Supreme Court dismisses appeal against employer's resignation compensation claim under Art. 8 of Law 3198/1955.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous insurance company's appeal against the First Instance Court's ruling in favor of the employee. The employee resigned voluntarily at age 51 after 25 years of service, triggering statutory compensation rights under Article 8 of Law 3198/1955. The court held that the employer's internal regulation excluding such compensation could not override the mandatory statutory provisions protecting long-term employees.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 of Law 3198/1955; The employer's internal regulations cannot override mandatory statutory provisions granting compensation to employees with indefinite contracts who resign after fifteen years of service.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 311 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 311/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ "Η ΕΘΝΙΚΗ"", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Λένη και Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, που κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. Γ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κράια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1190/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 620/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/6/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 12/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ.8 εδ. α' του ν. 3198/1955 μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6§1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ.
αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το αρθρ. 5§§1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του αρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το αρθρ. 8§4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το αρθρ. 5§1 του ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής:
Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των αρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 ή του β.δ.
της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου και την θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσης της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα:
α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας.
Στην περίπτωση, όμως, που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, εφόσον δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/1986, ΑΠ 263/2014). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει την συνδρομή του στοιχείου αυτού γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων, και την συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού.
Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού (αυτό δε συμβαίνει και όταν δεν προβλέπεται ως προϋπόθεση η αποδοχή της παραίτησης από τον εργοδότη, ΑΠ 1132/2006).
Στην περίπτωση αυτήν ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων την συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί (ΑΠ 473/2014, 263/2014). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθ.1§2 ν.δ.3789/1957, 12§4 ν.1767/1988 και 8§3 ν.2224/1996 προκύπτει ότι οι όροι του με ισχύ νόμου εφαρμοζομένου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η διεπομένη από τέτοιον κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του κανονισμού (ΟλΑΠ 42/2002).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.26 του ισχύοντος από 13-12-2004 νέου Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που είχε εγκριθεί αρχικά με την 9178/1997 απόφαση του αναπληρωτή Νομάρχη Αττικής κατά τις διατάξεις του ν.3768/1957, τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε εκ νέου με την από 13-12-2004 ΕΣΣΕ μεταξύ της εναγομένης και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Ασφαλιστικής, κατατέθηκε δε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού λύνεται :α) Με το θάνατο του υπαλλήλου β) Με παραίτηση του υπαλλήλου κατόπιν προειδοποιήσεως 30 ημερών γ) Λόγω αδικαιολόγητης και αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου πέρα από ένα μήνα ή λόγω αποχής από την εργασία του για οποιονδήποτε λόγο, έστω και για ασθένεια που υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα όρια απουσίας....Στις περιπτώσεις α, β και γ δεν καταβάλλεται καμία αποζημίωση δ) Με τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 59ου έτους της ηλικίας και των προϋποθέσεων για πλήρη σύνταξη γήρατος, οπότε λύνεται αυτοδίκαια η σύμβαση εργασίας.
Σε περίπτωση που ο καταλαμβανόμενος με το όριο της ηλικίας των 59 ετών υπάλληλος δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για πλήρη σύνταξη, υποχρεούται η Εταιρία μετά από αίτησή του, να παρατείνει την παραμονή του, αλλά μόνο για χρόνο που απαιτείται για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για πλήρη σύνταξη γήρατος, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 63ου έτους της ηλικίας του.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις καταβάλλεται η μειωμένη αποζημίωση που προβλέπεται από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν.3198/1955...ε) Πριν από τη συμπλήρωση των παραπάνω ορίων ηλικίας με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και με καταβολή της προβλεπόμενης από το Ν.2112/1920 αποζημίωσης στ) Αυτοδίκαια με την τρίτη στασιμότητα του υπαλλήλου, σύμφωνα με το άρθρο 15 αυτού του Κανονισμού".
Εξάλλου, στο άρθ.5 της 6/2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α' 38), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.1§6 ν.4046/2012 και κατ' άρθ.6 αυτού ορίζεται ότι "1. Από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει.
Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990. 2.
Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή/και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται.
Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν.1892/1990".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ με αντικείμενο αποζημίωση απόλυσης, με την προσβαλλομένη 620/2015 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων, γεννηθείς την 16-12-1961, προσλήφθηκε από την εναγομένη ΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ την 8-5-1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εργάσθηκε σ' αυτήν ως υπάλληλος, αρχικά στο υποκατάστημά της στις Σέρρες και από 22-5-2009 στο υποκατάστημά της στην Θεσσαλονίκη, εξελιχθείς ιεραρχικά μέχρι τον βαθμό του Εντεταλμένου από 1-1-2008, ότι η σύμβαση αυτή ήταν ορισμένου χρόνου, αφού κατά το προαναφερθέν άρθ.26 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, στον οποίο (αρχικό και νέο) είχε προσχωρήσει, ο ενάγων αποχωρούσε αυτοδίκαια της υπηρεσίας του με την συμπλήρωση του 59ου έτους της ηλικίας του, εάν έχουν συμπληρωθεί και οι προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και το 63ο έτος της ηλικίας, εάν δεν έχει θεμελιωθεί συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ότι με το παραπάνω άρθ.5§1 της ΠΥΣ 6/2012 η σύμβαση αυτή από 14-2-2012 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου εξαρχής, όπως προαναφέρθηκε, ότι την 18-4-2012 ο ενάγων αποχώρησε από την εργασία του με έγγραφη δήλωση προς αυτήν ότι θα διακόψει την παροχή της εργασίας του μετά πάροδο ενός μηνός, δηλ.
από 21-5-2012 και με τον τρόπο αυτόν λύθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, ενώ η απαιτουμένη κατά νόμο συγκατάθεση της εναγομένης στην αποχώρηση του ενάγοντος λογίζεται ότι έχει δοθεί εκ των προτέρων με την συνομολόγηση στον έχοντα ισχύ νόμου Κανονισμό Εργασίας, και δη στο προαναφερόμενο άρθ. 26 αυτού, του δικαιώματος παραίτησης του ενάγοντος πριν την συμπλήρωση του ορισμένου χρόνου ηλικίας, χωρίς να προβλέπεται ότι η εναγομένη μπορεί να εναντιωθεί στην πρόωρη εκούσια αποχώρησή του, ότι κατά τον χρόνο της αποχώρησής του ο ενάγων είχε συμπληρώσει το 51ο έτος της ηλικίας του και είχε συνεχή πραγματική υπηρεσία είκοσι πέντε ετών και δέκα ημερών, ενώ δεν είχε υπαχθεί σε κλάδο επικουρικής ασφάλισης, ως εκ τούτου δε συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες από το άρθ.8§1 εδ.
α' ν. 3198/1955 προϋποθέσεις και ο ενάγων δικαιούται την προβλεπομένη από την διάταξη αυτή αποζημίωση, ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά τον τελευταίο, πριν την αποχώρησή του, μήνα απασχόλησης ανέρχονταν σε 4.177,46€, στα οποία πρέπει να προστεθεί η αναλογία των επιδομάτων εορτών, αδείας, ισολογισμού και η έκτακτη οικονομική ενίσχυση για θέρμανση, κατά την εκεί ειδικότερη ανάλυση και έφθαναν στο συνολικό ποσό των 5.395,88€, ως εκ τούτου δε η αποζημίωση που δικαιούται ανέρχεται, με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας του, στο ποσό των 56.656,74€, ότι η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο Κανονισμός εργασίας της εναγομένης αποκλείει το δικαίωμα αποζημίωσης των υπαλλήλων της σε περίπτωση παραίτησής τους, δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή δεν υπερισχύει των διατάξεων του ν.3198/1955, οι οποίες δεν εθίγησαν με το ν.4046/2012 και την ΠΥΣ 6/2012, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας εναγομένης, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τον μοναδικό λόγο της από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθ.176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-6-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" για αναίρεση της 620/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ