312/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή , Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated312/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
Full text
Απόφαση 312 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 312/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018 , με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μπάστα Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Κέρκυρας",ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Αγίου Γεωργίου"που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπουχαγιάρ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 29-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 297/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 118/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-1-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που άρχισε να ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, από 1-1-2016 για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ, ήδη, μετά την προαναφερόμενη αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 564, η τριετής αυτή καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης μειώθηκε σε διετή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (ΑΠ 67/2018).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδαφ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 26-1-2017, αναίρεση που ασκήθηκε, κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, στις 4-4-2017, όπως προκύπτει από τη σχετική υπ'αριθ. 2/4-4-2016 έκθεση του αρμόδιου γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθ. 1181/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας που δημοσιεύτηκε στις 22-9-2014.
Ως εκ τούτου, η αναίρεση ασκήθηκε μετά πάροδο διετίας από την ημερομηνία αυτή, χωρίς οι διάδικοι να επικαλούνται ή οίκοθεν να προκύπτει επίδοση της πληττόμενης απόφασης. Ανακύπτει, όμως, το νομικό ζήτημα, πριν από την εξέταση του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της ένδικης αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αν η αίτηση αυτή είναι εμπρόθεσμη και, άρα, παραδεκτή και, ειδικότερα, αν η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την άσκηση αναίρεσης, έχει εφαρμογή επί των αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1η-1-2016 και στρέφονται και κατ' αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν από τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015) ή αν εξακολουθεί, αναφορικά με την προθεσμία αναίρεσης κατά των αποφάσεων αυτών, να ισχύει η προηγούμενη τριετής προθεσμία, οπότε δεν τίθεται θέμα εκπρόθεσμης άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης (υπέρ της πρώτης άποψης ΑΠ 1640/2017 και ΑΠ 1176/2017, υπέρ της δεύτερης 519-520/2017).
Το ζήτημα αυτό, αφού χαρακτηρίστηκε εξαιρετικής σημασίας, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 1855/2017 απόφαση του Α2 πολιτικού τμήματος αυτού που ήταν γνωστή στο παρόν Γ' πολιτικό τμήμα, όταν άρχισε η διάσκεψη για την επίδικη υπόθεση (24-1-2018). Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, εύλογα, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ