Supreme Court partially allows appeal against insurance liability verdict regarding traffic accident damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against the First Instance Court's liability verdict in a traffic accident case. The appellant argued the appellate court failed to consider specific traffic police evidence regarding the accident's direction, but the court rejected this as inadmissible because the lower court explicitly stated it had evaluated all evidence, including CCTV footage. Consequently, the court annulled only the portion of the verdict concerning compensation for moral damages and remanded the case for retrial on that specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a final judgment and remand the case for retrial when the lower court's reasoning on specific claims is flawed, even if other evidence was considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 311 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 311/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: L. H. του H., κατοίκου Κ. Α., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα του V. σύζ. H. H., οριστική δικαστική συμπαραστάτρια αυτού, δυνάμει της 2524/2020, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1687/2021, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σφέτσου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου (νομίμως εκπροσωπουμένου από την μητέρα του V. σύζ. H. H., ως δικαστικής συμπαραστάτριας αυτού), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1236/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5106/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 10-1-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 269/24/11-1-2023), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5106/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 11-10-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 5106/2022, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 20-2-2021 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 12620/858/05.03.2021) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος L.
H., όπως νομίμως εκπροσωπείται από την δικαστική συμπαραστάτρια - μητέρα του V. H., ισχυρίσθηκε ότι στον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, συγκρούσθηκε με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, οδηγούμενο από τον δεύτερο εναγόμενο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ...." και ότι συνεπεία της συγκρούσεως, η οποία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου, υπέστη τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε, αφού παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους, από μέρος της αξιώσεώς του για θετική ζημία και διαφυγόντα κέρδη και μετέτρεψε τα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής του εν μέρει σε αναγνωριστικά, να του καταβάλει η εναγομένη, για θετική ζημία του, διαφυγόν κέρδος, χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ., τα αναφερόμενα στο δικόγραφο χρηματικά ποσά, με τον νόμιμο τόκο.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1236/2021 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία: α) θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η αγωγή ως προς την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων και β) αφού κρίθηκε, αφενός μεν, ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του, ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ...
Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, αφετέρου δε, ότι ο ενάγων είναι συνυπαίτιος ως προς την πρόκληση του ένδικου τραυματισμού του και την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη εξ αυτού, κατά ποσοστό 30%, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 30-1-2022 έφεση της εναγομένης και η από 22-12-2021 έφεση του ενάγοντος.
Επί των αντιθέτων εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 5106/2022, απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία οι εφέσεις έγιναν δεκτές τυπικώς και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακρατήθηκε η από 20-2-2021 αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, για τις ανωτέρω αιτίες, συνολικό ποσό 9.704,80 ευρώ και αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικό ποσό 370.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, κατά πόσον, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 1327/2024).
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1328/2024).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. (Ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 1327/2024).
Μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1091/2024).
Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999 (Κ.Ο.Κ.), "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ..." (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024) Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1939/2024). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1939/2024). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1939/2024). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1590/2024).
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1590/2024).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5106/2022 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στην Κερατέα Αττικής, στις 05.03.2020 και περί ώρα 16.40, ο ενάγων L.
H., ηλικίας 17 ετών, οδηγούσε κανονικά το ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, επί της διπλής κατεύθυνσης λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Ανάβυσσο, πλησιάζοντας στο σημείο όπου η λεωφόρος αυτή διασταυρώνεται με την οδό Βύρωνος. Η λεωφόρος Αθηνών-Σουνίου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,00 μέτρων, ευθεία, και συμβάλλεται κάθετα, όπως προαναφέρθηκε, με την οδό Βύρωνος, η οποία είναι μονής κατεύθυνσης και έχει πλάτος οδοστρώματος 5,5 μέτρων.
Η κίνηση των οχημάτων επί της εν λόγω διασταύρωσης ρυθμίζεται με πινακίδα P-2 (STOP), η οποία βρίσκεται επί της οδού Βύρωνος και η οποία υποχρεώνει τα οχήματα που κινούνται επί της οδού αυτής να διακόψουν την πορεία τους και να παραχωρήσουν προτεραιότητα διέλευσης στα οχήματα που κινούνται επί της λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου.
Κατά το χρόνο εκείνο η κατάσταση του εξ ασφάλτου οδοστρώματος ήταν ξηρά ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων εκτιμάται ως αραιή. Επίσης, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η ορατότητα δεν περιοριζόταν ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας επιτρεπόμενης ταχύτητας προσδιορίζεται σε πενήντα (50) χιλιόμετρα ωριαίως ως κατοικημένη περιοχή, όπως αναγράφεται στην οικεία στήλη της συνταχθείσας για το ένδικο ατύχημα από 05.03.2020 έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος.
Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Χ. Ρ., ηλικίας 81 ετών, οδηγούσε το ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Χ. Ρ., ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", και κινούταν στην προαναφερόμενη κάθετη της λεωφόρου Αθηνών Σουνίου, οδό Βύρωνος, με κατεύθυνση προς την οδό Κυπρίων Αγωνιστών, με πρόθεση να διασχίσει κάθετα την λεωφόρο, και δη πρώτα το ρεύμα πορείας προς Ανάβυσσο, μετά το ρεύμα πορείας προς Αθήνα και να κινηθεί ευθεία, στην προέκταση της οδού Βύρωνος.
Όταν ο οδηγός του άνω αυτοκινήτου έφθασε στο ύψος της πινακίδας STOP, που υπήρχε στην πορεία του, πριν την είσοδό του στην διασταύρωση, διέκοψε την κίνηση του αυτοκινήτου του προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της εν λόγω λεωφόρου. Κατά τη διάρκεια της ακινητοποίησης του οχήματός του προ της διασταύρωσης, διήλθαν τρία αυτοκίνητα από αριστερά προς δεξιά του σε σχέση με την πορεία του, επί του ρεύματος κυκλοφορίας που έπρεπε να διασχίσει πρώτα ήτοι αυτό προς Ανάβυσσο.
Αμέσως μετά τη διέλευση του τρίτου κατά σειρά διερχόμενου αυτοκινήτου και ενώ ακολουθούσε το δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο ενάγων, δεν βεβαιώθηκε ως είχε υποχρέωση ότι μπορεί με ασφάλεια να διασχίσει τη διασταύρωση και ότι δεν παρεμποδίζει την κίνηση του έχοντος προτεραιότητα μοτοποδηλάτου που κινούταν από αριστερά προς δεξιά σε σχέση με την πορεία του, επί της λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, και εκκίνησε απρόσεκτα την πορεία του χωρίς να παραχωρήσει, ως όφειλε, προτεραιότητα στο δίκυκλο μοτοποδήλατο.
Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ήταν να αποκλείσει κατά την είσοδό του στη διασταύρωση, προτεραιότητα την πορεία του κανονικώς κινούμενου και έχοντος δίκυκλου μοτοποδηλάτου, που οδηγούσε ο ενάγων στο ρεύμα πορείας της εν λόγω λεωφόρου προς Ανάβυσσο, με κατεύθυνση από αριστερά προς δεξιά σε σχέση με την πορεία του οδηγού του αυτοκινήτου, και παρά τον ελαφρύ αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό που επιχείρησε ο ενάγων - οδηγός του μοτοποδηλάτου, να επιπέσει το μοτοποδήλατο με το εμπρόσθιο τμήμα του στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, στο τμήμα μεταξύ της (αριστερής) πόρτας και του τροχού, να ανατραπεί ο ενάγων οδηγός, να εκτιναχθεί το σώμα του και να προσκρούσει με το κεφάλι και το υπόλοιπο σώμα του στο αριστερό πλαϊνό τμήμα της καρότσας του ...
Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και να καταλήξει στο οδόστρωμα. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα, κατά το οποίο ο ενάγων τραυματίσθηκε βαρύτατα, όπως ειδικότερα θα εκτεθεί κατωτέρω, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου κατά το χρόνο εκείνον στην εναγομένη ...
Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου καθόσον επέδειξε συμπεριφορά η οποία, ούσα ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προκαλέσει αυτοκινητικό ατύχημα, το προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ειδικότερα δε από αμέλειά του ... δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός κατά τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις βάσει των προσωπικών ικανοτήτων και εμπειρίας του και συγκεκριμένα χωρίς να δείξει τη σύνεση και την προσοχή, που θα κατέβαλλε κάθε μέσος συνετός οδηγός, εισήλθε απρόσεκτα σε συμβολή οδών και δεν παραχώρησε προτεραιότητα, όπως τον υποχρέωνε η υπάρχουσα επί της πορείας του πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας Ρ-2 (ΣΤΟΠ), και εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 26 παρ. 1, 4 του Κ.Ο.Κ., οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος.
Η ανωτέρω δε αμελής συμπεριφορά του οδηγού του αυτοκινήτου συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα σύγκρουση και τα εξ αυτής αποτελέσματα, καθόσον, εάν αυτός ήλεγχε προσεκτικά την κυκλοφορία των οχημάτων που κινούνταν επί του ρεύματος κυκλοφορίας προς Ανάβυσσο της λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, θα είχε, μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αντιληφθεί το κινούμενο δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο ενάγων.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά σε σχέση προς την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος προκύπτουν από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, και ιδίως από την προσκομισθείσα από 05-03-2020 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνέταξαν οι αστυνομικοί υπάλληλοι του τμήματος τροχαίας νοτιοανατολικής Αττικής, οι οποίοι επιλήφθηκαν αμέσως του συμβάντος και αποτύπωσαν τις αρχικές πορείες, τα σημεία σύγκρουσης των οχημάτων και τα λοιπά ευρήματα, σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, τη μηχανική απεικόνιση του ένδικου ατυχήματος από κάμερα κλειστού κυκλώματος και την από 05.03.2020 σαφή ως προς τις συνθήκες κατά τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα μαρτυρία του K.
K., ενώπιον των αστυνομικών υπαλλήλων του Τμήματος Τροχαίας νοτιοανατολικής Αττικής, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητό του στην ίδια οδό κινούμενος πίσω από το δίκυκλο μοτοποδήλατο. Ειδικότερα, ο εν λόγω μάρτυρας, στην κατάθεση του οποίου το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα καθόσον τυγχάνει τρίτος, δεν προέκυψε ότι εξαρτά συμφέρον από την έκβαση της δίκης και έχει άμεση γνώση των γεγονότων - καθόσον υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, το ονοματεπώνυμο του οποίου έχει καταχωρηθεί στην οικεία στήλη της προαναφερόμενης οικείας έκθεσης αυτοψίας - πειστικώς αναφέρει ότι "...φτάνοντας στη διασταύρωση με την οδό Βύρωνος, ένα αγροτικό όχημα εξήλθε από την οδό Βύρωνος από δεξιά σύμφωνα με την κατεύθυνση του μοτοποδηλάτου παραβιάζοντας πινακίδα ΣΤΟΠ που είχε στην πορεία του με αποτέλεσμα το δίκυκλο να πέσει πάνω του.
Ο οδηγός του δίκυκλου ενέργησε ελιγμό αποφυγής της σύγκρουσης αλλά δεν κατέστη δυνατό και κατά τη σύγκρουση εκσφενδονίστηκε χτυπώντας πάνω στο αγροτικό όχημα κι εν συνέχεια κατέληξε στο οδόστρωμα τραυματισμένος. Ο οδηγός του δικύκλου δεν φορούσε κράνος απ' όσο μπόρεσα να διακρίνω και δεν κινούταν με υψηλή ταχύτητα".
Τα αυτά πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος επιβεβαίωσε εξεταζόμενος ενόρκως ο ίδιος μάρτυρας και ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ομοίως, από το βιντεοληπτικό υλικό που ελήφθη από κάμερα παρακείμενου του σημείου του ατυχήματος καταστήματος, προκύπτει σαφώς ότι ο οδηγός του αγροτικού αυτοκινήτου αν και διέκοψε την κίνηση του προ της διασταύρωσης έχοντας πινακίδα ΣΤΟΠ στην πορεία του, στη συνέχεια εκκίνησε και εισήλθε στην διασταύρωση χωρίς να δώσει, ως όφειλε, προτεραιότητα στο δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο ενάγων σε μικρή απόσταση από τη διασταύρωση επί του ρεύματος πορείας προς Ανάβυσσο της λεωφόρου Αθηνών Σουνίου.
Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντας οδηγού ως προς την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος καθόσον οδηγούσε σύννομα το όχημά του με ταχύτητα, η οποία δεν προέκυψε είτε ότι ήταν ανώτερη της ανώτατης επιτρεπομένης (50 χ.λ.μ.
ανά ώρα) είτε μη ενδεδειγμένη (υπερβολική) ενώ ελλείψει χρόνου και ικανής απόστασης δεν ήταν δυνατή η εκ μέρους του αποφυγή του ενδίκου ατυχήματος και ενώ επιχείρησε ελιγμό προς αριστερά δεν κατέστη δυνατή η αποφυγή της σύγκρουσης καθόσον το αγροτικό αυτοκίνητο, μήκους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τεσσεράμισι τουλάχιστον μέτρων, κατά την είσοδό του στη διασταύρωση κατέλαβε κατά πλάτος το οδόστρωμα που προορίζεται για την κίνηση των οχημάτων όπως αυτό του ενάγοντος.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ότι ο ενάγων οδηγός κινούταν με ιδιαίτερα αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα δεν αποδεικνύεται βάσιμος καθότι δεν επιβεβαιώνεται από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό αλλά αντίθετα διαψεύδεται από τη σαφή μαρτυρία του K.
K., ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητό του στην ίδια οδό κινούμενος πίσω από το δίκυκλο μοτοποδήλατο, όπου αυτός καταθέτει περί "κανονικής" ταχύτητας του δίκυκλου μοτοποδηλάτου. Εξάλλου, πρόκειται για μοτοποδήλατο, παλαιού έτους κατασκευής, με κινητήρα 50 κυβικών εκατοστών, το οποίο εκ της κατασκευής του δεν έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει ιδιαίτερα μεγάλη ταχύτητα.
Επίσης, από την μηχανική απεικόνιση του ένδικου ατυχήματος προκύπτει ότι κατά τη στιγμή εκκίνησης του αγροτικού αυτοκινήτου, με καταγεγραμμένη ώρα 17.40.47, μεσολαβούν δύο δευτερόλεπτα μέχρι την σύγκρουση των οχημάτων καταγεγραμμένη ώρα 17.40.49, εκ των οποίων ένα δευτερόλεπτο είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ...
ο χρόνος αντίδρασης ενός μέσου οδηγού από τη στιγμή αντίληψης παρεμβολής εμποδίου προ της πορείας του. Επίσης, από το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι ο ενάγων οδηγός κατά την πρόσπτωση του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε επί του αγροτικού αυτοκινήτου δεν εκτινάχθηκε σε ικανό ύψος, το οποίο να δικαιολογεί αυξημένη ταχύτητα.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου δικαιούταν να διέλθει από τη διασταύρωση αν και υπήρχε στην πορεία του πινακίδα P-2 (STOP), καθόσον, όπως αναφέρει, μετά από έλεγχο που διενήργησε, διαπίστωσε ότι μπορούσε να εισέλθει στη διασταύρωση και ότι πράγματι είχε διασχίσει αυτήν κατά το μεγαλύτερο μέρος και ότι όφειλε πλέον ο ενάγων να ρυθμίσει την ταχύτητά του, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου.
Ωστόσο, εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ότι η επίμαχη διασταύρωση ήταν ελεύθερη καθόσον δεν προέκυψε ότι το μοτοποδήλατο βρισκόταν σε τέτοια απόσταση απ' αυτήν, που με το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας να μην προλαβαίνει να φθάσει σε αυτήν, και συνακόλουθα, ότι ο οδηγός του αγροτικού αυτοκινήτου προλάβαινε να διέλθει.
Περαιτέρω, η οδήγηση του δίκυκλου μοτοποδηλάτου στο κέντρο του ρεύματος πορείας του και όχι στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, δεν συνέχεται αιτιωδώς με την πρόκληση ή την αποφυγή του ένδικου ατυχήματος λαμβανομένου υπόψιν ότι οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 και 4 του Κ.Ο.Κ., που επιβάλλουν την κίνηση των οχημάτων στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, έχουν θεσπιστεί για την διευκόλυνση της κίνησης των οχημάτων, που κινούνται στο ίδιο ρεύμα πορείας.
Επίσης, είναι μεν αληθές ότι ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) επιβάλλει στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ελάχιστων ορίων που τίθενται από αυτόν όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών ...
πλην όμως ο οδηγός, ο οποίος κινείται κατά τα επιβαλλόμενα στις οικείες κατά περίπτωση διατάξεις του Κ.Ο.Κ, δικαιούται να εμπιστεύεται ότι και οι λοιποί χρήστες των οδών θα τηρούν τους ίδιους κανόνες και δεν είναι υποχρεωμένος ανά πάσα στιγμή να υπολογίζει το ενδεχόμενο παραβίασης τους εκ μέρους άλλου κυκλοφορούντος άλλως θα απαιτούνταν να λαμβάνονται κατά το δοκούν πρόσθετα μέτρα επιμέλειας βάσει υποκειμενικών στοιχείων χωρίς σχετική νομοθετική πρόβλεψη, γεγονός που θα δημιουργούσε νέα πηγή κινδύνου ...
Έτσι, εν προκειμένω, ενόψει των προαναφερθεισών συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, ο ενάγων οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου, ο οποίος κινούταν σύννομα και με ταχύτητα, η οποία δεν προέκυψε ότι ήταν ανώτερη της επιτρεπόμενης (ήτοι των 50 χ.λ.μ. / ώρα) είτε υπερβολική - μη ενδεδειγμένη για τις περιστάσεις, δεν μπορούσε να αποφύγει την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.
Ο οδηγός του αγροτικού αυτοκινήτου παραβίασε την αρχή της εμπιστοσύνης, η οποία πρέπει να διέπει την κίνηση των οχημάτων και επέδειξε συμπεριφορά που δεν θα μπορούσε να αναμείνει ο ενάγων οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου κατά την κίνηση του καθώς ο τελευταίος δεν ήταν υποχρεωμένος να υπολογίσει το ενδεχόμενο παραβίασης από τον οδηγό του αγροτικού αυτοκινήτου της πινακίδας ΣΤΟΠ και ευλόγως πίστεψε ότι εκείνος θα παρέμενε, ως όφειλε, ακινητοποιημένος προ της διασταύρωσης συμμορφούμενος προς την πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (ΣΤΟΠ) αναμένοντας τη διέλευση του (:ενάγοντος οδηγού του μοτοποδήλατου) από τη διασταύρωση ως έχοντος προτεραιότητα καθότι μάλιστα αυτός (ενάγων) κινούταν σε μικρή απόσταση από αυτήν, γεγονός το οποίο δεν επέτρεπε στον οδηγό του αυτοκινήτου να εισέλθει στη διασταύρωση.
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο ενάγων στερούταν άδεια ικανότητας οδηγού για τη συγκεκριμένη κατηγορία δικύκλων οχημάτων συνιστά μεν παράβαση του Κ.Ο.Κ., πλην, όμως, η ως άνω έλλειψη, δεν αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος ... καθόσον αυτός οδηγούσε σύννομα και ενήργησε προς αποφυγή της ένδικης σύγκρουσης ό,τι μπορούσε και ενδεικνυόταν, όπως προαναφέρθηκε.
Επομένως, και ενόψει του ότι εάν ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη αγροτικού αυτοκινήτου λαμβανομένων υπ' όψιν των εν γένει ως άνω περιστάσεων, τηρούσε τις ελάχιστες υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κ.Ο.Κ., το ένδικο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, ο νομίμως προβαλλόμενος και καταχωρηθείς στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ισχυρισμός της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας της με στοιχείο (α) έφεσης, ότι το όχημα του αντιδίκου της έβαινε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και ότι ο ενάγων οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή, με συνέπεια να προκληθεί η σύγκρουση, ελέγχεται ως αβάσιμος".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ και 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και δη, το μεν ότι η πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως των οχημάτων οφείλεται αποκλειστικώς στην, κατά τα ως άνω, αμελή οδηγική συμπεριφορά του ασφαλισμένου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, ο οποίος, οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, επί της οδού Βύρωνος στην περιοχή Κερατέας Αττικής, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, παραβιάζοντας πινακίδα ΣΤΟΠ που ρύθμιζε την πορεία του, επιχείρησε να εισέλθει καθέτως στην Λεωφόρο Αθηνών - Σουνίου, ανελέγκτως, αιφνιδίως και χωρίς καμία προειδοποίηση, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του οχήματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εκείνη την στιγμή, κινούμενος επί της ανωτέρω λεωφόρου, διέρχονταν από την διασταύρωση των ανωτέρω οδών, το δε ότι, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον τελευταίο, αφού αυτός οδηγούσε το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, κινούμενος με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα και ενώ εισήλθε στην διασταύρωση, ο ασφαλισμένος της αναιρεσείουσας παρεμβλήθηκε στην πορεία του, σε μικρή απόσταση μπροστά του, αιφνιδίως και χωρίς καμία προειδοποίηση, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του δικύκλου του, δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος.
Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της συγκρούσεως των οχημάτων, της οδηγικής συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, του ενάγοντος και του αρχικώς δευτέρου εναγομένου και, ιδιαιτέρως, το κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας και, ειδικότερα, της αμελούς συμπεριφοράς του τελευταίου και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτού και της συγκρούσεως που επακολούθησε, καθώς και της ελλείψεως υπαιτιότητας από πλευράς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου οδηγού, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα: 1) αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώραν το ατύχημα, 2) περιγράφεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του μοτοποδήλατου που οδηγούσε ο ενάγων και, ειδικότερα, ότι αυτός οδηγούσε με κανονική, για τις περιστάσεις, ταχύτητα, όχι μεγαλύτερη του καθορισθέντος ορίου στο σημείο των 50χλμ./ώρα, κινούμενος στο κέντρο του ρεύματος πορείας του, 3) περιγράφεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο αρχικώς δεύτερος εναγόμενος και, ειδικότερα, ότι αυτός, εκινείτο σε οδό, η οποία τέμνει καθέτως την ανωτέρω λεωφόρο, 4) διευκρινίζονται οι κινήσεις, που ενήργησε ο τελευταίος, προκειμένου να διασχίσει καθέτως ολόκληρο το οδόστρωμα της Λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου και, ειδικότερα, ότι, όταν αυτός έφθασε στην συμβολή της ανωτέρω λεωφόρου με την οδό Βύρωνος, επί της οποίας υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα ΣΤΟΠ, η οποία τον υποχρέωνε να διακόψει την πορεία του, δεν ανέμενε να διέλθουν όλα τα διερχόμενα από την διασταύρωση των δύο οδών οχήματα, αλλά χωρίς προηγούμενο επισταμένο έλεγχο των κινουμένων επί της ως άνω λεωφόρου οχημάτων και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση αυτών, εισήλθε στο ρεύμα αυτής προς το Σούνιο, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του οδηγουμένου από τον ενάγοντα δικύκλου, 5) αναλύεται η οδηγική συμπεριφορά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά το χρονικό σημείο της εισόδου του στην ανωτέρω διασταύρωση και, ειδικότερα, ότι αυτός εκινείτο με κανονική ταχύτητα και λόγω της αιφνίδιας εισόδου του Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου σε ελάχιστη απόσταση μπροστά του, το μόνο που πρόλαβε να ενεργήσει ήταν να ασκήσει ανεπιτυχή ελιγμό προς τα αριστερά, 6) προσδιορίζεται ότι η σύγκρουση συνέβη στο ρεύμα πορείας του ενάγοντος, 7) μνημονεύονται ο τρόπος συγκρούσεως και τα συγκρουσθέντα σημεία των δύο οχημάτων και, ειδικότερα, ότι ο ενάγων επέπεσε με την επρόσθια πλευρά του μοτοποδηλάτου στο αριστερό μέρος του Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου, 8) αναφέρεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου συνισταμένη στο ότι αυτός, όπως προεκτέθηκε, οδηγώντας το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιχείρησε να εισέλθει καθέτως στην Λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου αιφνιδίως και χωρίς προειδοποίηση, με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία του δικύκλου του ενάγοντος, ο οποίος εκείνη την στιγμή διέρχονταν από την διασταύρωση, 9) διευκρινίζεται ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον ενάγοντα, επειδή αυτός οδηγούσε το δίκυκλο μοτοποδήλατό του με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, κινούμενος με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, όχι μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου των 50χλμ./ώρα και ότι το Ι.Χ.Φ.
αυτοκίνητο παρεμβλήθηκε αιφνιδίως και χωρίς προειδοποίηση στην πορεία του και 10) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και, ειδικότερα, των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων αυτού, προς το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα. Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του τελευταίου και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικώς υπαίτιο αυτόν, διαλαμβάνοντας τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε αυτός ως προς την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, περί του ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ταχύτητα και η ακριβής θέση του δικύκλου πριν την σύγκρουση, το ακριβές σημείο αυτής, η συγκρουσθείσα επιφάνεια και η ταχύτητα του Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου, η απόσταση του οπισθίου τμήματος αυτού από το δεξιό άκρο του προς την Ανάβυσσο ρεύματος πορείας, πόσο χρόνο παρέμεινε το Ι.Χ.Φ. εν στάσει στην διασταύρωση, η απόσταση αυτού από το τελευταίο διελθόν αυτοκίνητο από την διασταύρωση, αν ο προς τα αριστερά ελιγμός του ενάγοντος ήταν ο ενδεδειγμένος, δεν αξιολογείται η μη τροχοπέδηση του δικύκλου και η έλλειψη από τον ενάγοντα άδειας ικανότητας οδηγού σε σχέση με την επέλευση του ατυχήματος και σε πόσο ύψος εκτινάχθηκε ο τελευταίος συνεπεία της συγκρούσεως, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Φ., ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο και στο πρώτο σκέλος του δευτέρου από τους λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες εν μέρει ως αβάσιμες και εν μέρει ως απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Για την θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξιώσεως απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα, που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, που επιδρά στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.
Πάντως, προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας (άρθρο 21 παρ. 3 και 6 του Συντάγματος). Η αναπηρία ή παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Το ποσό του επιδικαζόμενου, κατά την ΑΚ 931, εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται, κατ' αρχήν, αφενός μεν, με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, αφετέρου δε, την ηλικία και το βαθμό υπαιτιότητας του παθόντος.
Είναι πρόδηλο, ότι η αξίωση από το άρθρο 931 ΑΚ είναι διαφορετική από εκείνες των άρθρων 929 και 932 του ίδιου Κώδικα για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ' ανάγκην, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, εξαιτίας της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντιστοίχως.
Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμίας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (Ολ. Α.Π. 18/2008, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024). Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 736/2021).
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024).
Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1085/2024).
Τέλος, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.
Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1097/2024).
Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου αναιρετικού λόγου και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και των άρθρων 931 και 932 του Α.Κ. η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, το ποσό των 170.000 ευρώ και αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ. το ποσό των 200.000 ευρώ, ποσά τα οποία υπερβαίνουν καταφανώς εκείνα, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικώς με τις σωματικές βλάβες, που υπέστη ο αναιρεσίβλητος - παθών κατά τον τραυματισμό του στο τροχαίο ατύχημα, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ο ενάγων εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο "Γ.
ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", ως πολυτραυματίας με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις (Κ.Ε.Κ.) - σχετικά τα δύο προσκομιζόμενα με επίκληση ενημερωτικά σημειώματα από το ανωτέρω νοσοκομείο -, όπου λόγω έκπτωσης επιπέδου συνείδησης διασωληνώθηκε ενώ μετά από κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε α) κατά την αξονική τομογραφία (CT) εγκεφάλου:
ενδοκοιλιακή αιμορραγία (IVH) σε όλο το κοιλιακό σύστημα (που εγκεφάλου), υπαραχνοειδή αιμορραγία (SAH) μεσοσκελιαία και περιμεσεγκεφαλικές δεξαμενές, αιμορραγικές θλάσεις δεξιά στο θάλαμο και βρεγματικά αριστερά και στην περιοχή μεσεγκεφάλου, εικόνα ως επί διάχυτης νευροαξονικής βλάβης και αρχόμενο εγκεφαλικό οίδημα.
Κατά την αξονική τομογραφία θώρακα διαπιστώθηκε εικόνα μικρού πνευμονοθώρακα αριστερά, κατά την αξονική τομογραφία άνω κάτω κοιλίας διαπιστώθηκαν συμπαγή όργανα κοιλίας και διατροχαντήριο κάταγμα δεξιού μηριαίου. Από έλεγχο με ακτινογραφίες, διαπιστώθηκαν επίσης, ανοικτό κάταγμα δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης, κάταγμα αριστερής πηχεοκαρπικής και σύστοιχου άκρου κερκίδας.
Νοσηλεύθηκε στην νευροχειρουργική κλινική του άνω νοσοκομείου από 05-03-2020 έως 06-03-2020, οπόταν για την αντιμετώπιση των καταγμάτων υποβλήθηκε σε χειρουργική αποκατάσταση με ήλωση και τοποθέτηση γυψοναρθήκων. Ακολούθως, στις 06-03-2020 μεταφέρθηκε στην μονάδα εντατικής θεραπείας, όπου τέθηκε σε καταστολή λόγω του εγκεφαλικού οιδήματος.
Από 14-03-2020, διακοπτόταν η καταστολή καθημερινά για διενέργεια νευρολογικής εκτίμησης, με διαπίστωση την παντελή έλλειψη επικοινωνίας. Στις 16-03-2020, υποβλήθηκε σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και διαπιστώθηκε βαρεία εγκεφαλοπάθεια από βλάβες εγκεφαλικής ουσίας διάχυτα, στις 07-05-2020 σε νευρολογική εκτίμηση, διαπιστώθηκε ότι βρίσκεται σε άγρυπνο κώμα, στις 15-05-2020, λόγω κατάκλισης στην οσφυϊκή χώρα, πραγματοποιήθηκε χειρουργικός καθαρισμός και αποφασίστηκε η τοποθέτηση συστήματος θεραπείας επούλωσης τραυμάτων (VAC).
Εξήλθε από την μονάδα εντατικής θεραπείας στις 16-05-2020 έπειτα από εβδομήντα μία (71) ημέρες νοσηλείας, με τραχειοστομία, ρινογαστρικό καθετήρα, ουροκαθετήρα και VAC. Ακολούθως, μεταφέρθηκε και νοσηλεύθηκε στην νευροχειρουργική κλινική του ίδιου νοσοκομείου από 16-05-2020 έως 29-07-2020, οπόταν εξήλθε του νοσοκομείου.
Κατά την έξοδο του από το νοσοκομείο αξιολογήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς ότι ο ενάγων χρήζει 24ωρης αποκλειστικής νοσηλευτικής φροντίδας και συστηματικής καθημερινής κινησιοθεραπείας και φυσικοθεραπείας, και ότι η νευρολογική εικόνα και το επίπεδο συνείδησής του δεν του επιτρέπουν να χειρίζεται ο ίδιος τις προσωπικές του υποθέσεις.
Συστάθηκε δε, παρακολούθηση της κατάκλισης στην οσφυϊκή χώρα και VAC από πλαστικούς χειρουργούς. Επίσης, ο θεράπων ιατρός του άνω νοσοκομείου νευροχειρουργός Βασίλειος Βαλαδάκης απευθυνόμενος προς το Κέντρο Προσδιορισμού Αναπηρίας αναφέρει με σχετική εισήγησή του, στις 07-8-2020, ότι ο ενάγων βρίσκεται σε άγρυπνο κώμα (φυτική κατάσταση), διατηρεί τους οφθαλμούς ανοικτούς, δεν ομιλεί, δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον αλλά αντιδρά στα επώδυνα ερεθίσματα, υπάρχει απόκλιση οφθαλμών, αδυναμία βάδισης και ορθοστάτησης, παρουσιάζει αυξημένες αντανακλάσεις σε άνω και κάτω άκρα, δεν ελέγχει τους σφιγκτήρες και φέρει γαστροστομία, ρινογαστρικό καθετήρα, ουροκαθετήρα και VAC.
Ακολούθως, στις 27-10-2020 εξετάσθηκε από τον ιατρό νευρολόγο, Α. Β., ο οποίος διαπίστωσε ότι ο ενάγων είναι μόνιμα κατακεκλιμένος, δεν εκτελεί εντολές, δεν απαντάει στα ερωτήματα που του θέτονται και δεν αντιδράει στα επώδυνα ερεθίσματα. Επίσης, ότι ο λόγος του είναι διαταραγμένος και η επικοινωνία με τον ασθενή γίνεται μόνο με το ανοιγοκλείσιμο των ματιών και αδυνατεί εν όλω να επιμεληθεί του εαυτού του, δεν είναι σε θέση να φροντίζει τις προσωπικές του υποθέσεις και έχει ανάγκη από την παρουσία άλλου ατόμου για τις καθημερινές του ανάγκες και την ασφάλειά του.
Τέλος, κατόπιν εξέτασης του ενάγοντος από τους ιατρούς της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας ΚΕ.Π.Α του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, πιστοποιήθηκε από τους ιατρούς ότι ο ενάγων πάσχει από σπαστική τετραπληγία με γαστροστομία και ουροκαθετήρα, βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση, πάσχει από κρίσεις επιληψίας υπό αγωγή και ότι χρήζει βοήθειας ετέρου προσώπου.
Επίσης, οι ανωτέρω ιατροί γνωμάτευσαν ότι φέρει ποσοστό αναπηρίας 85% στην σπαστική τετραπληγία - παράλυση άνω και κάτω άκρων, ποσοστό αναπηρίας 82% στην παράλυση των κάτω άκρων, την οποία έκριναν ως μη ιάσιμη. Από τα ανωτέρω αποφάνθηκαν ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος ανέρχεται σε 98% εφ' όρου ζωής, ότι χρήζει βοήθειας και συμπαράστασης από άλλο πρόσωπο και ότι δικαιούται εξωιδρυματικού επιδόματος.
Ακολούθως, με βάση την άνω ιατρική πιστοποίηση εκδόθηκε η 10505/28-9-2021 απόφαση του Διευθυντή του Ε.Φ.Κ.Α., ... με την οποία χορηγήθηκε στον ενάγοντα εξωιδρυματικό επίδομα, το οποίο προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 1140/1981, ποσού 783,30 ευρώ μηνιαίως, από 26-03-2021 επ' αόριστον, με κράτηση ασθένειας 6%. Για τις προαναφερόμενες κακώσεις στο κεφάλι του ενάγοντος (ενδοκοιλιακή αιμορραγία, υπαραχνοειδή αιμορραγία, αιμορραγικές θλάσεις, διάχυτη νευροαξονική βλάβη) συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30% κρίνεται ο ίδιος ο ενάγων, δεδομένου ότι προέκυψε ότι αυτός δεν φορούσε προστατευτικό κράνος ως ήταν υποχρεωμένος προς τούτο κατ' άρθρο 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ.
και η παράλειψή του αυτή συνετέλεσε αιτιωδώς στην έκταση των ανωτέρω σωματικών του βλαβών κατ' αποδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της νόμιμης, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, σχετικής ένστασης της εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού κατά ποσοστό 95%, που άσκησε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την ως άνω απόφαση πρακτικά και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, στηριζόμενη στο άρθρο 300 του Α.Κ.
Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από την μηχανική απεικόνιση του ατυχήματος, ο ενάγων κατά την εκτίναξή του και την πρόσκρουση του στο ζημιογόνο αυτοκίνητο, χτύπησε και το κεφάλι του στην καρότσα αυτού. Οι προαναφερόμενες κακώσεις κεφαλής, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο ...
δεν θα είχαν προκληθεί ή δεν θα είχαν την ίδια ένταση, αν αυτός φορούσε προστατευτικό κράνος διότι αυτό (κράνος) θα απορροφούσε αποτελεσματικά τη δύναμη πρόσκρουσης του κεφαλιού του στην καρότσα και θα προστάτευε τα ανωτέρω ζωτικά μέρη του σώματος του παθόντος απορριπτομένου του προβληθέντος από τον ενάγοντα προς αντίκρουση της εν λόγω ένστασης ισχυρισμού του περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας της παράβασης αυτής με τις προκληθείσες κακώσεις στο κεφάλι.
Ειδικότερα, αυτός προς αντίκρουση της εν λόγω ένστασης συντρέχοντας πταίσματος ισχυρίζεται ότι οι βλάβες αυτές προκληθήκαν από την εκσφενδόνιση του στον αέρα, την παραγόμενη εξ αυτής ενέργεια του εγκεφάλου του μέσα στο κρανίο και την εν συνεχεία πρόσκρουση του σώματος του με φορά κάθετη με αυτή του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και στη συνέχεια στο οδόστρωμα, οι οποίες (:κακώσεις) δεν θα αποφεύγονταν από τη χρήση κράνους, προσκομίζοντας προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, την από 26-5-2021 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ιατροδικαστή Γ.
Λ.. Η εν λόγω γνωμάτευση, η οποία εκτιμάται ελεύθερα ως γνωμοδότηση προσώπου που διαθέτει ειδικές γνώσεις επιστήμης για ζητήματα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση ... δεν αναιρεί την κρίση του δικαστηρίου περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση του τραυματισμού του στο κεφάλι λαμβανομένου υπ' όψιν ότι σε περίπτωση ατυχήματος η άσκηση πίεσης στο κεφάλι και η ορμή της σύγκρουσης απελευθερώνονται στο κράνος και ανάλογα με την ένταση μεταφέρονται στο κεφάλι, δεδομένου δε, ότι όλο το κρανίο περιβάλλεται από δέρμα και ότι κάτω από το δέρμα υπάρχει δίκτυο από αγγεία, είναι εφικτό ένα χτύπημα στο κεφάλι, όπως εν προκειμένω, να προκαλέσει ρήξη αγγείου και αιμορραγία, οι οποίες αποτρέπονται με τη χρήση του κράνους ...
Περαιτέρω, όπως προέκυψε, ο ενάγων, λόγω του κατά το ένδικο ατύχημα βαρύτατου τραυματισμού του, υπέστη ηθική βλάβη.
Συνεπώς, δικαιούται να λάβει για χρηματική του ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, υπέστη, το ποσό των 170.000,00 ευρώ, ποσό, το οποίο, κατά τον κρίσιμο χρόνο (ο οποίος είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος ...
κρίνεται εύλογο και δίκαιο, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων και συγκεκριμένα λαμβανομένων υπ' όψιν των εν γένει συνθηκών κατά τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη ζημιογόνου οχήματος, του ποσοστού συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος ενάγοντος στην πρόκληση του τραυματισμού του στο κεφάλι, του είδους και της βαρύτητας του τραυματισμού που υπέστη ο ενάγων, όπως αυτός περιγράφηκε ανωτέρω, της διάρκειας της νοσηλείας του στο ως άνω νοσοκομείο, του ποσοστού μόνιμης αναπηρίας του (98% εφόρου ζωής), της αδυναμίας του προς κίνηση, εργασία και ομιλία, της ηλικίας του-ήταν μόλις 17 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, της κοινωνικής και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων δίχως ωστόσο να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση της εκκαλούσας - εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, και των εν γένει περιστάσεων, όπως εκτιμώνται βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όπως τα στοιχεία αυτά προαναφέρθηκαν και λαμβάνονται υπ' όψιν ως προσδιοριστικοί παράγοντες του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης ...
Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπ' όψιν όσα ανωτέρω λεπτομερώς εκτίθενται σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, του συντρέχοντος πταίσματος του ιδίου στις σωματικές βλάβες που υπέστη, των λοιπών συντρεχουσών περιστάσεων, της ηλικίας του και του γεγονότος ότι η ως άνω κατάσταση της υγείας του θα επιδράσει δυσμενώς και καταλυτικά, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αρνητικώς, πρωτίστως στο επαγγελματικό και οικονομικό του μέλλον, καθόσον καθίσταται ανέφικτη η εκ μέρους του ενάγοντος άσκηση οιουδήποτε επαγγέλματος, αλλά και στην κοινωνική και προσωπική του εξέλιξη και ζωή, και δεδομένου ότι έχει παγιωθεί - αποσαφηνισθεί η, συνεπεία του ατυχήματος, μονιμότητα της κατάστασης της υγείας του, πρέπει να επιδικασθεί υπέρ αυτού (ενάγοντος) κατά το άρθρο 931 Α.Κ., αποζημίωση προσδιοριζόμενης, κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου, το ύψος της οποίας, πρέπει να προσδιορισθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο (ο οποίος είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ...) στο ποσό των 200.000,00 ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπ' όψιν τις συνθήκες του ατυχήματος, τον βαθμό υπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού του, την ηλικία του, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία του, την μη εισέτι αποκατάσταση της υγείας του και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ποσό 170.000 ευρώ και ως αποζημίωση από το άρθρο 931 του Α.Κ.
ποσό 200.000 ευρώ, ποσά τα οποία κρίθηκαν εύλογα. Με την κρίση του, όμως, αυτή παραβίασε ευθέως την Αρχή της Αναλογικότητας και τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή των άρθρων 931 και 932 του Α.Κ., καθόσον υπό τα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ως άνω πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην προηγούμενη σκέψη και με βάση τα κριτήρια καθορισμού αποζημιώσεως από το άρθρο 931 του Α.Κ.
και ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του Α.Κ., τα ανωτέρω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί Δικαίου αντίληψη υπερβαίνουν και, μάλιστα, καταφανώς τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1332/2024) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024).
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν του, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, από το οποίο προκύπτει ότι όλα τα ίχνη και τα ευρήματα από την σύγκρουση εντοπίσθηκαν στο ρεύμα προς την Αθήνα, δηλαδή στο αντίθετο από το ρεύμα όπου εκινείτο ο αναιρεσίβλητος και το προσκομισθέν βιντεοληπτικό υλικό από κάμερα καταστήματος στην συμβολή των δύο οδών, όπου συνέβη η σύγκρουση.
Ο προαναφερόμενος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της μη λήψεως υπ' όψιν εκ μέρους του Εφετείου των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.
Το τελευταίο δε τούτο, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια, συνεκτίμησε τις "μηχανικές απεικονίσεις από κάμερα κλειστού κυκλώματος ασφαλείας και έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε για το ένδικο ατύχημα", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και ξεχωριστή αξιολόγηση τούτων.
Τούτων δοθέντων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια της επιδικασθείσας στον αναιρεσίβλητο αποζημιώσεως από το άρθρο 931 του Α.Κ. και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), για να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε αυτή για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5106/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ως άνω αναιρεθέντα κεφάλαια, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ