Legislator Case Law & Legislation
311/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal by relatives of deceased judge against TV news report for defamation.

Case Number 311/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by relatives of a deceased judge against a TV news report. The lower court found the reporter's comments justified by public interest and did not constitute defamation. The court upheld this decision, ruling that the reporter acted within the bounds of legitimate news reporting.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556, 557 of the Code of Civil Procedure; Article 1710 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A party must assert standing and legal interest in an appeal request; the court may examine these ex officio, but the appellant must cite them.

Keywords

AI generated
appeal standing legal interest defamation public interest judicial conduct media freedom news reporting

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 556 and 557 of the Code of Civil Procedure
Article 1710 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 311 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 311/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. X1, 2. X2 και 3. X3, κατοίκων ......, ως εγγυτέρων συγγενών του αποβιώσαντος X. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ανώνυμης εταιρείας "Ελεύθερη Τηλεόραση ΑΕ" που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ψ2, κατοίκου ......, 3. Ψ3, κατοίκου ...... . Εκπροσωπήθηκαν η πρώτη και ο τρίτος από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Τσικρικά και Γεράρη Γεώργιο, ενώ ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 774/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-4-2007 αίτησή τους και τους από 20-8-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 17-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή ως βασίμου του αναφερομένου στο σκεπτικό 7ου λόγου και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 557 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτησή του για αναίρεση.

Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η πληττομένη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο, ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομίας και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 και 933 ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η κληρονομία, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομουμένου, επομένως και η αξίωση του αποβιώσαντος εναντίον τρίτου, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον γι' αυτή είχε επιδοθεί εν ζωή αγωγή του δικαιούχου, μεταβιβάζεται από της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, κατά το αναλογούν, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ποσοστό, επιφυλασσομένου σ' αυτούς του δικαιώματος της αποποίησης της επαχθείσας κληρονομίας, οι οποίο καθίστανται άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.

Από αυτά παρέπεται ότι, για το παραδεκτό τη αίτησης αναίρεσης των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται το θάνατο του διαδίκου και τη συνδέουσα αυτούς και τον αποβιώσαντα συγγενική σχέση, δυνάμει της οποίας αυτοί καθίσταται, κατά το νόμο, κληρονόμοι του αποβιώσαντος. Στον αντίδικό τους δε αναιρεσίβλητο εναπόκειται, να αμφισβητήσει την ιδιότητά αυτών ως κληρονόμων, οπότε αυτή εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 16.04.2007 αίτηση και τους από 10.08.2008 παραδεκτώς ασκηθέντες προσθέτους λόγους. οι αναιρεσείοντες, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενάγοντος, και δη η πρώτη ως σύζυγος και οι δεύτερος και τρίτος ως τέκνα του, ζητούν την αναίρεση της υπ' αριθμ. 161/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή του εναντίον των αναιρεσιβλήτων, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του από τον ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Επομένως και αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν αμφισβητούν τον θάνατο του ενάγοντος και την άνω συγγενική σχέση των αναιρεσειόντων με αυτόν, δυνάμει της οποίας αυτοί, εκ του νόμου καθίστανται κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος ενάγοντος, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή.

ΙΙ. Για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 17 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε, εξαιτίας αυτής, να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου, για το ορισμένο δε του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι περιεχόμενες στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αντιφατικές διατάξεις. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου κατά το οικείο μέρος του, και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, χωρίς όμως να καθορίζεται ποίες αντιφατικές διατάξεις περιέχει στο διατακτικό της, και επομένως οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι.

ΙΙΙ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε τις εφέσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δίκασε την αγωγή του κληρονομηθέντος από τους ήδη αναιρεσείοντες ενάγοντος, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λαβόν συναφώς υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων, τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα και τις προσκομισθείσες από τον ενάγοντα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, οι οποίες ελήφθησαν μετά νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων του. Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι χωρίς αποδείξεις απέρριψε την αγωγή του κληρονομηθέντος από αυτούς ενάγοντος, είναι αβάσιμος.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικούς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1) πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου, που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει να εκτίθενται με πληρότητα και όχι αποσπασματικά κατ' επιλογή και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκαν ως αποδειχθεντα και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις: 'Οτι με το να απορρίψει την αγωγή του κληρονομηθέντος από αυτούς ενάγοντος, α) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 ΠΔ 77/2003 (1ος κύριος λόγος και δεύτερος πρόσθετος κατά το οικείο μέρος του) β) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 363 Π.Κ.

δεχόμενο ότι τα μεταδοθέντα εις βάρος του ενάγοντος από τον τηλεοπτικό σταθμό της πρώτης εναγομένης, κατά το παρουσιαζόμενα από τον δεύτερο με επιμέλεια του τρίτου δελτία ειδήσεων, δεν συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση εις βάρος του ενάγοντος (2ος, 3ος και 4ος συναφείς λόγοι), γ) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ.2 του Συντάγματος, 2 παρ.1, 5 παρ.1 του ΠΔ 77/2001, 3 παρ.2 εδ.

α ν.1730/87, 1 παρ.1 εδ.β ν.2328/1995 και 6 του Κανονισμού του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και 87 του Συντάγματος (5ος κύριος λόγος και οι συναφείς δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι κατά τα οικεία σκέλη τους) και δ) παραβίασε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (8ος και 9ος λόγοι). Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφενός μεν, διότι ενέχουν αοριστία αφού οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ποίο είναι το νομικό σφάλμα του Εφετείου, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, εν όψει των ανεπίδεκτων αναιρετικού ελέγχου πραγματικών διαπιστώσεών του, αφετέρου δε, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως αυτών (λόγων) πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.

V. O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, κατά δε το άρθρο 10 παρ.1 εδ.α' και β' της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ. ν.53/1974), "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ...

Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται". Από τη διάταξη αυτή και τις όμοιες του επόμενου άρθρου 58 σε συνδυασμό προς το άρθρο 914 ΑΚ προκύπτει ότι επί της προσβολής αυτής ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημιώσεως απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας.

Από αυτά, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ, κατά την οποία "στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις", συνάγεται ότι, η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης παρέχεται μόνο όταν συντρέχει το στοιχείο της υπαιτιότητας, το οποίο και ρητώς μνημονεύεται στην προαναφερθείσα διάταξη. 'Ετσι οι όροι της ως άνω παροχής εξομοιώνονται προς εκείνους της αποζημίωσης.

Η αξίωση, όμως, αυτή αποκλείεται όταν η πράξη έγινε για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος, ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, οπότε δεν είναι παράνομη. Ειδικότερα, το άρθρο 367 του ΠΚ, που ανήκει στο κεφ. ΚΑ αυτού με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της τιμής", ορίζει, στην παρ.1, ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ...

καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στην παρ. 2 ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363, καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον μπορεί να έχουν και να εκδηλώσουν στο πλαίσιο της ελευθερίας του λόγου, και οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί, στους οποίους αυθεντικώς αναγνωρίζεται η επιτέλεση κοινωνικής αποστολής (άρθρο 15 παρ.2 Συντ.), άρα και τα πρόσωπα που συνδέονται αμέσως με τη λειτουργία των μέσων αυτών ενημέρωσης, για την μετάδοση ειδήσεων και τη διατύπωση σχολίων σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο.

Έτσι είναι επιτρεπτές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενες και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημηστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις, που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, εμφαίνεται στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως αυτού που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιμοποίησε, εν γνώσει του τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Εξ άλλου, κατά την παρ.1 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, "ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται εις πλήρη αποζημίωσιν δια την παράνομον περιουσιακήν ζημίαν ως και εις χρηματικήν ικανοποίησιν δια την ηθικήν βλάβην, αι οποίαι υπαιτίως επροξενήθησαν δια δημοσιεύματος θίγοντος την τιμήν ή την υπόληψιν παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότης, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεσις και η κατά το άρθρον 920 του ΑΚ γνώσις ή υπαίτιος άγνοια συντρέχει εις τον συντάκτην του δημοσιεύματος ή, εάν ούτος είναι άγνωστος, εις τον εκδότην ή τον διευθυντήν συντάξεως του εντύπου".

Επίσης, κατά το άρθρο 3 παρ.1 στοιχ.β' του ν.2328/1995, "οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων), που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται", ενώ, κατά το άρθρο 4 παρ.10 του ίδιου ν.2328/1995, "Στο άρθρο μόνο του ν.1178/1981, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί.

Στα κατά το ν.1178/1981 "δημοσιεύματα" περιλαμβάνονται και οι τηλεοπτικές και οι ραδιοφωνικές εκπομπές. Προκειμένου για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς ως "εκδότης" νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως "διευθυντής" ο υπεύθυνος προγράμματος και προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές ο διευθυντής του τμήματος των ειδήσεων, ως "συντάκτης" δε του δημοσιεύματος ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος-συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής ανάλογα με το είδος και τη δομή της εκπομπής".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν δεν υπάρχει, για οποιονδήποτε λόγο, υπαιτιότητα στο πρόσωπο του συντάκτη παραγωγού, δημοσιογράφου συντονιστή ή παρουσιαστή της εκπομπής κλπ, δεν υπάρχει δε και υπαιτιότητα ούτε του εκδότη, ήτοι του νόμιμου εκπροσώπου της αδειούχου εταιρείας, δεν γεννάται αξίωση προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εκείνου, που ενδεχομένως έχει προσβληθεί.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 ΠΚ κατά την οποία όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη του άρθρου 3 παρ.1 εδ.β' του ν. 2328/1995, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξυβρίσεως μέσω ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, που συνιστά συγχρόνως και αδικοπραξία κατά τις ΑΚ 57-59 και 914, απαιτείται να διατυπωθούν από τον δράστη προφορικά για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου, είτε περιφρόνηση αυτού από τον δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλει την τιμή του άλλου και, επιπλέον, αυτός ο "άλλος" (προσβαλλόμενος) είτε να αναφέρεται από τον δράστη ονομαστικά, είτε να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητά του με τη μετάδοση στοιχείων επαρκών, κατ' αντικειμενική κρίση, για τον προσδιορισμό και την εξατομίκευσή του, με τη σημείωση ότι η τελευταία είναι απαραίτητη, για τον προσδιορισμό του εξυβριζόμενου "άλλου", ακόμη και στο πλαίσιο της συλλογικής εξύβρισης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: Ο εφεσίβλητος - ενάγων κατά το έτος 2003 ήταν δικαστικός λειτουργός των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και υπηρετούσε με το βαθμό του Πρωτοδίκη στο Πρωτοδικείο Θηβών. Κατά τη συνεδρίαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών στις 29-10-2003 ο τότε κατηγορούμενος σε τρεις υποθέσεις Α παρέδωσε στον εφεσίβλητο - ενάγοντα, που προήδρευσε του ως άνω Δικαστηρίου, την από 29-10-2003 έγγραφη "αίτηση εξαίρεσης", την οποία ο τελευταίος ανέγνωσε στο ακροατήριο.

Με την αίτηση του αυτή ο πιο πάνω κατηγορούμενος ζητούσε την εξαίρεση του τότε προεδρεύοντος (εφεσιβλήτου-ενάγοντος) και της Εισαγγελέως της έδρας Β, Αντιεισαγγελέως Πρωτοδικών, αναφέροντας, εκτός των άλλων, ότι οι προαναφερόμενοι Πρωτοδίκης και Αντιεισαγγελέας θα επεδείκνυαν προς αυτόν "εμπάθεια" και αποδίδοντας στο μεν πρώτο ενέργειες και παραλείψεις κατά την άσκηση άλλων προηγούμενων δικαιοδοτικών καθηκόντων του επί υποθέσεων του ίδιου ως γενόμενες "εξ εμπάθειας" και "επωφελούμενου της έλλειψης συνηγόρου του" και "για να διευκολύνει τους αντιδίκους του", στη δε δεύτερη (Αντιεισαγγελέα) ότι σε προηγούμενη ποινική υπόθεση "χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα" και πέτυχε την καταδίκη του.

Οι πιο πάνω δικαστικοί λειτουργοί υπέβαλαν άμεσα εγκλήσεις κατά του πιο πάνω Α για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος τους στο ακροατήριο. Μετά ταύτα κατά τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας (29-10-2003) ο πιο πάνω κατηγορούμενος εισήχθη για να δικαστεί για τις εν λόγω πράξεις του κατά την αυτόφωρη διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, το οποίο βέβαια συγκροτήθηκε από άλλους δικαστές.

Κατά την εκδίκαση δε της υποθέσεως αυτής κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου οι ως άνω εγκαλούντες δικαστικοί λειτουργοί είχαν καταλάβει θέσεις στη δεύτερη σειρά των εδράνων του ακροατηρίου, που ήταν προορισμένα για το κοινό και συγκεκριμένα έξω από το κιγκλίδωμα που διαχωρίζει τις θέσεις των παραγόντων της δίκης και σε απόσταση περίπου 7 μέτρων από τη θέση του κατηγορουμένου.

Ο τελευταίος υπέβαλε αίτημα για αναβολή της δίκης κατ' αρθρ. 423 ΚΠολΔ και το Δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο εντός τριημέρου και ειδικότερα για την 1-11-2003. Ακολούθως και ενώ το πιο πάνω Δικαστήριο διασκεπτόταν επί της έδρας ως προς το ζήτημα της άρσεως ή μη της κρατήσεως του κατηγορουμένου, ο τελευταίος αντιλήφθηκε το δικηγόρο Θηβών και πληρεξούσιο των αντιδίκων του στις ως άνω ποινικές υποθέσεις του, Γ, να πλησιάζει τον εφεσίβλητο-ενάγοντα και να συνομιλεί μαζί του.

Τότε ο παραπάνω κατηγορούμενος στράφηκε προς τον εφεσίβλητο-ενάγοντα και του έκανε τη χαρακτηριστική χειρονομία με την ένωση των δύο πρώτων δακτύλων του χεριού του και το τρίψιμο αυτών, που υποδήλωνε προφανώς οικονομική συναλλαγή τούτου με τον ως άνω δικηγόρο σε βάρος του ίδιου. Η χειρονομία αυτή εξόργισε τον εφεσίβλητο-ενάγοντα, ο οποίος κινήθηκε ταχύτατα και με ορμή επιτέθηκε κατά του παραπάνω κατηγορουμένου Α και του προξένησε με πρόθεση σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του.

Ειδικότερα, αφού απηύθυνε σ' αυτόν τη φράση "τι λες βρε παλιάνθρωπε;" τον χτύπησε με γροθιά δίπλα στο δεξί μάτι, με αποτέλεσμα να υποστεί ο τελευταίος "μικρό θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου με συνοδό αιμάτωμα δεξιού άνω βλεφάρου και μικρό οίδημα της δεξιάς ζυγωματικής χώρας". Μάλιστα κατά την εξέταση αυτού στα εξωτερικά ιατρεία της Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Θηβών του συνεστήθη εισαγωγή σε νοσοκομείο (βλ.

την από 30-11-2003 βεβαίωση του ιατρού του παραπάνω Νοσοκομείου ......). Μετά τα παραπάνω οι παρευρισκόμενοι στην αίθουσα συνεδριάσεως του ως άνω Δικαστηρίου αστυνομικοί συγκράτησαν τον εφεσίβλητο-ενάγοντα και προς αποφυγή άλλων επεισοδίων τον οδήγησαν μακριά, ενώ το Δικαστήριο διέκοψε προσωρινά τη συνεδρίαση για να επέλθει ηρεμία, επανερχόμενο δε αποφάσισε την άρση της κρατήσεως του κατηγορουμένου.

Για τις πιο πάνω πράξεις του ο εφεσίβλητος-ενάγων τιμωρήθηκε πειθαρχικά και ειδικότερα με την υπ' αριθ. 6/2004 απόφαση του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών του επιβλήθηκε η ποινή της επίπληξης. Επίσης, ο ίδιος τιμωρήθηκε και ποινικά για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης, μετά από έγκληση του παραπάνω κατηγορουμένου Α, του επιβλήθηκε δε με την υπ' αριθ. 11. 100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η πρώτη των εκκαλούντων στην υπ' αριθ. 4740/1-6-2006 έφεση-πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ALTER CHANNEL" είναι ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού "ALTER", ο οποίος περιλαμβάνεται στον πίνακα αδειούχων τηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας, ήδη δε διαθέτει κέντρα εκπομπής σε αρκετές περιοχές της επικράτειας.

Μία ημέρα μετά το πιο πάνω επεισόδιο και συγκεκριμένα την 30-10-2003 ο πιο πάνω τηλεοπτικός σταθμός μετέδωσε ρεπορτάζ γι' αυτό κατά το βραδινό δελτίο, του οποίου τη φροντίδα και ευθύνη ως διευθυντής ειδήσεων είχε ο δεύτερος των εκκαλούντων στην υπ' αριθ. 4740/1-6-2006 έφεση-τρίτος των εναγομένων Ψ3. Επίσης, μετά το ρεπορτάζ αυτό ακολούθησε συζήτηση υπό τη διεύθυνση του εκκαλούντος στην υπ' αριθ. 6826/1-8-2006 έφεση-δευτέρου των εναγομένων παρουσιαστή του δελτίου ειδήσεων και δημοσιογράφου Ψ2 με πρόσωπα που είχαν γνώση γι' αυτό είτε ως εμπλεκόμενοι είτε ως μάρτυρες.

Συγκεκριμένα ο τελευταίος ανέφερε : "Πρόεδρος Δικαστηρίου γρονθοκόπησε κατηγορούμενο και τον έστειλε στο Νοσοκομείο με τραύματα στο πρόσωπο. Και όλα αυτά γιατί εξοργίστηκε όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε την εξαίρεση του από την έδρα". Ταυτόχρονα τοποθετήθηκε υπότιτλος στην εικόνα : "Ο Πρόεδρος έδειρε τον κατηγορούμενο", ενώ προβάλλονταν σκηνές με το τραυματισμένο πρόσωπο του Α από μικρή απόσταση, ώστε να είναι ευδιάκριτα τα παραπάνω τραύματα αυτού.

Στη συνέχεια προβλήθηκαν δηλώσεις του παθόντος, ενός φίλου και του συνηγόρου του σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα το παραπάνω επεισόδιο. Κατά τη διάρκεια των δηλώσεων αυτών είχε τεθεί στην εικόνα ο υπέρτιτλος "Με πλάκωσε στις μπουνιές ο πρόεδρος του Δικαστηρίου", συνοψίζοντας έτσι με επικριτικό τρόπο τα καταγγελλόμενα από τον Α και αποδίδοντας το ύφος του τελευταίου.

Ακολούθως, ο συντάκτης του παραπάνω ρεπορτάζ (μη διάδικος) ανέφερε: "Απίστευτο και όμως αληθινό. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου μετατράπηκε σε μποξέρ και έστειλε τον κατηγορούμενο από το εδώλιο του Πλημμελειοδικείου Θήβας στο νοσοκομείο, γιατί ζήτησε την εξαίρεση του ... Με το αίμα ακόμη να ρέει στο πρόσωπο του ο Α και με το φρύδι ραμμένο μετά τις γροθιές του προέδρου καταγγέλλει ότι ο πρόεδρος Χ, που στο παρελθόν τον είχε καταδικάσει σε 28 μήνες φυλάκιση, χτες το απόγευμα πρώτον τον τρομοκράτησε και ύστερα κυριολεκτικά τον έσπασε στο ξύλο ...".

Στο σημείο αυτό αντικαταστάθηκε ο ως άνω υπέρτιτλος με τον υπότιτλο : "Δεν διώχθηκε ο πρόεδρος μποξέρ", που παρέμεινε στην οθόνη για λίγα δευτερόλεπτα, μετά δε επανεμφανίστηκε ο ως άνω υπέρτιτλος "Με πλάκωσε στις μπουνιές ο πρόεδρος του Δικαστηρίου", που παρέμεινε μέχρι το τέλος του ρεπορτάζ. Επίσης, συνεχίζοντας ο ως άνω συντάκτης του ρεπορτάζ ανέφερε : "...

Τα τραύματα στο πρόσωπο του Α αλλά και οι μαρτυρίες των αυτόπτων μαρτύρων δεν χωρούν αμφισβήτηση. Ο πρόεδρος έδειρε τον κατηγορούμενο. Η υπόθεση όμως έχει και άλλη παράμετρο. Πριν μετατραπεί σε μποξέρ ο πρόεδρος ζήτησε να κινηθεί η αυτόφωρη διαδικασία με μήνυση κατά του κυρίου Α . Όταν όμως τον ξυλοφόρτωσε κανένας δεν συνέλαβε τον πρόεδρο και ο κατηγορούμενος μιλάει τώρα για ολόκληρο κύκλωμα ...

Ο δαρμένος κατηγορούμενος μιλάει για εμπάθεια, κύκλωμα και μηνύσεις. Πήγε στο δικαστήριο για κληρονομικές διαφορές και κατέληξε στο νοσοκομείο λόγω προέδρου. Για απρεπείς και προκλητικές χειρονομίες μέσα στην αίθουσα από το δικομανή κύριο Α κάνει λόγο ο δικηγόρος του προέδρου". Κατά τη χρονική αυτή στιγμή παρεμβλήθηκε η δήλωση του πιο πάνω δικηγόρου Θηβών Γ, ο οποίος ανέφερε ότι ο Α χειρονόμησε απρεπώς και προκλητικώς και ότι είναι "δικόμανής".

Έπειτα ο ως άνω ρεπόρτερ ανέφερε : "... Ωστόσο το ερώτημα παραμένει. Πως μπορεί το θύμα να καταλήγει στο νοσοκομείο και ο δράστης, έστω και αν είναι ο (παύση) εξαίρετος Πρόεδρος κύριος Χ να πηγαίνει στο σπίτι του σαν να μην έχει συμβεί τίποτα ; Όπως και να έχει ο κύριος Α κατέθεσε αίτηση για τη σύλληψη του προέδρου, θα τα πούνε σε μία αίθουσα, τώρα αρκεί να βρεθεί πιο ψύχραιμος δικαστής για να δικάσει".

Αργότερα και μετά τη μετάδοση άλλων ειδήσεων στο ίδιο δελτίο ο εκκαλών στην υπ' αριθ. 6826/1-8-2006 έφεση-δεύτερος των εναγομένων Ψ2 επανήλθε στο θέμα με τη φράση "Τώρα στην τηλεφωνική μας γραμμή έχουμε τον πρωταγωνιστή αυτής της κατάστασης, τον κύριο Α, το άνθρωπο ο οποίος τραυματίστηκε". Ακολούθησε συνομιλία του παραπάνω εκκαλούντος μέσω "τηλεπαραθύρων" με τον Α και τον Γ, ενώ ταυτόχρονα προβάλλονταν εικόνες του τραυματισμένου κατηγορουμένου Α και εναλλάσσονταν ως υπέρτιτλοι και υπότιτλοι οι φράσεις: "Ο Πρόεδρος έδειρε τον κατηγορούμενο" και "Με έδειρε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου".

Κατά τη συζήτηση αυτή ο ως άνω Α περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επεισόδιο, ενώ ο Γ ισχυρίστηκε ότι ο εφεσίβλητος-ενάγων προέβη στην πράξη του ξυλοδαρμού από δικαιολογημένη αγανάκτηση. Επίσης, κατά τη συνομιλία αυτή ο παραπάνω εκκαλών-δεύτερος των εναγομένων ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τις εξής φράσεις : "....

αυτό που μας σοκάρει όλους είναι ότι ένας δικαστής επιτίθεται σε έναν κατηγορούμενο μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου και υπό όποιες συνθήκες και αν γίνεται.... Έναν δικαστή, ακούστε με κύριε Γ, ο οποίος περιγράφεται και ως καλός δικαστής, δε θεωρείται κακός δικαστής ... . Πως είναι δυνατόν ένας δικαστής να μπαίνει στην αίθουσα του δικαστηρίου και αντί να απονέμει δικαιοσύνη να κάνει αυτοδικία ; ...

εάν ενώπιον του δικαστή του συγκεκριμένου, ο οποίος τώρα βρέθηκε να είναι θύτης, πήγαινε ένας πολίτης, ο οποίος είχε αυτοδικήσει, είχε κτυπήσει έναν άλλο πολίτη, ο δικαστής θα του συγχωρούσε αυτήν την πράξη ; ... επιτρέψτε κύριε Α, αν με αφήσετε, επειδή είστε θύμα στη συγκεκριμένη περίπτωση, ... τι είναι αυτό που εξόργισε τόσο πολύ έναν δικαστή μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, ποια ύβρις, ώστε να πάει στο κύριο Α και να τον πλακώσει στο ξύλο ; .... (να σε πούνε εμπαθή) είναι κακός χαρακτηρισμός και μηνύσιμος, δεν είναι όμως και ακραίος για να βγάλει έναν άνθρωπο από τα ρούχα του ...

Να σε πούνε εμπαθή, δε σου βρίζουν ούτε την οικογένεια, ούτε τα θεία, είναι προσβολή, δε λέω ότι δεν είναι προσβολή ..., είναι πραγματικά δυσάρεστο να βλέπουμε δικαστή να ξυλοκοπάει κατηγορούμενο μέσα σε αίθουσα δικαστηρίου και από κει και πέρα τα δικαστήρια ας βγάλουν την άκρη σε αυτήν την ιστορία που απ' ότι φαίνεται έχει πολλά σημεία που θέλουν εξέταση".

Περαιτέρω, την επόμενη ημέρα και συγκεκριμένα την 31-10-2003 κατά το βραδινό δελτίο ειδήσεων του πιο πάνω τηλεοπτικού σταθμού, του οποίου τη φροντίδα και ευθύνη ως διευθυντής ειδήσεων είχε ο δεύτερος των εκκαλούντων στην υπ' αριθ. 4740/1-6-2006 έφεση-τρίτος των εναγομένων Ψ3, ο εκκαλών στην υπ' αριθ. 6826/1-8-2006 έφεση-δεύτερος των εναγομένων δημοσιογράφος και παρουσιαστής του δελτίου ειδήσεων Ψ2 ανέφερε τα εξής : "Σάλο έχει προκαλέσει στη Θήβα το εξωφρενικό περιστατικό του ξυλοδαρμού κατηγορουμένου από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, επειδή ο κατηγορούμενος και θύμα εν προκειμένω ζήτησε την εξαίρεσή του.

Το πρωτοφανές συμβάν έχει και μία συνέχεια που προκαλεί ερωτηματικά. Ο Δικηγορικός Σύλλογος της Θήβας συνεδρίασε εκτάκτως σήμερα και εξέδωσε ανακοίνωση, στην οποία υποστηρίζει τον δικαστικό, τον άνθρωπο δηλαδή που έστειλε στο νοσοκομείο τον κατηγορούμενο μέσα από δικαστική αίθουσα και αναφέρει το ήθος και τονίζει την εγκράτεια του δικαστικού".

Αμέσως μετά προβλήθηκε ρεπορτάζ με υπότιτλο και μεγάλα γράμματα "Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ" και υπέρτιτλο "ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ ΜΠΟΞΕΡ". Στο ρεπορτάζ αυτό ο εκφωνητής ανέφερε κατά λέξη τα εξής : "Αστράφτει και βροντάει ο Α που είδε ξαφνικά χτες τον εαυτό του να βρίσκεται από το εδώλιο του κατηγορουμένου στο νοσοκομείο της Θήβας κτυπημένος στο κεφάλι από τα άπερκατ και τα κροσσέ του προέδρου του δικαστηρίου Χ ...

Το θύμα του ξυλοδαρμού από το δικαστή μποξέρ, που μετέτρεψε σε ρινγκ την αίθουσα του δικαστηρίου, έχει μηνύσει όχι μόνο τον πρόεδρο αλλά και τους δύο εισαγγελείς για παράβαση καθήκοντος καθώς και τον συνήγορο του προέδρου κύριο Γ ... . Η πρωτοφανής αυτή υπόθεση έχει εξίσου απίστευτη συνέχεια. Ο Δικηγορικός Σύλλογος της Θήβας ουσιαστικά επιβραβεύει την αυτοδικία, καθώς με την ανακοίνωση του εκφράζει την αμέριστη συμπαράσταση του προς τον δικαστή Χ, έντιμο και αξιοπρεπή άνθρωπο, όπως αναφέρεται, ο οποίος με τη νομική του κατάρτιση και εγκράτεια, αλλά και το ήθος του, κοσμεί το δικαστικό σώμα.

Και αν αναρωτιέστε μήπως όλοι έχουν τρελαθεί, θαυμάστε την εγκράτεια του δικαστή μποξέρ, όπως έχει αποτυπωθεί στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ..., ήταν χτες λίγο πριν το μεσημέρι όταν μετά από το αίτημα εξαίρεσης του δικαστή Χ από τον Α, κατηγορούμενο για κληρονομικές διαφορές, ο πρόεδρος του Πλημμελειοδικείου της Θήβας όρμησε έξαλλος σαν ταύρος σε υαλοπωλείο και έκανε αυτό για το οποίο καταδικάζει τους απλούς πολίτες.

Επίσης, μετά το τέλος του ρεπορτάζ στο ίδιο δελτίο ειδήσεων εμφανίστηκαν σε ζωντανή σύνδεση (σε "παράθυρα") ο εκκαλών στην υπ' αριθ. 6826/1-8-2006 έφεση-δεύτερος των εναγομένων δημοσιογράφος Ψ2 και ο ως άνω Α με τους εξής υπότιτλους : "Με έδειρε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου" και "Α θύμα ξυλοδαρμού". Στη συνέχεια ο παραπάνω δημοσιογράφος κατά την τηλεφωνική συνομιλία του με τον Δ, δικηγόρο και γραμματέα του Δικηγορικού Συλλόγου Θηβών ανέφερε κατά λέξη και τα εξής : "...

θα επανέλθουμε σ' αυτήν την υπόθεση που έχει προκαλέσει άσχημες εντυπώσεις, του ξυλοδαρμού, που έγινε προχτές μέσα σε αίθουσα δικαστηρίου ..., συζητούμε με τον κ. Α, που δέχθηκε αυτή την επίθεση προχτές, αυτό που συνέβη, υπό όποιες συνθήκες και αν συνέβη, δηλαδή η χειροδικία μέσα σε μία δικαστική αίθουσα, είναι κάτι το οποίο δεν είναι ούτε ευχάριστο, ούτε σύνηθες ευτυχώς, είδαμε από το Δικηγορικό Σύλλογο όχι την αποδοκιμασία της πράξης, αλλά κάτι άλλο ..., η ανακοίνωση, με τον τρόπο με τον οποίο έχει εκδοθεί, στην ουσία αδειάζει τον κ.

Α και το περιστατικό με τον ξυλοδαρμό το οποίο έγινε ..., σχολιάζετε για το δικαστή ότι είναι ένας καλός δικαστής και προφανώς έτσι θα είναι, δεν έχουμε κανένα λόγο να το αμφισβητήσουμε, αλλά ο ξυλοδαρμός μέσα σε μία δικαστική αίθουσα και μάλιστα από ένα δικαστικό δεν σας ενοχλεί; Γιατί γι' αυτό δεν γίνεται αναφορά στην ανακοίνωση ..., άρα καταλαβαίνω ότι προφανώς δεν σας ενοχλεί πολύ ή ότι δεν το θεωρείτε κάτι το οποίο είναι τέλος πάντων άξιο να βγει σε ανακοίνωση.

Μη γελιόμαστε. Βγάζετε μία ανακοίνωση, στην οποία λέτε ότι ο δικαστής, ο οποίος επετέθη, είναι καλός δικαστής, και το ξαναλέω πιθανότατα έτσι είναι ..., δεν μπορώ να μη σταθώ ως δημοσιογράφος στο ότι χειροδικεί ένας δικαστής σε βάρος κατηγορουμένου. Δε βγαίνει ανακοίνωση λοιπόν γι' αυτό, για καταδίκη του συγκεκριμένου, η ανακοίνωση βγαίνει για το ότι είναι καλός ο δικαστής, ο οποίος χειροδίκησε ..., έπρεπε να πάρετε θέση όμως ως δικηγορικός σύλλογος.

Όταν υπάρχει ένα περιστατικό με μία αντιδικία, στην οποία δε θέλετε να πάρετε θέση υπέρ της μίας πλευράς, παίρνετε υπέρ της άλλης. Διότι λέγοντας ότι αυτός ο οποίος ελέγχεται, δηλαδή ο δικαστής ο οποίος χειροδίκησε, είναι καλός δικαστής, είναι σα να λέτε ότι δε φταίει αυτός. Αυτό καταλαβαίνουμε όλοι. Μη μας λέτε και αφελείς τώρα ...".

Ακόμη ο ίδιος δημοσιογράφος (πιο πάνω εκκαλών-δεύτερος των εναγομένων), έπειτα από επέμβαση του Α, ο οποίος ως προς τον εφεσίβλητο-ενάγοντα υπέβαλε το ερώτημα "Μήπως γνωρίζει, αφού και εφόσον τον γνωρίζει, γιατί έφυγε από το δικαστικό κλάδο και επανήλθε; Μήπως το γνωρίζει αυτό ;", απευθύνθηκε στον Α αναφέροντας κατά λέξη τα εξής: "Υπάρχει κάποιο γεγονός, κάποιο συγκεκριμένο κύριε Α;

Γιατί ο τρόπος που το λέτε δημιουργεί κάποια εντύπωση. Αν έχετε κάτι πείτε το, αν δεν έχετε μη λέτε για αυτόν τον άνθρωπο κάτι που δημιουργεί εντυπώσεις χωρίς βάσεις ... (Α : Ο κύριος Χ ήρθε τελευταία στα δικαστήρια πάλι της Θήβας. Πιο μπροστά δικηγορούσε ... Τι τον έκανε να απόσχει από τα δικαστικά του καθήκοντα και να επανέλθει; "). "...

Ο τρόπος ο υπαινικτικός που το λέτε ... Υπήρχε κάποιος λόγος που το έκανε συγκεκριμένος; Υπήρχε κάποιο παράπτωμα πειθαρχικό; ... Εσείς ξέρετε ... Γιατί ο τρόπος που το λέτε αφήνει υπαινιγμό και δεν έχω λόγο και πρόθεση να υπάρχει υπαινιγμός σε βάρος κανενός, ψευδής ... Υπάρχει κάποια εξήγηση για αυτό ή το ρωτάτε;

Γιατί έτσι όπως το ρωτάτε είναι σαν να αφήνετε εντυπώσεις ... . Ο κύριος Α είπε ότι είχε σταματήσει για κάποιο διάστημα, αν κατάλαβα καλά, να είναι δικαστής και δικηγορούσε ο κύριος, ο συγκεκριμένος, ο κύριος Χ, και μετά επανήλθε στο δικαστικό σώμα. Υπάρχει τέτοιο θέμα; ... Κύριε Δ και εσείς κύριε Α υπαινιγμούς για ανθρώπους που δεν είναι παρόντες στη κουβέντα δεν θα επιτρέψω.

Αν υπάρχει κάτι που θέλει κάποιος να το πει, ας το πει, αν δεν υπάρχει, ας μην έχουμε τέτοιους υπαινιγμούς". Ο εφεσίβλητος-ενάγων δεν αμφισβητεί το γεγονός της προκλήσεως εκ μέρους του σωματικής βλάβης σε βάρος του ως άνω Α κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο. Περαιτέρω όμως ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ο εκκαλών-δεύτερος των εναγομένων δημοσιογράφος με τις εκτιθέμενες αναφορές του στα πιο πάνω δελτία ειδήσεων, των οποίων την ευθύνη είχε ο δεύτερος των εκκαλούντων-τρίτος των εναγομένων διευθυντής ειδήσεων, για τα οποία (δελτία ειδήσεων) επιπλέον ευθύνεται αντικειμενικά και η πρώτη των εκκαλούντων-πρώτη των εναγομένων ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού, προέβησαν σε συκοφαντική δυσφήμηση αυτού (ενάγοντος) και διέδωσαν εν γνώσει τους σε βάρος του τις αναφερόμενες αναληθείς ειδήσεις και γεγονότα δυσφημιστικά για το πρόσωπο του, τα οποία επιπλέον συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του.

Ειδικότερα δε ο εφεσίβλητος-ενάγων ισχυρίζεται ότι στα ως άνω δελτία ειδήσεων το προαναφερόμενο περιστατικό δεν παρουσιάστηκε με τις πραγματικές του διαστάσεις, αλλά εν γνώσει των εκκαλούντων-δευτέρου και τρίτου των εναγομένων τούτο εκτέθηκε κατά τρόπο ιδιαιτέρως υπερβολικό, αφιστάμενο της πραγματικότητας και προσβλητικό για την προσωπικότητα του ως ατόμου και δικαστικού λειτουργού, που συνιστά επίσης το έγκλημα ης συκοφαντικής δυσφήμησης.

Συγκεκριμένα ο πρώτος ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο του πιο πάνω συμβάντος ο ίδιος δεν ασκούσε τα δικαστικά του καθήκοντα ως προεδρεύων ή μέλος σύνθεσης δικαστηρίου αλλά είχε μόνο την ιδιότητα του διαδίκου (μηνυτή), η επίθεση του δεν είχε διάρκεια, αφού επέφερε μόνο ένα κτύπημα στον ως άνω κατηγορούμενο, ενώ σκόπιμα απεκρύβη η προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά του τελευταίου.

Από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών μέσων όμως αποδείχθηκε ότι στις αναφορές και τα ρεπορτάζ των πιο πάνω δελτίων ειδήσεων σχετικά με το προαναφερόμενο περιστατικό δεν υπήρξε καμία επεξεργασία ούτε παραποίηση του σχετικού υλικού και αυτές ανταποκρίνονταν πλήρως στο πράγματι εξαιρετικό και ασυνήθιστο γεγονός της πρόκλησης σωματικής βλάβης εκ μέρους δικαστικού λειτουργού σε βάρος κατηγορουμένου σε δικαστική αίθουσα κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως του δικαστηρίου, έστω και αν ο πρώτος κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είχε την ιδιότητα διαδίκου (μηνυτή).

Εξάλλου, οι πιο πάνω περιορισμένοι χαρακτηρισμοί εκ μέρους του εκκαλούντος-δευτέρου των εναγομένων δημοσιογράφου για τον εφεσίβλητο-ενάγοντα είχαν ως αφορμή το ως άνω πρωτοφανές περιστατικό και δεν είναι προσβλητικοί γι' αυτόν, δεδομένου ότι αποδίδουν επακριβώς τις ως άνω συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χωρά αυτό και ιδιαιτέρως τόσο τη βαρύτητα των κτυπημάτων στο πρόσωπο του ως άνω παθόντος-κατηγορουμένου όσο και την ικανή διάρκεια του επεισοδίου.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο εφεσίβλητος-ενάγων στην αγωγή του εκθέτει ότι μετά την ως άνω επίθεση τον συγκράτησαν οι αστυνομικοί και απετράπη η συνέχιση του επεισοδίου, οδηγήθηκε δε απ' αυτούς έξω από τη δικαστική αίθουσα. Επίσης, ουδόλως προέκυψε ότι υπήρξε εκ μέρους του εκκαλούντος-δευτέρου των εναγομένων απόκρυψη της αλήθειας και εσφαλμένη ενημέρωση και πληροφόρηση του τηλεοπτικού κοινού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος-ενάγων.

Με βάση αυτά τα πιο πάνω αναφερόμενα από τον εκκαλούντα-δεύτερο των εναγομένων δημοσιογράφο Ψ2 στα δελτία ειδήσεων της 30 και 31-10-2003 στον τηλεοπτικό σταθμό της πρώτης των εκκαλούντων-εναγομένων με το διακριτικό τίτλο "ALTER CHANNEL", που αφορούσαν στον τελευταίο, ήσαν αληθή και δεν περιλαμβάνεται σ' αυτά κανένας ισχυρισμός ή διάδοση ψευδούς γεγονότος, πρόσφορου να βλάψει τη τιμή και την υπόληψη του.

Επιπλέον, οι πιο πάνω χαρακτηρισμοί και σχόλια είναι μεν έντονοι, πλην όμως δεν αποτελούν ανεπίτρεπτη και πέραν των επιτρεπομένων ορίων δημοσιογραφικής δεοντολογίας προσπάθεια μείωσης της προσωπικότητας του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, ενώ από το όλο περιεχόμενο και το ύφος των εκπομπών προκύπτει ότι με αυτές ασκείτο θεμιτή έστω και οξεία κριτική στη συγκεκριμένη συμπεριφορά τούτου.

Επιπλέον, οι εκπομπές αυτές έγιναν χωρίς σκοπό δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως του τελευταίου, αλλά από εύλογο και δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον του δευτέρου των εναγομένων δημοσιογράφου και κατ' ενάσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος μετάδοσης πληροφοριών δημοσίου ενδιαφέροντος και με αποκλειστικό σκοπό την ενημέρωση του κοινού του ανωτέρω τηλεοπτικού σταθμού για γεγονότα που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο, συνιστούν δε όλα τα ως άνω αναφερθέντα δριμύ δημοσιογραφικό ύφος και όχι εξυβριστικό τρόπο εκδηλώσεως και συγχωρητώς χρησιμοποιούνται προς έλεγχο της ηθικής ή κοινωνικής απαξίας ειδήσεως ή πράξεως.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το προαναφερόμενο πρωτοφανές περιστατικό εύλογα προκάλεσε το έντονο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον και ασχολήθηκε με αυτό όλος ο τύπος, τόσο ο έγγραφος όσο και ο ηλεκτρονικός. Με τις παραπάνω δε εκπομπές δεν παραβιάστηκε κάποια από τις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση στον εφεσίβλητο-ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, την οποία δήθεν υπέστη απ' αυτές (εκπομπές), οι οποίες αντιθέτως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έγιναν με αποκλειστικό σκοπό την πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού, με δυσμενείς έστω για τον ενάγοντα εκφράσεις, αλλά χωρίς παραμόρφωση του υλικού που συνιστούσε την είδηση.

Έτσι, με βάση τα παραπάνω, λόγω της αλήθειας των ως άνω περιστατικών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του ενάγοντος εκ μέρους του δευτέρου των εναγομένων με τα πιο πάνω δελτία ειδήσεων. Εξάλλου, ανεξάρτητα από την αλήθεια ή μη των αναφερόμενων σ' αυτά γεγονότων, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε και η επικαλούμενη τέλεση από τον εναγόμενο αυτό της αξιόποινης πράξης της δυσφήμησης, αφού στην περίπτωση αυτή ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του αίρεται κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 ΠΚ, καθόσον αυτή έγινε για τη διαφύλαξη (προστασία) νομίμου δικαιώματος του, χωρίς να υπερβαίνουν το προς τούτο αναγκαίο μέτρο.

Επίσης, με βάση τα ως άνω εκτεθέντα προέκυψε ότι ο πιο πάνω εναγόμενος δεν είχε σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος, δηλαδή δεν προκύπτει πρόθεση αυτού που να κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεώς του. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο εκκαλών-δεύτερος των εναγομένων δημοσιογράφος κατά τη διάρκεια μετάδοσης των πιο πάνω δελτίων ειδήσεων και για την αποτροπή δημιουργίας λανθασμένων εντυπώσεων στο τηλεοπτικό κοινό φρόντισε να εμφανιστούν σ' αυτά και να διατυπώσουν τη γνώμη τους επί του θέματος, εκτός από τον παθόντα Α , και οι δικηγόροι Θηβών Γ και Δ, οι οποίοι εκφράστηκαν με τον καλύτερο τρόπο σχετικά με το ήθος και την προσωπικότητα του εφεσιβλήτου-ενάγοντος και επιπλέον ο πρώτος περιέγραψε την ως άνω προηγηθείσα απρεπή συμπεριφορά προς τον εφεσίβλητο-ενάγοντα του παθόντος Α, τον οποίο μάλιστα χαρακτήρισε ως "δικομανή".

Εξάλλου, οι συνεργάτες του εκκαλούντος-δευτέρου των εναγομένων έκαναν επανειλημμένες προσπάθειες να επικοινωνήσουν με τον ενάγοντα, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του, πλην όμως αυτός αρνήθηκε οποιαδήποτε επικοινωνία. Επίσης, η έλλειψη σκοπού εξύβρισης εκ μέρους του ως άνω εκκαλούντος-δευτέρου των εναγομένων δημοσιογράφου και παρουσιαστή των δελτίων ειδήσεων υποδηλώνεται και από το ότι αυτός διέκοψε επανειλημμένως τον παθόντα Α και του έκανε επανειλημμένες συστάσεις να επικεντρωθεί στο ζήτημα της πράξης της σωματικής βλάβης σε βάρος του και να απέχει από οποιονδήποτε άλλον χαρακτηρισμό ή ισχυρισμό σε βάρος του ενάγοντος, που δεν είχαν σχέση με το περιστατικό αυτό.

Περαιτέρω, όσον αφορά στο δελτίο ειδήσεων της 31-10-2003, με αφορμή την ανακοίνωση που είχε εκδώσει ο Δικηγορικός Σύλλογος Θηβών, πρέπει να τονιστεί ότι εμφανίστηκε σ' αυτό τόσο ο παθών Α όσο και ο γραμματέας του παραπάνω Συλλόγου Δ και εξέθεσαν τις απόψεις του. Κατόπιν δε ο εκκαλών-δεύτερος των εναγομένων δημοσιογράφος περιορίστηκε στο να επισημάνει την έλλειψη οποιασδήποτε κριτικής για την πιο πάνω πράξη από την προαναφερόμενη ανακοίνωση του Δικηγορικού Συλλόγου Θηβών, χωρίς να προβεί σε καμία απολύτως δυσφημιστική εκδήλωση κατά του εφεσίβλητου -ενάγοντος.

Έτσι, είναι φανερό ότι σκοπός των εκπομπών ήταν να ασκήσουν ανεκτή κριτική στον τελευταίο για το ως άνω ζήτημα, που αφορούσε και απασχολούσε το δημόσιο ενδιαφέρον και όχι να προκαλέσουν βλάβη στην τιμή και την υπόληψη αυτού. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του παραπάνω εναγομένου τα ως άνω απαιτούμενα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως ή άλλης συναφούς πράξεως σε βάρος του ενάγοντος.

Περαιτέρω, και αν ακόμη απαλειφθεί η ποινική πλευρά της υποθέσεως, ως γενεσιουργός λόγος της ποινικής ευθύνης του παρουσιαστή καθώς και του υπευθύνου των ειδήσεων και επομένως υποχρέωσης και της πρώτης των εναγομένων ιδιοκτήτριας του τηλεοπτικού σταθμού προς αποζημίωση του ενάγοντος, η προς αποζημίωση του τελευταίου υποχρέωση της πρώτης (ιδιοκτήτριας) δεν μπορεί να ανακύψει ως βασιζόμενη σε ευθύνη του παρουσιαστή ούτε και κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 920 ΑΚ.

Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, ως προς τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δεν αποδείχθηκε παράνομη συμπεριφορά του παρουσιαστή της εκπομπής, αφού αυτό εντάσσεται στα πλαίσια της ασκήσεως του επαγγέλματος του ως δημοσιογράφου, αλλά ούτε και υπαιτιότητα με τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας, εφόσον τα όργανα αυτής, καταβάλλοντος την απαιτούμενη από το μέσο δημοσιογράφο επιμέλεια και προσοχή, δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν την αλήθεια ή αναλήθεια των όσων από δημοσιογραφικό καθήκον ανέφεραν.

Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε πρόθεση του εναγομένου αυτού να ζημιώσει τον ενάγοντα είτε παράνομα (914 ΑΚ), είτε κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη (ΑΚ 919), δηλαδή ενεργώντας αντίθετα προς τις ιδέες που πρέπει να διέπουν κατά τη σύγχρονη γενική αντίληψη την κοινωνική συμπεριφορά του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου ανθρώπου.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος αυτός ισχυρίστηκε ή διέδωσε αναληθείς ειδήσεις, ούτε σε κάθε περίπτωση είχε τη γνώση ή την υπαίτια άγνοια που απαιτεί το άρθρο 920 ΑΚ ως προς την ενδεχόμενη αναλήθεια των αναφερομένων στις παραπάνω εκπομπές. Τέλος, όσον αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προϋπόθεση της οποίας αποτελεί ο παράνομος χαρακτήρας της προσβολής της προσωπικότητας και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του δράστη, πρέπει να σημειωθεί ότι στην παρούσα περίπτωση δεν προέκυψε η συνδρομή περιστατικών που να θεμελιώνουν τις ως άνω προϋποθέσεις και συνεπώς η επικαλούμενη από τον ενάγοντα οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας του δεν δημιουργεί αξίωση αποζημιώσεως ή άλλης μορφής ικανοποίηση.

Κατά συνέπεια τούτων η πιο πάνω αγωγή είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και έπρεπε να απορριφθεί. Με βάση δε τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή και ειδικότερα υποχρέωσε την πρώτη των εναγομένων-εκκαλούντων να καταβάλει στον ενάγοντα-εφεσίβλητο το ποσό των 293.500 ευρώ, ενεχομένων και των υπολοίπων αυτών (εναγομένων-εκκαλούντων) προς καταβολή μέχρι του ποσού των 90.000 ευρώ ο καθένας και επιπλέον υποχρέωσε την πρώτη να προβεί σε μετάδοση στο ειδησεογραφικό δελτίο της περίληψης της απόφασης καθώς και να προβεί σε ανακοίνωση περί διάψευσης και ανάκλησης των αναφερόμενων αναληθών και δυσφημιστικών γεγονότων, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιον αυτού αποδείξεις.

Συνεπώς οι λόγοι της υπ' αριθ. καταθέσεως 4740/1-6-2006 εφέσεως των πρώτης και τρίτου των εναγομένων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και Ψ3 αντίστοιχα και της υπ' αριθ. καταθέσεως 6826/1-8-2006 εφέσεως του δευτέρου των εναγομένων Ψ2 περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων είναι βάσιμοι κατ' ουσίαν.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος, δεχόμενο ότι το αναφερόμενο στις άνω τηλεοπτικές εκπομπές γεγονός της χειροδικίας του ενάγοντος δικαστικού λειτουργού εντός της αιθούσης του δικαστηρίου και κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της σχετικής ποινικής υπόθεσης με, μηνυτή τον ενάγοντα και κατηγορούμενο τον Α είναι αληθές και ότι οι εναγόμενοι τηλεπαρουσιαστής και διευθυντής ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού ενήργησαν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους όχι με σκοπό να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος αλλά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την πληροφόρηση του κοινού και χωρίς να υπερβούν το αναγκαίο μέτρο, απέρριψε δε την αντένσταση του ενάγοντος ότι από τον τρόπο μετάδοσης της σχετικής ως άνω είδησης, σχετικά με τη συμπεριφορά του ενάγοντος, οι προαναφερόμενοι εναγόμενοι είχαν ειδικό σκοπό εξύβρισης. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται α) ότι το μεταδοθέν από τον τηλεπαρουσιαστή δημοσιογράφο, κατά την παρουσίαση των άνω δελτίων ειδήσεων, γεγονός της χειροδικίας του ενάγοντος, εναντίον του Α, εντός της αιθούσης του δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης, με μηνυτή τον ενάγοντα και κατηγορούμενο τον Α, είναι αληθές και ο δράστης καταδικάστηκε για την πράξη του αυτή και τιμωρήθηκε πειθαρχικώς και β) ότι οι αποδιδόμενοι από τον παρουσιαστή των ειδήσεων δημοσιογράφο χαρακτηρισμοί του ενάγοντος ως "μποξέρ", και τα σχόλια ότι "Ο πρόεδρος του δικαστηρίου γρονθοκόπησε κατηγορούμενο", "ο πρόεδρος έδειρε τον κατηγορούμενο", "ο νόμος της ζούγκλας", συνέχονται άμεσα με την επιδειχθείσα από τον ενάγοντα δικαστή συμπεριφορά, εντός της αιθούσης του δικαστηρίου, αν δε και οξείς, έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς ενημέρωση των τηλεθεατών χωρίς σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος, και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, κατέτειναν δε στην ανάδειξη της προσωπικότητας του ενάγοντος, ο οποίος, ως δικαστής, οφείλει να είναι ήρεμος και αξιοπρεπής και να αντιμετωπίζει, ακόμη και τους κατηγόρους του, μέσα στο πλαίσιο της έννομης τάξης, την τήρηση της οποίας έχει ταχθεί να υπηρετεί.

Δέχεται ακόμη το Εφετείο, ότι κατά τη διάρκεια των εν λόγω εκπομπών, ο εναγόμενος δημοσιογράφος και τηλεπαρουσιαστής των ειδήσεων, κατά τη συζήτηση που έγινε, με σκοπό την κατά το δυνατό πληρέστερη παρουσίαση του γεγονότος και αντικειμενικότερη πληροφόρηση των θεατών, εκτός των απόψεων του καταγγέλοντος Α, παρουσίασε, σχετικά με τις συνθήκες του συμβάντος, και τις απόψεις του παρισταμένου κατά το επεισόδιο δικηγόρου του δράστη Γ, ο οποίος ανέφερε ότι της χειροδικίας του δικαστή προηγήθηκαν απρεπείς και προκλητικές χειρονομίες του Α προς τον δράστη, καθώς και τις απόψεις του επίσης δικηγόρου Δ, ο οποίος, όπως και ο προαναφερόμενος Γ, εκφράστηκε με τον καλλίτερο τρόπο σχετικά με το ήθος και την προσωπικότητα του δράστη, συνεργάτες δε του τηλεπαρουσιαστή επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τον δράστη, κατά τη διάρκεια των εκπομπών, προκειμένου ο τελευταίος να εκφράσει τις απόψεις του και να περιγράψει το συμβάν, πλήν όμως αυτός αρνήθηκε οποιαδήποτε επικοινωνία.

Επομένως, ο έβδομος λόγος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.04.2007 αίτηση και τους από 10.08.2008 προσθέτους λόγους των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 161/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από κοινού από ευρώ 1.800.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ