Legislator Case Law & Legislation
311/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of legal interest and procedural errors.

Case Number 311/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's rejection of their annulment action. The appellants argued that the lower court erred in dismissing their annulment as inadmissible due to vagueness and lack of direct proof, claiming they had a legal interest in changing the reasoning. The court ruled that since the annulment was already rejected on these grounds, the appellants lacked a legal interest in altering the reasoning, rendering their appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(11), 559(14), 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appealed decision contains multiple grounds of reasoning and the appellant lacks a legal interest in changing the reasoning of the primary ground upon which the decision rests.

Keywords

AI generated
annulment action legal interest inadmissibility procedural error Code of Civil Procedure second instance legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 8 of the Code of Civil Procedure
Article 499(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 25/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 311 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 311/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Λ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ήδη πτωχής, νομίμως εκπροσωπούμενης από την σύνδικο πτωχεύσεώς της Μαρία Μαμαλούδη, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, κάτοικο Θεσσαλονίκης και 2) Ι. Σ. του Χ., κατοίκου .... Η πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μαμαλούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μικροπανδρεμένο, ο οποίος ανακάλεσε την από 15-7-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρία" και διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2011 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 667/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2267/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του δεύτερου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης των: Λ. Σ. και Ι. Σ. προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2267/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη τράπεζα "EUROBANK-ERGASIAS AE" έφεση κατά της 667/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν είχε γίνει δεκτή η από 22-12-2011 ανακοπή που άσκησαν σε βάρος της άνω τράπεζας οι ανακόπτοντες και νυν αναιρεσείοντες, καθώς και οι αναγκαίες ομόδικοί τους: Φ. Τ. και Ε. Τ. (ανακόπτουσες- εφεσίβλητες που δεν άσκησαν αναίρεση και δεν συμμετέχουν στην παρούσα δίκη) για την ακύρωση της 33282/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της από 2-12-2011 επιταγής προς πληρωμή, μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης ως άνω αποφάσεως το Εφετείο απέρριψε κατ` ουσίαν την ανακοπή . Η αίτηση αναίρεσης, αντίγραφο της οποίας έχει κοινοποιηθεί στις ως άνω (δεύτερη και τέταρτη των ανακοπτουσών-εφεσιβλήτων, αναγκαίων ομοδίκων των αναιρεσειόντων, καθώς και στον σύνδικο της πτώχευσης της πρώτης εξ αυτών, όπως προκύπτει από τις ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Ν. Ρ.) είναι παραδεκτή.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. (Ολ.

ΑΠ 7/2002, 8/2001, ΑΠ 151/2016). Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ333/2019).

Από το συνδυασμό εξ άλλου των διατάξεων των άρθρων 281 του Α.Κ., 116 και 933 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί, και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή. Επομένως λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ, μπορεί να αποτελέσει και η πρόδηλη αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 Α.Κ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως (ΑΠ 1077/2015, ΑΠ1519/2017).

Αν μεν η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμά του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος, όμως, επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ 1α του ΚΠολΔ.

Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β` του ΚΠολΔ, δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία, προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.

Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν έχει ο ενάγων, όταν το αίτημα που προέβαλε με την αγωγή του ήταν μη νόμιμο, αλλά το δικαστήριο της ουσίας το απέρριψε, ως αόριστο, αφού η απόρριψη αγωγικού αιτήματος, ως μη νόμιμου, είναι δυσμενέστερη γι' αυτόν, από την απόρριψη του αιτήματος αυτού ως αόριστου (ΑΠ419/2018, ΑΠ1464/2006).

Οι αναιρεσείοντες-ανακόπτοντες (ομού με τις προαναφερόμενες ομοδίκους τους ανακόπτουσες Φ. και Ε. Τ.) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης α) την από 22-12-2011 ανακοπή κατά της υπ' αριθμ.33282/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και β) την ανακοπή κατά της κάτωθι αυτής από 2-12-2011 επιταγής προς πληρωμή με ένα και μοναδικό λόγο, με το ακόλουθο επί λέξει περιεχόμενο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του οικείου δικογράφου στο οποίο οι άνω ανακοπές σωρεύθηκαν: "Συγκεκριμένα την 09-09-2011 οι πρώτες από εμάς Λ.

Σ. και Φ. Τ. καταθέσαμε αίτημα στην καθής Τράπεζα και ζητήσαμε να μας αναφερθεί το ποσό των οφειλών μας προς την τράπεζα προκειμένου εν συνεχεία να υποβάλλουμε σχετικό αίτημά μας για εξώδικο συμβιβασμό υπαγόμενες στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 για ρύθμιση χρεών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Η καθής τράπεζα με επιστολή της στις 22.11.2011 μας γνώρισε τα ακόλουθα: "Αγαπητέ πελάτη με την παρούσα θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι παραλάβαμε το αίτημά σας για εξωδικαστικό συμβιβασμό όπως ορίζει ο νόμος3869/2010 για τη ρύθμιση χρεών των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων.

Από πλευράς μας θα θέλαμε να σας διαβεβαιώσουμε ότι η τράπεζά μας κατανοώντας τη δύσκολη οικονομική κατάσταση που επικαλείστε, προτίθεται, εφόσον αποδείξετε ότι έχετε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών σας (όπως ορίζεται από το Ν.3869/2010) να διερευνήσει μια κοινά αποδεκτή λύση ρύθμισης των οφειλών σας προς αυτή.

Προκειμένου να αποκτήσουμε επαρκή εικόνα της οικονομικής σας κατάστασης, έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η επεξεργασία του αιτήματός σας παρακαλούμε να προσκομίσετε σε 15 ημέρες φωτοαντίγραφα των εξής εγγράφων: "Συμπληρωμένη , υπογεγραμμένη σχετική αίτηση βάσει υποδείγματος Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φόρου Εισοδήματος έτους 2009, δήλωση στοιχείων ακινήτων έντυπο Ε9.

Αστυνομικό δελτίο ταυτότητος." Επειδή καταθέσαμε τα παραπάνω ζητηθέντα έγγραφα προσδοκώντας να υπαχθούμε στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 για ρύθμιση του χρέους μας προς την τράπεζα δεδομένου ότι έχουμε περιέλθει σε πραγματική οικονομική αδυναμία. Επειδή μέχρι και σήμερα η αντίδικος τράπεζα σε ουδεμία απάντηση προέβη στο σχετικό αίτημά μας, αλλ' απεναντίας κατά τρόπο παράλογο και καταχρηστικό εξέδωσε την παραπάνω ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής .

Επειδή κατά ταύτα θεωρούμε ότι η παραπάνω διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί με απόφαση του Δικαστηρίου σας ως καταχρηστική και ως αντιβαίνουσα στα χρηστά συναλλακτικά ήθη..... Αιτούμεθα1. Να γίνει δεκτή η ανακοπή μας 2. Να ακυρωθεί και εξαφανισθεί η υπ'αριθμό 33282/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης μετά της επιταγής κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου καθώς και κάθε περαιτέρω πράξη εκτελέσεως ." Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με την άνω ανακοπή δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον ζήτημα της καταχρηστικότητας τα εξής: "...Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ανακοπή αναφορικά με το σκέλος που βάλλει κατά της διαταγής πληρωμής είναι απορριπτέα ως αόριστος καθόσον οι εκκαλούντες δεν επικαλούνται:

α) περιστατικά και καταστάσεις που αφορούν και συνδέονται με συγκεκριμένη συμπεριφορά που επέδειξε η τράπεζα για μεγάλο χρονικό διάστημα, τα οποία σε συνάρτηση με τη δική τους συμπεριφορά τους δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα προβούνε στην άσκηση του προσβαλλομένου δικαιώματός τους (έκδοση διαταγής πληρωμής μετά την ήδη καταγγελθείσα σύμβαση) β) ότι η διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν και συνδέονται αιτιωδώς με την επιδειχθείσα συμπεριφορά της τράπεζας καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός της κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου , γιατί τείνουν στην ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με αποτέλεσμα να συνεπάγεται επαχθείς γι'αυτούς συνέπειες και γ) ότι οι επαχθείς συνέπειες που δημιουργούνται από την άσκηση του δικαιώματός της προκαλούν την έντονη εντύπωση γενόμενης σε βάρος τους αδικίας , η οποία αίρεται μόνο με τη θυσία του ασκούμενου δικαιώματος...

Όσον αφορά το σκέλος που βάλλει κατά της επιταγής προς πληρωμή η διάταξη του άρθρου 933 παρ.4 ΚΠολΔ περιλαμβάνει, εκτός από τους ισχυρισμούς που στηρίζονται στους αποσβεστικούς λόγους των ενοχών και τις ενστάσεις που υπάγονται κατά το ουσιαστικό δίκαιο στις παρακωλυτικές της ασκήσεως του δικαιώματος, όπως είναι και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία δεν αναιρεί μεν το δικαίωμα και την απαίτηση για την οποία γίνεται η εκτέλεση, αποκλείει όμως την ικανοποίησή της.

Δεν εμποδίζεται να προταθεί στη δίκη περί την εκτέλεση, πλην όμως πρέπει με ποινή απαραδέκτου να αποδεικνύεται αμέσως, δηλαδή μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη...

Εν προκειμένω η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος δεν αποδεικνύεται αμέσως κατά την έννοια του νόμου και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Περαιτέρω οι ανακόπτοντες για τη συγκρότηση του λόγου ανακοπής τους επικαλούνται ότι οι δύο πρώτες εξ αυτών υπέβαλαν στην τράπεζα αίτηση για χορήγηση βεβαίωσης ύψους οφειλών τους προκειμένου να ξεκινήσουν τη διαδικασία που προβλέπεται στις ευεργετικές διατάξεις του ν.3869/2010, περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, συνομολογώντας ότι έχουν περιέλθει σε πραγματική οικονομική αδυναμία.

Αυτοί (ανακόπτοντες) είναι έμποροι και ως εκ τούτου έχουν πτωχευτική ικανότητα και δεν δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 3869/2010 και να υπαχθούν στις ανωτέρω ευεργετικές διατάξεις. Πράγματι οι δύο πρώτες των ανακοπτόντων είχαν ήδη κατά τη συζήτηση της ανακοπής κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει των υπ' αρ.4182/2013 και 12166/2013 αντίστοιχων αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκουσία δικαιοδοσία).

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού 3869/2010 και όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, πριν από τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν.4161/2013 στο προδικαστικό στάδιο της διαδικασίας για την επίτευξη εξωδικαστικού συμβιβασμού δεν αναστέλλονται οι διαδικασίες επιδίκασης και αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη.

Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 6 "η υποβολή της αίτησης της παρ.1 του άρθρου 4 δεν επιφέρει αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη". Αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης επέρχεται μόνο στην περίπτωση που ο οφειλέτης ζητήσει από το αρμόδιο Δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας (εδ.β' άρθρου 6 ν.3869/2010), η οποία περιλαμβάνει μόνο τα κατά του οφειλέτη μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και όχι την άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών και έκδοση διαταγών πληρωμής.

Από τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια ότι ακόμη και όταν έχει κατατεθεί αίτηση για δικαστική ρύθμιση, που δεν ισχύει στην ένδικη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις τουν.3869/2010, αλλά και άν ακόμη ο οφειλέτης έχει επιτύχει αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του κατά τις διατάξεις του ν.3869/2010, δεν εμποδίζεται σε καμία περίπτωση η επιδίκαση της απαίτησης την οποίαν ο οφειλέτης επιδιώκει να υπαγάγει στη ρύθμιση του ν.3869/2010.

Ακόμη δε και όταν έχει χορηγηθεί αντίστοιχη προσωρινή διαταγή, σκοπός της είναι η αποτροπή του πρόωρου κατακερματισμού και η διασπορά των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, δεδομένου ότι αυτά (τα περιουσιακά στοιχεία) αποτελούν το αντικείμενο της ρύθμισης οφειλών από το Δικαστήριο, προκειμένου να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν ορθότερη ικανοποίηση όλων των πιστωτών του οφειλέτη, αλλά και να εξασφαλιστεί ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης για τον οφειλέτη, μέχρι την εκδίκαση της αίτησής του και την οριστική ρύθμιση των οφειλών του.

Επομένως η έκδοση διαταγής πληρωμής η οποία δεν αποτελεί άλλωστε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης αλλά αποσκοπεί στην κτήση εκτελεστού τίτλου, δεν έρχεται σε αντίθεση με το γράμμα και με το πνεύμα το νόμου, δεδομένου ότι προβλέπεται ρητά σ' αυτόν, όχι μόνο η επιδίκαση απαίτησης αλλά και η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τα ανωτέρω.

Πάντως εν προκειμένω η σχετική αίτηση των αντιδίκων απορρίφθηκε διότι διαγνώστηκε από τον Ειρηνοδίκη η ύπαρξη εμπορικής ιδιότητας στο πρόσωπο της πρώτης και δεύτερης των αντιδίκων. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πολύ περισσότερο η υποβολή απλώς της αίτησης στην τράπεζα για δικαστική ρύθμιση των χρεών που επικαλούνται οι ανακόπτοντες δεν αναστέλλει τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 6 παρ.1).

Περαιτέρω καταχρηστική είναι η άσκηση δικαιώματος όταν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και αντίκειται στους κανόνες της καλής πίστης, κυρίως με την έννοια ότι ο διάδικος που το ασκεί δεν αποβλέπει σε κανένα άξιο προστασίας συμφέρον. Η έκδοση διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη καθώς δεν έρχεται σε αντίθεση με τους παγιωμένους ηθικούς κανόνες που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου.

Επίσης, δεν έρχεται σε αντίθεση ούτε με το γράμμα, ούτε με το πνεύμα του νόμου κατά τα ανωτέρω και δεν ασκείται άσκοπα, καθώς επιδιώκεται με αυτή να εξοπλιστεί ληξιπρόθεσμη απαίτηση με εκτελεστό τίτλο, γεγονός για το οποίο υπάρχει προφανές έννομο συμφέρον, από τη στιγμή μάλιστα που ήταν βέβαιο ότι επρόκειτο να απορριφθεί η αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του ν.3869/2010, λόγω της ιδιότητας των οφειλετών ως εμπόρων.

Αυτός ήταν και ο λόγος που απορρίφθηκε στη συνέχεια το αίτημά τους περί χορήγησης προσωρινής διαταγής, αλλά και η κήρυξη της πρώτης και δεύτερης των ανακοπτόντων σε καταστάση πτωχεύσεως με τις υπ' αριθμ.4182/2013 και 12166/2013 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Εκουσία Δικαιοδοσία). Περαιτέρω η έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο το ύψος της απαίτησης, ούτε την ενδεχόμενη δικαστική ρύθμιση οφειλών των εφεσιβλήτων, καθώς η ύπαρξη αυτής δεν επιφυλάσσει οποιοδήποτε προνόμιο σε σχέση με τους λοιπούς δανειστές.

Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη στον οφειλέτη, η οποία δεν αποδεικνύεται πουθενά βέβαια στη συγκεκριμένη αίτηση, ούτε όμως υφίσταται, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ' αρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ και όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής , όπως έχει δικαίωμα από την σύμβαση και τον νόμο αποφασίζει να εξασφαλίσει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες εμμέσως πλην σαφώς συνομολογούν την οφειλή τους και επικαλούνται μόνιμη και πραγματική αδυναμία εξοφλήσεώς της. Σε περίπτωση δικαστικής ρύθμισης των χρεών κατά τις διατάξεις του ν.3869/2010 διατάσσεται η ρευστοποίηση όλης της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη από τον οριζόμενο προς τούτο εκκαθαριστή και μπορεί να εξαιρεθεί υπό όρους το ακίνητο που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία (άρθρο 9 παρ.1 και 2).

Στο άρθρο 19 του ίδιου νόμου ορίζεται επίσης ότι απαγορεύεται ο πλειστηριασμός που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του οφειλέτη μέχρι την 31-12-2012 (μετά την τελευταία παράταση που δόθηκε με ΠΝΠ της 16-12-2011).

Συνεπώς κανένας κίνδυνος βλάβης δεν απειλούνταν για τους ανακόπτοντες αφού για μεν την κύρια κατοικία τους απαγορεύεται η διενέργεια πλειστηριασμού, η δε υπόλοιπη περιουσία τους θα ρευστοποιηθεί υποχρεωτικά προκειμένου να ικανοποιηθούν οι δανειστές, με προνομιακή ικανοποίηση αυτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο.

Η απαίτηση της τράπεζας ασφαλίζεται με προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο (αγροτεμάχιο), το οποίο ακόμη κι' αν διαταχθεί η δικαστική ρύθμιση των χρεών θα ρευστοποιηθεί υποχρεωτικά. Επειδή οι ανακόπτοντες καθυστερούσαν επί μακρό χρόνο (σχεδόν ένα έτος) την εξόφληση των ληξιπροθέσμων δόσεων του δανείου και δήλωσαν ότι είναι σε οικονομική αδυναμία να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, όπως η τράπεζα είχε δικαίωμα από τη σύμβαση προέβη στην άσκηση των δικαιωμάτων προκειμένου να εισπράξει την ιδιαιτέρως μεγάλου ύψους απαίτησή της, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί υπέρβαση και δη προφανή των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.

Εξ άλλου η πρώτη και δεύτερη των ανακοπτόντων στις από 14-3-2012 αιτήσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (Εκούσια Δικαιοδοσία), αναφέρουν ότι στην από 27-10-2011 αίτησή τους που υπέβαλαν στην τράπεζα για εξώδικό συμβιβασμό ουδεμία απάντηση έλαβαν, γεγονός που σημαίνει ότι δεν υπήρξε από την πλευρά της τράπεζας καμία απολύτως συμπεριφορά που να τους δημιούργησε την προσδοκία ότι δεν θα προβεί στην άσκηση του προσβαλλόμενου δικαιώματός της.

Αντίθετα με το από 13-12-2011 έγγραφό της ενημέρωσε τους ανακόπτοντες ότι δεν συμφωνεί με την πρότασή τους που περιλαμβάνονταν στην από 17-10-2011 αίτησή τους, παρόλα αυτά τους κάλεσε να επικοινωνήσουν με την αρμόδια υπηρεσία της τράπεζας για να βρεθεί λύση-ρύθμιση της οφειλής τους. Επομένως οι δικαστικές ενέργειες της τράπεζας με τον αναγκαίο χρόνο ανοχής που επέδειξε, όπως συνηθίζεται στην συναλλακτική πρακτική, ήταν επιβεβλημένες από τις περιστάσεις και αποσκοπούσαν στην περιφρούρηση των απαιτήσεών της και νομίμως έκανε τη χρήση του δικαιώματος κτήσης του εκτελεστού τίτλου, διότι θα εκτίθετο σε κίνδυνο πολύ μεγαλύτερης ζημίας..." Σε ακολουθία των παραπάνω, απορριπτομένου του μοναδικού λόγου της ανακοπής, πρέπει να απορριφθεί αυτή κατ' ουσία.

Ακολούθως, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές,το Εφετείο έκανε δεκτή την από 31-2-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 667/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή των αναιρεσειόντων (και των ως άνω ομοδίκων τους) κατά της 33282/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της κάτωθι αυτής από 2-12-2011επιταγής προς πληρωμή και απέρριψε τον μοναδικό λόγο της ανακοπής και εντεύθεν την ανακοπή στο σύνολό της, επικυρώνοντας την παραπάνω διαταγή πληρωμής καθώς και την από 2-11-2011 επιταγής προς πληρωμή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017), ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011). Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακοπή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, ήταν μη νόμιμη τόσο κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της διαταγής πληρωμής, όσο και κατ'αυτό που στρεφόταν κατά της κάτωθι αυτής διαταγής προς εκτέλεση, λαμβανομένου υπόψη και του ότι στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 του ν.3869/2010 αναστολή καταδιωκτικών μέτρων, κατά του οφειλέτη δεν εμπίπτει τόσο η υποβολή αίτησης και η έκδοση διαταγής πληρωμής, όσο και η περιγραφή του εκτελεστηρίου τύπου, οι οποίες αποτελούν προδικαστικές ενέργειες της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 1013/2018).

Ειδικότερα, και αληθές υποτιθέμενο το προαναφερθέν περιεχόμενο της ανακοπής (το οποίο, επισημαίνεται, ότι δεν μπορεί να συμπληρωθεί με το περιεχόμενο των ενώπιον του Εφετείου, μάλιστα, προτάσεων των αναιρεσειόντων), δεν μπορούσε να καταστήσει καταχρηστική την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής με την κάτωθι αυτής επιταγή προς εκτέλεση.

Επομένως, εφόσον η ένδικη ανακοπή απορρίφθηκε (με την πρώτη αιτιολογία) ως απαράδεκτη, ήτοι λόγω αοριστίας και μη άμεσης απόδειξης, αντίστοιχα, αντί να απορριφθεί ως μη νόμιμη, όπως έπρεπε και λαμβανομένου υπόψη, ότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον αλλαγής της ανωτέρω επωφελέστερης γι'αυτούς αιτιολογίας, οι αναιρετικοί λόγοι που πλήττουν την ανωτέρω αιτιολογία, ήτοι ο πρώτος λόγος από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 14, δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 11 και τέταρτος από το άρθρο 8 του ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι αξιώνοντας περισσότερα από όσα απαιτούνται για τη θεμελίωση της ανακοπής τους στοιχεία, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 933 παρ.4 ΚΠολΔ, μη λαμβάνοντας υπόψη αποδεικτικά στοιχεία και ισχυρισμούς που "αναπτύχθηκαν με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους" παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, είναι απαράδεκτος.

Επισημαίνεται ότι ο από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, θα ήταν σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος, εφόσον ακόμη και αν υποτεθεί ότι "οι ισχυρισμοί" αποτελούν πράγμα κατά την έννοια της άνω διάταξης, έπρεπε να είχαν υποβληθεί με το αγωγικό δικόγραφο και όχι, το πρώτον, με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις των αναιρεσειόντων.

Στην περίπτωση, εξάλλου, που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ'αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003). Επομένως, οι λοιποί (τρίτος και πέμπτος) αναιρετικοί λόγοι που πλήττουν την δεύτερη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η ένδικη ανακοπή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε και ως ουσιαστικώς αβάσιμη, είναι αλυσιτελείς, εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς η πρώτη αιτιολογία της, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω μη υπάρχοντος έτερου λόγου προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία και κατέθεσε προτάσεις (176,183,και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2018 αίτηση των Λ. Σ. και Ι. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.2267/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2020.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ