Legislator Case Law & Legislation
311/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor contract termination, finding lower court erred in dismissing overtime claims as indeterminate.

Case Number 311/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision terminating a labor contract. The appellant argued the lower court erred in dismissing overtime and weekend work claims by treating them as indeterminate rather than illegal. The Court found the lower court's reasoning flawed because it failed to distinguish between legal and illegal hours, effectively rejecting valid claims under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 of the Civil Code; Articles 1 and 5 of Law 2112/1920; Articles 5 and 7 of Law 3198/1955; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a labor court dismisses claims for overtime or weekend work by deeming them indeterminate without distinguishing between legal and illegal hours, it commits a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, requiring the case to be remanded for further examination.

Keywords

AI generated
Labor Contract Termination Overtime Compensation Weekend Work Claims Indeterminate Claims Procedural Error Remand for Trial Article 559 Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 669 of the Civil Code
Article 1 and Article 5, paragraph 1 of Law 2112/1920
Article 5 and Article 7 of Law 3198/1955
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 311 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Το Εφετείο, δεν παραβιασε το άρθρο 281 του ΑΚ, αλλ' ούτε και εκείνες των άρθρων 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και 1 και 3 του ν.2112/1920. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δνε έγινε για λόγους εκδικήσεως της αναιρεσείουσας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό της, ενώ καταβλήθηκε3 σ'αυτήν η νόμιμη αποζημίωση. ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1ΚΠΟλΔ, μέρος του πρέπει να απορριφθεί , γιατί στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως. ο τέταρτος λόγος, απο΄το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.ΠολΔ, κατά την αληθινή έννοιά του και όχι από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής. ο πέμπτος, α) ως τέτοιος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος, και β) ως τέτοιος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠΟλΔ είναι αβάσιμος. Ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρθο 559 αρ. 14 είναι βάσιμος και κατά το άλλο από τον αρ. 8 περ. β' του αρθρ. 559 ΚΠολΔ μέρος του , αβασιμος.

Αριθμός 311/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαγδαληνή Ιωαννίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΜΟΝΑΔΩΝ ΑΝΤΙΡΡΥΠΑΝΣΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΑΕ", με τον διακριτικό τίτλο "ΚΕ.Π.Α.Μ.Α.Χ. ΑΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μόσχοβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2032/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-10-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-8-2007 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του τρίτου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε ως βάσιμος και την απόρριψη τόσο του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά τα λοιπά μέρη του όσο και όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελευθέρως, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ' υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, που λογίζεται ως μη γενόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349,350 και 656 του ΑΚ. Η καταγγελία δε της εργασιακής συμβάσεως αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη εξ αιτίας συγκεκριμένου γεγονότος.

Εξάλλου, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας όταν αυτή δικαιολογείται από τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του εργοδότη, όπως συμβαίνει όταν γίνεται προς αποκατάσταση της αρμονικής συνεργασίας και της εμπέδωσης της πειθαρχίας, μεταξύ των υπαλλήλων όταν αυτές διαταράσσονται εξ αιτίας διαμάχης του μισθωτού που απολύθηκε και των υπηρετούντων με αυτόν άλλων εργατοϋπαλλήλων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ν.3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφόσον γίνεται εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, από το συνδυασμό δε της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 του ΑΚ, κατά τις οποίες ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, σαφώς προκύπτει ότι αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη πλήρους της οφειλόμενης αποζημιώσεως είναι δικαιολογημένη, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, οφειλόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή αναφορικά με το ακριβές ποσό της αποζημιώσεως, δεν επέρχεται ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά υφίσταται μόνο υποχρέωση για συμπλήρωση της αποζημιώσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα παρακάτω: H αναιρεσίβλητη εταιρεία διατηρεί εργοστάσιο αναλύσεων λυμάτων και στον ... . Για τις ανάγκες του εργαστηρίου της αρχικά προσέλαβε την αναιρεσείουσα το έτος 1999 με σύμβαση έργου, ως πτυχιούχο χημικό και στη συνέχεια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που μετατράπηκε σε αόριστου χρόνου, από 17-3-2003, με συμφωνημένο μισθό 1.212 Ευρώ.

Η αναιρεσείουσα εργάστηκε στην άνω επιχείρηση μέχρι τις 21-10-2003, οπότε η αναιρεσίβλητη της κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και της κατέβαλε το ποσό των 2.828 ευρώ, δηλαδή δύο μισθούς συν τις προσαυξήσεις. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι η ως άνω αποζημίωση, σύμφωνα με το συμφωνημένο μισθό, είναι πραγματικά η νόμιμη και δεν είναι ελλιπής, ανεξάρτητα από το αν η αναιρεσείουσα κατ' αυτήν έπρεπε να αμείβεται με βάση άλλη κλαδική σύμβαση, αυτήν των χημικών βιομηχανίας.

Περαιτέρω, δέχτηκε ότι, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι έπρεπε η αναιρεσείουσα να αμείβεται με την ως άνω επικαλούμενη σύμβαση και συνεπώς θα υπήρχε διαφορά στο ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης, από την πλευρά της αναιρεσίβλητης, αυτή τελούσε σε συγγνωστή πλάνη και είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, εφόσον πίστευε ότι έπρεπε να υπολογίσει την αποζημίωση με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές και όχι με βάση τις τυχόν προκύπτουσες διαφορές.

Περαιτέρω δέχτηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας ήταν σύννομη από την πλευρά της αναιρεσίβλητης και έγινε κατ' ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος και όχι για λόγους εκδίκησης. Ειδικότερα, δέχτηκε ότι αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη ως χημικός στο ως άνω εργαστήριό της και ότι η εργασία της στο παραπάνω διάστημα ήταν ικανοποιητική και προφανώς η αναιρεσίβλητη ήταν ευχαριστημένη από την εργασία της, για να ανανεώσει την αρχική σχέση σύμβασης έργου σε εξαρτημένη εργασία αόριστου χρόνου.

Μετά όμως από την πρόσληψη του νέου διευθυντή της αναιρεσίβλητης ... οι σχέσεις των δύο, αναιρεσείουσας και διευθυντή, αρχικά ομαλές, στη συνέχεια διαταράχθηκαν, προφανώς λόγω της πίστης της αναιρεσείουσας ότι δικαιούτο να καταλάβει η ίδια την άνω θέση και ότι αυτή ήταν γνώστης του αντικειμένου της εργασίας της και όχι ο τελευταίος διευθυντής.

Έτσι ενώ αυτή δεν είχε καμία αρμοδιότητα στα διοικητικά θέματα και ο ρόλος της περιοριζόταν στις αναλύσεις της ως υπεύθυνης του εργαστηρίου, υπεισήλθε ανεπίτρεπτα στα καθήκοντα του ως άνω διευθυντή. Συγκεκριμένα, άρχισε να προβαίνει σε παρατηρήσεις και υποδείξεις για το πως ο άνω διευθυντής έπρεπε να ασκεί τα καθήκοντά του, δεδομένου ότι υποστήριζε ότι, ενώ οι άλλοι υπάλληλοι αργούσαν και ιδίως η γραμματέας του, ο τελευταίος δεν έπαιρνε μέτρα κατ' αυτών, γιατί ερχόταν αργά στο γραφείο του και ότι ενώ έδιδε στους άλλους κινητά τηλέφωνα και παραχωρούσε το αυτοκίνητο της εταιρίας για να μεταβαίνει ο βοηθός του στο χωριό του, σ' αυτήν δεν έβαλε ούτε σταθερό τηλέφωνο στο γραφείο της.

Παράλληλα, η αναιρεσείουσα διαμαρτυρήθηκε τόσο στο διευθυντή όσο και στον διευθύνοντα σύμβουλο για µια πρόσληψη συναδέλφου χημικού, που δεν είχε κατ' αυτήν εμπειρία, ενώ κατ' αυτήν έπρεπε να προσληφθεί βιολόγος ή τεχνολόγος τροφίμων. Γενικά δηλαδή η αναιρεσείουσα αμφισβητούσε τις διοικητικές επιλογές του διευθυντή της και προέβαινε σε δυσμενή σχόλια και για τα μέτρα που δεν ελάμβανε ή που έπρεπε να λάβει κατ' αυτήν.

Εξαιτίας αυτών των γεγονότων στην αναιρεσείουσα έγιναν σχετικές συστάσεις και από τον άνω διευθυντή, αλλά και από το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, που ασχολήθηκε αρκετές φορές µε το πιο πάνω θέμα, αλλά και µε τις υπάρχουσες προστριβές µε τους λοιπούς συναδέλφους της, χωρίς όμως αυτή να παύσει να ασχολείται µε αλλότρια θέματα, άσχετα αν σε πολλά μπορεί να είχε δίκιο, γιατί ακριβώς δεν ήταν αυτός ο ρόλος που της ανατέθηκε, ώστε να ασχολείται µε τις απουσίες των τρίτων συναδέλφων της.

Έτσι υπήρξε δυσαρμονία στη σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας µε την αναιρεσίβλητη εταιρία. Ανεξάρτητα όμως απ' αυτό η στάση της αναιρεσείουσας προς τον άμεσο προϊστάμενο της διευθυντή δεν ήταν η ενδεδειγμένη, αφού πλέον αμφισβητούσε εμφανώς τα διοικητικά του καθήκοντα και το ρόλο για τον οποίο είχε επιλεγεί από το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης.

Αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς ήταν να κλονισθεί σοβαρά η δυνατότητα αρμονικής συνεργασίας τόσο µε το λοιπό προσωπικό όσο και µε τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης. Μ' αυτά τα δεδομένα η απόλυση της αναιρεσείουσας, που ήταν το έσχατο μέτρο από την πλευρά της αναιρεσίβλητης, μετά από πολλαπλές συστάσεις της τελευταίας, ήταν έγκυρη και δεν υπερβαίνει τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 Α.K, αφού δεν έγινε ούτε από λόγους εκδίκησης ή αντιπάθειας στο πρόσωπό της από την πλευρά του διευθυντή της, αφού τελικά το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης έπρεπε να επιλέξει μεταξύ των δύο για να επέλθει ηρεμία και εργασιακή ειρήνη στο προσωπικό της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την απόφαση του απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τους οποίους παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 19/2004 απόφαση του, των αιτημάτων για αναγνώριση ως άκυρης της ως άνω εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας, ως γενόμενης κατά κατάχρηση δικαιώματος, αλλά και λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημιώσεως απολύσεως, και για καταβολή μισθών υπερημερίας από την προαναφερόμενη απόλυση της και εφεξής, λόγω της διϊσχυριζόμενης ακυρότητας της απολύσεώς της αυτής.

Kρίνoντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε το άρθρο 281 του ΑΚ, αλλ' ούτε και τις λοιπές ως άνω διατάξεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 5 παρ.3 του ν.3198/1955 και 1 και 3 του ν.2112/1920 (οι τελευταίες δύο διατάξεις αφορούν την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως σε περίπτωση απολύσεως του εργαζομένου).

Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του, η καταγγελία της με την αναιρεσείουσα υφιστάμενης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έπασχε οποιαδήποτε ακυρότητα, αφενός μη έχουσα γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδικήσεως της αναιρεσείουσας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό της, κατά προφανή υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων που τάσσονται από το άρθρο 281 ΑΚ, και αφ' ετέρου διότι, καταβλήθηκε σ' αυτήν η νόμιμη αποζημίωση, η οποία ορθώς υπολογίσθηκε με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές, έτσι, ώστε να μην υφίσταται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή στην αντίδικό της των ζητούμενων μισθών υπερημερίας, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση πιο πάνω σχετικώς αναφερόμενα.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, αναφορικά με τα αμέσως πιο πάνω ζητήματα, που σχετίζονται αφενός με τους λόγους που προκάλεσαν την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της με την αναιρεσείουσα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας και αφετέρου με το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως απολύσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε.

νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Για το λόγο αυτό δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νόμιμων αποδοχών του εργαζομένου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ.

α' ΚΠολΔ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1β, 8 παρ.2 και 11 παρ.2 και 3 του πιο πάνω ν.1876/1990, προκύπτει ότι οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε, δεσμεύουν μόνο τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχτηκαν γενικώς υποχρεωτικές, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από το χρόνο εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας (όχι αναδρομικώς) και στους εργαζομένους και εργοδότες του ίδιου κλάδου η επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των ως άνω οργανώσεων.

Ενόψει αυτών η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής.

Το στοιχείο αυτό όμως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των Σ.Σ.Ε., δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλ' αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς η άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του.

Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεστεί, με τις προτάσεις και να αποδείξει, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 15-12-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας, αυτή, έχοντας την ιδιότητα της χημικού, το υπό στοιχείο Β αγωγικό αίτημα για καταβολή του συνολικού ποσού των 16.413,04 ευρώ για διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 17-7-2001 έως και 21-10-2003 στήριξε, όπως εκτιμάται, στο γεγονός ότι δεν αμειβόταν με βάση την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας των επιστημόνων χημικών βιομηχανίας, η οποία όμως δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική.

Η αναιρεσίβλητη όμως, όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις της, αμφισβήτησε ειδικά την ιδιότητα και της ίδιας, αλλά και της αναιρεσείουσας ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν την αμέσως πιο πάνω Σ.Σ.Ε. Παρά ταύτα η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε, με τις προτάσεις της, ότι αυτή και η αναιρεσίβλητη ήταν μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στην ένδικη αγωγή δεν αναφέρονται γεγονότα τα οποία να μπορούν να χαρακτηρίσουν την τελευταία ως ασκούσα επιχείρηση βιομηχανίας, δεδομένου ότι στην αγωγή αυτή απλώς αναφέρεται ότι η αναιρεσίβλητη αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, που ασχολείται με αναλύσεις λυμάτων και νερών και μελέτες βιολογικών καθαρισμών, διατηρώντας προς τούτο εργαστήριο.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η εν λόγω αγωγή ήταν κατά το αμέσως πιο πάνω αίτημα της αόριστη, η δε αοριστία της αυτή δεν θεραπεύθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας. Γι αυτό το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε το ίδιο και ακολούθως, κατά παραδοχή ως βάσιμου σχετικού λόγου της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε ως αόριστο το προαναφερόμενο αγωγικό αίτημα δεν έσφαλε.

Ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του παρά το νόμο κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος της, απορρίπτοντας την κατ' αυτό ως αόριστη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω με το υπόλοιπο μέρος του ίδιου (δεύτερου) λόγου αναιρέσεως ειδικώς προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει με την ίδια απόφαση του ως αόριστο το ως άνω αγωγικό αίτημα παραβίασε την παρ.1 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990, κατά την οποία "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας ...", εφόσον έτσι αξίωσε, όπως εκτιμάται, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, δεδομένου ότι στην ένδικη αγωγή, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας, αναγραφόταν ότι υπήρχε συμφωνία της τελευταίας με την αναιρεσίβλητη να αμείβεται "με βάση τη Σ.Σ.Ε.

των Επιστημόνων χημικών Βιομηχανίας". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι αναφέρεται στην ένδικη αγωγή η ύπαρξη της αμέσως πιο πάνω ειδικής συμφωνίας, ενώ, όπως προκύπτει απ' αυτή, κατά το προαναφερόμενο αίτημά της, δεν στηριζόταν σε μια τέτοια συμφωνία αλλ' απλώς και μόνο στηριζόταν στο ότι "η συλλογική ρύθμιση ...

στην οποία υπαγόταν (η αναιρεσείουσα) ήταν η Σ.Σ.Ε. των Επιστημόνων Χημικών", χωρίς να αναφέρεται περαιτέρω και ότι υπήρξε ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να αμείβεται η αναιρεσείουσα με βάση την Σ.Σ.Ε των Επιστημόνων Χημικών Βιομηχανίας. Βέβαια είναι αληθές ότι με τις πρωτόδικες προτάσεις της συμπλήρωσε την ένδικη αγωγή της, αναφέροντας ότι "κατά την υπογραφή των συμβάσεων εργασίας της με την εναγομένη (αναιρεσίβλητη), βάσει της παρ.1 του άρθρου 8 ν.1876/1990, ρυθμίστηκαν οι όροι εργασίας της ελεύθερα, αφού συμφωνήθηκε να αμείβεται µε βάση την παραπάνω Σ.Σ.", πλην όμως η έτσι γενόμενη συμπλήρωση της ένδικης αγωγής, απαραδέκτως, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, έγινε, αφού έτσι μεταβλήθηκε η βάση της, η οποία δεν στηριζόταν σε τέτοια ειδική συμφωνία.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι, κατά παράβαση του νόμου, κρίθηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του ως μη νόμιμο το στην ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας περιεχόμενο αίτημα της τελευταίας για επιδίκαση ποσού 15.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, παρά το ότι αυτή στην αγωγή της ανέφερε με λεπτομέρειες και ανέλυε τους λόγους για τους οποίους η αναιρεσίβλητη με τη συμπεριφορά της προσέβαλε βάναυσα την προσωπικότητά της με συκοφαντικές και προσβλητικές ενέργειες της, "συναρτώντας το αίτημά της αυτό με την προσβολή (αδικοπραξία) που υπέστη από την άκυρη απόλυση της".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚπολΔ, κατά την αληθινή έννοιά του και όχι από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, όπως, προφανώς από παραδρομή και οπωσδήποτε εσφαλμένως αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής, γιατί πλήττει απόρριψη ως μη νόμιμου αγωγικού αιτήματος, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία με την (αβασίμως) πληττόμενη απόρριψη άλλης βάσεως της αγωγής, που αφορά το αίτημα για αναγνώριση ως άκυρης της ως άνω εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας, ως γενόμενης κατά κατάχρηση δικαιώματος, αλλά και λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημιώσεως απολύσεως, το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκαν, κατά τα ειδικότερα στην πρώτη σκέψη της παρούσας σχετικώς διαλαμβανόμενα.

Κατά τις διατάξεις του α' εδαφίου του άρθρου 670 και του α' εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 671 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ.2 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη "οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" και "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν ακόμη αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ αυτών.

Από αυτά συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά µε τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και εξαιτίας της παραβιάσεως αυτής προσέδωσε σε ένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν αυτό εκτιμάται ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις ειδικής διαδικασίας, µε αποτέλεσμα να µην ιδρύεται ο από την προπαρατεθείσα διάταξη προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος.

Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του εδαφίου α' της παρ.1 του άρθρου 671 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρείται η προαναφερόμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, ακόμη και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικά κάθε είδους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που είναι χρήσιμα για έμμεση απόδειξη.

Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθοριζόμενη από το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να λάβει υπόψη του τις εξοφλητικές αποδείξεις αναφορικά με τις μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας, τις οποίες, κατά την τελευταία είχε προσκοµίσει η αναιρεσίβλητη και οι οποίες, κατά την αναιρεσείουσα, δεν πληρούσαν τις νόµιµες προϋποθέσεις του άρθρου 18 του ν.1082/1980 και του άρθρου 20 παρ.2 του ν.1469/1984 (στην πραγματικότητα), που προσέθεσε εδ.

ε' στην παρ.9 του άρθρου 26 του α.ν.1846/1951, ως µη ούσες αναλυτικές, κατά τις εν λόγω διατάξεις, υπέπεσε αφενός στην από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή τους προσέδωσε, όπως δεν θα έπρεπε, μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνη που πράγματι είχαν και αφετέρου και στην από τον αριθ. 11 περ.

α του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, αφού τα εν λόγω έγγραφα, που είχαν εκδοθεί από την αναιρεσίβλητη, δεν πληρούσαν, κατά το λόγο αναιρέσεως, τις ως άνω προϋποθέσεις και έτσι αποτελούσαν µη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα µε τα παραπάνω, να απορριφθεί στο σύνολό του.

Και δη: α)Ως τέτοιος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος, διότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), µε αποτέλεσμα να µην ιδρύεται οπωσδήποτε αναφορικά µε τα αμέσως πιο πάνω αποδεικτικά μέσα λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτήν του άρθρου 559 αριθ. 12 ίδιου κώδικα.

Και β)ως τέτοιος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ ως αβάσιμος, αφού τα προαναφερόμενα έγγραφα (και υπό την εκδοχή ότι είχαν προσκομιστεί µε επίκληση από την αναιρεσίβλητη), επιτρεπτώς, κατά τα πιο πάνω, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 18 του ν.1082/1980 και 20 παρ.2 του ν.1469/1984, µε τις οποίες καθιερώθηκε υποχρέωση των φυσικών ή ν.π.δ.δ., όπως κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους χορηγούν εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας, µε απεικόνιση και στις δύο περιπτώσεις αναλυτικώς των κάθε φύσεως αποδοχών του προσωπικού τους, καθώς και των κρατήσεων που έγιναν σ' αυτές, ούτε προβλέπεται οποιαδήποτε ακυρότητα, αλλ' ούτε και καθιερώνεται απαγόρευση λήψεως υπόψη από τα δικαστήρια εξοφλητικών αποδείξεων, οι οποίες δεν είναι αναλυτικές, σύμφωνα µε τις επιταγές των αμέσως πιο πάνω διατάξεων.

Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

Εξάλλου, τα χρονικά όρια της εργασίας των μισθωτών έχουν καθοριστεί με ειδικές διατάξεις δημόσιας τάξεως, με την έννοια ότι αποτελούν τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων και συνεπώς με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη νομοθετικής ή συμβατικής ισχύος μπορούν να περιοριστούν όχι όμως και να ξεπεραστούν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για τη νομιμότητα της υπερωριακής απασχολήσεως.

Ειδικότερα: Kατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που απεκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100 % του καταβαλλόμενου, ωρομισθίου τους.

Με την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. της 26-2-1975, η οποία κυρώθηκε με το ν.133/1975, εισήχθη η εβδομάδα των πέντε (5) εργασίμων ημερών ή το λεγόμενο διαφορετικά πενθήμερο εργασίας, δηλαδή καθιερώθηκαν, ως χρονικό όριο εργασίας, οι σαράντα πέντε (45) ώρες την εβδομάδα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20-3-1984(ΦΕΚ Β',81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέραν από το εβδομαδιαίο αυτό ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1980 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ.12425/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983 (βλ. ΟΛ.ΑΠ 4/1999).Ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως και η πέρα των εννέα ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με τη μη πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου.

Ειδικώς επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η πέραν των 45 και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών απασχόληση θεωρείται ως νόμιμη "ιδιόρρυθμη" υπερωρία και αμείβεται με προσαύξηση 25% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, ενώ δεν συναριθμούνται οι ως άνω ώρες με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση.

Περαιτέρω, επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού(άρθρο 904 ΑΚ), το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού, κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού.

Ακολούθως, με το άρθρο 4 του ν.2874/2000, ορίστηκαν τα εξής: "1. από 1-4-2001 σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών την εβδομάδα καταργείται η, κατά την κρίση του εργοδότη, υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα. 2. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός, αντίστοιχα, υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η,42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση). 3.

Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ.1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. 4.Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%.

Για την πέραν των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν.435/1976 ... 5.Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης του δικαιούται αποζημίωση, ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας". Τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων (αναφορικά με τις αξιώσεις από υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση ή υπερωρία, νόμιμη ή παράνομη) πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρονται στην αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, αφού εξέθεσε στην ένδικη αγωγή της ότι εργάστηκε στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, στην οποία εφαρμοζόταν το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας των 40 ωρών, κατά τα αναφερόμενα Σάββατα και Κυριακές και κατά τις καθοριζόμενες ώρες κατά τις ημέρες αυτές, κα0ώς και κατά τις επίσης καθοριζόμενες ώρες, πέραν του ανωτέρω εβδομαδιαίου ωραρίου των 40 ωρών, ζήτησε την επιδίκαση των αναφερομένων συμπληρωματικών αμοιβών και προσαυξήσεων.

Έτσι όπως είχε η αγωγή κατά τα σχετικά (υπό στοιχείο Γ') κεφάλαια της συνολικού ποσού 46.602,088 ευρώ ήταν πράγματι ορισμένη, αφού αναφέρονταν σ' αυτήν με επάρκεια τα γεγονότα(μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της παροχής της ως άνω εργασίας της αναιρεσείουσας, είχε καταστεί πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία κατά την αξία της παρασχεθείσας εργασίας αυτής σε βάρος της τελευταίας προς στήριξη των οικείων αγωγικών κεφαλαίων, για τη θεμελίωση των οποίων απαιτούνταν και το στοιχείο αυτό, όπως τούτο συμβαίνει και αναφορικά με την απασχόληση του μισθωτού κατά την ημέρα που έπρεπε να του χορηγηθεί εβδομαδιαία ανάπαυση, όπως και εκείνη της απασχολήσεως του μισθωτού επί έξι ημέρες την εβδομάδα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεδομένου ότι μια τέτοια απασχόληση του δεν είναι επιτρεπτή και γι' αυτό η εργασία της έκτης ημέρας, ως παρεχόμενη χωρίς έγκυρη σύμβαση, γεννά μόνο αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού), κατά την ανωτέρω έννοια, που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκηση της από την αναιρεσείουσα κατά της αναιρεσίβλητης.

Και αυτό ανεξάρτητα από το πώς χαρακτηρίζονταν στην αγωγή οι σχετικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας, αφού το Εφετείο θα έπρεπε στη συνέχεια, αφού δεχόταν ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, να υπαγάγει τις προβαλλόμενες αξιώσεις στην ορθή νομική διάταξη, καθορίζοντας συγχρόνως και το σημείο μέχρι το οποίο οι σχετικές αξιώσεις ήταν νόμιμες.

Παρά ταύτα, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι "έτσι που παρατίθενται συνολικά και συναριθμούνται οι ώρες υπερεργασίας κατά την αγωγή, δεν μπορεί...να ξεχωρίσει και να υπολογίσει τις νόμιμες ώρες εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και να επιδικάσει τουλάχιστον το νόμιμο μισθό (1/25+ 75%) και βέβαια με την προϋπόθεση ότι πραγματικά η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) εργαζόταν τις αναφερόμενες ημέρες" και ακολούθως απέρριψε για το λόγο αυτό την αγωγή κατά το αμέσως πιο πάνω κεφάλαιο της.

Όπως εκτιμάται, η αγωγή κατά το κεφάλαιο της αυτό απορρίφθηκε στην πραγματικότητα, ως αόριστη, έστω και αν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι το αγωγικό αυτό κεφάλαιο απορρίπτεται ως μη νόμιμο, εφόσον η αιτιολογία απορρίψεως αρμόζει σε αγωγικό κεφάλαιο που απορρίπτεται ως αόριστο και όχι ως μη νόμιμο.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, δηλαδή απορρίπτοντας την αγωγή, κατά το αμέσως πιο πάνω κεφάλαιο της, στην πραγματικότητα, ως αόριστη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το από την τελευταία διάταξη μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, εν μέρει, ήτοι μόνο κατά το κεφάλαιό της, που αφορά τη μη επιδίκαση του συνολικού ποσού των 46.602,088 ευρώ, το οποίο περιλαμβάνεται στην αγωγή (με στοιχείο Γ. Υπερωρίες κλπ) και αφορά συμπληρωματικές αμοιβές και προσαυξήσεις, (για παροχή υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης, εργασίας κατά το Σάββατο, την Κυριακή κλπ.), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει, τη με αριθμό 2032/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ