312/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated312/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτοί όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκαν κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 312 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 312/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 476/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-1-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 30-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αριθμ. 1414γ και 1415γ/11-11-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Χριστίνας Τσίπη, ακριβή αντίγραφα της από 23-1-2009 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 84/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων με την κάτω από αυτήν πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση για εμφάνιση, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους.
Αυτοί όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκαν κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου.
Περαιτέρω, με την από 11-7-1985 ΣΣΕ (ΥΑ 16979/1985) η οποία έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου και αφορά τους χειριστές τεχνικών έργων, καθιερώνεται εβδομάδα πέντε εργασίμων ημερών διαρκείας 40 ωρών για τους εργαζόμενους που υπάγονται σ' αυτή. Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 11770/20.3.1984 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες μόνο ημέρες της εβδομάδος απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών εβδομαδιαίως, δοθέντος ότι με το άρθρο 6 της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ οι ώρες εργασίας δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις 9 ημερησίως και ως υπερωριακή εργασία, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976, η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως, έστω και αν με την απασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίως εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωριακής απασχολήσεως με τις ολιγότερες ώρες απασχολήσεως σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομάδος.
Αυτά ισχύουν και αν ακόμη ο μισθωτός απασχολείται τακτικώς το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος, διότι με την απασχόληση αυτή, η οποία είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερης, όπου έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερης εργασίας και συνακόλουθα οι ημερήσιες ώρες εργασίας από 9 σε 8, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη (ΑΠ 633/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος ως εργολάβος ανελάμβανε την εκτέλεση δημοσίων έργων στις περιφέρειες ... και ..., προσέλαβε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους το έτος 1992 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως χειριστές εκσκαπτικών μηχανημάτων.
Αυτοί αν και με βάση τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας του κλάδου τους έπρεπε να εργάζονται επί πενθήμερο, συναποδέχτηκαν με τον αναιρεσείοντα να εργάζονται συστηματικά επί εξαήμερο εβδομαδιαίως και συγκεκριμένα και τα Σάββατα, η δε ημερήσια απασχόλησή τους ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε εννέα ώρες. Έτσι, με βάση το σύστημα της εξαήμερης εργασίας, στην οποία οι ώρες της ημερήσιας εργασίας των μισθωτών ανέρχονται σε οκτώ (8), πραγματοποιούσαν μία ώρα παράνομης υπερωριακής εργασίας την ημέρα καθώς και οκτώ ώρες υπερεργασίας την εβδομάδα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους τα ποσά που αναφέρονται για τον καθένα σ' αυτήν, δηλαδή, με το να δεχθεί ως ισχύον στην προκειμένη περίπτωση, βάσει συμφωνίας, το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και ακολούθως, με το να χαρακτηρίσει ως παράνομη υπερωρία την ημερήσια απασχόληση των αναιρεσιβλήτων κατά την ενάτη ώρα και με το να συνυπολογίσει τις ώρες απασχολήσεως κατά τα Σάββατα για τον προσδιορισμό των ωρών υπερεργασίας, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου υπάρχει και ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά προφανή παραμόρφωση του κειμένου, στο οποίο αποκλειστικά ή κυρίως στήριξε την κρίση του, δέχεται ως πράγματι περιεχόμενο σε αυτό κάτι εντελώς αντίθετο και διαφορετικό από το αληθινό. Παραμόρφωση δεν υπάρχει αν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, σε κάθε δε περίπτωση αν από αυτό δέχεται ότι συνάγονται διάφορα συμπεράσματα από εκείνα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σχετικά με το αναφερόμενο στην αποζημίωση και το επίδομα αδείας της περιόδου 1995-1999 αγωγικό κονδύλιο, δέχτηκε ότι "από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αυτός (δηλ. ο πρώτος εφεσίβλητος) ελάμβανε κατ' έτος την αναλογούσα σε ημέρες άδεια". Επομένως τη κρίση του αυτή στηρίχθηκε στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού και όχι αποκλειστικά ή κυρίως στις καρτέλες εργασίας του εν λόγω εφεσιβλήτου και κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το σκέλος Β του αυτού λόγου αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο χωρίς να γίνει επίκληση αυτών, έλαβε υπόψη του τις καρτέλες εργασίας κατά το μέρος που αυτές αναφέρονταν στον εφεσίβλητο Ψ1. Ο λόγος αυτός είναι
απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση των προτάσεων των διαδίκων στην κατ' έφεση δίκη προκύπτει, ότι τα εν λόγω έγγραφα επικαλέστηκαν αμφότερα τα διάδικα μέρη και συγκεκριμένα οι μεν εφεσίβλητοι-αναιρεσίβλητοι ως καρτέλες εργασίας ο δε εκκαλών- αναιρεσείων, ως χειρόγραφες καταστάσεις περιέχουσες τις ημέρες και ώρες εργασίας των εφεσιβλήτων. Επομένως, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στις υπερωρίες και την υπερεργασία, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως που πλήττουν τα αυτά κεφάλαια και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 84/2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ