζημίωσης κατά του υπαιτίου οφειλέτη, σύμφωνα με όσα επίσης εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.
Ως εκ τούτου, λόγω της υφιστάμενης κατά τα άνω σχέσης αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ απάντων των εναγόντων της κύριας αγωγής, η αίτηση αναίρεσης έπρεπε να στρέφεται και κατά της Ε. Α. του Γ., αναγκαίας ομοδίκου, τρίτης ενάγουσας-εφεσίβλητης και αντιδίκου του αναιρεσείοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ωστόσο, η αίτηση αναίρεσης δεν στρέφεται κατ' αυτής (αλλά κατά του Ε. Α. του Γ., όπως προελέχθη).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου, δεύτερης, τέταρτου, πέμπτου, έκτου και έβδομης των εναγόντων εφεσίβλητων, αναγκαίων ομοδίκων της τρίτης ενάγουσας-εφεσίβλητης, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως παρέμπει η έρευνα των αναιρετικών λόγων (πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, εβδόμου και ένατου) που του αφορούν. II. Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της όγδοης αναιρεσίβλητης προσεπικληθείσης-παρεμπιπτόντως εναχθείσης εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), καθόσον ο ηττηθείς προσεπικαλών-παρεμπιπτόντως ενάγων-εκκαλών δικαιούται υπό αυτή την ιδιότητα να ασκήσει αναίρεση και να την απευθύνει εναντίον της ανωτέρω και παρεμπιπτόντως εναγόμενης (σχ. ΑΠ 1010/2017, ΑΠ 1601/2014), ασκήθηκε δε, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου.
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενο του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 287/2017, ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).
Στην ένδικη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι έχουν εμπράγματο δικαίωμα επί οριζοντίων ιδιοκτησιών σε πολυκατοικία επί της οδού ... στον Πειραιά.
Ειδικότερα οι δύο πρώτοι των εναγόντων είναι επικαρπωτές κατά ποσοστό ιΑ εξ αδιαιρέτου ο καθένας και η τρίτη ενάγουσα είναι ψιλή κυρία του υπό στοιχείο ΓΙ διαμερίσματος, ο τέταρτος ενάγων είναι κύριος του υπό στοιχείο Β1 διαμερίσματος, ο πέμπτος ενάγων είναι κύριος του υπό στοιχείο ΔΙ διαμερίσματος και οι έκτος και έβδομη των εναγόντων είναι συγκύριοι κατά ποσοστό Vi εξ αδιαιρέτου ο καθένας του υπό στοιχείο ΕΙ διαμερίσματος.
Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών, μετά την κατάρτιση του υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού ανέγερσης πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Πειραιά Άννας Καλλίτση, ανέλαβε την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής στο όμορο οικόπεδο επί της οδού ..., όπου υπήρχε παλαιά διώροφη οικία.
Με επιμέλεια του πρώτου εναγομένου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... άδεια ανέγερσης εξαώροφης οικοδομής με υπόγειο, πυλωτή και δώμα, ακολούθως δε το καλοκαίρι του έτους 2005 κατεδαφίστηκε η παλαιά διώροφη οικία και έγινε εκσκαφή υπό την επίβλεψη του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου εκκαλούντος, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός προστηθείς από τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο οικοδομών, στο κοινό όριο με την πολυκατοικία επί της οδού ....
Η εκσκαφή έγινε στο σύνολο της πρόσοψης του οικοπέδου (8,75 μ.) και σε πλάτος 9μ., δηλαδή στο σύνολο σχεδόν του κοινού ορίου με την οικοδομή της οδού … φθάνοντας σε βάθος τεσσάρων περίπου μέτρων δηλ. σε βάθος 1-1,5 μέτρων κάτω από τη στάθμη θεμελίωσης της όμορης πολυκατοικίας (...), χωρίς να ληφθούν από τους εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες τα ενδεδειγμένα μέτρα αντιστήριξης των παρειών της εκσκαφής.
Ειδικότερα η εκσκαφή έγινε χωρίς αντιστήριξη των πρανών σε όλο τους το μήκος με την τεχνική της τμηματικής εκσκαφής ("ντουλάπια"), λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι πριν από την εν λόγω εκσκαφή, δεν είχαν εκπονήσει την απαιτούμενη από το νόμο καν τις ειδικές περιστάσεις (κατάσταση του εδάφους, σεισμική ιστορία όμορων κτιρίων κλπ) γεωτεχνική μελέτη, η οποία έγινε μόνο εκ των υστέρων, στις 26-7-2005, ήτοι μετά την εκδήλωση του κατωτέρω περιγραφομένου φαινομένου.
Επιπλέον η εκσκαφή δεν πραγματοποιήθηκε, όπως επιβαλλόταν τμηματικά με τρυπάνι αλλά καθολικά σε όλο το οικόπεδο με τσάπα, κοντά και σε σημαντικό βάθος (1-1,5 μ.) κάτω από τα θεμέλια της όμορης οικοδομής (...) και μάλιστα χωρίς προηγούμενη αντιστήριξή της με πασσάλους σε όλο το μήκος της μεσοτοιχίας, παρά τη σαθρότητα του εδάφους, που εξαρχής ήταν εμφανής και δη σε έμπειρους περί το αντικείμενο, όπως οι εναγόμενοι, που όφειλαν και ήταν σε θέση να τη διαγνώσουν εγκαίρως.
Το μόνο προστατευτικό μέτρο που έλαβαν οι εναγόμενοι πριν από την ανωτέρω εκσκαφή για την προστασία της όμορης πολυκατοικίας επί της οδού ..., ήταν η σκυροδέτηση ενός τοιχίου από οπλισμένο σκυρόδεμα (εύρους 2 μ. περίπου) στη μέση του μεσαίου υποστυλώματος (Κ4) της πολυκατοικίας αυτής ενώ αντίστοιχο τοιχίο σκυροδετήθηκε και στο απέναντι όριο της εκσκαφής (προς το κτίσμα επί της οδού ...) με προφανή σκοπό τη σύνδεση των δυο τοιχίων με εγκάρσια δοκό, ώστε να αντιστηριχθεί η πολυκατοικία της οδού ...
στην απέναντι παρειά (κτίριο ...) μέχρι να ολοκληρωθεί το υπόγειο της οικοδομής επί της οδού .... Το ως άνω τοιχίο, όμως, στη μέση (και μόνο) του μεσαίου υποστυλώματος Κ4 της όμορης οικοδομής (...) αποδείχθηκε ότι δεν επαρκούσε για την αντιστήριξή της όμορης πολυκατοικίας (...), καθόσον λίγο μετά τη σκυροδέτησή του, στις 10-7-2005, αστόχησε και περιστράφηκε σημαντικά ως προς τη βάση του λόγω αστοχίας του αντιστηριζομένου εδάφους κάτω από την πλάκα κοιτόστρωσης της πολυκατοικίας επί της οδού ... (τμήμα προς την εκσκαφή), με αποτέλεσμα την καθίζηση του τμήματος της πολυκατοικίας, που βρίσκεται προς την εκσκαφή, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της πολυκατοικίας δεν μετακινήθηκε.
Λόγω της ισχυρής και άκαμπτης θεμελίωσης της πολυκατοικίας επί της οδού ... η ως άνω διαφορική καθίζηση δεν προκάλεσε ρηγμάτωση των φερόντων στοιχείων της πολυκατοικίας, αλλά στροφή αυτής ως στερεού σώματος προς την εκσκαφή. Η στροφή αυτή είναι εμφανής στο κοινό όριο της πολυκατοικίας προς την οδό ..., όπου προκλήθηκε αποκόλληση της πολυκατοικίας από το παρακείμενο τριώροφο κτίσμα.
Η αποκόλληση λόγω της στροφής είναι τριχοειδής (εύρος λίγα χιλιοστά) στη στάθμη του ισογείου και αυξάνει καθ' ύψος μέχρι οριζόντια μετακίνηση 6 περίπου εκατοστά περίπου στη στάθμη της ταράτσας του τριώροφου. Σε ανώτερες στάθμες της πολυκατοικίας η οριζόντια μετακίνηση είναι προφανώς μεγαλύτερη λόγω της στροφής της πολυκατοικίας αλλά δεν κατέστη εφικτή η μέτρησή της, αφού δεν υπάρχει παρακείμενο κτίριο.
Εκτός της αποκόλλησης ρηγματώθηκε και ο τοίχος στη μεσοτοιχία με το κτίσμα της οδού ... λόγω και πάλι της μετακίνησης των δύο κτισμάτων, που προκλήθηκε από τη στροφή της πολυκατοικίας, η οποία (στροφή) είναι εμφανής και από τις σημαντικές αλλαγές των ρύσεων των δαπέδων και των μπαλκονιών (τα όμβρια ύδατα κυλούν με ισχυρή κλίση προς τη διεύθυνση της εκσκαφής) καθώς και από το γεγονός ότι αρκετές πόρτες περιστρεφόμενες κινούνται επίσης προς τη διεύθυνση της εκσκαφής.
Αμέσως μετά από το ανωτέρω συμβάν οι εναγόμενοι προέβησαν σε επανεπίχωση του σκάμματος μέχρι περίπου τη στάθμη του φυσικού εδάφους, ωστόσο η στροφή της όμορης οικοδομής (...) συνεχίστηκε και τις επόμενες ημέρες και ουσιαστικά το φαινόμενο της διαφορικής καθίζησης σταμάτησε, όταν σκυροδετήθηκε και η πλάκα της οροφής του υπογείου της οικοδομής επί της οδού ...
περί τα τέλη του έτους 2006...Οι ενάγοντες, μετά την εκδήλωση το μήνα Ιούλιο του έτους 2005 του φαινομένου της διαφορικής καθίζησης, προσέφυγαν στην Πολεοδομία Πειραιά, οπότε πραγματοποιήθηκε στις 3-8-2005 αυτοψία στην πολυκατοικία επί της οδού ..., συντάχθηκε δε η υπ' αριθμ. ... έκθεση επικινδύνου από δομική άποψη, αφού διαπιστώθηκαν ρηγματώσεις λόγω καθίζησης.
Επίσης, μετά από την από 21-7-2005 αίτηση του δευτέρου εναγομένου προς το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας, πραγματοποιήθηκε από τον ορισθέντα πολιτικό μηχανικό Μ. Α. αυτοψία στην πολυκατοικία επί της οδού ... και συντάχθηκε η από 11-10-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Με βάση αυτή διαπιστώθηκαν οι εξής βλάβες: α) κατακόρυφος ρωγμή στο όριο της ανωτέρω οικοδομής με την όμορη πολυκατοικία (επί της οδού ...), η οποία εκτείνεται καθ' όλο το ύψος και συγκεκριμένα από το πεζοδρόμιο μέχρι το δώμα.
Η ρωγμή διήκει σε όλο το βάθος της οικοδομής, δηλ. από την πρόσοψη μέχρι την οπίσθια όψη, το δε πάχος της στο μεν ισόγειο είναι 3-4 εκ., στο δε δώμα 5-6 εκ., β) οριζόντια ρωγμή στην ακμή μεταξύ δαπέδου και τοιχοποιίας όμορης οικοδομής (χρησιμοποιήθηκε ο μεσότοιχος ως τοίχος δωματίου) σε διαμέρισμα πρώτου ορόφου, μήκους 4 μ.
περίπου και πάχους 3 εκ., γ) οριζόντια ρωγμή μήκους 4 μ. περίπου και πάχους 2 χιλ. στον ίδιο τοίχο του αυτού δωματίου σε ύψος 2,40 μ. από το δάπεδο, δ) λοξές ρωγμές μήκους περίπου 5 μ. και πάχους 1 εκ. στο μανδρότοιχο, που χωρίζει τον ακάλυπτο χώρο της βλαβείσας οικοδομής με το οικόπεδο του κατεδαφιστέντος κτιρίου, ε) κατακόρυφη ρωγμή μήκους περίπου 3 μ.
και πάχους 1 εκατοστού, στο κλιμακοστάσιο μεταξύ ισογείου και πρώτου ορόφου στο όριο του μεσότοιχου με το υποστύλωμα και στ) ρωγμή στη στρώση από άοπλο σκυρόδεμα του ακάλυπτου χώρου της βλαβείσας οικοδομής μήκους περίπου 4 μ. και πάχους 2 χιλ. Τέλος, σύμφωνα με την προσκομισθείσα από 3-2-2006 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ε.
Π., στον τέταρτο και πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ... κυριότητας των πέμπτου, έκτου και έβδομης των εναγόντων αντίστοιχα λόγω απόκλισης από την κατακόρυφο επί της πολυκατοικίας αυτής, η απορροή των ομβρίων ή άλλων υδάτων στον οπίσθιο εξώστη (βεράντα) κάθε διαμερίσματος (ΔΙ και ΕΙ) δε γίνεται ομαλά από το σιφόνι, που υπάρχει στο μέσον του εξώστη αλλά συγκεντρώνονται στο άκρο αριστερά, όπως βλέπουμε την πολυκατοικία από την οδό …..
Προς αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού κρίθηκε ενδεδειγμένη η τοποθέτηση στον τέταρτο και πέμπτο όροφο νέας σχάρας (σιφόνι) στο δάπεδο του μπαλκονιού στη θέση, όπου συγκεντρώνονται τα νερά και τοποθέτηση νέας υδρορροής στη θέση αυτή. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι η στροφή της πολυκατοικίας επί της οδού ...
οφείλεται στην ανωτέρω περιγραφείσα αμελή συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι υπό τις ως άνω ιδιότητες τους, λόγω έλλειψης της προσοχής, που όφειλαν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 ν. 1396/1983 (και όχι του ν. 1396/1993, που από πρόδηλη παραδρομή αναγράφεται) και μπορούσαν να καταβάλουν, προέβησαν στην εκσκαφή του οικοπέδου επί της οδού ...
σε βάθος μεγαλύτερο (1-1,5 μ.) από το βάθος θεμελίωσης της πολυκατοικίας επί της οδού ..., χωρίς να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα αντιστήριξης των παρειών της εκσκαφής, με αποτέλεσμα η πολυκατοικία επί της οδού ... να καταστεί επικίνδυνη από δομική άποψη και να υποστεί λειτουργικές βλάβες...". Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφαση, γίνονται δεκτά και τα εξής: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία " ..." και ήδη εφεσίβλητη (ήδη όγδοη αναιρεσίβλητη) δυνάμει σύμβασης, που κατήρτισε με τον παρεμπιπτόντως ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα) κάλυπτε ασφαλιστικώς για το χρονικό διάστημα από 7-7-2005 έως 7-11-2006 και με διαδοχικές ανανεώσεις μέχρι 7-2-2008, όπως συνομολογείται, την αστική ευθύνη για τους κινδύνους, που θα προέρχονταν από την ανέγερση της οικοδομής επί της οδού ..., εκδόθηκε δε σχετικά το υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστήριο. Η μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης του έργου ανέγερσης της οικοδομής επί της οδού ..., περιείχε, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται, στους ειδικούς όρους κάλυψης αστικής ευθύνης από τις εργασίες ανέγερσης οικοδομής (σελ. 12) τον ειδικότερο συμβατικό όρο υπό τον αριθμό …, ο οποίος έχει ως εξής: "Σε περίπτωση κατά την οποία οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής, που περιγράφεται στο Ασφαλιστήριο, συνεπάγονται εκσκαφές, οι οποίες είναι δυνατόν να απειλήσουν τη στατικότητα των όμορων κτισμάτων, η παρεχόμενη κάλυψη θα ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι θα λαμβάνονται όλα τα προβλεπόμενα για τέτοιες περιπτώσεις μέτρα αντιστήριξης και πρόληψης ζημιών στα όμορα κτίσματα".
Στην υπό κρίση περίπτωση, εφόσον αποδείχθηκε ότι κατά την εκσκαφή για την ανέγερση της οικοδομής επί της οδού ... δεν ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα αντιστήριξης της πολυκατοικίας επί της οδού ... οι ζημίες, που προκλήθηκαν για το λόγο αυτό, δεν καλύπτονται από την ασφαλιστική εταιρία, όπως βασίμως ισχυρίστηκε η τελευταία με τη σχετική νόμιμη ένσταση εξαίρεσης από την ασφαλιστική ευρύνη... ".
Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της προβληθείσης από την προσεπικληθείσα παρεμπιπτόντως εναχθείσα ασφαλιστική εταιρία ένστασης εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι: α) δεν προσδιόρισε, ως όφειλε κατά νόμο, ποια ήταν τα αναγκαία μέτρα αντιστήριξης, η μη λήψη των οποίων είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών για το λόγο αυτό, β) δεν διέλαβε αιτιολογία, όσον αφορά την παραδοχή της ένστασης της παρεμπιπτόντως εναγόμενης, περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, βάσει του ειδικού όρου με αριθμό ..
του ασφαλιστηρίου, που προϋποθέτει πρόκληση κινδύνου στη στατικότητα της όμορης οικοδομής, καίτοι δέχθηκε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν επήλθε και γ) δεν διευκρίνισε αν η μη λήψη των αναγκαίων μέτρων αντιστήριξης, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν προσδιόρισε, ούτε που προβλέπονται (νομικές διατάξεις, τεχνικές προδιαγραφές, εμπειρικούς κανόνες) οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του υπόχρεου ασφαλισμένου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι επαρκώς προσδιορίζονται τα μέτρα αντιστήριξης, που όφειλε και μπορούσε να λάβει ο αναιρεσείων εργολάβος οικοδομών, πλην όμως, παρέλειψε, ειδικότερα δε, κρίθηκε ότι, παρέλειψε να προβεί σε αντιστήριξή των πρανών σε όλο τους το μήκος με την τεχνική της τμηματικής εκσκαφής ("ντουλάπια"), προηγούμενη εκπόνηση γεωτεχνικής μελέτης και αντιστήριξή με πασσάλους σε όλο το μήκος της μεσοτοιχίας.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον, εκ του περιεχομένου του ειδικού όρου με αριθμό … του ασφαλιστηρίου, σαφώς προκύπτει ότι, ο εν λόγω όρος τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής συνεπάγονται εκσκαφές, οι οποίες είναι δυνατόν να απειλήσουν τη στατικότητα των όμορων κτισμάτων, δηλαδή σε κάθε περίπτωση εκσκαφής που δύναται να επηρεάσει τη στατικότητα και όχι μόνο σε περίπτωση επέλευσης βλάβης της στατικότητας.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού προσδιόρισε τα ενδεδειγμένα μέτρα αντιστήριξης, κατά την εκτέλεση του έργου ανέγερσης της επί της οδού ... οικοδομής (τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 4 και 9 του Π.Δ. 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" (ΦΕΚ 260/Α/16-9-1981), των οποίων (διατάξεων) η παράθεση δεν ήταν αναγκαία, καθόσον ήταν επαρκής ο προσδιορισμός των αναγκαίων μέτρων και η εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση τεχνική μέθοδος αντιστήριξης), δέχθηκε ότι τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν υπαιτιότητα του ασφαλισμένου αναιρεσείοντος υπό τη μορφή της αμέλειας.
Με τον ίδιο (όγδοο) λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του (επικουρικώς προβαλλόμενο) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ειδικότερα δε προβάλλεται ότι, κατά την ανάγνωση του ασφαλιστηρίου, παραλείφθηκε η ανάγνωση κρίσιμης περικοπής του με αριθμό ..
ειδικού όρου, κατά την οποία απαραίτητη προϋπόθεση για την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη είναι η πρόκληση κινδύνου στη στατικότητα της όμορης οικοδομής, και δη της περικοπής αυτού, κατά τον αναιρεσείοντα, "...οι εκσκαφές, οι οποίες είναι δυνατόν να απειλήσουν τη στατικότητα των ομόρων κτισμάτων...", με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα " ότι εξαιρείται της ασφαλιστικής καλύψεως η περίπτωση κατά την οποία δεν προεκλήθη κίνδυνος στην στατικότητα της όμορης προς την εκσκαφή πολυκατοικίας".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ουδόλως προκύπτει ότι το δικαστήριο εσφαλμένα ανέγνωσε, υπό την προεκτεθείσα έννοια, τον ειδικό όρο με αριθμό … του ως άνω υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου και προσέδωσε στον εν λόγω όρο την αποδιδόμενη από τον αναιρεσείοντα έννοια, ότι δηλαδή η εξαίρεση της ασφαλιστικής κάλυψης εφαρμόζεται σε περίπτωση μη πρόκλησης κινδύνου στη στατικότητα της όμορης προς την εκσκαφή οικοδομής, αντίθετα δε, αφού ορθώς ανέγνωσε αυτόν, κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβλήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη που ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο, όπου πρέπει να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 2156/2014).
Με τον ίδιο (όγδοο) λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του (επικουρικώς προβαλλόμενο) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου. 559 ΚΠολΔ, ειδικότερα δε προβάλλεται αντένσταση, περί ακυρότητας λόγω καταχρηστικότητας του με αριθμό … ειδικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης (άρθρα 281 ΑΚ και 2 παρ. 1 και 6 του ν. 2251/1994). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι η εν λόγω αντένσταση, που θεμελιώνει τον επικαλούμενο ανωτέρω λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σε κάθε δε περίπτωση ουδόλως είχε προταθεί, το πρώτον δε προβάλλεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου.
Από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.
Με τον ίδιο (όγδοο) λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του (επικουρικώς προβαλλόμενο) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ειδικότερα δε προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό της ασφαλιστικής εταιρίας αντιδίκου του αναιρεσείοντος, περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, λόγω αοριστίας συνεπεία μη αναφοράς των μη ληφθέντων ενδεδειγμένων μέτρων αντιστήριξης της όμορης οικοδομής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο εν λόγω περί αοριστίας ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και θεμελιώνει τον επικαλούμενο ανωτέρω λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ούτε άλλωστε και προτάθηκε όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 31-3-2016 έφεσης του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της όγδοης αναιρεσίβλητης, να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της όγδοης αναιρεσίβλητης να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτής που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι, δικαστικά έξοδα υπέρ των ερημοδικαθέντων πρώτου, δεύτερης, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου και έβδομης των αναιρεσίβλητων δεν επιδικάζονται, διότι λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν επιβαρυνθεί με τέτοια έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2018 αίτηση του Λ. Κ. του Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 151/2018 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 375/2018 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου).
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της όγδοης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου