Legislator Case Law & Legislation
311/2012 AI generated

311/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 311/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

311/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.

Keywords

AI generated
agricultural law agricultural disaster agricultural production contract pollution from agricultural sources agricultural markets agricultural lease
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 311 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 311/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Β. Π., το γένος Γ. Ξ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νεκταρία Μυγιάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Γ. Ξ., 2. Σ. συζ. Δ. Ξ., 3. Γ. Δ. Ξ., 4. Φ. Δ. Ξ. και 5. Κ. Δ. Ξ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πολύβιο Λαγουδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 576/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 18-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Β. χήρα Γ. Ξ., που αποβίωσε στις 14/9/2000 και ήταν κάτοικος εν ζωή Καλυβιανής Κισάμου, ήταν κυρία ενός αγροτικού κτήματος (ανοικτό ξερικό χωράφι) που βρίσκεται στη θέση "Λιβάδι" ή "Βιγλιά" της κτηματικής περιφέρειας πρώην κοινότητας Γραμβούσας περιοχής του οικισμού Καλυβιανή, το οποίο συνορεύει βορειοδυτικά με δρόμο, νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι.

Α. και ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Γ. Ξ. συζ. Α. Κ.. Το ακίνητο αυτό, το οποίο είχε αποκτήσει με το με αριθμό .../26-6-1937 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κισάμου Χαρ. Καμηλάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κισάμου στον τόμο ... και με αριθμό 32877, νεμόταν είτε η ίδια είτε ο 1ος εναγόμενος γιος της για λογαριασμό της μητέρας του μέχρι το έτος 1989, ασκώντας επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις νομής που ταίριαζαν στη φύση και τον προορισμό του.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω ακίνητο ο 1ος εναγόμενος το καλλιεργούσε με κοκάρι από το έτος 1982 έως το 1986 καθόσον λόγω του αμμώδους εδάφους του εξ αιτίας της γειτνιάσεως του με θάλασσα δεν ευδοκιμούσαν πολλά είδη φυτών. Κατά το έτος 1989 η κυρία του ακινήτου το παραχώρησε άτυπα στον πρώτο εναγόμενο γιο της και στα παιδιά του με τους οποίους διέμενε στην ίδια κατοικία δεχόμενη τις φροντίδες και τις περιποιήσεις τους.

Από το έτος αυτό ο πρώτος εναγόμενος άρχισε να το καλλιεργεί για δικό του λογαριασμό, περιφράσσοντάς το αρχικά με μια πρόχειρη περίφραξη ενώ στη συνέχεια και κατά το έτος 1990 το περιέφραξε με πλέγμα και τοποθέτησε πόρτα με λουκέτο. Κατά το έτος 1994 η μητέρα και δικαιοπάροχος του πρώτου εναγόμενου μεταβίβασε το ανωτέρω ακίνητο στα ανήλικα τότε τέκνα του, τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των εναγομένων, δυνάμει του με αριθμό .../23-5-1994 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κισάμου Εμμ.

Καλογριδάκη που έχει νόμιμα μεταγραφεί, οι οποίοι και συνέχισαν να νέμονται το επίδικο. Η άτυπη παραχώρηση, που επικαλείται η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της ότι έγινε προς αυτήν από τη μητέρα της κατά το έτος 1970 δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα. Ειδικότερα ο μάρτυρας των εναγομένων και αδελφός των διαδίκων ήταν σαφής και κατηγορηματικός στην κατάθεσή του σε σχέση με τις προαναφερθείσες πράξεις νομής των εναγομένων επί του επιδίκου σε αντίθεση με την μάρτυρα της ενάγουσας, επίσης αδελφή των διαδίκων, η οποία δεν έπεισε το δικαστήριο, αφού δεν φάνηκε να έχει άμεση γνώση των πραγμάτων.

Ειδικότερα η εν λόγω μάρτυρας καταθέτει ότι "το έχει οργώσει δυο τρεις φορές ..." ενώ στη συνέχεια καταθέτει ότι "δεν είδα να φυτεύει φυτά ... όταν το όργωνε δεν ξέρω τι έσπερνε ...,", κατάθεση όμως αφ' εαυτής αντιφατική, που δεν πείθει το δικαστήριο καθόσον δεν είναι λογικό να οργώνει κάποιος το χωράφι και να μην φυτεύει κάτι σ' αυτό, αλλά και ερχόμενη σε αντίφαση με όσα υποστηρίζει η ίδια η ενάγουσα στην κρινόμενη αγωγή της ότι δηλαδή έσπερνε το επίδικο με δημητριακά.

Βέβαια τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό αναιρεί και η ίδια η ενάγουσα με τις προτάσεις, που κατέθεσε κατά την παρούσα συζήτηση, όπου αναφέρει ότι προ του έτους 1994, που, κατά τους ισχυρισμούς της, οριοθέτησε το επίδικο δεν ήταν δυνατή η καλλιέργεια αυτού. Κατά συνέπεια ο καθαρισμός του επιδίκου από τα σκουπίδια που έβγαζε η θάλασσα και αν ακόμα θεωρηθεί ότι έλαβε χώρα κάποιες φορές από την ενάγουσα, όπως κατέθεσε η μαρτυράς της, δεν αρκεί για να θεμελιώσει νομή αυτής και κατ' επέκταση κτήση κυριότητας επί του επιδίκου.

Εξάλλου αν πράγματι η ενάγουσα είχε τη νομή του επιδίκου ακινήτου δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί λογικά η χλιαρή αντίδραση της κατά το έτος 1994 όταν έμαθε για τη μεταβίβαση του επιδίκου, δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου δωρεάς εν ζωή, προς τα ανήλικα τότε τέκνα του αδελφού της, η οποία (αντίδραση) συνίστατο στην κοινοποίηση προς αυτόν ενός απλού εξωδίκου με το οποίο διαμαρτυρήθηκε.

Ισχυρίζεται βέβαια η ίδια ότι εκτός του εξωδίκου αφαίρεσε και την πρόχειρη περίφραξη, που οι εναγόμενοι είχαν τοποθετήσει επί του επιδίκου και ότι έκτοτε οι αντίδικοι αποσύρθηκαν και επανήλθαν κατά το έτος 2004 οπότε και τους επέδωσε νέα εξώδικη διαμαρτυρία. Ωστόσο ο ισχυρισμός της αυτός καταρρίπτεται από την ίδια τη μαρτυρά της η οποία κατέθεσε ότι "από το 1994 που έγινε το συμβόλαιο το έχει στην κατοχή του ο Δ.".

Κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε ποτέ επί του επιδίκου για λογαριασμό της διακατοχικές πράξεις νομής και δη επί μια εικοσαετία ώστε να γίνει κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ακολούθως το Εφετείο δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με έκτακτη χρησικτησία ως μη νεμηθείσα ουδέποτε αυτό, περιέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 974, 981, 984, 985, 987, 989 και 1045 ΑΚ και δεν παρεβίασε αυτές ευθέως ή εκ πλαγίου και επομένως, οι πρώτος μέρος πρώτο και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν.1599/1986 και υπό τον τίτλο "βελτίωση σχέσεων κράτους - πολίτη και καταπολέμηση της γραφειοκρατίας", γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με τα αναφερόμενα στο νόμο αυτό έγγραφα, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με το σκοπό του τίτλου της, συνάγεται ότι αυτή δεν έχει εφαρμογή κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι ειδικές περί αποδείξεως διατάξεις του ΚΠολΔ και συνεπώς η κατά τη διάταξη αυτή υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και μόνο ως μαρτυρία τρίτου δύναται να χρησιμεύσει, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (Ολ.ΑΠ. 8/87).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, μέρος δεύτερο και τρίτο, μέρος δεύτερο, λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ.1 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, γιατί το Εφετείο μη λαμβάνοντας υπόψη τις υπεύθυνες δηλώσεις των μαρτύρων Ι. Κ., Ε. Ρ. και Γ. Β., τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο η αναιρεσείουσα προς απόδειξη της αγωγής της με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσής της κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρεβίασε την ως άνω διάταξη του Ν. 1559/1986 και υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο, αποκρούοντας τις ως άνω υπεύθυνες δηλώσεις, ως επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και δή ως μαρτυρίες τρίτων, που έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην ένδικη δίκη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, ενώ η αποδιδόμενη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως μη υπαγομένη σε παράβαση ουσιαστικού νόμου, δεν ιδρύει τον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Πράγματα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας α) ότι αυτή στην προσβολή της νομής της από τους αναιρεσιβλήτους στο επίδικο ακίνητο αντέδρασε την πρώτη φορά με την από 10-6-1994 εξώδικη διαμαρτυρία της και τη δεύτερη φορά στις 7-9-2004 αυτοδύναμα αφαιρώντας την πρόχειρη περίφραξη που εκείνοι είχαν τοποθετήσει, β) ότι μετά τις ενέργειες αυτές της αναιρεσείουσας οι αναιρεσίβλητοι έπαυσαν να προσβάλουν τη νομή της στο επίδικο ακίνητο, γ) ότι οι αναιρεσίβλητοι από στρεψοδικία και μόνο δεν προσκόμισαν τις ένορκες βεβαιώσεις στην πρωτόδικη δίκη τις οποίες προσκόμισαν το πρώτο στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσης και διότι η προσκομισθείσα από τους αναιρεσιβλήτους ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ζ.

Δ. δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, αφού ο μάρτυρας αυτός ήταν ψευδομάρτυρας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά τις δύο πρώτες αιτιάσεις ως αβάσιμος, αφού τους ισχυρισμούς αυτούς τους έλαβε υπόψη το Εφετείο και τους απέρριψε ως εκ του πράγματος, δεχόμενο ειδικότερα, ότι "αν πράγματι η ενάγουσα είχε τη νομή του επιδίκου ακινήτου δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί λογικά η χλιαρή αντίδρασή κατά το έτος 1994, όταν έμαθε για τη μεταβίβαση του επιδίκου, δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου δωρεάς εν ζωή, προς τα ανήλικα τότε τέκνα του αδελφού της, η οποία (αντίδραση) συνίστατο στην κοινοποίηση προς αυτόν ενός απλού εξωδίκου με το οποίο διαμαρτυρήθηκε.

Ισχυρίζεται βέβαια η ίδια ότι, εκτός του εξωδίκου αφαίρεσε και την πρόχειρη περίφραξη, που οι εναγόμενοι είχαν τοποθετήσει επί του επιδίκου και ότι έκτοτε οι αντίδικοι αποσύρθηκαν και επανήλθαν κατά το έτος 2004 οπότε και τους επέδωσε νέα εξώδικη διαμαρτυρία. Ωστόσο ο ισχυρισμός της αυτός καταρρίπτεται από την ίδια τη μαρτυρά της, η οποία κατέθεσε ότι "από το 1994 που έγινε το συμβόλαιο το έχει στην κατοχή του ο Δ. .

Κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε ποτέ επί του επιδίκου για λογαριασμό της διακατοχικές πράξεις νομής και δη επί μια εικοσαετία, ώστε να γίνει κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία".

Κατά τις λοιπές αιτιάσεις ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί, αναφερόμενοι σε βραδεία προσκόμιση αποδεικτικών μέσων και αξιοπιστία μάρτυρος δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ.2 εδ.β ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Περαιτέρω, αν η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, παραδεκτώς προσκομίζεται και λαμβάνεται υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρο 529 παρ.1α ΚΠολΔ, εκτός αν τούτο την αποκρούσει ως απαράδεκτη κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο αυτό εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Επομένως ο τρίτος, μέρος πρώτο, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις ένορκες βεβαιώσεις, που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, μολονότι δεν λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αφού από την προσκομισθείσα από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους 7896γ έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας ...

προκύπτει ότι η σχετική κλήση επιδόθηκε όχι στην κατοικία της αναιρεσείουσας, αλλά στον ενήλικο γιό της που δεν ήταν ένοικος και στο κατάστημά του στο Καστέλλι, στο οποίο δεν εργαζόταν εκεί ως υπάλληλος η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι προτάθηκε στο Εφετείο ο λόγος αυτός της ακυρότητας της κλητεύσεως της αναιρεσείουσας, κατά τη λήψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.5.2009 αίτηση της Ε. Π. για αναίρεση της 576/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ