Legislator Case Law & Legislation
312/2008 AI generated

312/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 312/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

312/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ.(18.1), ν.10, 13 παρ.1, 17, 48 Πανδ. (41.3), ν.5 Πανδ. (41.7), ν.3. Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν.109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου.

Keywords

AI generated
public domain property ownership enforceable title retention of title personal title state property
AI generated
719/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
1527/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1589/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
130/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευγενία Προγάκη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
462/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 312 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 312/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Λευθεριώτου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2219/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 890/2005 προδικαστική, 4289/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 16-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, τηρήθηκε η προδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 12 παρ. 2 του νόμου 2298/1995, όπως η παρ. 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1918, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 1613/2006 γνωμοδότηση του Ε' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3.) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του Εισ.ΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, ανεξαρτήτως της μορφολογίας τους, εφόσον η τριακονταετής νομής τους είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11.9.1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο, και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες έγινε αναστολή κάθε παραγραφής ή δικαστικής προθεσμίας σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, επομένως και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά.

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ.(18.1), ν.10, 13 παρ.1, 17, 48 Πανδ. (41.3), ν.5 Πανδ. (41.7), ν.3. Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν.109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου.

Με τον πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε σχέση με την έννοια της καλής πίστης, και κατά συνέπεια και τις ως άνω διατάξεις του ιδίου δικαίου, σε σχέση με την απόκτηση κυριότητας επί δημοσίου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ, περαιτέρω, περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, που είναι δασοτεμάχιο και έχει έμβαδόν 876, 24 τετρ. μέτρων, βρίσκεται νοτιοανατολικά του οικισμού ...., στη θέση "...." ή "......." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Διονύσου Αττικής, αποτελεί το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ευρύτερου με αριθμό 28 δασοτεμαχίου, φαίνεται με τον αριθμό 28δ και τα περιμετρικά στοιχεία 4, 5, 6, 28, 27, 4 στα σχεδιαγράμματα από ....

του δασολόγου ..... και από .... του πολιτικού μηχανικού ...... και συνορεύει σύμφωνα με τα άνω σχεδιαγράμματα, βόρεια με το 28α δασοτεμάχιο. σε πλευρά μήκους 24 μέτρων, ανατολικά με το 28γ δασοτεμάχιο, σε πλευρά μήκους 27, 50 μέτρων, νότια με την (ήδη) κοινοτική οδό ......., σε πρόσωπο μήκους 18 μέτρων, νοτιοδυτικά με το 28β δασοτεμάχιο, σε πλευρά μήκους 33 μέτρων και βορειοδυτικά με το 27β δασοτεμάχιο σε πλευρά μήκους 18 μέτρων.

Το άνω περιγραφόμενο επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου (δασοτεμαχίου) συνολικής έκτασης 50.900 στρεμμάτων, γνωστού με την ονομασία "....." και περιληπτικά "... - ....", ευρισκόμενο στην κτηματική περιφέρεια του άλλοτε Δήμου Μαραθώνας. Το μεγαλύτερο αυτό ακίνητο απαρτίζεται από δύο διακεκριμένα δασοκτήματα, που συνορεύουν μεταξύ τους, δηλαδή το δασόκτημα της ....

και το δασόκτημα του ...... Πριν από την απελευθέρωση και συγκρότηση του Ελληνικού Κράτους τα δύο αυτά δασοκτήματα που ήσαν τσιφλίκια, δηλαδή συγκροτημένες, αγροτοκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις ανήκαν κατά κυριότητα σε Οθωμανούς. Μετά την απελευθέρωση, το δασόκτημα ...., που ανήκε στους Οθωμανούς ......, υιού του ....

υιού του ... και .... και ..... και .... και ..... υιών του ......, αγόρασε ο Β1, ως αντιπρόσωπος του Γ1, σύμφωνα με τις διατάξεις του από 3-2-1830 Πρωτοκόλλου του Λονδίνου "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" με Χοτζέτι, που έχει σήμερα απολεσθεί, η σύνταξη του όμως αποδεικνύεται κυρίως από την 13/20-10-1830 έκθεση της "Κατά την Εύβοιαν και Αττικής Ελληνικής Επιτροπής" προς του επί των εκποιήσεων των κατά την Εύβοιαν και Αττικήν Οθωμανικών ιδιοκτησιών, πληρεξούσιο της Ελληνικής Κυβέρνησης, ......., στην οποία περιγράφεται το εν λόγω ακίνητο, μετά την αγορά του οποίου και την αναγνώριση, με την 593/13-2-1842 απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής, του Β1, ως κυρίου και κατόχου του τσιφλικιού ....., ο τελευταίος παρέδωσε αμέσως τη νομή και κατοχή αυτού στον για λογαριασμό του οποίου το αγόρασε Γ1.

Ο Γ1 άρχισε έκτοτε να το νέμεται μέχρι τον θάνατο του το έτος 1850, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου παραχωρώντας το σε τρίτους για θερινή και χειμερινή βοσκή ποιμνίων και ρητινοσυλλογή, καλλιεργώντας τις δεκτικές καλλιέργειας εκτάσεις. ξυλεύοντας και επιβλέποντας αυτό αυτοπροσώπως, και με ιδιωτικούς φύλακες.

Γενικώς δε, ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ως δασοκτήματος. πράξεις νομής και παραχωρούσε ως κύριος δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επ' αυτού. Μετά το θάνατο του Γ1, στην κληρονομιά αυτού υπεισήλθε η σύζυγος του Γ2, ως επίτροπος του ανήλικου υιού του Γ3, η οποία αναμίχθηκε σ' αυτή και άρχισε να ασκεί την επί του εν λόγω δασοκτήματος νομή, με πράξεις όπως εκείνες του δικαιοπαρόχου της.

Μετά το θάνατο το έτος 1855 και του Γ3. χωρίς να έχει συνάψει γάμο και χωρίς να αφήσει διαθήκη, υπεισήλθε στην κληρονομιά του, αναμίχθηκε σε αυτή και συνέχισε τις ίδιες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη η Γ2.Ειδικότερα, η τελευταία, παραχώρησε δικαιώματα βοσκής και ρητινοσυλλογής σε τρίτους, παραχώρησε δικαίωμα εγγραφής υποθήκης πάνω στο όλο δασόκτημα (με τα ...., ...., .....

και ..... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.Κοκίδου), ενώ διεξήγαγε δίκη με τον ιδιοκτήτη του γειτονικού ακινήτου ....... και γενικώς το επέβλεπε και απαγόρευε την αυθαίρετη είσοδο κάθε τρίτου μέχρι το έτος 1872, οπότε το μεταβίβασε, κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, με το ...... νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτη Ταβανάκη, στον Δ1.

Εξάλλου, το δεύτερο δασόκτημα (.....) ανήκε στον Οθωμανό ......., ο οποίος το έτος 1836 με πωλητήριο (Χοτζέτι) το μεταβίβασε στον Α1, Πρόξενο τότε της Ελλάδας στη Ρωσία. Για την πώληση αυτή εκδόθηκε η 341/11-12-1836 απόφαση της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής, με την οποία αναγνωρίσθηκε κύριος και κάτοχος του δασοκτήματος αυτού ο Α1 "κατά τα εν τω χοτζετί σύνορα" και διατάχθηκε η εκτέλεση της.

Έκτοτε ο άνω αγοραστής παρέλαβε στην κατοχή του το άνω δασόκτημα και το νεμήθηκε μέχρι το 1872 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, επιβλέποντας αυτό αυτοπροσώπως ή με φύλακες, εκμισθώνοντας τη χρήση του σε τρίτους, είτε για κοπή καυσόξυλων και βοσκή ποιμνίων, είτε για ρητινοσυλλογή, είτε για καλλιέργεια των καλλιεργησίμων εκτάσεων, είτε παρέχοντας δικαίωμα σε τρίτους προς εγγραφή υποθήκης σε αυτό.

Μετά την αγορά και του άνω δασοκτήματος από τον Δ1, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο ..... συμβόλαιο του άνω συμβολαιογράφου Σταμ. Ταβανάκη, ο Δ1, που είχε αγοράσει και το δασόκτημα ....από τη Γ2, το ίδιο έτος, όπως ήδη προεκτέθηκε, άρχισε να νέμεται το ενιαίο πλέον δασόκτημα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη με τις ίδιες κράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του, μέχρι το έτος1877, που με το .......

νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Γρυπάρη, το μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, στην Ε1, σύζυγο Ε. Η τελευταία πέθανε το ίδιο έτος (1877), χωρίς να αφήσει τέκνα, ούτε διαθήκη και στη κληρονομιά της υπεισήλθαν, αναμιχθέντες με πρόθεση κληρονόμου και συνέχισαν να ασκούν τις ίδιες προαναφερόμενες πράξεις νομής, οι κληρονόμοι της, ..., ..., .....

και .... (αδελφοί της), ....., ..... και .... (αδελφές της) και ...... (μητέρα της). Μάλιστα, ο Ε ως πληρεξούσιος των άνω κληρονόμων εκμίσθωσε μέρος του δασοκτήματος ..... στον ........ για τρία

χρόνια

προς κατασκευή ασβεστοκαμίνου και του δασοκτήματος ..... στον ........ για την βοσκή των προβάτων του. Το έτος 1883, οι άνω κληρονόμοι, με το ..... νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου Γεωργίου Γρυπάρη, πώλησαν το ενοποιημένο δασόκτημα στον Ζ1, που συνέχισε να ασκεί τις ίδιες με τους δικαιοπαρόχους του διακατοχικές πράξεις επ' αυτού, ενδεικτικές της πρόθεσής του να το έχει δικό του με καλή πίστη.

Ειδικότερα, ο τελευταίος με διάνοια κυρίου και την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει τα δικαιώματα τρίτου, ούτε βεβαίως του Δημοσίου, εκμίσθωνε το όλο δασόκτημα για βοσκή, ρητινοσυλλογή, εξόρυξη μαρμάρων, παραχωρούσε δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επ' αυτού, ζητούσε άδεια υλοτομίας και παραχωρούσε δικαίωμα λατόμησης.

Το έτος 1903, ο Ζ1, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Τάσου Οικονόμου, μεταβίβασε, λόγω νεμήσεως. το ενιαίο δασόκτημα στα τέκνα του, Ζ2 και Ζ3, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο καθένα. Οι τελευταίοι συνέχισαν έκτοτε να ασκούν, στο ιδανικό του μερίδιο, καθένας, τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Ειδικότερα, παραχώρησαν επανειλημμένως δικαίωμα εγγραφής υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Αθηνών και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, μίσθωναν το κτήμα σε τρίτους για συλλογή ρητίνης, ξύλευση, βοσκή ποιμνίων, καλλιέργεια των καλλιεργήσιμων εκτάσεων ενώ ασκούσαν και ασφαλιστικά μέτρα νομής κατά τρίτων καταπατητών.

Επί πλέον, οι ανωτέρω αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι διάσπαρτων αγροτικών εκτάσεων μέσα στα όρια του κτήματος, 6.500 στρεμμάτων, που το έτος 1925 απαλλοτριώθηκαν για την επέκταση της σιδηροδρομικής γραμμής Μπογιατίου και εισέπραξαν την αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο, που αποδέχθηκε δωρεά των δικαιοπαρόχων τους έκτασης, 2 στρεμμάτων για τη δημιουργία του σημερινού δασικού σταθμού ....

Περαιτέρω, ζήτησαν και έλαβαν άδειες κατάτμησης για την εκποίηση τμημάτων σε τρίτους, άδειες υλοτομίας ιδιωτικού δάσους, εγκρίσεις διαχειριστικών εκθέσεων κάρπωσης και συντήρησης αυτού και γενικά άσκησαν όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και το σκοπό του ακινήτου πράξεις νομής. Το έτος 1935, απεβίωσε ο Ζ2 και κληρονομήθηκε κατ' ισομοιρία από τα τέκνα του, ....., ......, ......, .....

και ....., τα οποία υπεισήλθαν στην κληρονομιά, αναμίχθηκαν σε αυτή με πρόθεση κληρονόμων και συνέχισαν να ασκούν τις ίδιες διακατοχικές πράξεις που ασκούσαν στο ενιαίο δασόκτημα και οι δικαιοπάροχοι τους. με διάνοια κυρίου, μέχρι δε 23-2-1946 και με καλή πίστη. Στη συνέχεια, με το ..... νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Παναγιώτη Κανακάρη, οι άνω κληρονόμοι του Ζ2 και ο αδελφός του, Ζ3, μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, τμήματα από το ενιαίο δασόκτημα ...-...., συνολικής έκτασης 96.640 τετρ.

μέτρων, κείμενο στη θέση ..... ή ......, νοτιοανατολικά του συνοικισμού ..... της περιφέρειας του τέως Δήμου Μαραθώνας, ήδη δε της Κοινότητας Εκάλης, στον Η1. Τα άνω δασοτεμάχια, των οποίων η εκποίηση επιτράπηκε με την 197870/2-12-1953 απόφαση του Υπουργού γεωργίας, φαίνονται στο από ..... σχεδιάγραμμα του δασολόγου μηχανικού ......, που προσαρτάται στο .....

προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Ασπρομάλλου, με τους αριθμούς και τα στοιχεία Α (εμβαδού 56.300 τ.μ.), ΙΒ (εμβαδού 4030 τ.μ.), 3 (εμβαδόν 8950 τ.μ.), 4 (εμβαδού 12.980 τ.μ.) και 5 (εμβαδού 14.380τ.μ.). Στα άνω δασοτεμάχια, ο αγοραστής, Η1, άσκησε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, σε συνδυασμό με τον άνω νόμιμο τίτλο τις ίδιες με τους δικαιοπαρόχους του πράξεις νομής, ενώ προέβη και σε περαιτέρω κατάτμηση των ως άνω δασοτεμαχίων, μέσα στα πλαίσια της προαναφερόμενης απόφασης του Υπουργού Γεωργίας.

Μέρος δε του κατατμηθέντος με αρ. 3 τμήματος, αποτελεί και το περιγραφόμενο στην αρχή της παρούσας επίδικο ακίνητο, το οποίο ο Η1 με το νόμιμα μεταγεγραμμένο ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τσαπραλή, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, στον εφεσίβλητο. Ο τελευταίος, από την απόκτηση του εν λόγω ακινήτου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής άρχισε να ενεργεί σ' αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς διακατοχικές και δηλωτικές να το έχει δικό του πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη σε συνδυασμό με τον άνω νόμιμο τίτλο.

Συγκεκριμένα, το οριοθέτησε και περιέφραξε. ενώκατασκεύασε εντός αυτού τσιμεντένια βάση επί της οποίας τοποθέτησε μεταλλική δεξαμενή νερού, φύτεψε καρποφόρα δένδρα και το επισκεπτόταν συχνά για να τοπεριποιείται και να επιβλέπει τα όρια του. Εδώ πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα: Οι κληρονόμοι του Ζ2 και Ζ3 (απώτεροι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου), με τις από 12-9-1978 και 23-10-1978 αγωγές που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησαν να αναγνωρισθούν κύριοι τμημάτων του μείζονος δασοκτήματος ....-.....

Επί των άνω αγωγών εκδόθηκαν οι 7 και 8/1987 αποφάσεις του άνω Δικαστηρίου που αναγνώρισαν ότι οι άνω ενάγοντες είναι κύριοι των επίδικων δασικών εκτάσεων, αφού οι δικαιοπάροχοι τους είχαν νεμηθεί αυτά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριάντα συνεχή έτη, πριν τις 11-9-1915. Οι άνω αποφάσεις κατέστησαν αμετάκλητες, δοθέντος ότι οι κατ' αυτών ασκηθείσες έφεση και στη συνέχεια αναίρεση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, απορρίφθηκαν με τις 1577871988 και 1230/1991 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα.

Βεβαίως, οι άνω αποφάσεις δεν αποτελούν δεδικασμένο για την παρούσα δίκη, αφού το επίδικο ακίνητο, οι με τις άνω αγωγές ενάγοντες (και πλέον συγκεκριμένα ο τότε εν ζωή ευρισκόμενος Ζ3 και οι κληρονόμοι του αδελφού του Ζ2) είχαν ήδη πωλήσει στον άμεσο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου, Η1, από το έτος 1962, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, όπως άλλωστε δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ωστόσο:1) η επίδικη εδαφική έκταση αποτελεί τμήμα του μείζονος δασοκτήματος ... - ...., όπως δεν αμφισβητεί και το εκκαλούν, 2) στην από ....έκθεση πραγματογνωμοσύνης, οι πραγματογνώμονες ...., πολιτικός μηχανικός, .... και ....., αρχιτέκτονες μηχανικοί, οι οποίοι διορίστηκαν με τις προδικαστικές 8514 και 8515/1979 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [επί των οποίων εκδόθηκαν οι ήδη αμετάκλητες, κατά τα άνω, 7 και 8/1987 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου), γνωμοδότησαν ότι, η περίμετρος του ενιαίου δασοκτήματος ....-...., όπως αυτή προέκυψε από την εφαρμογή στο έδαφος όλων των άνω τίτλων των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων των άνω εναγόντων (οι οποίοι είναι κοινοί με αυτούς του ήδη εφεσιβλήτου), είναι 36.280 μέτρα, εικονίζεται στο σχεδιάγραμμα της πραγματογνωμοσύνης με τις ενδείξεις Ζ1, Ζ2

Ζ18, Ζ1 και περικλείει 50.900 στρέμματα, 3) η προαναφερόμενη, ήδη αμετάκλητη 15.778/1988 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου δέχεται ότι "αποδείχθηκε ότι την όλη έκταση (ήτοι του δασοκτήματος ...... των 50.900 στρεμμάτων) όπως αυτή περιλαμβάνεται στα αναγραφόμενα στα Χοτζέτια όρια και στα, με βάση αυτά, καταρτισθέντα πιο πάνω συμβόλαια των δικαιοπάροχων των εναγόντων και ειδικότερα στα συμβόλαια των ετών 1872, 1877 και 1883, που αγόρασε την επίδικη έκταση ο Ζ1... .νεμήθηκαν οι λεπτομερώς αναφερθέντες πιο πάνω δικαιοπάροχοι τους, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ώστε να καταστούν κύριοι αυτής μέχρι την 11-9-1915 με έκτακτη χρησικτησία", 4) η ......, δασολόγος του Δασαρχείου Πεντέλης, που κατέθεσε ως μάρτυρας, με την επιμέλεια του εκκαλούντος, στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ευθέως και κατ' επανάληψη επιβεβαίωσε ότι, το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο περίγραμμα του τοπογραφικού διαγράμματος που συνοδεύει την άνω, από .....

έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ήτοι εντός των ορίων του ενιαίου δασοκτήματος .....-......, 5) ο πολιτικός μηχανικός ...., με την από ..... τεχνική έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, που διενήργησε μετά από εντολή του εφεσίβλητου και μετά από εφαρμογή των επικαλουμένων και λεπτομερώς προαναφερόμενων τίτλων ιδιοκτησίας του τελευταίου, συμπεραίνει ότι.

το επίδικο ακίνητο:. α) εφαρμόζεται στο αγροδασοτεμάχιο που περιγράφεται στο ..... συμβόλαιο, β) περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στα όρια του δασοτεμαχίου, των 8.950 τετρ. μέτρων, που περιγράφεται με αύξοντα αριθμό 3 στο ..... συμβόλαιο, γ) περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έκταση του δασοκτήματος .... - ...., το οποίο περιγράφεται στα συμβόλαια ..... ....., .....

και απεικονίζεται σύμφωνα με τις αποφάσεις 7/1987 και 8/1987 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 15.778/1988 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. με περιμετρικά στοιχεία Ζ1, Ζ2...Ζ18, Ζ1. εμβαδού 50.900 στρεμμάτων στο από ....... σχεδιάγραμμα των πραγματογνωμόνων μηχανικών ....., ..... και .... και δ) περιλαμβάνεται μέσα στην ευρύτερη έκταση του δασοκτήματος ....-....., το οποίο προκύπτει από τη συνένωση των δύο δασοκτημάτων που περιγράφονται στα συμβόλαια .....

και ....... Τα όρια του ενιαίου δασοκτήματος απεικονίζονται επίσης σύμφωνα με τις αποφάσεις 7/1987, 8/1987 και 15778/1988. με περιμετρικά στοιχεία Ζ 1 Ζ2 ... .Ζ1 8, Ζ 1 στο σχεδιάγραμμα των άνω πραγματογνωμόνων και 6) ο αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός ....., που διορίσθηκε με την προαναφερόμενη 890/2005 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την από ......

έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, την οποία συνοδεύει με διαγράμματα και φωτογραφίες, μετά από επανειλημμένες επισκέψεις στη μείζονα περιοχή και αυτοψία και αφού εφήρμοσε επί του εδάφους τους τίτλους ιδιοκτησίας που ο εφεσίβλητος επικαλείται και προσκομίζει κατά τα άνω (βλ. σελίδα 23 της έκθεσης του) καταλήγει ευθέως και κατηγορηματικώς στο συμπέρασμα ότι η προπεριγραφόμενη επίδικη εδαφική έκταση.

που βεβαίως, όπως είναι φυσικό δεν περιλαμβάνεται σ' εκείνη που απετέλεσε το αντικείμενο της δικαστικής διένεξης, επί της οποίας εκδόθηκαν οι ήδη αμετάκλητες 7 και 8/1987 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, "περιλαμβάνεται στα όρια της μείζονος έκτασης των απώτερων δικαιοπαρόχων του εφεσίβλητου εμβαδού 50.900 στρεμ.

με την περιληπτική ονομασία "....." και περιληπτικά ".... -.....", η οποία χαρακτηρίζεται ως ιδιωτική δασική έκταση με τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις 7/1987 και 8/1987 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 15778/1988 του Εφετείου Αθηνών και επομένως το δασοτεμάχιο 28δ (τμήμα του οποίου αποτελεί την επίδικη έκταση) αποτελεί ιδιωτική και όχι δημόσια δασική έκταση.

Ο άνω πραγματογνώμονας αναφέρει, μεταξύ άλλων, στην πιο πάνω έκθεση του. πως, στην περιοχή της επίδικης έκτασης έχει διανοιχθεί. πριν από πολλές δεκαετίες, οδικό δίκτυο που εξυπηρετεί τα περιφραγμένα κυρίως με συρματόπλεγμα ακίνητα, όπως και το επίδικο, εντός του οποίου, διεπίστωσε την ύπαρξη βάσης από μπετόν, με μεταλλική δεξαμενή νερού πάνω απ' αυτή.

Το εκκαλούν, που πρέπει να σημειωθεί ότι δεν παρέστη κατά τη διενέργεια της αυτοψίας στην περιοχή του επίδικου, την οποία πραγματοποίησε ο άνω πραγματογνώμονας, καίτοι κλήθηκε προς τούτο (όπως δεν αμφισβητεί), προκειμένου να κλονίσει και υποβαθμίσει την άνωέκθεση και το κατηγορηματικό συμπέρασμα της, (η οποία σε κάθε περίπτωση εκτιμάται ελεύθερα, όπως ελεύθερα και για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων εκτιμώνται και οι λοιπές προαναφερόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αλλά και οι άνω δικαστικές αποφάσεις), υποστηρίζει ότι, ο εν λόγω πραγματογνώμονας δεν έκανε ο ίδιος εφαρμογή το τίτλων του εφεσίβλητου επί του εδάφους, αλλά βασίστηκε στην παλαιότερη έκθεση των πραγματογνωμόνων ...., ....

και ......, την οποία θεώρησε ορθή. Το ανωτέρω όμως δεν ευσταθεί. Ειδικότερα, το αντικείμενο της ορισθείσας με την 890/2005 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών πραγματογνωμοσύνης, ενόψει του ότι το εκκαλούν ουδέποτε είχε αμφισβητήσει ότι το επίδικο ακίνητο εμπεριέχεται στους (τίτλους ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου και του άμεσου δικαιοπαρόχου του αλλά και των απωτέρων, ήταν, αν αυτό περιλαμβάνεται ή όχι στην μείζονα έκταση ή σε οποιαδήποτε άλλη, η οποία με την 1230/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ως ιδιωτική δασική έκταση.

Για το λόγο αυτό ο άνω πραγματογνώμονας δεν ασχολήθηκε ειδικότερα με τη θέση των ορίων της συνολικής μείζονος έκτασης του δασοκτήματος, όπως αυτή απεικονίζεται με τα στοιχεία Ζ1, Ζ2..Ζ18, Ζ1 στο από ..... σχεδιάγραμμα των προαναφερόμενων πραγματογνωμόνων και των τότε επίδικων εδαφικών εκτάσεων, αφού δεν ήταν αυτό το αντικείμενο του και όπως σαφώς εκθέτει στην άνω πραγματογνωμοσύνη του τα συμπεράσματα της άνω πραγματογνωμοσύνης έγιναν αποδεκτά με τις 1, 8/1987, 15778/1988 και 1230/1991, ήδη προαναφερόμενες αποφάσεις (βλ.

σελίδα 15 αυτής). Ωστόσο έκανε αποτύπωση της υφιστάμενης στο έδαφος κατάστασης και εφήρμοσε στο έδαφος όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας που επικαλείται ο εφεσίβλητος και συσχετίστηκαν τα ακίνητα που περιγράφονται σ! αυτούς, αφενός με το επίδικο ακίνητο, αφετέρου με τη μείζονα έκταση των δικαιοπαρόχων του (βλ.

σελίδες 20 έως 34 της άνω έκθεσης). Περαιτέρω, το υποστηριζόμενο από το εκκαλούν (που σημειωτέον δεν διόρισε έστω τεχνικό σύμβουλο, προκειμένου με τις ειδικές του γνώσεις να ελέγξει το συμπέρασμα της άνω πραγματογνωμοσύνης) ότι η περιγραφή των ορίων του δασοκτήματος ".... - ....." εντός του οποίου εμπίπτει το επίδικο, που περιέχεται στην άνω έκθεση δεν είναι ορθή, αφού αυτό συνάγεται από:

α) την ενώπιον της εξεταστικής Επιτροπής της 20-10-1830 εξέτασης του ......, ως μάρτυρος, β) την ..... αναφορά του δασολόγου ...., γ) τα .... και ..., δ) το .... συμβόλαιο και ε) το ... συμβόλαιο και στ) τα ...., ....., ....., ..... συμβόλαια, είναι εντελώς αβάσιμο, πλήρως αστήρικτο και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα λοιπά προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και οι άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης.

Άλλωστε το άνω υποστηριζόμενο από το εκκαλούν αναιρείται πλήρως και από το με αρ. πρωτ......... έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αν. Αττικής Τμήμα Δημοσίων Κτημάτων, σύμφωνα με το οποίο το επίδικο "που βρίσκεται στην Κοινότητα Διονύσου και απεικονίζεται με αρ. 28δ και περιμετρικά στοιχεία 4, 5, 6, 2827, 4 στο από Σεπτέμβριο 1982 διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού ...... (συμβόλαιο ....) καθώς και η οδός.....που διέρχεται βορείως του ακινήτου με αριθμό 28α, περιλαμβάνονται μέσα στην ευρύτερη έκταση των 50.900 στρεμμάτων του δασοκτήματος ...-....., όπως αυτή απεικονίζεται σύμφωνα με τις 7/87 και 8/87 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 15778/1988 Εφετείου Αθηνών, με περιμετρικά στοιχεία Ζ 1.Ζ2.Ζ3 ... .Ζ 1 7, Ζ18, Ζ1 στο από ...

διάγραμμα των πραγματογνωμόνων μηχανικών ...., ..... και .... .Από το σύνολο, συνακόλουθα, όλων των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, πλήρως αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου, Δ1, Ε1 συζ. Ε και κληρονόμοι της, Ζ1, Ζ2 και Ζ3 νεμήθηκαν το επίδικο δασοτεμάχιο, ως τμήμα του ενιαίου δασοκτήματος ......-......, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (με την προαναφερόμενη έννοια του όρου), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών πριν την 11-9-1915, ήτοι τουλάχιστον από το έτος 1872.

Έτσι οι Ζ2 και Ζ3 (απώτεροι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου) απέκτησαν την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία, που είχε συμπληρωθεί στις 11-9-1915, καίτοι το τελευταίο (επίδικο ακίνητο) είχε δασικό χαρακτήρα, κατά τα νομικά δεδομένα που προεκτέθηκαν. Έκτοτε ο εφεσίβλητος κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με τρόπο παράγωγο δυνάμει των άνω αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, αλλά και πρωτότυπο.

ήτοι, αφενός με έκτακτη χρησικτησία, αφού άσκησε τις προαναφερόμενες πράξεις νομής επ' αυτού, προσμετρώντας και αυτές των δικαιοπαρόχων του με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι 23-2-1946 και έκτοτε ανεξαρτήτως καλής πίστης, στη συνέχεια μέχρι την άσκηση της αγωγής, αφετέρου με τακτική χρησικτησία αφού οι άνω δικαιοπάροχοι του και ο ίδιος ο εφεσίβλητος νεμήθηκαν το επίδικο, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και σε συνδυασμό τα άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια για χρονικό διάστημα περισσότερο της δεκαετίας.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, το εκκαλούν αρνούμενο την καλή πίστη των δικαιοπαρόχων του εφεσίβλητου, κατά τη νομή του μείζονος δασοκτήματος, υποστηρίζει ότι: 1) ο Γ1 με το ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Δασκαλόπουλου μεταβίβασε το δασόκτημα "......" στον αρχιτέκτονα .........και ότι έτσι η σύζυγος του Γ1 που με το ήδη προαναφερόμενο νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο πώλησε το ίδιο δασόκτημα στον δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου Δ1, δεν είχε κυριότητα επί του πωληθέντος και δεν μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστη, 2) ο Α1 με το .......

συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κων. Πιτάρη αναγνωρίζει την Ιερά Μονή ....., ως συγκυρία του 1/3 εξ αδιαιρέτου του δασοκτήματος "......" και ότι συνεπώς ο Α1 δεν νεμήθηκε ολόκληρο το άνω κτήμα με καλή πίστη. Τα άνω υποστηριζόμενα όμως από το εκκαλούν είναι αβάσιμα αφού: α) δεν αποδεικνύεται αν τα περιγραφόμενα στα άνω συμβόλαια ακίνητα εμπεριέχονται στην μείζονα έκταση, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο δασόκτημα, β) το εκκαλούν δεν επικαλείται, ούτε και αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω συμβόλαια μεταγράφηκαν, ώστε να επέλθει με αυτά η μεταβίβαση κυριότητας, των ακινήτων στα οποία αναφέρονται και γ) έρχονται σε πλήρη αντίθεση με αυτά που δέχθηκε και η 1230/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου, σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των άνω δασοκτημάτων.

όσον αφορά ειδικότερα τους Γ1, Γ2 και Α1, 3) με το ...... νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Γρυπάρη ο Δ1 πώλησε το ενιαίο δασόκτημα στην Ε1 συζ. Ε, η οποία αντιπροσωπευόταν από τον άνω σύζυγο της και στη συνέχεια το άνω συμβόλαιο μεταγράφηκε στη μερίδα του Ε μόνο. Το ανωτέρω και αληθές υποτιθέμενο δεν αναιρεί την καλή πίστη στη νομή εκ μέρους της Ε1 και 4) οι συμβληθέντες ως κληρονόμοι της Ε1, στο .....

νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γεωργίου Γρυπάρη, με το οποίο οι τελευταίοι μεταβίβασαν την κυριότητα του ενοποιημένου δασοκτήματος στον Ζ1, δεν ήσαν κληρονόμοι της Ε1. Ο ισχυρισμός αυτός που το εκκαλούν για πρώτη φορά επικαλείται, ουδόλως αποδεικνύεται από το ....... έγγραφο της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος και τις συνημμένες σ' αυτό από ....

και ... αναφορές του Δασολόγου ....., ενώ έρχεται και σε πλήρη αντίθεση και με τις παραδοχές της προαναφερόμενης απόφασης του Αρείου Πάγου, σε σχέση ακριβώς με τη μεταβίβαση από τους κληρονόμους της Ε1 του ενιαίου δασοκτήματος στον Ζ1. Αντιθέτως, από το σύνολο των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων πλήρως αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου νέμονταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα του άνω ενιαίου δασοκτήματος με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου (εκκαλούντος).

Άλλωστε, στις 341/1836 και 593/1942 αποφάσεις της επιτροπής επί των πωλήσεων Οθωμανικών κτημάτων, με τις οποίες αναγνωρίσθηκαν κύριοι δασοκτημάτων .... και ..... οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου, Γ1 και Α1, αναφέρεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδεμία απαίτηση έχει στα δασοκτήματα. που μεταβιβάστηκαν με αυτές.

Άλλωστε, το τελευταίο ουδέποτε και ουδεμία πράξη νομής διενήργησε στο επίδικο ακίνητο, που δεν εγκαταλείφθηκεαπό τους Οθωμανούς ούτε δημεύτηκε από το εκκαλούν, ούτε και υπήρξε ποτέ λιβάδι ή βοσκότοπος. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι. το εκκαλούν θεωρούσε την όλη έκτασηαπό τότε που αυτή αγοράσθηκε από τους Γ1 και Α1.

ως ιδιωτικό δάσος. Με την έννοια αυτή του ιδιωτικού δάσους, αναγνώρισε τους προαναφερόμενους αγοραστές ως κυρίους, κήρυξε εκτελεστές τις αποφάσεις της Επιτροπής πώλησης των Οθωμανικών κτημάτων, παρέσχε άδειες στους εκάστοτε κυρίους του για υλοτομία, ρητινοσυλλογή, ανθρακοποιΐα και εκχερσώσεις, ενέκρινε διαχειριστικές πράξεις διαφόρων δασολόγων και την είσοδο ποιμνίων σ'αυτό.

Επί πλέον προέβη στις ήδη προαναφερθείσες απαλλοτριώσεις βάσει σχεδιαγράμματος της τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο αναφέρεται στο ... συμβόλαιο, με το οποίο ο Ζ1 αγόρασε το όλο δασόκτημα και απαλλοτρίωσε επιπλέον πηγή αυτού για τις ανάγκες του εργοταξίου κατασκευής της λίμνης Μαραθώνος, ενώ με την επίσης προαναφερόμενη 197870/2-12-1953 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας χορήγησε άδεια κατάτμησης αυτού και για πρώτη αφορά αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητας του εφεσίβλητου στην επίδικη εδαφική έκταση το 1996 με το .....

έγγραφο της Νομαρχίας Αν. Αττικής. Να σημειωθεί επίσης ότι εκτός από τις προαναφερόμενες αμετάκλητες 7 και 8/1987 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την ..... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιγάλα, του Κ1, η μητέρα του Κ2, που αγόρασε από τον άμεσο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου, Η1, εφαπτόμενο με του εφεσίβλητου ακίνητο, με το .....

νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Λάμπρου Θεοδοσόπουλου, σε αντιδικία που είχε με το Ελληνικό Δημόσιο ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου αυτού, δικαιώθηκε, αφού επί αναγνωριστικής της κυριότητας της αγωγής που η Κ2 άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε η 6976/1998 απόφαση αυτού, που την έκανε δεκτή και η οποία σύμφωνα με την άνω ένορκη βεβαίωση έχει καταστεί αμετάκλητη, κάτι που δεν αμφισβητεί ειδικότερα το εκκαλούν.

Επομένως, εφόσον έτσι έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και έκανε δεκτή την αναγνωριστική κυριότητα του επίδικου ακινήτου αγωγή του εφεσίβλητου, απορρίπτοντας τους άνω ισχυρισμούς του εκκαλούντος, με αιτιολογία, που συμπληρώνεται απ' αυτή της παρούσας απόφασης, (αρθρ.534 Κ.Πολ.Δ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις περί εκτάκτου χρησικτησίας ουσιαστικές διατάξεις του β.ρ.δ. και αυτές που αναφέρονται στην καλή πίστη και περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι στις 11.9.1915 είχε συμπληρωθεί τριακονταετής νομή στο πρόσωπο των απωτέρων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου δασοτεμαχίου, οι οποίοι και κατέστησαν κύριοι αυτού πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, διότι νέμονταν αυτό με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, με την προαναφερόμενη έννοια, τουλάχιστον από το έτος 1883, όταν οι κληρονόνοι της Ε1 συζύγου Ε, οι οποίοι νέμονταν ως κύριοι τη μείζονα έκταση του δασοκτήματος ..... - ......., μεταβίβασαν αυτή νόμιμα με πωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε, στην οποία περιλαμβανόταν και η επίδικη έκταση, στον Ζ1.

Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Σύμφωνα με τις διατάξεις 1, 8, 10 - 15 του δ/τος της 25.3.1835 που αναφέρονται ειδικώς στα δικαιώματα των πραγματογνωμόνων κλπ στις πολιτικές δίκες, η αμοιβή και τα έξοδα του πραγματογνώμονα, τα οποία επιβάλλονται σε βάρος του ηττώμενου διαδίκου, προσδιορίζονται από το δικαστήριο, κατά δίκαιη κρίση, ανάλογα με την απασχόλησή του και τις ειδικές γνώσεις που αποκτήθηκαν.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν περιέλαβε καθόλου αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το Εφετείο επιδίκασε σε βάρος του εκκαλούντος και ηττηθέντος Ελληνικού Δημοσίου ως αμοιβή του πραγματογνώμονα ....., αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού για την πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε, με βάση την 890/2005 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, το ποσό των 4.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυπτε το ποσό της καταβολής από μέρους του εφεσιβλήτου, που επιμελήθηκε τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, προς τον ως άνω πραγματογνώμονα.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ θα έπρεπε, και δεν περιέλαβε καθόλου αιτιολογίες σε σχέση με την απασχόληση του πραγματογνώμονα και τις ειδικές γνώσεις που απαιτήθηκαν για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης. Επομένως ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος και μόνο που αφορά την επίδικη της αμοιβής του πραγματογνώμονα και παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 4289/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που μερικώς αναιρέθηκε. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ