Legislator Case Law & Legislation
312/2007 AI generated

312/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 312/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3132/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/3/2003 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

312/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό μέρος τους, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 312 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 312/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Νοσοκομείου Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Αθήνας "ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ", (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Σεληνιωτάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3132/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/3/2003 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 20/12/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά ένα μέρος των πρώτου και τετάρτου λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ'αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο, για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό μέρος τους, και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις, που στηρίζονται στις ισχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ.ΑΠ 10/2002). Αντίθετα, ο ανωτέρω κανόνας ισχύει, αν η μεταβολή αυτή είχε χωρήσει κατά τη διάρκεια του κατά την προηγούμενη δίκη κριθέντος χρονικού διαστήματος, οπότε καλύπτεται από το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται και από εσφαλμένη κατά το νομικό ή πραγματικό μέρος της δικαστική απόφαση.

Περαιτέρω, η 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κλπ. ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις υπ'αριθ. ΑΥΕ 16170/1981 και 18.749/1981 αντίστοιχα, ορίζει στον όρο 28 αυτής ότι οι καθαριστές και καθαρίστριες "λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατον όριον ημερομισθίου (ημερομίσθιον ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη-εργατοτεχνίτριας".

Η διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τους όρους 12 και 13 της νεότερης 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ιδίου ως άνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων κλπ. (ΑΥΕ 17.663/1982) - που ορίζουν ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου των μισθωτών, που υπάγονται σ'αυτή, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μισθού ή ημερομισθίου της ΕΓΓΣΕ και ότι κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς-είναι πρόδηλο ότι αναφέρεται στο βασικό μισθό και το ημερομίσθιο των ΕΓΓΣΕ, οι οποίες και μόνο καθορίζουν τους μισθούς και τα ημερομίσθια ασφαλείας των εργαζομένων όλης της Χώρας.

Εξάλλου το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17.853/1989 και προβλέπει την επέκταση από 1-7-1988 των διατάξεων του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, που είναι μέλη των σωματείων της ΠΟΕΔΗΝ.

Με τη διάταξη του άρθρου 9 της ΕΣΣΕ αυτής ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ'αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και στη συνέχεια του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.Απ 10/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του όπως προκύπτει απ'αυτή, δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εργάζεται από τις 28-9-1971 ως καθαρίστρια με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο και ότι με την υπ'αριθ. 4876/1999 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής της προς επιδίκαση σ'αυτή μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1-4-1988 μέχρι 31-8-1990, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας αυτής διέπεται από τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις και μετά την 1-7-1988, που ίσχυσε η άνω ΕΣΣΕ και επιδικάσθηκαν έτσι σ'αυτή μισθολογικές διαφορές του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος με βάση τις ΔΑ 42/1981 και 74/1982.

Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την ένδικη από 23-12-1994 αγωγή όμοιες αξιώσεις αυτής του επίδικου από 1-1-1989 μέχρι 3-7-1992 μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο δεν είχαν μεταβληθεί το νομικό καθεστώς και οι πραγματικέ προϋποθέσεις εφαρμογής του, ενώ δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο αυτό και η ασκούμενη με την ίδια αγωγή αξίωση αυτής περί καταβολής πρόσθετης αμοιβής για την εργασία της κατά τις Κυριακές και τις αργίες του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 μέχρι 31-7-1991, διότι κατ΄αυτό ίσχυε το νομικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και η εν λόγω αμοιβή της υπολογιζόταν με βάση τις καθοριζόμενες από την άνω ΕΣΣΕ αποδοχές και όχι από τις προϊσχύσασες αυτής διατάξεις.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η τελευταία αξίωση αυτής ήταν μη νόμιμη και στη συνέχεια απέρριψε το σχετικό κονδύλιο της ένδικης από 23-12-1994 αγωγής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση δεν απορρέει δεδικασμένο για την προαναφερόμενη αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 μέχρι 31-7-1991, αφού η εν λόγω απόφαση εφάρμοσε διατάξεις του νομικού καθεστώτος που ίσχυε μέχρι τις 30-6-1988, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι διατάξεις της ΔΑ 42/1981 και των ΕΓΣΣΕ και συνεπώς με βάση τις καθοριζόμενες απ'αυτές αποδοχές της αναιρεσείουσας υπολογίζεται και η πρόσθετη αμοιβή της για την απασχόλησή της κατά τις Κυριακές και τις αργίες, ενόψει του ότι, κατά το άρθρο 2 του Ν.Δ. 3755/1957 και τις υπ'αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεις των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, η σχετική προσαύξηση από 75% υπολογίζεται στο νόμιμο ωρομίσθιο εκάστου εργαζομένου, είτε πρόκειται για αμειβόμενο με μηνιαίο μισθό, είτε πρόκειται για αμειβόμενο με ημερομίσθιο.

Έτσι, το δεδικασμένο, που έγινε δεκτό ότι υπάρχει για το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αμείβεται με τις αποδοχές, που καθορίζονται με την ως άνω ΔΑ και τις ΕΓΣΣΕ, αναπληρώνει τη νομιμότητα των σχετικών με τις αποδοχές αυτές αγωγικών αξιώσεων και καλύπτει το δικαίωμα αυτής να υπολογίζεται η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή της με βάση τις προσδιοριζόμενες από το εν λόγω δεδικασμένο αποδοχές.

Επομένως, ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος στην ουσία του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο καθόσον αφορά την ως άνω αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας περί καταβολής της πρόσθετης αμοιβής της για την απασχόλησή της κατά τις Κυριακές και τις αργίες και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3132/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ