Legislator Case Law & Legislation
311/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding mandatory law application for insolvent borrowers.

Case Number 311/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Housing and Loans Fund against a first-instance judgment ordering debt restructuring for a borrower. The borrower argued that the court violated mandatory law by rejecting claims of non-existent debt and mischaracterizing the statute as optional. The court rejected these arguments, ruling that the borrower's ability to pay mortgage installments via salary assignment does not negate their overall insolvency or the mandatory nature of the restructuring provisions.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1, Art. 3 of Law 3869/2010; The provisions of Law 3869/2010 regarding debt restructuring are mandatory law, and a borrower's partial ability to pay via salary assignment does not preclude the court from ordering restructuring based on overall insolvency.

Keywords

AI generated
mandatory law debt restructuring insolvency salary assignment housing loans appeal dismissal financial obligations

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of Law 3869/2010
Art. 3 of Law 3869/2010
Art. 1, Art. 6 para. 3 of Law 3860/2010
Art. 323, 340 of the Civil Code
Art. 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 8 para. 6 sec. 2 of Law 3869/2010
Art. 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 311 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 311/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Σουλτανά - Βαρέση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 675/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-7-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 8-7-2019 (αρ. κατ.310/ 2019) αίτηση αναίρεσης της κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (αρθ. 3. ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το αρθ 739 επ. Κ.Πολ.Δ.) εκδοθείσης υπ' αρ. 675/2017 οριστικής απόφασης του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών , έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. Α1 του ν. 3995/2011,και ίσχυε εν προκειμένω ως εκ του χρόνου υποβολής της αίτησης ορίζεται ότι: "1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, είτε γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151). 3.

Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη δύναται να γίνει μία μόνο φορά". Εξάλλου ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994, ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθό, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κλπ), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (το παραπάνω αναφερόμενο ποσοστό των περιπτώσεων α και β μειώθηκε, για όλα τα δάνεια, σε 3/10 με την ΥΑ 2/19843/0094), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι πιο πάνω εκχωρήσεις είναι ισχυρές καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διατάξεως (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 3453/2006 και 3867/2010. Κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010 με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μπορεί ύστερα από αίτηση του υποχρέου να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζομένου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Ο νόμος με την άνω ρύθμιση θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές (ιδιώτες και μη), στην περίπτωση δε που ήθελε να εξαιρέσει από το νόμο τις εκ δανείων οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου με το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 17 του Ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο δανειολήπτη να ζητήσει-επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π. και Δ. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του Τ.Π.και Δ.

από τη ρύθμιση του Ν. 3869/ 2010, θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010, καθότι από το Ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του Ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν. 3869/2010.

Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από τον πιστωτή (ΑΠ 1208/2017).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων..

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017).

Συνακόλουθα, η εξόφληση των πιστωτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Και τούτο γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, ενώ η μοναδική οφειλή του προς το ταμείο παρακαταθηκών και δανείων από το στεγαστικό δάνειο μπορεί να υπαχθεί στην έννοια της ληξιπρόθεσμης οφειλής του άρθρου 1 ν.3869/2010. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (AΠ 1379/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 189/2018).Ακόμη κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 κατά των ίδιων παραπάνω αποφάσεων αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (Α.Π.Α3/1997 Α.Π. 121/2009) Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα.

Με την από 9-7-2012 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης …/….-7-2012 αίτηση του ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του προς το ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ήδη αναιρεσείον που απορρέουν από την σύμβασης στεγαστικού δανείου ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης επικουρικά δε την ρύθμιση των χρεών του με εξαίρεση από την ρευστοποίηση της περιγραφομένης κυρίας κατοικίας του, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση και με σκοπό την απαλλαγή του.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αρ. 104/2016 οριστική απόφαση του, αφού έκρινε νόμιμη την παραπάνω αίτηση, την δέχτηκε στην συνέχεια ως ουσιαστικά βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος -αναιρεσίβλητου προς το αναιρεσείον και εξαίρεσε από την εκποίηση την πρώτη κατοικία αυτού κατά τα αναφερόμενα σε αυτή.

Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 16-6-2016 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 17/2016 έφεση, με τον μοναδικό λόγο της οποίας ισχυρίστηκε, ότι εσφαλμένα κρίθηκε νόμιμη η κρινόμενη αίτηση, από το ιστορικό της οποίας δεν προκύπτει ότι πληρούνται οι απαιτούμενες από τον νόμο προυποθέσεις για την υπαγωγή του αιτούντος στις διατάξεις του ν.3869/2010,αφού αυτός με την κρινόμενη αίτηση δεν επικαλείται ληξιπρόθεσμες οφειλές ,διότι το αναφερόμενο προς ρύθμιση χρέος του δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο.

Το Εφετείο με την με αρ.675/2017απόφασή του απέρριψε την έφεση κρίνοντας ως μη νόμιμο τον παραπάνω λόγο αυτής και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση δεχόμενο κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση τα ακόλουθα: Με το μοναδικό λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, δεν υφίστατο ληξιπρόθεσμο χρέος του αιτούντος και ήδη εφεσίβλητου δυνάμει του με αριθμό …/… στεγαστικού δανείου, αρχικού ποσού 129.700 ευρώ, εκ του οποίου το ανεξόφλητο κεφάλαιο ανερχόταν στο ποσό των 113.079,53 ευρώ και προς τούτο η αίτηση έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη και όχι να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 υπάγονται ανεξαιρέτως όλες οι απαιτήσεις του εκκαλούντος Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ακόμα και αν πρόκειται για το μοναδικό χρέος του οφειλέτη που αιτείται την υπαγωγή του στις ευναοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, και για την αποπληρωμή του οποίου έχει συντελεστεί η εκ της διάταξης του άρθρου 64 του Ν. 2214/1994 εκχώρηση ποσοστού από τον εισπραττόμενο μισθό ή σύνταξη του οφειλέτη, δεδομένου ότι η εκψώρηση αυτή αφορά μελλοντική απαίτηση, η οποία εξακολουθεί και υφίσταται, ενώ δεν επιφέρει από μόνη της απόσβεση της εκ του δανείου οφειλής, αφού η εκχώρηση αυτή γίνεται προς εξασφάλιση της απαίτησης και συνεπώς η μοναδική οφειλή του αιτούντος και ήδη εφεσίβλητου προς το εκκαλούν από το ανωτέρω στεγαστικό δάνειο μπορεί να υπαχθεί στην έννοια της "ληξιπρόθεσμης" οφειλής που απαιτεί ως προϋπόθεση το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010.

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε την από 9-7-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 850/11-7-2012 αίτηση του ήδη εφεσίβλητου ως νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν.

Με τον πρώτο λόγο αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει μη πλήρεις και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ` ουσία διευρεύνηση της υπόθεσης, αλλά, απέρριψε ως μη νόμιμο τον μοναδικό λόγο έφεσης, όπως παραπάνω εκτίθεται, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Με την επίκληση του αρθ 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. και με τον δεύτερο λόγο αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι με το να απορρίψει τον ισχυρισμό περί ανυπαρξίας ληξιπρόθεσμης οφειλής του αιτούντος, που καθιστά μη παραδεκτή την αίτηση, αφού το χρέος εξυπηρετείτο κανονικά μέχρι την κατάθεση της αίτησης παραβίασε τις διατάξεις των αρθ 1,6 παρ.3 ν.3860/2010 και 323, 340 Α.Κ., ενώ με τον τρίτο λόγο αποδίδεται στην ίδια απόφαση η αιτίαση ότι με το να δεχτεί ότι οι διατάξεις του ν. 3869/2010 χαρακτηρίζονται ως τέτοιες αναγκαστικού δικαίου παραβίασε τις διατάξεις αρθ. 3 Α.Κ.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν σύμφωνα με τα στην αρχή της παρούσας εκτιθέμενα αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, η εξόφληση των πιστωτών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Το γεγονός ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων παρακρατεί, δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη σύμβασης εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό εκ του μισθού του, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, ενώ η μοναδική οφειλή του προς το ταμείο παρακαταθηκών και δανείων από το στεγαστικό δάνειο μπορεί να υπαχθεί στην έννοια της ληξιπρόθεσμης οφειλής του άρθρου 1 ν.3869/2010και τούτο ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των διατάξεων του ν.3869/2010 ως ενδοτικού ή αναγκαστικού δικαίου και πέραν της αοριστίας του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αφού ο αναιρεσείων δεν συνδέει την παραδοχή του ισχυρισμού του περί χαρακτηρισμού ως αναγκαστικού δικαίου των παραπάνω διατάξεων με συγκεκριμένη επίδραση στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2019 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 310/2019) αίτηση για αναίρεση της 675/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ