312/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated312/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Full text
Απόφαση 312 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 312/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Κ. Α. του Φ., κατοίκου ..., 2)Δ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 3)Μ. Χ. του Π., συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., 4)Φ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 5)Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 6)Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 7)Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 8)Ν. - Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 9)Κ. Μ. του Ά., συζ. Κ. Μ., κατοίκου ..., 10)Α. Σ. Ζ. του Δ., κατοίκου Ν. Σμύρνης, 11)Μ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 12)Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 13)Κ. Μ. του Ε., συζ. Μ. Μ., κατοίκου ..., 14)Ό. Ζ. - Δ. του Π., κατοίκου ..., 15)Π. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 16)Μ. Π. του Γ., συζ. Α. Δ., κατοίκου ..., 17)Ε. Κ. - Α. του Α., κατοίκου ..., 18)Σ. Π., κατοίκου ..., 19)Ε. Α. του Κ., κατοίκου ..., 20)Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 21)Κ. Κ. του Ε. - Σ., κατοίκου .... Οι τέταρτη εκ των αναιρεσειόντων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβαλά, οι έκτος, δέκατη, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατη έκτη και δέκατος ένατος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που κατάθεσε προτάσεις και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Πειραιά (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ), που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Αυγουστίνου, που κατέθεσε προτάσεις, και 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Παρέδρο του Ν.Σ.Κ Ξανθή Μπασάκου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε δια των από 19/4/2005 προτάσεών του το 2ο αναιρεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο), που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3507/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1035/2007 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/10/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 29/1/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν εν μέρει δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, καθώς και από τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος απ’ αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, προκύπτει ότι αν στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι και τη συζήτηση επισπεύδουν μερικοί απ’ αυτούς, οφείλουν οι επισπεύδοντες να κλητεύσουν σ’ αυτή και τους υπόλοιπους, έστω και ομοδίκους τους, οπότε και μόνο ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (oλ ΑΠ 3/2013, 16/1997)).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους τέταρτη, έκτο, δέκατη, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατη έκτη και δέκατο ένατο των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ά. Κ., με αρ. .../26.10.2015, .../29.10.2015,.../4.11.2015, .../26.10.2015, 5305Β/22.10.2015, 5329Β/30.10.2015, 5311Β/26.10.2015, 5308Β/26.10.2015, 5343Β/4.10.2015, 5315Β/26.10.2015, 5303Β/21.10.2015,με τις συνημμένες σ’ αυτή από 21.10.2015, απόδειξη περί παραδόσεως και παραλαβής αντιγράφου του επιδιδομένου εγγράφου στον Δ/τη του ΑΤ Ζωγράφου Αττικής και από 22.10.2015 βεβαίωση της ταχυδρομικής υπαλλήλου του ταχυδρομικού γραφείου Αθηνών Π.
Σ. περί παραλαβής του ίδιου εγγράφου για ταχυδρόμηση στην προς ην η επίδοση, .../21.10.2015, .../26.10.2015 και ...26.10.2015 προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο της 9.2.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε, από το πινάκιο, η συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (25.10.2016) επιδόθηκε στους πρώτο, δεύτερο, τρίτη, πέμπτο, έβδομη, όγδοο, ένατη, δέκατη τρίτη, δέκατη τέταρτη, δέκατη πέμπτη, δέκατη έβδομη, δέκατο όγδοο, εικοστό και εικοστό πρώτο από τους αναιρεσείοντες νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του, παραδεκτά διορισθέντος, πληρεξουσίου δικηγόρου των ως άνω επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσειόντων.
Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρι την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της.
Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθ. 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε την 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή, ως κανόνας παραγώγου δικαίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Ως εκ τούτου η ισχύς της εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.
Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ολ.ΑΠ 31/2009, 19,20/2007, 23/1998, ΑΠ 1577/2012) και η προκειμένη ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, το τελευταίο εκ των οποίων εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς τους δε άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα (ΑΠ 1577/2012).
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύµβασης έργου ή εργασίας ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (ολ.ΑΠ 18/2006).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 α` και 1 β` του Ν. 1404/1983, για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των ΤΕΙ µπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, η οποία µπορεί να διαρκεί µέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται µέχρι δύο ακόµη ακαδημαϊκά έτη.
Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάµηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καµιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωµα μετατροπής της συµβάσεως σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώµατα, που δεν προβλέπονται από το νόµο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δηµοσίου. Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ.
πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθ. 5 και 11 του π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ολ.
ΑΠ 7 και 8/2011). Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ιδρυμα Πειραιά (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ)" με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α`) και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α`), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α`), του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και του άρθρου 19 παρ. 1 α` και 1 β` του Ν. 1404/1983 (ΑΠ1678/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 2.12.2003 ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, οι ενάγοντες, εξέθεταν σ’ αυτή ότι προσλήφθηκαν από το εναγόµενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο νοµικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΑΤΕΙ), ο πρώτος την 22.10.1997, ο δεύτερος την 2.10.1989, η τρίτη την 7.10.1991, η τετάρτη την 21.9.1998, ο πέμπτος την 1.10.1986, ο έκτος την 1.10.1999, η εβδόμη την 22.2.1993, ο όγδοος την 20.3.1989, η ενάτη την 14.11.1994, η δεκάτη την 2.10.2000, ο ενδέκατος την 21.9.1992, ο δωδέκατος την 30.9.1996, η δεκάτη τρίτη την 1.10.1987, η δεκάτη τετάρτη την 3.10.1996, η δεκάτη πέμπτη την 2.10.2000, η δεκάτη έκτη την 30.9.1991, η δεκάτη εβδόμη την 20.9.1993, ο δέκατος όγδοος την 20.9.1993, ο δέκατος ένατος την 20.3.1989, ο εικοστός την 5.10.2001 και ο εικοστός πρώτος την 30.9.1996 και απασχολήθηκαν σ` αυτό έκτοτε και μέχρι την 5.7.2003 οι είκοσι πρώτοι, μέχρι δε την 23.2.2003 ο τελευταίος µε διαδοχικές συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που προσχηματικά, αφού δεν συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίστηκαν από το πρώτο εναγόµενο ως ορισµένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων εκπαιδευτικών αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί κάλυπταν από της αρχικής προσλήψεώς τους πάγιες, διαρκείς και µόνιµες διδακτικές ανάγκες του εναγοµένου ΑΤΕΙ.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται µε το εναγόµενο µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου από τους αρχικούς χρόνους που αναφέρονται σ` αυτή αφενός μεν σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ , αφετέρου δε σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και να υποχρεωθεί το εναγόµενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους ως συνδεοµένων µε αυτό µε συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Επί της αγωγής αυτής και της ασκηθείσας υπό του ελληνικού δημοσίου, υπέρ του εναγομένου πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η 3507/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία την απέρριψε κατ’ ουσίαν, αφού δέχθηκε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Με το περιεχόµενο που εκτέθηκε ανωτέρω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το σκέλος της με το οποίο επιχειρείται θεμελίωσή της ευθέως στην Οδηγία 199/70/ΕΚ, η ενσωμάτωση της οποίας στην ελληνική έννομη τάξη όσον αφορά τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα, όπως εν προκειμένω οι ενάγοντες, έγινε πολύ αργότερα από τον αναφερόμενο στην αγωγή χρόνο, κατά τον οποίο διώκεται η αναγνώριση του χαρακτήρα των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου των εναγόντων ως ενιαίας συμβάσεως αορίστου χρόνου.
Επομένως το Εφετείο που την έκρινε κατά το σκέλος της αυτό ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας, ο πρώτος δε από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Είναι όμως νόμιμη η αγωγή, σύμφωνα με τους ισχύοντες, κατά το χρόνο καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων, κανόνες δικαίου του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ.
και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως προς το αίτημά της για αναγνώριση του χαρακτήρα των ενδίκων συμβάσεων εργασίας ως αορίστου χρόνου. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειόντων αυτών, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την 18.4.2001, και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων, όπως δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.
Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το σκέλος της με το οποίο επιχειρείται θεμελίωσή της στο άρθρο 8 του ν. 2112/1920, διότι οι συμβάσεις των αναιρεσειόντων καταρτισθείσες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του Συντάγματος , δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, έστω και αν οι ενάγοντες καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει, ως µη νόµιµη, την αγωγή τους, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ.2, 3,7 και 8 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994 και 19 παρ. 11 β` του Ν. 1404/1983, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες και των επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ.
και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες ήταν εφαρμοστές και δεν τις εφάρμοσε. Εποµένως, οι, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, δεύτερος και τρίτος από τους λόγους αναιρέσεως, κατά το σκέλος τους με το οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι σχετικές πλημμέλειες, ως προς το χαρακτηρισμό των συμβάσεων που συνέδεαν τους αναιρεσείοντες με το πρώτο αναιρεσίβλητο, είναι βάσιµοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 652, 653 και 656 ΑΚ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αφού κατά τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου (10.3.2013), είχε δημοσιευθεί η προσβαλλομένη απόφαση (δημοσιεύθηκε την 20.12.2007) και δεν ήταν η υπόθεση εκκρεμής, ώστε να εφαρμόζεται η διάταξη όπως τροποποιήθηκε, κατ’ άρθρο 98 του νόμου αυτού (4139/2013), προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει κατ` αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί τον μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του.
Η κατ` αρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια, που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ` αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυσή του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στη περίπτωση αυτή η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με την συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων (ΑΠ 1508/2009, 1671/2007, 362/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες το αίτημα τους να υποχρεωθεί το πρώτο αναιρεσίβλητο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους θεμελίωσαν στο γεγονός και μόνο ότι οι διαδοχικές συμβάσεις τους ορισμένου χρόνου φέρουν το χαρακτήρα ενιαίας συμβάσεως αορίστου χρόνου.
Κατά συνέπεια η αγωγή ως προς το συγκεκριμένο αίτημα δεν είναι νόμιμη και το Εφετείο που την απέρριψε ως προς το εν λόγω αίτημα ως μη νόμιμη δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Κατά συνέπεια οι ίδιοι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης κατά το αντίστοιχο μέρος τους που αφορά το αγωγικό αυτό αίτημα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως, ως προς το μέρος τους που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της στο οποίο αναφέρονται οι γενόμενοι δεκτοί λόγοι, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθoύν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 1035/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων διαδίκων ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 13 Δεκεμβρίου 2016 και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ