Supreme Court allows appeal against lower court's rejection of contractor's claim regarding statutory deductions from engineering fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment that rejected a contractor's claim for statutory deductions from engineering fees. The appellants argued that the lower court erred in interpreting the Civil Procedure Code and substantive law regarding mandatory deductions for public funds. The court held that while the lower court correctly considered the contract terms, it incorrectly applied the law by allowing private agreements to override mandatory statutory deductions not explicitly provided for in the relevant legislation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 13 §§ 4 and 5 of Law 1418/1984; Article 559 of the Civil Procedure Code; Article 361 of the Civil Code: Private parties cannot contractually agree to statutory deductions for public funds when the specific legislation governing such entities does not provide for such deductions in the particular case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 311 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 311/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "SYSTRA S.A.", που εδρεύει στο …, νόμιμα εγκατεστημένης στην Ελλάδα δια υποκαταστήματος στο …, που εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΣΚΑΛΟΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΣΚΑΛΟΣ Ε.Π.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ SYSTRA S.A. - ΣΚΑΛΟΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΜΕΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΤΣΑ 336/07" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρδουλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευγένιο Χριστοφιλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2010 προσφυγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 6512/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20/1/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 10/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο δεύτερος και ο τέταρτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' 6512/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, να γίνουν εν μέρει δεκτοί ο πρώτος και ο τρίτος των λόγων της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρ. 13§§4 και 5 του ν. 1418/1984 υπ' αριθ. 6512/2011 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την από 29.3.2010 προσφυγή των αναιρεσειουσών, με την οποία αυτές, ισχυριζόμενες ότι η αμοιβή της τρίτης αυτών για τις υπηρεσίες τεχνικού συμβούλου, που ύστερα από διεθνή διαγωνισμό με ανοικτή διαδικασία της ανέθεσε για το έργο της κατασκευής του ΜΕΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ η αναιρεσίβλητη κατά τους όρους του από 13.2.2008 ιδιωτικού μεταξύ τους συμφωνητικού, δεν υπόκειται σε κρατήσεις για πόρους υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ (Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων), του ΕΜΠ (Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου) και του ΤΕΕ (Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος) και συνεπώς αντισυμβατικά και παράνομα η αναιρεσίβλητη περιέκοψε για τέτοιους πόρους με το TSA - 336/08-ΑΜ-0032/13.10.2009 έγγραφο του Διευθυντή των Οικονομικών Υπηρεσιών της ποσό 8.676,17 ευρώ από τον υπ' αριθ. 14/21.9.2009 λογαριασμό (τιμολόγιο) αμοιβής της τρίτης αναιρεσείουσας, της οποίας η πρώτη και η δεύτερη των αναιρεσειουσών είναι τα κοινοπρακτούντα μέλη, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ως αντισυμβατική και παράνομη η περικοπή αυτή και να υποχρεωθεί η αντίδικός τους να τους καταβάλει νομιμοτόκως το ως άνω ποσό.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Το άρθρ. 1 του ν. 3316/2005 ορίζει ότι "δημόσια σύμβαση είναι η έγγραφη σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας, η οποία συνάπτεται μεταξύ αναθέτουσας αρχής της παραγράφου 9 και αναδόχου της παραγράφου 19 και έχει ως αντικείμενο την εκπόνηση μελέτης ή την παροχή λοιπών υπηρεσιών μηχανικού ..., καθώς και την παροχή υπηρεσιών άλλων ελευθέριων επαγγελμάτων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2", διακρίνονται, δηλαδή, οι δημόσιες συμβάσεις του νόμου αυτού σε συμβάσεις εκπόνησης μελετών και παροχής υπηρεσιών [παρ. 1] ..., ότι "σύμβαση παροχής υπηρεσιών είναι η σύμβαση, στην οποία η παροχή του αναδόχου συνίσταται στην προσφορά γνώσεων και ικανοτήτων, με τη διάθεση κυρίως συγκεκριμένου επιστημονικού προσωπικού και άλλων μέσων για ορισμένο χρόνο, που προσδιορίζεται είτε ημερολογιακά είτε σε συνάρτηση με ορισμένο γεγονός της διαδικασίας παραγωγής έργου", νοούνται δε ως τέτοιες συμβάσεις "ιδίως οι συμβάσεις (αα) για τη σύνταξη των τευχών δημόσιου διαγωνισμού ανάθεσης μελέτης ή υπηρεσίας, (ββ) για τον έλεγχο και την επίβλεψη έργου ή μελέτης, όπως η επίβλεψη προσδιορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 25 (με στόχο, δηλαδή, την πιστή εκπλήρωση των όρων της σύμβασης από τον ανάδοχο ως προς την εκπόνηση της μελέτης ή την παροχή υπηρεσιών κατά τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης) και (γγ) για την υποστήριξη της υπηρεσίας στη διεξαγωγή ανάθεσης σύμβασης μελέτης, έργου ή υπηρεσίας, στην επίβλεψη ή έλεγχο μελέτης και στη διοίκηση ή επίβλεψη ή έλεγχο έργου" [παρ. 2 (β)] ..., ότι "αναθέτουσες αρχές είναι το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) όλων των βαθμών, οι δημοτικές, νομαρχιακές και δημόσιες επιχειρήσεις κάθε νομικής μορφής, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις κάθε νομικής μορφής που συγκροτούνται από τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα, είναι δε οργανισμός δημοσίου δικαίου κάθε νομικό πρόσωπο, το οποίο (α) έχει συσταθεί με συγκεκριμένο σκοπό την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν εμπίπτουν στο βιομηχανικό ή εμπορικό τομέα και (β) η δραστηριότητά του χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το ελληνικό δημόσιο ή από οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλο οργανισμό δημοσίου δικαίου ή η διαχείρισή του υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από τους οργανισμούς αυτούς ή περισσότερα από τα μισά των μελών του διοικητικού, του διευθυντικού ή του εποπτικού του συμβουλίου διορίζονται από το ελληνικό δημόσιο ή οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου" [παρ. 9]..., ότι "σύμβουλος της υπηρεσίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, δυνάμει συμβάσεως παροχής υπηρεσιών, υποστηρίζει την υπηρεσία στη διεξαγωγή της διαδικασίας ανάθεσης μελέτης, έργου ή υπηρεσίας και στη διοίκηση ή επίβλεψη ή έλεγχο μελέτης ή έργου" [παρ. 17] ..., και ότι "ανάδοχος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κοινοπραξία ή σύμπραξη, που συνάπτει με τον εργοδότη σύμβαση των παραγράφων 1 έως 4" [παρ. 19] ..., ρυθμίζει δε ο ν. 3316/2005, κατά το άρθρ. 2§1 αυτού, "τη σύναψη και εκτέλεση όλων των δημοσίων συμβάσεων, ανεξαρτήτως αξίας, για την εκπόνηση μελετών και παροχή λοιπών υπηρεσιών μηχανικού και των άλλων ελευθέριων επαγγελμάτων των κατηγοριών μελετών της παραγράφου 2, που εμπίπτουν καθ' ύλην στο "Παράρτημα II Α" της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ και στο "Παράρτημα XVIIA" της Οδηγίας 2004/17/ΕΚ, όπως εκάστοτε ισχύουν, όταν οι μελέτες δεν εκπονούνται και οι υπηρεσίες δεν παρέχονται από το προσωπικό της αναθέτουσας Αρχής ...".
Με το άρθρ. 1 του ν. 1955/1991 ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε." [παρ. 1], που "λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σ' αυτήν οι διατάξεις, του διέπουν εταιρείες, οι οποίες άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στο Δημόσιο, πλην των ρητά οριζομένων στον παρόντα νόμο εξαιρέσεων, είναι δε επιχείρηση κοινής ωφέλειας και ισχύουν και σ' αυτήν οι κείμενες διατάξεις για τις επιχειρήσεις αυτές" [παρ. 2], Κατά το άρθρ. 10§7 του ίδιου ν. 1955/1991, που προστέθηκε με το άρθρ. 4§3 του ν. 2719/1999, "για την εκτέλεση των συμβάσεων των έργων που ανατίθενται από την εταιρεία ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε.
έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 1418/1984 και του π.δ/τος 609/1985, που εκδόθηκε σε εκτέλεσή του, όπως κάθε φορά ισχύουν", κατά δε το άρθρ. 1§3 του Καταστατικού της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε., που εγκρίθηκε με το άρθρ. 2 του ν. 1955/1991, όπως η εν λόγω §3 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 9§4 του ν. 3481/2006, κάθε διαφορά μεταξύ της εταιρείας και των μετόχων της ή τρίτων υπάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της έδρας της εταιρείας, η οποία ενάγεται μόνο στα δικαστήρια αυτά, ακόμη και στις περιπτώσεις που ισχύουν ειδικές δωσιδικίες, εκτός αν αλλιώς ορίζει ο νόμος ή αν έχει συμφωνηθεί διαιτησία, με εξαίρεση τις διαφορές των παραγράφων 1 έως 6 και της παραγράφου 8 του δέκατου άρθρου του ν. 1955/1991, που αφορούν την κατασκευή του δικτύου του ΜΕΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ και των τυχόν επεκτάσεών του, οι οποίες υπάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Θεσσαλονίκης", ενώ κατά το άρθρ. 41§14 του ν. 3316/2005, "για τη δικαστική επίλυση των διαφορών που προκύπτουν μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, κατά την εκτέλεση των συμβάσεων του άρθρου 1 (του ν. 3316/2006), εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1418/1984, όπως ισχύουν κάθε φορά και αρμόδιο δικαστήριο είναι το διοικητικό ή το πολιτικό εφετείο της περιφέρειας, στην οποία υπογράφηκε η σύμβαση, παρέκταση δε της αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται".
Εξ άλλου με το άρθρ. 1§1 του α.ν. 2326/1940 ιδρύθηκε το Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με έδρα την Αθήνα, στο οποίο, κατά το άρθρ. 6§1 του ίδιου νόμου, μετέχουν υποχρεωτικά, από τότε που άρχισαν οι καταβολές των συνδρομών τους στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (Τ.Ε.Ε.,) όλοι οι δικαιούμενοι να είναι μέλη του Επιμελητηρίου αυτού, καθώς και όλοι όσοι ασκούν στην Ελλάδα το επάγγελμα του εργολάβου δημοσίων έργων, βάσει πτυχίου του αρμόδιου Υπουργείου, οι οποίοι εγγράφονται υποχρεωτικά στις εργοληπτικές οργανώσεις του Κράτους.
Οι πόροι του ΤΣΜΕΔΕ ορίζονται στο άρθρ. 7§1 του α.ν. 2326/1940 και μεταξύ αυτών είναι και ο πόρος της περίπτωσης (ε), σύμφωνα με την οποία ορίζεται πόρος "εκ ποσοστού 2% επί της αμοιβής διά την εκπόνησή οιασδήποτε μελέτης τεχνικής φύσεως, ως και την εκτέλεσιν ή επίβλεψιν του σχετικού έργου, του πληρωτέου ποσού των αμοιβών υπολογιζομένου πάντοτε βάσει των κειμένων εκάστοτε διατάξεων περί των αμοιβών των ιδιωτών μηχανικών κλπ ...".
Ο πόρος αυτός, όπως άλλωστε και οι λοιπές κρατήσεις της ίδιας παραγράφου, δεν αποτελεί ασφαλιστική εισφορά, αλλά κοινωνικό πόρο για την ενίσχυση του ΤΣΜΕΔΕ (πρβλ. ΟλΑΠ 10/1994' ΑΠ 1252/1994), που βαρύνει όχι μόνον τους ασφαλισμένους σ' αυτό, αλλά όλους ανεξαιρέτως τους δικαιούχους αμοιβής εργολήπτες, είτε είναι ασφαλισμένοι είτε όχι στο Ταμείο (πρβλ.
ΟλΣτΕ 2509/1997 ΣτΕ 1797/2001). Αντίθετη εκδοχή δεν συνάγεται από το δεύτερο εδάφιο, που προστέθηκε με το άρθρ. 10 του ν. 915/1979 στην ως άνω περίπτωση (ε) του άρθρ. 7§1 του α.ν. 2326/1940, κατά το οποίο (εδάφιο) "η ως άνω ποσοστιαία εκ 2% κράτησις, η βαρύνουσα τους δικαιούχους των αμοιβών ιδιώτας, ησφαλισμένους αυτού (του Ταμείου), καταβάλλεται προς το Ταμείον ανεξαρτήτως πηγής χρηματοδοτήσεως της μελέτης του έργου", αφού το εδάφιο αυτό αφορά ειδικά την περίπτωση που η παραπάνω κράτηση (πόρος) βαρύνει φυσικά πρόσωπα ασφαλισμένα στο ΤΣΜΕΔΕ, οπότε καταβάλλεται απευθείας στο Ταμείο ανεξάρτητα από την πηγή χρηματοδότησης του έργου, δηλαδή ακόμη και αν αυτή είναι το Δημόσιο, το οποίο επομένως, κατ' εξαίρεση, δεν παρακρατεί και δεν αποδίδει το ίδιο στο Ταμείο τον πόρο αυτό.
Κατά τα λοιπά όμως ο ίδιος πόρος οφείλεται αποκλειστικά για την εκπόνηση μελέτης τεχνικής φύσης και για την εκτέλεση ή επίβλεψη σχετικού έργου, στην έννοια των οποίων δεν περιλαμβάνεται ασφαλώς η παροχή υπηρεσιών μόνο συμβούλου στο πλαίσιο δημόσιας σύμβασης του ν. 3316/2005, δηλαδή υπηρεσίες που κατατείνουν όχι στη σύνταξη της ίδιας της μελέτης ή απευθείας στην εκτέλεση και επίβλεψη τεχνικού έργου, αλλά στην υποστήριξη και υποβοήθηση απλώς του φορέα ή του αναδόχου του έργου κατά ία αντίστοιχα στάδια της διεξαγωγής του.
Περαιτέρω κατά την περίπτωση (α) της παρ. 1 του άρθρου μόνου του ν. 546/1943, οι πόροι της περιουσίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου ενισχύονται, μεταξύ άλλων, "δι' επιπροσθέτων κρατήσεων και καταβολών ως αύται καθορίζονται δια του άρθρ. 7§1 υπό στοιχεία (β), (γ), (ε), (στ), (ζ), (η), (ια), (ιβ), (ιγ), (ιε) και (ιστ) του α.ν. 2326/1940, οριζόμενων, όμως, εις το ήμισυ των υπό των διατάξεων τούτων προβλεπομένων, οι πρόσθετοι δε ούτοι πόροι συνεισπράττονται ομού μετά των αρχικών υπό του ΤΣΜΕΔΕ σύμφωνα τις διατάξεις του α.ν. 2326/1940 και αποδίδονται εις το ΕΜΠ εις το τέλος εκάστης τριμηνίας οικονομικού έτους..., ισχύουν δε δια τους προσθέτους τούτους πόρους αι αυταί περί του τρόπου καταβολής εισπράξεως και εξασφαλίσεως διατάξεις του α.ν. 2326/1940 και των κατ' εκτέλεσιν τούτου εκδοθέντων διαταγμάτων, ομοίως δε και άπασαι αι διατάξεις αι τροποιήσασαι μεταγενεστέρως τας διατάξεις του άρθρ. 7§1 του α.ν. 2326/1940 από της δημοσιεύσεώς του και εφεξής".
Με το άρθρ. 29§29 του ν. 1473/1984 η ως παραπάνω διάταξη, η οποία συμπληρώθηκε από τις διευκρινιστικές διατάξεις του άρθρ. 4 του ν. 440/1945, καταργήθηκε, μόνον όμως ως προς τον πόρο υπό στοιχείο (ιε) του άρθρ. 7§1 του α.ν. 2326/1940, ενώ εξακολούθησαν να ισχύουν υπέρ του ΕΜΠ οι λοιποί πόροι του άρθρου αυτού, οι οποίοι, αν και καταργήθηκαν εν μέρει με τα άρθρ. 9, 10 & 11 του ν. 915/1979 ως προς το ΤΣΜΕΔΕ, διατηρήθηκαν ωστόσο με το άρθρ. 14 του ίδιου νόμου υπέρ του ΕΜΠ.
Συνεπώς οι πόροι αυτοί υπέρ του ΕΜΠ είναι σε κάθε περίπτωση συνδεδεμένοι με του αντίστοιχους πόρους του άρθρ. 7§1 του α.ν. 2326/1940, οπότε και δεν οφείλονται, εφόσον δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως πόροι του άρθρου αυτού. Παρέπεται ότι αφού για τις υπηρεσίες συμβούλου κατά την έννοια του ν. 3316/2005 δεν δικαιολογείται υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ ο πόρος υπό στοιχείο (ε) του άρθρ. 7§1 του α.ν. 2326/1940, δεν οφείλεται το ήμισυ του πόρου αυτού ούτε υπέρ του ΕΜΠ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη προσφυγή, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), η τρίτη αναιρεσείουσα ανέλαβε με την από 13.2.2008 έγγραφη σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης και έχει το χαρακτήρα δημόσιας σύμβασης του ν. 3316/2005, την παροχή υπηρεσιών τεχνικού συμβούλου σε σχέση με την κατασκευή του ΜΕΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ και ειδικότερα ανέλαβε να υποστηρίξει με τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις του προσωπικού της τις εργασίες μελέτης και εκτέλεσης του έργου σε επίπεδο απλών συμβουλών και υποδείξεων.
Σύμφωνα έτσι με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ναι μεν τον υπό στοιχείο (ε) πόρο του άρθρ. 7§1 του α.ν. 2329/1940 οφείλουν υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ και του ΕΜΠ και εργολήπτες που δεν είναι ασφαλισμένοι στο ΤΣΜΕΔΕ, όπως ορθά και το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς το ζήτημα αυτό τη σχετική διάταξη, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όμως κατά τα λοιπά το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ίδια διάταξη και κατ' επέκταση και αυτή της παραγράφου 1 του άρθρου μόνου του ν. 546/1943 με το να δεχθεί ότι ο παραπάνω πόρος οφείλεται και για παρεχόμενες από τεχνικό σύμβουλο υπηρεσίες και να κρίνει έτσι μη νόμιμη την ένδικη προσφυγή ως προς την αξίωση ειδικότερα των αναιρεσειουσών να αναγνωριστεί ως αντισυμβατική και παράνομη η κράτηση για τέτοιο πόρο από την αμοιβή της τρίτης αυτών, για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. 14/21.9.2009 τιμολόγιο της, ποσοστού 2% υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ και ποσοστού 1% υπέρ του ΕΜΠ, τα οποία το Εφετείο αρνήθηκε κατά το ισόποσο τους να επιδικάσει στην τρίτη ειδικότερα αναιρεσείουσα.
Επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το αντίστοιχο μέρος του ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
3. Με το άρθρ. 1 του π.δ/τος από 27.11/14.12.1926, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του ν. 1486/1984, ορίζεται ότι "συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και έχει περιφερειακή διάρθρωση ...", ως τακτικά μέλη του οποίου ορίζεται με το άρθρ. 2§1 του ίδιου π.δ/τος, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ/τος 512/1991, ότι "εγγράφονται υποχρεωτικά όλοι οι ελληνικής ιθαγένειας ή οι έχοντες την ιθαγένεια κράτους-μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διπλωματούχοι του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, των Πολυτεχνικών Σχολών της Χώρας και των ισοτίμων σχολών του εξωτερικού μετά τη λήψη της άδειας άσκησης του επαγγέλματος, ενώ ειδικές διατάξεις που προβλέπουν την εγγραφή στο ΤΕΕ χωρίς ελληνική ιθαγένεια ή την ιθαγένεια κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διατηρούνται σε ισχύ".
Εξ άλλου οι παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου μόνου του ν.δ/τος 2727/1953, όπως ίσχυαν πριν να καταργηθούν με το άρθρ. 7§§11 και 12(β) του ν. 3919/2011, όριζαν ότι "ο κατά το άρθρον 59 παρ. 1 του από 17.7/16.8.1923 ν.δ/τος "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών" (ήδη το άρθρ. 59§1 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 7§10 του ν. 3919/2011) κανονισμός των ελάχιστων ορίων αμοιβής των μηχανικών εν γένει και αρχιτεκτόνων, εφαρμόζεται δι' όλας τας ειδικότητας των μηχανικών - μελών του ΤΕΕ, διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών, καθώς και διά τους βάσει ειδικών διατάξεων νόμων ασκούντας τα επαγγέλματα ταύτα εν όλω ή εν μέρει ..." [παρ. 1], ότι " ο κανονισμός ούτος των αμοιβών εκτείνεται εις την μελέτη, εφαρμογήν, επίβλεψιν, εποπτείαν ή έλεγχον και παραλαβήν των πάσης φύσεως έργων ή εγκαταστάσεων, καθώς και εις πάσης φύσεως τεχνικός εν γένει εργασίας και υπηρεσίας, σχεδιαγράμματα, καταμετρήσεις, γνωμοδοτήσεις, πραγματογνωμοσύνας κλπ ή αμοιβάς καταβαλλομένας εις τους μετέχοντας αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και τους κριτάς τούτων" [παρ. 2] και ότι "εκ της ως άνω αμοιβής μελέτης παρακρατείται υπό του ΤΕΕ ποσοστόν 8%, όπερ διατίθεται διά την εθελουσίαν έξοδον εκ του επαγγέλματος των μη διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών ...
και ποσοστόν μέχρι 2% διά τας πάσης φύσεως σχετικός δαπάνας αυτού (του ΤΕΕ), το δε υπόλοιπον της αμοιβής της μελέτης καταβάλλεται, εν όλω ή τμηματικώς, προς τον δικαιούχον υπό του ΤΕΕ ή του υπό τούτου εξουσιοδοτουμένου, μετά την υπό της Αρχής έγκρισιν της μελέτης, κατά τα ορισθησόμενα διά β.δ/τος ..." [παρ 4].
Σχετικά εκδόθηκε το από 30/31.5.1956 β.δ/γμα που όρισε με το άρθρ. 1 ότι "οι μηχανικοί διπλωματούχοι Ανωτάτων Σχολών του ΕΜΠ ή ομοταγών αυταίς Σχολών της αλλοδαπής, μέλη του ΤΕΕ, καθώς και οι βάσει των νόμων 4663/1930 "περί ασκήσεως επαγγέλματος πολιτικού μηχανικού, αρχιτέκτονος και τοπογράφου" και 6422/1934 "περί ασκήσεως του επαγγέλματος του μηχανολόγου, του ηλεκτρολόγου μηχανολόγου, ως και του ναυπηγού" ασκούντες εν όλω η εν μέρει τα επαγγέλματα ταύτα, άμα τη αναθέσει εις αυτούς της συντάξεως οιασδήποτε μελέτης υποχρεούνται, όπως εντός 8 ημερών από της αναθέσεως, υποβάλωσιν εις το Τεχνικόν Επιμελητήριον, ή τον δι' αποφάσεως της Διοικούσης Επιτροπής αυτού εξουσιοδοτούμενον, δήλωσιν του αναθέτοντος περί της αναθέσεως και ίδιαν δήλωσιν περί αποδοχής ταύτης, εάν δε αναθέτων είναι το Δημόσιον ή Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, αντίγραφον της εγκρίσεως της αναθέσεως ..., τας υποχρεώσεις δε της παρούσης παραγράφου υπέχουν και τα αναλαμβάνοντα την εκπόνησιν μελέτης νομικά πρόσωπα, συνεστημένα υπό οιανδήποτε εταιρικήν μορφήν ή συμπράττοντα Γραφεία Μελετών" [παρ. 1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο μόνο του υπ' αριθ. 99/1981 π.δ/τος] ..., ότι "οι εν τη παρ. 1 του παρόντος άρθρου υποχρεούνται όπως γνωστοποιώσι εις το ΤΕΕ ή τον υπ' αυτού εξουσιοδοτούμενον την περαίωσιν της ανατεθείσης εις αυτούς μελέτης και τα εκ ταύτης προκύπτοντα στοιχεία, βάσει των οποίων το ΤΕΕ θα συντάσση τον οριστικόν πίνακα αμοιβής δΓ ας περιπτώσεις αύτη δεν καθορίζεται υπό αρμοδίας Κρατικής Υπηρεσίας" [παρ. 4] και ότι "αι Δημόσιαι Αρχαί γνωστοποιούσιν ανά 15ήμερον εις το ΤΕΕ τας κατά το διάστημα τούτο γενομένας εγκρίσεις των υποβληθεισών αυταίς προς έλεγχον μελετών" [παρ. 5].
Κατά την παρ. 1 του άρθρ. 2 του ίδιου β.δ/τος, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν να καταργηθεί με το άρθρ. 7§13 του ν. 3919/2011 "οι αναθέτοντες εις τους εν τη παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου μελέτας ..., υποχρεούνται όπως καταθέτωσι κατά τα εφεξής οριζόμενα εις το ΤΕΕ ή τον υπό τούτου εξουσιοδοτούμενον το σύνολον της οφειλομένης παρ' αυτών προς τους εν τη παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου αναφερομένους αμοιβής μελέτης, ως αύτη κατά τα άνω καθωρίσθη υπό αρμοδίας Κρατικής Υπηρεσίας η του ΤΕΕ, στερούμενοι του δικαιώματος όπως καταβάλωσι την αμοιβήν απ' ευθείας εις τους δικαιούχους", ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρ. 2, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 1 του π.δ/τος 48/1994 "σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής ή τμηματικών πληρωμών έχει δικαίωμα εγέρσεως δικαστικής αγωγής εισπράξεως της οφειλομένης αμοιβής, ο δικαιούχος μηχανικός ή τα δικαιούχο γραφεία μελετητών με οποιαδήποτε εταιρική μορφή, συμπεριλαμβανομένων και των κοινοπραξιών, ενώ το αυτό δικαίωμα έχει και το ΤΕΕ".
Ακολούθως το άρθρ. 3 του αυτού β.δ/τος ορίζει στην μεν παρ. 2 ότι "το μετά την αφαίρεσιν των παρακρατουμένων ποσοστών και του αναλογούντος φόρου επιτηδεύματος απομένον υπόλοιπον της αμοιβής αποδίδεται εις τον δικαιούχον αυτής ατόκως υπό του ΤΕΕ ή του υπ' αυτού εξουσιοδοτούμενου", στη δε παρ. 4, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 2 του υπ' αριθ. 188/1966 β.δ/τος, ότι "το Δημόσιον καταβάλλει τας οφειλομένας παρ' αυτού αμοιβάς απ' ευθείας προς τους δικαιούχους, κατά τας διατάξεις των οικείων συμβάσεων, παρακρατούν υπέρ του ΤΕΕ ποσοστόν 10% επί των εκάστοτε καταβαλλομένων εις τον δικαιούχον ποσών εξ αμοιβών και αποδίδον τούτο εις το ΤΕΕ".
Η θεσπισμένη, κατά τα ανωτέρω (άρθρο μόνο παρ. 4 ν.δ/τος 2727/1953), παρακράτηση από τις αμοιβές μελέτης των μηχανικών ποσοστού 2% επεκτάθηκε με το άρθρ. 2§1 του π.δ/τος 242/1984 και στις αμοιβές επίβλεψης αυτών και σχετικά ορίστηκε με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι "για την υποχρέωση γνωστοποίησης στο ΤΕΕ της επίβλεψης, την απόδοση των αμοιβών επίβλεψης στους δικαιούχους, την παρακράτηση ή κατά περίπτωση την είσπραξη των δικαιωμάτων του ΤΕΕ και την ενώπιον των δικαστηρίων υποκατάσταση του ΤΕΕ εφαρμόζονται αναλόγως και στην αμοιβή επίβλεψης οι διατάξεις του από 30/31.5.1956 β.δ/τος", ενώ ειδικά για το Δημόσιο προβλέφθηκε με το άρθρ. 1§2 του ίδιου π.δ/τος 242/1984, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 16§2 του ν. 1349/1983, ότι "το Δημόσιο δεν καταθέτει στο ΤΕΕ την αμοιβή επίβλεψης, αλλά καταβάλλει τις οφειλόμενες' αμοιβές επίβλεψης απ' ευθείας στους δικαιούχους, παρακρατεί δε υπέρ του ΤΕΕ το δια του άρθρου 2 του παρόντος καθοριζόμενο ποσοστό επί των καταβαλλομένων κάθε φορά ποσών στο δικαιούχο, το οποίο αποδίδει στο ΤΕΕ".
Με σκοπό τέλος να γίνει προσαρμογή προς τις μεταγενέστερες ρυθμίσεις των άρθρ. 1§1, 2§4 του από 30/31.5.1956 β.δ/τος, 16 του ν. 1349/1983 και 1 και 2 του π.δ/τος 242/1984 προστέθηκε με το άρθρ. 15§3 του ν. 2308/1995 στην παρ. 4 του άρθρου μόνου του ν.δ/τος 2727/1953 τελευταίο εδάφιο, κατά το οποίο "σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης κατάθεσης των αμοιβών μελετών ή επιβλέψεων από τον εργοδότη μπορεί και το ΤΕΕ να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξη της οφειλόμενης αμοιβής, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου μέλους του ΤΕΕ ή της εταιρείας εκπονήσεως τεχνικών μελετών ή των εκάστοτε συνιστώμενων γραφείων ή συμπραττόντων γραφείων εκπονήσεως τεχνικών μελετών, στην οποία θα προσδιορίζεται και το σύνολο της δικαιούμενης αμοιβής.
Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ναι μεν η παρακράτηση από την οφειλόμενη σε μηχανικό αμοιβή ποσοστού 2% υπέρ του ΤΕΕ για δαπάνες του Ταμείου σχετικές με τη μεσολάβησή του στην είσπραξη και εκκαθάριση της αμοιβής αυτής, δηλαδή πρόκειται για αποζημιωτικού χαρακτήρα παρακράτηση και όχι για κοινωνικό πόρο, βαρύνει και εργολήπτες που δεν είναι μέλη του ΤΕΕ, όπως είναι οι εταιρείες και τα συμπράττοντα γραφεία μελετών και επομένως το Εφετείο, που έκρινε με όμοιο τρόπο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς το ζήτημα αυτό τις σχετικές διατάξεις, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όμως κατά τα λοιπά το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ίδιες ως άνω διατάξεις με το να δεχθεί ότι το παρακρατούμενο ποσοστό αμοιβής 2% αφορά όχι μόνον αμοιβές για τεχνικές μελέτες και αμοιβές για την επίβλεψη τεχνικών έργων, όπως ρητά και περιοριστικά αναφέρεται κατ' επανάληψη στο νόμο, αλλά αφορά τις αμοιβές των μηχανικών για όλες γενικώς τις τεχνικές εργασίες και υπηρεσίες τους και μάλιστα και αυτές που παρέχουν ως απλοί τεχνικοί σύμβουλοι, με συνέπεια έτσι το Εφετείο να κρίνει μη νόμιμη την ένδικη προσφυγή και ως προς την περαιτέρω αξίωση των αναιρεσειουσών να αναγνωριστεί ως αντισυμβατική και παράνομη η παρακράτηση από την αμοιβή της τρίτης ειδικότερα αναιρεσείουσας, κατά την εξόφληση του υπ' αριθ. 14/21.9.2009 τιμολογίου της, ποσοστού 2% υπέρ του ΤΕΕ, το οποίο το Εφετείο αρνήθηκε ακολούθως να επιδικάσει κατά το ισόποσο του στην τρίτη αναιρεσείουσα.
Επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το αντίστοιχο μέρος του ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ ο ίδιος λόγος είναι ως λόγος από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει την κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, η οποία 6εν υπήρξε, αφού η ένδικη προσφυγή απορρίφθηκε στο σύνολό της ως μη νόμιμη.
Συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό και πάλι 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι δεν έχει δήθεν νόμιμη βάση με το να μην παραθέτει ως ιστορικό της ένδικης προσφυγής όλο το κρίσιμο περιεχόμενό της, ενώ ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με το οποίο αποδίδονται στην αυτή απόφαση οι επιπλέον πλημμέλειες ότι δεν έλαβε τελικώς υπόψη όλο το κρίσιμο περιεχόμενο της ένδικης προσφυγής και αντίθετα παρά το νόμο έλαβε υπόψη ως ισχυρισμό δήθεν της προσφυγής αυτής ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων το αντικείμενο της σύμβασής τους εμπεριέχει την παροχή από μέρους της τρίτης αναιρεσείουσας "υψηλού επιπέδου επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων, οδηγιών και συμβουλών", δηλαδή πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός, ο οποίος εκτιμήθηκε από το Εφετείο ότι εμπεριέχεται στην ένδικη προσφυγή, δεν άσκησε από μόνος του ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ κατά τα λοιπά το Εφετείο έλαβε υπόψη με την απόφασή του και αξιολόγησε όλους τους κρίσιμους ισχυρισμούς της ένδικης προσφυγής.
4. Η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχθηκε ότι η σύμβαση των διαδίκων υπόκειται ευθέως η ίδια, ως εκ του αντικειμένου της, στις προβλεπόμενες από το νόμο κρατήσεις υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ, ΕΜΠ και ΤΕΕ, διέλαβε και επάλληλη αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία οι κρατήσεις αυτές, ακόμη και αν δεν αφορούν αμέσως από το νόμο τη σύμβαση των διαδίκων, αποτελούν ωστόσο περιεχόμενο όρου της προσαρτημένης στη σύμβασής τους συγγραφής υποχρεώσεων και συγκεκριμένα του υπ' αριθ. 4.2.1(IV) όρου αυτής, κατά τον οποίο ο ανάδοχος υποχρεούται, μετά την έγκριση κάθε μηνιαίου λογαριασμού του από τη διευθύνουσα υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, να προσκομίσει για την είσπραξη του λογαριασμού του, μεταξύ άλλων, και διπλότυπα γραμμάτια καταβολής των κρατήσεων που ορίζουν οι ισχύουσες διατάξεις για το ΤΕΕ, ΕΜΠ και ΤΣΜΕΔΕ.
Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση ο όρος αυτός είναι σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ. Η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αφού δεν διαψεύδεται, άμεσα ή έμμεσα, από το υπόλοιπο περιεχόμενό της (βλ. ΑΠ 683/2010' 1093/2011) και επομένως είναι απορριπτέος ο αντίθετος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του όρου αυτού, αλλιώς δεν είναι σαφές αν προέβη ή όχι σε ερμηνεία του, δηλαδή πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το τέταρτο μέρος του, αφού αντίθετα με όσα οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, αιτιώμενες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ο παραπάνω όρος, ο οποίος αναλυτικά παρατίθεται στις σελίδες 14 και 22 της προσβαλλόμενης απόφασης, εμπεριέχεται στη σελίδα, επίσης, 15 της ένδικης προσφυγής τους και επιτρεπτά έτσι, παρά τη διαφορετική εκτίμηση του εννοιολογικού περιεχομένου του από τις αναιρεσείουσες, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, ενώ απαράδεκτα κατά τα λοιπά προσάπτεται με το αυτό τέταρτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ στην προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει, κατά τα προεκτεθέντα, την κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, η οποία δεν υπήρξε.
Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση ο ίδιος πάντοτε όρος είναι και έγκυρος, αφού δεν προσκρούει σε απαγορευτικό κανόνα δικαίου και είναι έτσι επιτρεπτή τόσο η συμβατική επέκταση του πεδίου εφαρμογής των κρατήσεων υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ, ΕΜΠ και ΤΕΕ σε συμβάσεις με διαφορετικό από το προβλεπόμενο στο νόμο αντικείμενο, όσο και η μετακύλισή τους από τον κατά νόμο υπόχρεο στον αντισυμβαλλόμενό του με βάση την αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ναι μεν έλαβε υπόψη και σιωπηρά απέρριψε τους αντίθετους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών και επομένως είναι αβάσιμα και απορριπτέα τα όσα διαφορετικά υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όμως κατά τα λοιπά με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές με τις παραπάνω κρατήσεις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά και τη διάταξη του άρθρ. 361 του ΑΚ, αφού με την ιδιωτική βούληση δεν είναι δυνατόν να συμφωνηθούν κρατήσεις υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ, ΕΜΠ και ΤΕΕ, όταν κατά την ειδική για τα νομικά αυτά πρόσωπα νομοθεσία δεν προβλέπονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τέτοιες κρατήσεις.
Επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το αντίστοιχο πρώτο μέρος του ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6512/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτές με τα υπ' αριθ. 1614374, 1614375, 1614376 σειρά Α, του Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ 058889, 058890, 058891 σειρά Α σχετικά διπλότυπα είσπραξης, όπως αυτά αναφέρονται στη συνταχθείσα από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών υπ' αριθ. 58/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Πενταμελές Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ