Legislator Case Law & Legislation
311/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, ruling evidence was properly considered without separate evaluation.

Case Number 311/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Lamia regarding a traffic accident liability dispute. The appellants argued the Court of Appeal failed to consider specific expert reports and a prior criminal conviction, claiming this constituted a procedural error. The court ruled that these documents were explicitly mentioned in the general reference to evidence, satisfying the requirement for consideration without needing individual evaluation, as the appellate court had already assigned them appropriate weight.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of the 1911 Judicial Organization Plan; Articles 297-300, 330(b), 914, 932 of the Civil Code; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court does not review the evidentiary weight assigned by the Court of Appeal, provided the specific evidence is mentioned in the general reference to evidence, thereby satisfying the requirement of consideration.

Keywords

AI generated
traffic accident liability negligence standard causal link requirement evidence consideration appellate review limits expert report admissibility criminal record relevance

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of the 1911 Judicial Organization Plan
Articles 297 to 300 of the Civil Code
Article 330(b) of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 311 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 311/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Σ. του Κ., 2) Μ. συζ. Χ. Σ., το γένος Β. Κ., 3) Κ. Σ. του Χ., 4) Ε. Σ. του Χ., κατοίκων ... και 5) Ε. χας Β. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μαυρουδή Βορίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σουλτανόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλκυόνη Πολυκράτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Ανώνυμη ελληνική εταιρία γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2006 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με την από 25-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της Κ. Σ. του Χ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-11-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β' 914 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του Δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το Δικαστήριο δέχεται, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Έλλειψη δε νομίμου βάσεως, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1674/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπό την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και, ειδικότερα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου και εκτιμώνται αναλόγως με τον βαθμό αξιοπιστίας και το μέτρο γνώσεως του κάθε μάρτυρα (άρθρ. 340 του Κ.Πολ.Δ....), τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζεται το σημείο της συγκρούσεως και τα συγκρουσθέντα οχήματα των διαδίκων, όπως το περιεχόμενό τους αποδεικνύεται ως γνήσιο (άρθρ. 444 αριθμ. 3, 448 παρ. 2, 449 παρ. 2, 453 παρ. 1, 457 απρ. 4, 458 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ....), την υπ' αριθμ. ...6/2007 έκθεση αναλύσεως και διερευνήσεως τροχαίου ατυχήματος του μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου μηχανικού Π.

Μ. και τις υπ' αριθμ. ...06/14.12.2006 και ...08/20.4. 2008 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του Δ. Κ. οι οποίες εκτιμώνται ελευθέρως από το Δικαστήριο (άρθρ. 387 του Κ.Πολ.Δ....) και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, μεταξύ των οποίων είναι και αυτά της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, όπως σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας.., καταθέσεις διαδίκων και τρίτων που ελήφθησαν κατά την διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και η υπ' αριθμ. 1.912/2010 οριστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας και τα οποία εκτιμώνται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 336 παρ. 3, 339 και 335 του Κ.Πολ.Δ....), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 11 Φεβρουαρίου 2006 ο Β. Σ., γιός των εκκαλούντων και εφεσιβλήτων Χ. Σ.υ και Μ. συζ. Χ. Σ., αδελφός των εκκαλούντων και εφεσιβλήτων Κ. Χ. Σ.υ, Κ. Χ. Σ. και Ε. Χ. Σ. και εγγονός της εκκαλούσας και εφεσίβλητης Ε.ς χήρας Β. Κ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...51 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του προαναφερθέντος πατέρα του Χ.

Σ.υ, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Σκάλας ... - ..., με κατεύθυνση από την 1... προς την .2... Περί ώραν 18.45 περίπου εκινείτο στο ύψος του 1ου χιλιομέτρου της ανωτέρω οδού. Την ίδια ως άνω ώρα ο εκκαλών και εφεσίβλητος Γ.

Α., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...65 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την εκκαλούσα και εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", εκινείτο επί της ιδίας ως άνω επαρχιακής οδού, προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από την 2 ... προς την 1....

Η εν λόγω επαρχιακή οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 8,40 μέτρα, ήτοι 4,20 μέτρα ανά λωρίδα και στο μέσον του οδοστρώματος και κατά μήκος αυτού υπάρχει συνεχής διαχωριστική γραμμή. Λόγω του ότι στο ανωτέρω σημείο της οδού δεν υπάρχει ρυθμιστική πινακίδα του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, το ανώτατο όριο αυτής καθορίζεται από το άρθρο 20 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., όπως το τελευταίο αυτό άρθρο τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 3542/2007, ήτοι για τα επιβατικά οχήματα, όπως τα παραπάνω οχήματα, σε 90 χιλιόμετρα την ώρα.

Εξάλλου, την ανωτέρω ώρα λόγω ελαφράς βροχοπτώσεως το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, λόγω της εποχής σε συνδυασμό με το προχωρημένο της ώρας επικρατούσε σκότος, ενώ ο τεχνητός φωτισμός ήταν μη επαρκής, συνεπεία και της επικρατούσας ελαφράς καταχνιάς. Στο ύψος του 1ου χιλιομέτρου της οδού, στην πορεία του Β. Σ.

υπήρχε δεξιά στροφή, η οποία στο απώτατο ύψος της καμπύλης της εμπόδιζε την προς τα εμπρός ορατότητα σε απόσταση τριάντα μέτρων περίπου, ενώ ο Γ. Α. προερχόταν από ευθεία και εκινείτο επ' αυτής. Κατά την κίνησή του εντός της καμπύλης της δεξιάς στροφής και κατά την έξοδό του από αυτήν ο Β. Σ., κινούμενος με ταχύτητα τουλάχιστον εκατό (100) χιλιομέτρων την ώρα, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εισήλθε διαγωνίως στο αντίθετο ρεύμα πορείας, εξερχόμενος από αυτό κατέλαβε προς στιγμήν το χωμάτινο έρεισμα, πλάτους 2,30 μέτρων, που βρίσκεται δίπλα από το αντίθετο ρεύμα πορείας, δημιουργώντας επ' αυτού ίχνη έξι (6) μέτρων περίπου.

Στην συνέχεια, έχοντας χάσει εντελώς την ισορροπία του αυτοκινήτου του, στην προσπάθειά του να το ελέγξει και να το επαναφέρει στο ρεύμα προς την 2 ..., κινήθηκε στο ρεύμα πορείας προς την 1... και διαγράφοντας εντός αυτού πορεία περίπου εξήντα (60) μέτρων από την προαναφερθείσα έξοδο της στροφής, πλαγιολισθαίνοντας, επέπεσε με σφοδρότητα με το πλάγιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του Γ.

Α., το οποίο πλησίαζε στην είσοδο της αριστερής γι' αυτόν στροφής, κινούμενο και αυτό με ταχύτητα τουλάχιστον εκατό (100) χιλιομέτρων την ώρα. Ακολούθως, το αυτοκίνητο του Β. Σ., εποστρακισθέν προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του και διανύοντας μετά την σύγκρουση απόσταση δεκατεσσάρων (14) μέτρων διαγωνίως και προς την κατεύθυνση της 2..., κατέληξε και ακινητοποιήθηκε σε παρακείμενα χωράφια, δίπλα από το αντίθετο για την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή δίπλα στο ρεύμα πορείας προς την 1..., ενώ το αυτοκίνητο του Γ.

Α. μετά την σύγκρουση μετακινήθηκε εντός του ρεύματος πορείας του προς τα δεξιά, σε απόσταση τεσσάρων (4) μέτρων περίπου από το σημείο της συγκρούσεως, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση ενός (1) μέτρου περίπου από το κέντρο του οδοστρώματος και εντός του ρεύματος πορείας του τελευταίου. Το τελευταίο αυτό αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε διαγωνίως με μέτωπο προς την 1..., με τους εμπρόσθιους τροχούς του να βρίσκονται στο προαναφερθέν χωμάτινο έρεισμα, πλάτους 2,30 μέτρων και τους οπίσθιους τροχούς του να βρίσκονται εντός του ρεύματος πορείας προς την 1....

Με βάση τις προεκτιθέμενες συνθήκες του ατυχήματος οι οποίες προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και, ιδίως, από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας και, ειδικότερα, την συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας ... και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα καθώς και τις προανακριτικές και επ' ακροατηρίω καταθέσεις των εξετασθέντων αυτοπτών μαρτύρων, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών.

Ο Β. Σ. κατά την οδήγηση του οχήματός του, από αμέλειά του, δεν κατέβαλε την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού κάτω από παρόμοιες συνθήκες, με αποτέλεσμα να μην προβλέψει και να μην αποφύγει το ατύχημα. Ειδικότερα, αυτός δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ρύθμισε καταλλήλως την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, όπως όφειλε, ενόψει του ότι εκινείτο σε ολισθηρό λόγω της βροχοπτώσεως και μικρού πλάτους οδόστρωμα, πλησίαζε σε στροφή με περιορισμένη ορατότητα των αντιθέτως κινουμένων οχημάτων, ενώ λόγω του επελθόντος σκότους και της ελλείψεως ικανοποιητικού τεχνητού φωτισμού δεν υπήρχε η ασφαλής δυνατότητα για τον έγκαιρο εντοπισμό των καμπών του οδοστρώματος και των τυχόν αντιθέτως κινουμένων οχημάτων, συνθήκες οι οποίες του επέβαλαν να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικός και να διέλθει από το σημείο με μεγάλη προσοχή και πολύ μικρότερη ταχύτητα.

Εκτός αυτού, ήταν κάτοικος της περιοχής και γνώριζε την επικινδυνότητα της συγκεκριμένης στροφής, επικινδυνότητα η οποία του είχε επισημανθεί ακόμα και από τον πατέρα του (βλ. προανακριτική κατάθεση του τελευταίου). Εν τούτοις, αυτός ανέπτυξε ανεπίτρεπτη για τις προαναφερθείσες συνθήκες επί της οδού ταχύτητα, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να εισέλθει αιφνιδίως στο αντίθετο ρεύμα πορείας, με τον προεκτεθέντα τρόπο και να επιπέσει επί του αυτοκινήτου του Γ.

Α.. Ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 13 παρ. 2, 19 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999). Ποσοστό ευθύνης, όμως, για την σύγκρουση ανακύπτει και για τον τελευταίο, ο οποίος, παραβίασε και αυτός τις παραπάνω διατάξεις και αν υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες επί της οδού επιβάλλονταν να είναι προσεκτικότερος, όμως, ανέπτυξε με το αυτοκίνητό του υπερβολική για τις συνθήκες αυτές ταχύτητα.

Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού ήταν, πλησιάζοντας με την προαναφερθείσα ταχύτητα στην αριστερή για την πορεία του στροφή, μόλις ο Β. Σ. εισήλθε στο ρεύμα πορείας του, διαγράφοντας την προαναφερθείσα πορεία, σε απόσταση εξήντα (60) μέτρων περίπου μπροστά του, να μην μπορέσει να ανακόψει εγκαίρως την ταχύτητα του αυτοκινήτου του και βλέποντας ότι το αυτοκίνητο του Β.

Σ., το οποίο μετά την έξοδό του από την στροφή κινούμενο χωρίς ισορροπία, διαγωνίως στο ρεύμα πορείας προς την 1... και με κατεύθυνση προς το ρεύμα που εκινείτο πριν την είσοδό του στην στροφή, δηλαδή προς την 2 ..., βρίσκονταν στην πορεία του, να ασκήσει επιτυχημένο αποφευκτικό ελιγμό, ώστε τα δύο οχήματα να μην έλθουν σε επαφή.

Αν ο Γ. Α. εκινείτο με μικρότερη και επιβαλλόμενη για τις προαναφερθείσες συνθήκες επί της οδού ταχύτητα, λόγω και της αποστάσεως των εξήντα (60) μέτρων περίπου από το σημείο εξόδου του Β. Σ. στο αντίθετο ρεύμα πορείας μέχρι το σημείο συγκρούσεως, το οποίο στο συνταγέν σχεδιάγραμμα της Τροχαίας αποτυπώνεται εντός του ρεύματος πορείας προς την 1..., δηλαδή στο ρεύμα πορείας του Γ.

Α., όπου ανευρέθησαν και υπολείμματα της συγκρούσεως (θραύσματα, λάδια κ.λπ.), τότε με τα δεδομένα αυτά ο τελευταίος θα μπορούσε να ελέγξει αποτελεσματικά το αυτοκίνητό του, μειώνοντας δραστικώς την ταχύτητά του και να αποφύγει την σύγκρουση, ασχέτως της ανεξέλεγκτης πορείας του αυτοκινήτου του Β. Σ.. Η ένταση της ταχύτητας και το ύψος αυτής των δύο συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, η οποία αποδείχθηκε καθοριστική για το επελθόν αποτέλεσμα, αποδεικνύεται αβιάστως από την πορεία που διέγραψε το αυτοκίνητο του Β.

Σ. αμέσως μετά την απώλεια της ευστάθειάς του από τον οδηγό του. Όπως ήδη προεκτέθηκε, αυτό αρχικώς εξετράπη διαγωνίως προς τα αριστερά του για απόσταση περίπου δέκα (10) μέτρων και, εν συνεχεία, κινούμενο διαγωνίως στο αντίθετο ρεύμα πορείας για απόσταση πενήντα (50) μέτρων περίπου συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του Γ.

Α. και ακινητοποιήθηκε εκτός του οδοστρώματος, σε απόσταση δεκατεσσάρων (14) μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με τις σημαντικές βλάβες που υπέστη όλη η δεξιά πλευρά του και τον σοβαρό τραυματισμό του οδηγού του καταδεικνύουν την αυξημένη και ανεπίτρεπτη κατά τα άνω ταχύτητά του και την σφοδρότητα με την οποία επέπεσε στο αντιθέτως κινούμενο όχημα του Γ.

Α.. Το όχημα του τελευταίου λόγω του ότι διαθέτει σύστημα ABS (βλ. την από 16-5-2011 βεβαίωση της BMW Group Hellas), συνεπεία του οποίου σε περίπτωση φρεναρίσματος στο οδόστρωμα δεν αφήνει ίχνη και του μεγάλου βάρους του, λόγω της ποιότητας κατασκευής του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι συγκρούσθηκε με το εμπρόσθιο μέρος του, απορρόφησε μεγάλο μέρος της εντάσεως της συγκρούσεως και απλώς μετακινήθηκε προς τα αριστερά του, χωρίς να παρασυρθεί και αυτό εκτός του οδοστρώματος.

Επίσης, το αυτοκίνητο του Γ. Α., αν και συγκρούσθηκε με τον προαναφερθέντα τρόπο, όμως, υπέστη και αυτό σημαντικότατες βλάβες, κυρίως στο εμπρόσθιο τμήμα του, στοιχείο δηλωτικό της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει ο τελευταίος λίγο πριν την σύγκρουση. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι της συγκρούσεως προηγήθηκε είσοδος του αυτοκινήτου του Γ.

Α. στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου του Β. Σ., γεγονός το οποίο αιφνιδίασε τον τελευταίο και τον οδήγησε στην απώλεια της ισορροπίας του αυτοκινήτου του. Την εκδοχή αυτή, αφενός μεν, δεν την ενισχύει κανένας από τους μάρτυρες, ιδίως από τους αυτόπτες, αφετέρου δε ανατρέπεται πλήρως από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και, κυρίως, από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται η πορεία των συγκρουσθέντων οχημάτων και το σημείο της συγκρούσεως αυτών και τα οποία βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις.

Από τα ευρήματα της Τροχαίας αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, ενώ ακόμη εκινείτο στην δεξιά για την πορεία του στροφή, πριν ακόμα έλθει σε οπτική επαφή με το αυτοκίνητο του Γ. Α., στοιχείο το οποίο είναι καταλυτικό για την μη παραδοχή της ως άνω εκδοχής. Επιπλέον, αν ίσχυε ο ισχυρισμός ότι ο Γ.

Α. κατά τον κρίσιμο χρόνο της συγκρούσεως είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη των 115 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ ο Β. Σ. 60 χιλιομέτρων την ώρα, τότε ούτε το αυτοκίνητο του τελευταίου θα διήνυε πριν την σύγκρουση τόσο μεγάλη απόσταση, ακολουθώντας τεθλασμένη γραμμή, όπως πράγματι διήνυσε, ούτε μετά την σύγκρουση θα εκτοξεύονταν σε απόσταση δεκατεσσάρων (14) μέτρων και, μάλιστα, πίσω από την τελική θέση του αυτοκινήτου του Γ.

Α. και το σημείο της συγκρούσεως, σε νοητή ευθεία σε σχέση με κάθετη ευθεία της οδού προς την 2, αλλά θα απωθούνταν απλώς από το αυτοκίνητο του τελευταίου και λογικώς θα παρέμεινε και εντός του οδοστρώματος, πράγμα το οποίο, όμως, ουδόλως συνέβη. Τούτων δοθέντων, αφού τα πραγματικά αυτά περιστατικά βεβαιώνονται στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως από όλο το προσαχθέν και προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο βαθμός συνυπαιτιότητας του Γ.

Α. για την επέλευση του ατυχήματος ανέρχεται σε 30% και του Β. Σ. σε 70%. Έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για την σύγκρουση είναι ο Γ. Α. και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος των από 18 Δεκεμβρίου 2012 και από 9 Δεκεμβρίου 2011 εφέσεων.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι από την σύγκρουση των δύο οχημάτων ο Β. Σ. υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία με εστία αιμορραγικής νεκρώσεως, ρήξη κάψας ήπατος με αιμορραγικές διηθήσεις και εστίες αιμορραγικής νεκρώσεως του παρεγχύματος υποκαψικά, συνεπεία των οποίων σωματικών βλαβών ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθεν ο θάνατος του στις 16 Φεβρουαρίου 2006....".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 ΑΚ, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δηλαδή συνυπαιτιότητας αμφοτέρων των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, που κατ' αιτιώδη συνάφεια συνετέλεσε στην επέλευση του ένδικου θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα και συγκεκριμένα οι επικρατούσες συνθήκες ορατότητας, οι οποίες λόγω του προχωρημένου της ώρας (11.2.2006 και ώρα 18.45) ήταν περιορισμένες, η ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω ελαφράς βροχόπτωσης, η ταχύτητα με την οποία εκινούντο τα εμπλακέντα οχήματα, που σύμφωνα με τις παραδοχές, τόσο ο θανατωθείς Β.

Σ. όσο και ο Γ. Α. εκινούντο με ταχύτητα τουλάχιστον 100 χλμ/ώρα ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας στον τόπο του ατυχήματος ήταν 90 χλμ/ώρα, οι επιφάνειες των συγκρουσθέντων οχημάτων, καθώς και η πορεία των εν λόγω οχημάτων, πριν και μετά την ένδικη σύγκρουση. Αντίθετα οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων-συγγενών του θανατωθέντος κατά το ένδικο ατύχημα Β.

Σ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...51 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ότι δεν διευκρινίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) σε ποιο όριο έπρεπε να μειώσει την ταχύτητα ο θανών ώστε να μην εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να αποφύγει τη σύγκρουση, β) αν με τις επικρατούσες συνθήκες ορατότητας και καταστάσεως του οδοστρώματος, ο πρώτος αναιρεσίβλητος θα μπορούσε να ενεργήσει αποτελεσματική τροχοπέδηση αποφυγής της σύγκρουσης ή αποφευκτικό ελιγμό και γ) κατά πόσο η συμπεριφορά του θανόντος ήταν κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ικανή να επιφέρει τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, διότι:

α) ως προς την πρώτη αιτίαση το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο θανών δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του κατάλληλα ενόψει των επικρατουσών συνθηκών, και στη συνέχεια αιτιολογεί ότι οι συνθήκες αυτές σε συνδυασμό με την υπάρχουσα καμπή της οδού και την περιορισμένη ορατότητα επέβαλαν στον θανόντα συγγενή των αναιρεσειόντων να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και να κινείται με ταχύτητα μικρότερη των 100 χλμ/ώρα, με την οποία εκινείτο, β) αναφορικά με την δεύτερη αιτίαση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, αν εκινείτο με μικρότερη και με την επιβαλλόμενη από τις επικρατούσες συνθήκες ταχύτητα και όχι των 100 χλμ/ώρα με την οποία εκινείτο σε συνδυασμό με την απόσταση των 60 μέτρων από το σημείο εξόδου του θανόντος από το ρεύμα κυκλοφορίας του και εισόδου του στο ρεύμα κυκλοφορίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν μπόρεσε να ασκήσει, κατά την προσβαλλόμενη, επιτυχημένο αποφευκτικό ελιγμό, ώστε τα δύο οχήματα να μην έλθουν σε επαφή και γ) ως προς την τρίτη αιτίαση, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επαρκείς αιτιολογίες που αιτιολογούν, χωρίς αμφιβολία την συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος συγγενούς των αναιρεσειόντων και τον αιτιώδη σύνδεσμο της υπαίτιας συμπεριφοράς του με το ζημιογόνο θανατηφόρο αποτέλεσμα και δεν απαιτείτο να διαλάβει παραδοχή αν η συμπεριφορά του θανόντος ήταν κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει τον θανάσιμο τραυματισμό του.

Επομένως ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 259/2009), Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία είχαν νόμιμα προσκομιστεί με επίκληση και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του: α) τις υπ' αριθμ. ...06/14.12.2006 και ...08/ 20.4.2008 εκθέσεις δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Δ. Κ. και β) την 1912/29.9.2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, με την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.

Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι προαναφερθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Δ. Κ., αλλά και η 1912/29. 9.2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας μνημονεύονται ρητά στην εν λόγω απόφαση κατά την κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του (1η και 2η σελίδες του 4ου φύλλου της προσβαλλόμενης) και επομένως ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω έγγραφα μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα, μάρτυρες κ.λπ.), προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το ποίος οδηγός εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αιτιολογώντας πλήρως, κατά τα ήδη εκτεθέντα, την κρίση του αυτή, δεν απαιτείτο δε χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, που αποδίδει στην απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚπολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.11.2016 αίτηση για αναίρεση της 68/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ