Legislator Case Law & Legislation
312/2011 AI generated

312/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 312/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

312/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 312 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 312/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ζ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζερδελή.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. ΚΛΟΥΚΙΝΑΣ - Ι. ΛΑΠΠΑΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ - ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και με το διακριτικό τίτλο "Κ.Λ.Μ. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Ανδρικόπουλο και Γεώργιο Θεοδόση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1056/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3067/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-3-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 21-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Εξάλλου : (Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.

Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.

Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.

η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.

Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και, ακόμη και εν μέρει, τον χρόνο, παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών του τόπο δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν' ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση εφέσεων από αμφοτέρους τους διαδίκους, επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της τώρα αναιρεσίβλητης με αντικείμενο αξιώσεις από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την προσβαλλομένη 3067/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία ασκεί τεχνική και κατασκευαστική επιχείρηση οικοδομικών έργων και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή κτιρίων (εργοστασίων, κατοικιών, εγκαταστάσεων επιχειρήσεων, καταστημάτων), συνεργαζομένη για την παρακολούθηση των οικοδομικών έργων που αναλάμβανε με πολιτικούς μηχανικούς, ότι ο ενάγων (αναιρεσείων), που είναι πολιτικός μηχανικός, απασχολήθηκε ως επιβλέπων σε έργα που αναλάμβανε η εναγομένη, αρχικά συστήνοντας μ' αυτήν κοινοπραξία, και στην συνέχεια, αφού εντάχθηκε στο ΔΣ αυτής ως μέλος του, με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών αρχικά προφορική και ακολούθως έγγραφη με το από 20-10-1999 συμφωνητικό, τέτοιες δε συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών η εναγομένη συνάπτει με όλους συνεργαζόμενους με αυτήν μηχανικούς, ότι με το ως άνω συμφωνητικό συμφωνήθηκε να παρέχει ο ενάγων τις υπηρεσίες του όσο διάστημα απαιτείται στα εργοτάξια της εναγομένης, καθώς και στα γραφεία της, να παρακολουθεί τα διάφορα έργα, ώστε να εκτελούνται σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, να παρέχει συμβουλές και γενικότερα να συμμετέχει στην λήψη αποφάσεων σχετικά με τις τεχνικές προδιαγραφές εκτέλεσης των αναληφθέντων έργων, να οργανώνει το εργοτάξιο και την οικονομική διαχείριση του έργου, έναντι αμοιβής για τις υπηρεσίες του αυτές 3.500 δρχ.

για κάθε ώρα εργασίας, πλέον ΦΠΑ, καθώς και ότι η συμφωνία αυτή μπορεί να λυθεί ανέξοδα και σε κάθε στιγμή από κάθε συμβαλλόμενο απλά με έγγραφη αναγγελία, ότι με βάση τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις του ο ενάγων άσκησε καθήκοντα επιβλέποντος μηχανικού των έργων, ειδικότερα δε επόπτευε τα συνεργεία που απασχολούνταν στα εργοτάξια που επέβλεπε, ήλεγχε και έδινε οδηγίες για την ορθή και τεχνικά άρτια εκτέλεση του έργου, χωρίς χρονικούς περιορισμούς, αφού μπορούσε να επιλέγει τις ώρες επίβλεψης των συνεργείων και να προσέρχεται στα γραφεία της εταιρείας και ν' αναχωρεί ανάλογα με τον κατά την κρίση του αναγκαίο χρόνο που απαιτούνταν για την διεκπεραίωση της εργασίας του, ο ενάγων δηλ.

κατά τον χρόνο της απασχόλησής του στην εναγομένη δεν τηρούσε οποιοδήποτε ωράριο καθώς ο χρόνος παραμονής του στο εργοτάξιο καθοριζόταν από τον ίδιο με βάση τις εκάστοτε ανάγκες και ανάλογα με τις εκτελούμενες εργασίες, τις οποίες άλλωστε ο ίδιος είχε προγραμματίσει, ότι έτσι ο ενάγων στα πλαίσια άσκησης των προαναφερομένων καθηκόντων του είχε μεγάλη ανεξαρτησία από άποψη ανάπτυξης πρωτοβουλιών για την καλύτερη δυνατή οργάνωση και λειτουργία του εργοταξίου, ευθυνόμενος απέναντι στην εναγομένη μόνο για την σωστή τεχνικά εκτέλεση του έργου, χωρίς να υπόκειται σε ειδικότερες οδηγίες ή εντολές των εκπροσώπων της, ούτε να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία τους, υπό την έννοια ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις εντολές και τις οδηγίες τους ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, αφού ο τόπος παροχής αυτών, που ήταν το εργοτάξιο της εναγομένης, ήταν συμβατικά και λόγω της φύσης των υπηρεσιών του προκαθορισμένος, ότι τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η εκτέλεση του έργου προσδιορίζεται σε κάθε περίπτωση με βάση τον προγραμματισμό της εργολήπτριας και σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτής, στις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται και ο επιβλέπων του έργου μηχανικός, ότι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, σε σχέση με τον τρόπο που καταρτίσθηκε και λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση, και με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων την 20-10-1999 και συνεχίσθηκε μέχρι την 9-1-2006, όταν με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης αποφασίσθηκε η απομάκρυνση του ενάγοντος από την θέση του μέλους του ΔΣ αυτής και η διακοπή της σύμβασης, η επίδικη σύμβαση φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού η νομική δέσμευση και εξάρτηση του ενάγοντος από την εναγομένη ήταν ιδιαίτερα χαλαρή, με την έννοια ότι αυτός ως μηχανικός είχε μεν συγκεκριμένο αντικείμενο εργασιών, το οποίο ήταν απόλυτα ενταγμένο στα πλαίσια της επιστημονικής και επαγγελματικής δραστηριότητάς του, χωρίς οποιαδήποτε νομική εξάρτηση από την Διεύθυνση του έργου και χωρίς υποχρέωσή του να συμμορφώνεται με τις εντολές και τις οδηγίες των εκπροσώπων της εναγομένης ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, μη υποκείμενος στον έλεγχο αυτών, αλλ' αντίθετα αναπτύσσοντας κάθε πρωτοβουλία στα πλαίσια των καθηκόντων του με βάση τις επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις του, και ότι τα παραπάνω ενισχύονται και από το ότι (α) ο ενάγων διατήρησε καθόλο το χρονικό διάστημα της συμβατικής του σχέσης με την εναγομένη την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία, ήταν ασφαλισμένος στο ΤΣΜΕΔΕ, βαρυνόμενος με την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του, εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών, θεωρημένα από την ΔΟΥ, στα οποία το ποσό της αμοιβής του δεν ήταν σταθερό, αφού ήταν διαφορετικές οι ώρες απασχόλησής του, οι αποδείξεις δεν εξεδίδοντο πάντοτε για την εναγομένη αλλά και στο όνομα πελατών της, των οποίων τα έργα επέβλεπε, με αναφορά και της αιτίας καταβολής του κάθε ποσού, καταχωρούσε δε την αμοιβή του σε ειδικό βιβλίο εσόδων που προβλέπει ο κώδικας βιβλίων και στοιχείων γα τους ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα και έκανε παρακράτηση φόρου προστιθεμένης αξίας (β) η εναγομένη τα καταβαλλόμενα στον ενάγοντα, αλλά και στους λοιπούς μηχανικούς, ποσά καταχωρούσε ως "δαπάνες συνεργατών" μαζί με τις αμοιβές δικηγόρων, οι καταβολές δηλ.

αυτές θεωρούνταν ως δαπάνη τρίτων και όχι ως αποδοχές, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε την ένδικη αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ κατ' αμφότερα τα σκέλη του.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.

Με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, παρά την εκ μέρους του νόμιμη προσκομιδή τους (α)το ετήσιο ενημερωτικό δελτίο της εναγομένης για το έτος 2004, στο οποίο αναφέρεται ότι αυτός είναι μόνιμος συνεργάτης της και έχει υπαλληλική σχέση μ' αυτήν και (β) τις συντασσόμενες από το λογιστήριο της εναγομένης λογιστικές καρτέλες του για το έτος 2002 με τα επισυναπτόμενα εντάλματα πληρωμής σ' αυτόν διαφόρων ποσών για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2010 αίτηση για αναίρεση της 3067/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ