311/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑντικείμενο εκχωρήσεως μπορεί να αποτελέσουν και μελλοντικές απαιτήσεις, αρκεί ο προσδιορισμός τους να είναι εφικτός. Απαιτήσεις δικηγορικής αμοιβής από διεξαγωγή, και μελλοντικώς ακόμη, δίκης, προσδιοριζόμενες με βάση τα ελάχιστα όρια αμοιβής, που προβλέπει ο Κώδικας των Δικηγόρων, σε συνδυασμό προς τις εκάστοτε ισχύουσες αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης (ιδίως για την αξία της μεταλλικής δραχμής), είναι επαρκώς οριστές και μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκχωρήσεως, αλλά και να χρησιμεύσουν γι΄ αυτό ως στοιχείο προσδιοριστικό της εκτάσεως άλλης απαιτήσεως και δη του εντολέα του δικηγόρου, η οποία εκχωρείται στο δικηγόρο προς εξόφληση των εν λόγω περί αμοιβής απαιτήσεών του.
Legislator headnote
AI generated311/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 311 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αντικείμενο εκχωρήσεως μπορεί να αποτελέσουν και μελλοντικές απαιτήσεις, αρκεί ο προσδιορισμός τους να είναι εφικτός. Απαιτήσεις δικηγορικής αμοιβής από διεξαγωγή, και μελλοντικώς ακόμη, δίκης, προσδιοριζόμενες με βάση τα ελάχιστα όρια αμοιβής, που προβλέπει ο Κώδικας των Δικηγόρων, σε συνδυασμό προς τις εκάστοτε ισχύουσες αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης (ιδίως για την αξία της μεταλλικής δραχμής), είναι επαρκώς οριστές και μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκχωρήσεως, αλλά και να χρησιμεύσουν γι΄ αυτό ως στοιχείο προσδιοριστικό της εκτάσεως άλλης απαιτήσεως και δη του εντολέα του δικηγόρου, η οποία εκχωρείται στο δικηγόρο προς εξόφληση των εν λόγω περί αμοιβής απαιτήσεών του.
Αριθμός 311/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Δ., κατοίκου .... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως, επειδή είναι δικηγόρος και δήλωσε στο ακροατήριο, ότι ανακαλεί την από 23-1-2011 δήλωσή του για παράσταση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Χ. Κ., το γένος Γ. Ζ., 2) Σ. Χ. Κ., 3) Α. Χ. Κ., κατοίκων ..., 4) Σ. χας Ν. Κ., 5) Αμαλίας Ν. Κ., 6) Ε. Ν. Κ., κατοίκων ..., κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος Ν. Σ. Κ. (αρχικού διαδίκου), 7) Π. χας Σ. Κ. και 8) Ν. Σ. Κ., κατοίκων ..., κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος Σ. Ν. Κ.. Η 1η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τζάλα. Οι 2ος και 3η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Οι 4η, 5η, 6η, 7η και 8ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-1985 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκαν αρχικά οι 141A'/1987 και 95/1991 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια και ύστερα από κύρια παρέμβαση του ήδη αποβιώσαντος Ν. Σ. Κ., η οποία συνεκδικάστηκε με την ως άνω αγωγή στο ίδιο Δικαστήριο, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2365/1995 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1277/1996 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση των δύο αυτών αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9-2-1997 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 20-2-2001, οπότε ματαιώθηκε. Σήμερα η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 27-12-2008 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 12-2-2001 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Δαμάσκου, με την οποία εισηγήθηκε, όπως η από 9-2-1997 αίτηση αναιρέσεως του Ιωάννη Δημητρίου Πανταζή: α) απορριφθεί καθό μέρος στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 2365/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) γίνει δεκτή ως προς το δεύτερο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της, καθό μέρος στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1277/1996 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, απορριπτόμενη κατά τα λοιπά.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.
Κατά δε το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η επίδοση γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος Ν. Κ., τέταρτου αναιρεσίβλητου, (προσθέτως, υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων παρεμβάντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου), 1)Σ.
Κ., 2)Α. Κ. και 3)Ε. Κ. και οι κληρονόμοι του μεταποβιώσαντος, Σ. Κ., κληρονόμου (υιού) του ίδιου αναιρεσίβλητου, 1)Π. Κ. και 2)Ν. Κ., δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από την υπ' 15990/20-12-2000 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α.
Ε., την οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον παραπάνω αποβιώσαντα, τέταρτο αναιρεσίβλητο, Ν. Σ. Κ.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις 8633β, 8634β/25-10-2010 και 8628β και 8627β/22-10-2010 εκθέσεις επιδόσεως του παραπάνω δικαστικού επιμελητή, αντίγραφο της από 1-10-2010 βεβαίωσης του Αρείου Πάγου, περί αναβολής της εκδίκασης της κρινομένης αιτήσεως, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (25-1-2011) και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε στους Σ.
χήρα Ν. Κ., Ε. Ν. Κ. κληρονόμους του τέταρτου αναιρεσίβλητου, και Π. χήρα Σ. Κ. και Ν. Σ. Κ., μοναδικούς κληρονόμους του Σ. Κ., (βλ. από 22-10-2008 πιστοποιητικό του Δημάρχου Ταύρου και την από 20-1-2010 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου). Για την άγνωστης διαμονής Α. Κ., κληρονόμο του τέταρτου αναιρεσίβλητου, όπως προκύπτει από τις 8616β, και 8617β/19-10-2010 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή, τις οποίες ο αναιρεσείων επικαλείται και προσκομίζει, η επίδοση αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, της βεβαίωσης αναβολής του Αρείου Πάγου και της κλήσεως, προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, έγινε, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, (αφού η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.
Αυτός υπέδειξε να δημοσιευθεί περίληψη των δικογράφων, που του κοινοποιήθηκαν, στις εφημερίδες "Ηχώ των Δημοπρασιών" και "Εφημερίδα Πλειστηριασμών και Δημοπρασιών". Ο αναιρεσείων επιμελήθηκε για τη δημοσίευση περιλήψεως αυτών των δικογράφων στις παραπάνω εφημερίδες, στα φύλλα της 22 Οκτωβρίου 2010, δηλαδή πριν από ενενήντα ημέρες από τη συζήτηση της αναιρέσεως.
Επομένως, όλοι οι απολειπόμενοι κληρονόμοι και υπεισελθόντες στη θέση των παραπάνω αποβιωσάντων, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους. Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καθ' ό μέρος στρέφεται κατά της υπ' αριθ.2365/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απόφαση αυτή είναι νοµικώς ανύπαρκτη, ενσωµατωθείσα στην, επίσης αναιρεσιβαλλομένη, υπ' αριθ. 1277/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε στην προκείμενη υπόθεση και εξαφάνισε την πρωτοδικειακή αυτή απόφαση.
Συνακολούθως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο τέταρτος, από τον αριθ. 15 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά της ως άνω πρωτοδικειακής αποφάσεως. Κατά το άρθρο 455 του Α.Κ. ο δανειστής µπορεί µε σύμβαση να Μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτηση και χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση).
Αντικείμενο εκχωρήσεως µπορεί να αποτελέσουν όχι µόνο υπάρχουσες, αλλά και μελλοντικές απαιτήσεις (Ολ. Α.Π. 302/1959), αρκεί ο προσδιορισµός τους να είναι εφικτός, να πρόκειται δηλ. για απαιτήσεις οριστές, όπως Μάλιστα συμβαίνει και επί μεταβιβάσεως κάθε απαιτήσεως του εκχωρητή από κατονομαζόμενη έννοµη σχέση.
Συνεπώς, απαιτήσεις δικηγορικής αµοιβής από διεξαγωγή, και μελλοντικώς ακόµη, δίκης, προσδιοριζόμενες µε βάση τα ελάχιστα όρια αµοιβής, που προβλέπει ο Κώδικας των Δικηγόρων (κυρ. Ν. 3026/1954) σε συνδυασµό προς τις εκάστοτε ισχύουσες και κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενες αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης (ιδίως για την αξία της μεταλλικής δραχµής), είναι επαρκώς οριστές και µπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκχωρήσεως, αλλά και να χρησιµεύσουν γι' αυτό ως στοιχείο προσδιοριστικό της εκτάσεως άλλης απαιτήσεως και δη του εντολέα του δικηγόρου, η οποία εκχωρείται στο δικηγόρο προς εξόφληση των εν λόγω περί αµοιβής απαιτήσεών του.
Το Εφετείο µε την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο πρωτοδίκως παρεµβάς υπέρ του αρχικώς εναγομένου και ήδη τέταρτος των αναιρεσιβλήτων είχε παράσχει εντολή στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, δικηγόρο, να ασκήσει αγωγή προς αποτίµηση της κληρονομικής περιουσίας του κατά το έτος 1981 αποβιώσαντος πατέρα του εντολέα αυτού και του αρχικώς εναγομένου προς το σκοπό να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον εν λόγω εντολέα τη σε χρήµα αξία του ποσοστού της νόµιµης μοίρας του επί της κληρονομικής αυτής περιουσίας.
Περί της εντολής αυτής καταρτίσθηκε, μεταξύ του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος, το από 1.7.1983 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δικών, που τροποποιήθηκε στη συνέχεια µε τα από 25.11.1983 και 17.1.1985 έγγραφα ιδιωτικά συμφωνητικά των ίδιων προσώπων. Με τον 5ο όρο του ως άνω έγγραφου από 1.7.1983 συμφωνητικού, ο οποίος, κατά τη σαφή έννοια της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν εθίγη από τα μεταγενέστερα, ρητώς συμφωνήθηκε ειδικώς για την περί κλήρου αγωγή ότι ο εντολέας θα οφείλει "τα κατά τον Κώδικα Δικηγόρων κατώτατα όρια αµοιβής και τα αποδεικνυόμενα ένδικα ή εξώδικα δαπανήματα της δίκης αυτής".
Με τα ίδια συμφωνητικά ο εντολέας εκχώρησε στον αναιρεσείοντα μέρος της κατά του αρχικού εναγομένου από νόµιµη μοίρα κατά τα ανωτέρω απαιτήσεώς του προς κάλυψη και πλήρη εξόφληση των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος από αµοιβές του και έξοδα για την αντίστοιχη περί κλήρου δίκη που είχαν συμφωνηθεί, όπως ανωτέρω.
Ο αναιρεσείων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, σε εκτέλεση της ως άνω εντολής άσκησε κατά του και ήδη αρχικώς εναγομένου την από 16.12.1983 περί κλήρου αγωγή, την οποία το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε εν µέρει και υποχρέωσε τους ήδη τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων, ως κληρονόμους του εν των μεταξύ αποβιώσαντος αρχικώς και τότε εναγομένου, να καταβάλουν στον τότε ενάγοντα και ήδη τέταρτο των αναιρεσιβλήτων δραχµές συνολικώς 22.680.680.
Κατόπιν των παραδοχών του αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η ανωτέρω εκχώρηση προς τον αναιρεσείοντα (ο οποίος βάσει αυτής άσκησε την ένδικη αγωγή) είναι (εκτός µόνο καθόσον αφορά τη δαπάνη για το τέλος δικαστικού ενσήµου) άκυρη, διότι ανάγεται σε απαιτήσεις µη επαρκώς οριστές. Με την για ακυρότητα κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 455 του Α.Κ., αφού, σύµφωνα µε τα προεκτεθέντα, το, κατά το Εφετείο, περιεχόμενο του ως άνω από 1.7.1983 ιδιωτικού συμφωνητικού περιείχε στοιχεία ικανά για τον καθορισμό των εκχωρηθεισών απαιτήσεων.
Πρέπει, επομένως, ο περί τούτου δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., λόγος της αναιρέσεως να γίνει δεκτός ως βάσιµος. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και πρέπει να γίνει δεκτή, η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 2177/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, προκειμένου να ερευνηθεί από αυτό, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές και να καταδικαστούν οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι και οι υπεισελθόντες στη θέση του τέταρτου, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (178,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-2-1997 αίτηση του αναιρεσείοντος Ι. Π., για αναίρεση της 2365/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αναιρεί την 1277/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους και τους κληρονόμους του τέταρτου, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ