Legislator Case Law & Legislation
310/2019 AI generated

310/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 310/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

310/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 αναλόγως από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Keywords

AI generated
excessive speed dangerous overtaking traffic violation extreme speeding offence aggravated offence road safety concerns
AI generated
417/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3357/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 664/2012 μη οριστική και 5675/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-8-2013 αίτησή της.
432/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
1459/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
50/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
60/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 310 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 310/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα .

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) A. H. του S., 2) V. συζ. A. H., 3) Y. H. του A., κατοίκων ... και 4) R. H. του S., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κανάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σπανέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της B. Z. του S., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 10-1-2011 και 5-3-2013 αγωγή και προσεπίκληση - αγωγή, αντίστοιχα, του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, την από 25-1-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης, την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, καθώς και με την από 23-1-2013 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 835/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2215/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 8-11-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 795/2017) αίτηση διώκεται η αναίρεση της 2215/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Ε. Κ.. Περαιτέρω, όμως, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ….59Γ'/24-1-2018 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Χ. Σ. - Λ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτών στον ως άνω πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ο διάδικος αυτός έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες για την ως άνω δικάσιμο, οπότε εκδικάσθηκε η υπόθεση, και κατά συνέπεια η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης θα χωρήσει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σαν να ήταν και αυτός παρών.

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία της αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, στον αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 944/2017).

Περαιτέρω, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, επιβάλλεται να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Τούτο διότι μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται, ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι αυστηρότερη του "ευλόγου" και το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια, ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί από ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 αναλόγως από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 30-8-2009 και περί ώρα 14.30' ο A. H. επέβαινε ως συνεπιβάτης στην πίσω δεξιά θέση στο με αριθμό κυκλοφορίας ...49 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος στην υπό στοιχείο Β αγωγή (I.

P.), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημιές στην τρίτη εναγομένη στην υπό στοιχείο Α αγωγή ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...". Το ανωτέρω όχημα εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Ι.-Σ. με κατεύθυνση από Ι. προς Σ. Η επαρχιακή οδός Ι.-Σ. είναι διπλής κατεύθυνσης και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,30 μέτρα, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, οι οποίες διαχωρίζονται από οριζόντια σήμανση μονής διακεκομμένης διαχωριστικής γραμμής, κάθε ρεύμα κυκλοφορίας έχει πλάτος 4,15 μ., πέραν δε της οριογραμμής του οδοστρώματος του προς Ι.

ρεύματος πορείας υφίσταται ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 2,20 μέτρων. Το όριο ταχύτητας στο 1ο χλμ της επαρχιακής οδού καθορίζεται με πινακίδα Ρ-32 στα 40 χλμ ανά ώρα, επίσης δε στο ρεύμα που οδηγεί προς Σ. υπάρχει ικανή ευθεία, η οποία καταλήγει σε δεξιά στροφή και επισημαίνεται προηγουμένως με σχετικές πινακίδες και δη την πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ1 (επικίνδυνη στροφή) και Κ-5 (στένωση οδοστρώματος).

Στο ρεύμα προς Ι. υπάρχει επίσης ικανή ευθεία, η οποία καταλήγει στην ως άνω στροφή, η οποία ως προς το ρεύμα αυτό είναι αριστερή, ενώ υπάρχουν και στο ρεύμα αυτό οι πινακίδες Κ-5 και Κ1α. Ο οδηγός I. P. ανέπτυξε υπερβολικά μεγάλη ταχύτητα για τις περιστάσεις, ανωτέρα των 140 χλμ/ώρα, όταν δε έφθασε στη δεξιά για την πορεία του στροφή τροχοπέδησε απότομα, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να κάνει ελιγμούς και να περάσει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και στη συνέχεια να προσκρούσει με σφοδρότητα σε κολώνα της ΔΕΗ που βρισκόταν στο ασφάλτινο έρεισμα του οδοστρώματος, στο αντίθετο ρεύμα προς Ι..

Την ίδια χρονική στιγμή στην αντίθετη κατεύθυνση, δηλ. στο ρεύμα προς Ι. εκινείτο το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...46 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου στην υπό στοιχείο Α αγωγή (Ε. Κ.), το οποίο οδηγούσε ο ίδιος και ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τέταρτη εναγομένη στην υπό στοιχείο Α αγωγή ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε.Ε.Γ.Α.". Ο ως άνω οδηγός, έχοντας αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις της οδού ταχύτητα άνω των 100 χλμ/ώρα, αν και αντιλήφθηκε τους ελιγμούς του αυτοκινήτου του I. P. και είδε αυτό να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να προσκρούει στην κολώνα της ΔΕΗ, δεν κατάφερε να τροχοπεδήσει ή να κάνει αποφευκτικό ελιγμό, με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα στο πίσω δεξιό μέρος του οχήματος που ήδη είχε ακινητοποιηθεί από την πρόσκρουσή του πάνω στην κολώνα της ΔΕΗ και βρισκόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του κάθετα επί του οδοστρώματος.

Η σύγκρουση ήταν σφοδρότατη και είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του A. H., που καθόταν στην πίσω δεξιά θέση του αυτοκινήτου του I. P., και το σοβαρό τραυματισμό του επιβαίνοντος στο ίδιο όχημα στη θέση του συνοδηγού E. D.. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος είναι συνυπαίτιοι και οι δύο οδηγοί των εμπλεκόμενων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων.

Ειδικότερα, αυτοί δεν επέδειξαν, καίτοι όφειλαν, ως οδηγοί αυτοκινήτων την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση των οχημάτων, την οποία θα επεδείκνυε οποιοσδήποτε μετρίως συνετός και επιμελής οδηγός, ευρισκόμενος υπό τις αυτές συνθήκες και περιστάσεις. Συγκεκριμένα ο πρώτος οδηγός δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα αυτού ανάλογα με τια επικρατούσες συνθήκες και σύμφωνα με τις υπάρχουσες ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες και την προειδοποίηση των οδηγών για την επικινδυνότητα του οδοστρώματος στο συγκεκριμένο σημείο, αλλά έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα υπερβαίνουσα το επιτρεπόμενο όριο των 40 χλμ/ω, φθάνοντας στη δεξιά στροφή τροχοπέδησε απότομα, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να κάνει ελιγμούς και να περάσει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να καλύψει το ήμισυ του πλάτους του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας.

Ο δεύτερος οδηγός επίσης δεν οδηγούσε με προσοχή το όχημά του και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα αυτού ώστε να μπορεί να εκτελεί τους κατάλληλους χειρισμούς όταν οι συνθήκες θα το απαιτούσαν, με αποτέλεσμα, αν και είχε ορατότητα και μπορούσε να αντιληφθεί την είσοδο του πρώτου οχήματος στο ρεύμα του, ακριβώς λόγω της ανεπτυγμένης ταχύτητας, δεν μπόρεσε να το αποφύγει έγκαιρα, πραγματοποιώντας τον κατάλληλο ελιγμό με τροχοπέδηση ή με αποφευκτικό ελιγμό αριστερά, ενώ είχε τη δυνατότητα να το πράξει, χωρίς να παραβιάσει τις διακεκομμένες διαχωριστικές γραμμές.

Έτσι επέπεσε στο πίσω δεξιό μέρος του πρώτου αυτοκινήτου, το οποίο είχε ακινητοποιηθεί μετά την πρόσκρουση στην κολώνα της ΔΕΗ. Η παραβατική οδική συμπεριφορά και των δύο (άρθρο 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 3 και 20 ΚΟΚ), με γενεσιουργό αιτία την είσοδο του πρώτου οδηγού στο αντίθετο ρεύμα, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα και τις τραγικές συνέπειες.

Το Δικαστήριο καταλογίζει ποσοστό συνυπαιτιότητας στον πρώτο οδηγό 70% και στο δεύτερο οδηγό 30%, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσία βασίμου της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος Ε. Κ. που προτείνουν οι εναγόμενοι στην κύρια Β αγωγή και της παρεμπιπτόντως εναγομένης με την επωνυμία "..." στην παρεμπίπτουσα αγωγή της παρεμπιπτόντως ενάγουσας με την επωνυμία "..."...

Περαιτέρω, όσον αφορά την υπό στοιχείο Α αγωγή, αποδείχθηκε ότι κατά την επίδικη σύγκρουση τραυματίσθηκε θανάσιμα ο A. H., ο οποίος διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Ι.ς άσφυγμος με κόρες σε μυδρίαση άμφω. Έγιναν προσπάθειες ανάνηψης και τελικά απεβίωσε στις 16.30' της ίδιας μέρας στο παραπάνω Νοσοκομείο εξ αιτίας κακώσεων θώρακος και κοιλίας.

Ο θανών A. H., ηλικίας 19 ετών, συνοικούσε με τους γονείς του πρώτο και δεύτερη των υπό στοιχεία Α αγωγής εναγόντων και με τον αδελφό του, τρίτο των εναγόντων. Ήταν συνδεδεμένος και αγαπημένος με όλη του την οικογένεια, στην οποία περιλαμβάνονται και οι τέταρτη και πέμπτη των υπό στοιχ. Α αγωγής εναγόντων, των οποίων ετύγχανε εγγονός και δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και συνεπώς ως μέλη της οικογενείας του δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και ειδικώς με βάση την έννοια της "οικογενείας", όπως προσδιορίζεται αποκλειστικά από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 26 ΑΚ, αφού η αδικοπραξία τελέσθηκε στην ημεδαπή από την οποία επήλθε θάνατος αλλοδαπού...

Ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, της ηλικίας του θανόντος (19 ετών), του βαθμού συγγενείας εκάστου των υπό στοιχεία Α αγωγής εναγόντων και της εντάσεως του πόνου εκάστου, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών, εξαιρουμένων των ασφαλιστικών εταιρειών, των οποίων η ευθύνη είναι εγγυητική, του ανεκτιμήτου της ανθρώπινης ζωής, πρέπει να επιδικασθούν στους ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα εξής παρακάτω ποσά:

α) σε καθένα των πρώτου και δεύτερης των υπό στοιχεία Α εναγόντων το ποσό των 60.044 ευρώ, από το οποίο αφαιρείται το ποσό των 44 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκαν οι τελευταίοι να ασκήσουν πολιτική αγωγή στα ποινικά δικαστήρια, β) στον τρίτο των εναγόντων το ποσό των 30.000 ευρώ και γ) για καθεμία των τετάρτης και πέμπτης των εναγόντων το ποσό των 8.000 ευρώ, τα οποία κρίνονται εύλογα μετά τη στάθμιση των κατά νόμο παραπάνω στοιχείων , λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της αναλογικότητας...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτές τις εφέσεις των τρίτης και τετάρτης των εναγομένων της πρώτης κύριας αγωγής και των τετάρτης και πέμπτης των εναγόντων της ίδιας αγωγής κατά της υπ' αριθμ. 835/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε επιδικάσει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 80.000 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους (γονείς), το ποσό των 40.000 ευρώ για τον τρίτο (αδελφό) και το ποσό των 5.000 ευρώ για καθεμία των τετάρτης και πέμπτης των εναγόντων (γιαγιάδες), και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων - εναγόντων λόγω ψυχικής οδύνης στα παραπάνω ποσά (60.000 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους, 30.000 ευρώ για τον τρίτο και 8.000 ευρώ για την τέταρτη), δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατ' ακολουθία ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σε αυτούς τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αντί των αιτουμένων μεγαλυτέρων ποσών, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 124/2017). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι η απόφαση έχει αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες σχετικά με τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και συγκεκριμένα, ενώ δέχεται τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους ως προς τα στοιχεία προσδιορισμού της χρηματικής ικανοποίησης, απορρίπτει τους ισχυρισμούς τους ως προς τους πρώτο, δεύτερη και τρίτο από αυτούς και ακόμη, ενώ δέχεται τους ισχυρισμούς τους ως προς την τετάρτη και πέμπτη από αυτούς, τους απορρίπτει ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, χωρίς να αιτιολογεί τους λόγους της συγκεκριμένης διάκρισης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η κρίση του δε αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση των από τους διαδίκους τιθεμένων πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων.

Άλλωστε, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα κρίσιμα στοιχεία που εκτιμήθηκαν από το Εφετείο για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο κρινόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 259/2009).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους και του μοναδικού λόγου της έφεσής τους, ως προς τη βασιμότητα των ενδίκων αξιώσεών τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα με επίκληση προσκομισθέντα με αριθμό ...58 δελτίο ατομικών στοιχείων ποδοσφαιριστή της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας που είχε εκδοθεί στο όνομα του θανατωθέντος A.

H. και φωτογραφικό υλικό, από τα οποία προκύπτει ότι ο θανών ήταν αθλητής σε ποδοσφαιρική ομάδα και βρισκόταν σε καλή φυσική και σωματική κατάσταση. Με το περιεχόμενο αυτό ο ερευνώμενος τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι, για να καταλήξει στο ως άνω πόρισμά του, λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, που νόμιμα είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες, αφού δε εκτίμησε και αξιολόγησε αυτά μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατέληξε στον προσδιορισμό του ποσού, που δικαιούται καθένας από τους αναιρεσείοντες για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2017 (γεν. αριθ. καταθ. 8384/ 2017 και ειδ. αριθ. καταθ. 795/2017) αίτηση για αναίρεση της 2215/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για την κάθε μία. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ