Legislator Case Law & Legislation
310/2017 AI generated

310/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 310/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

310/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): στο μισθολογικό καθεστώς των ν. 2470/1997 και 3205/2003, ενόψει του ότι δεν γίνεται μνεία, στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002 ή στις σχετικές ΚΥΑ, ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της, συναρτωμένης με το είδος ή την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητά κατονομαζομένων ως1 δικαιούχων αυτής, ότι για το χρονικό διάστημα από 01.05.2009 μέχρι 28.02.2011 δικαιούται κατά τα λοιπά για την αιτία αυτή το ποσό των 3.872 ευρω.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 310 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 310/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ..." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπαχαράλαμπο, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 16/7/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 28/9/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ,Πολ,Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ. ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ...10.03.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λαμίας Ι. Δ. Α., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 11.10.2016 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία συγχωρείται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί που αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για τη θεμελίωση, κατάλυση και παρακώλυση του δικαιώματος που προβάλλει ο διάδικος εγείροντας μια αγωγή ή ασκώντας μια ένσταση ή μια αντένσταση, περίπτωση που δεν συντρέχει όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση, που μπορεί να είναι γενική ή ειδική, των παραπάνω ενδίκων ενεργειών ή επιχειρήματα για την αντίκρουση της νομιμότητάς τους ή επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων ή ακόμη συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 697/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 περ. 16 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, από τα άρθρα 321, 322 και 324 του ΚΠολΔικ, συνάγεται, ότι το δεδικασμένο καλύπτει - ως ενιαίο σύνολο - ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση ή όχι της επίδικης έννομης σχέσης.

Συγκεκριμένα, καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώστηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου.

Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση, (βλ. ΑΠ 61/2006 ΤΝΠ Νομος). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα : α) Το παραγόμενο από τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις δεδικασμένο, σκοπός του οποίου είναι η διατήρηση βεβαιότητας δικαίου και η μη διάσπαση της επιβαλλόμενης από τη φύση του δικαίου συνοχής, ενώ η έκταση του προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος, καλύπτει την κριθείσα έννομη σχέση ή συνέπεια και προϋποθέτει, εκτός άλλων, και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας εκείνης προς την κρινόμενη υπόθεση, β) Γίνεται δεκτό ότι δεδικασμένο δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο το οποίο ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, απαιτείται όμως για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου (και) η ταυτότητα της νομικής αιτίας, δηλαδή ταυτότητα της διατάξεως που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης αποφάσεως προς τον κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η νέα αγωγή, γ) Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή ανυπαρξίας εννόμου σχέσεως που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλ’ αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη προϋποθέτει η εν λόγω έννομη σχέση ν’ αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου να ήταν νομικώς αναγκαία και να έπρεπε να προηγηθεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της οριστικής κρίσεως του αντικειμένου της διαφοράς (βλ ΟλΑΠ 10/2002 Νομος).

Σε διαρκή έννομη σχέση, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διαφόρους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διαιτητικές αποφάσεις κλπ οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, που κρίνουν επιμέρους αιτήματα ως έννομες συνέπειες της διαρκούς αυτής έννομης σχέσης, έστω και εσφαλμένες, αποτελούν δεδικασμένο και για απαιτήσεις που γεννώνται στο μέλλον ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, εφόσον παραμένει αμετάβλητο το νομικό καθεστώς (Ολ.

Α.Π. 10/2002).

Στη προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων με την από 21.02.2011 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε και εργάστηκε κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες λόγω των διαρκών ανανεώσεων και του γεγονότος ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αναγνωρίστηκαν δυνάμει της ήδη αμετάκλητης απόφασης υπ’ αριθ. 328/2005 του Δικαστηρίου τούτου, ως μία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι αν και από το Μάρτιο του 2006, παρείχε νομίμως τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης, ο εναγόμενος, από τον Ιούλιο του έτους 2006 έπαψε να του καταβάλει τους μισθούς, που δικαιούτο για την παρασχεθείσα εργασία, με αποτέλεσμα να ασκήσει αγωγή εναντίον του για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μέχρι τέλους του έτους 2006, ενώ μετά τη συνεχιζόμενη άρνησή του να του καταβάλει τις αποδοχές του, άσκησε με την από 18.01.2007 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 19.01.2007, το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μέχρι την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας και να ασκήσει εκ νέου αγωγή εναντίον του για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών μέχρι την ημέρα της επίσχεσης καθώς και μισθών υπερημερίας, που έπρεπε να λαμβάνει για το χρονικό διάστημα από 20.01.2007 μέχρι 06.04.2009.

Ότι ο εναγόμενος, συνέχιζε να μη καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το επόμενο χρονικό διάστημα από 07.04.2009 (την επομένη της παραπάνω με αριθμό κατάθεσης αγωγής) έως 17.03.2010 (την προτεραία της ανάληψης των καθηκόντων του στον εναγόμενο) και επομένως εξαιτίας της αντισυμβατικής αυτής συμπεριφοράς δικαιούται μισθούς υπερημερίας (βασικό μισθό μετά των αναφερόμενων στην υπό κρίση αγωγή επιδομάτων) για το ως άνω χρονικό διάστημα, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της υπό κρίση αγωγής έως την εξόφληση.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε - πλην των άλλων- να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με βάση τη σύμβαση εργασίας άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση που κριθεί ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 32.760,04 ευρώ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 07.04.2009 μέχρι 17.03.2010 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την υπ’ αριθμ. 24/2012 αγωγή του δέχθηκε την ένδικη αγωγή, για την παραπάνω αιτία, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το παραπάνω χρηματικό ποσό των 32.760,04 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Το Εφετείο Λαμίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα ακολούθα: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από τον εναγόμενο Δήμο στις 03.06.1999 με την ειδικότητα του οδοκαθαριστή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες κατά τη λήξη τους ανανεώνονταν διαρκώς, διότι.

κάλυπταν πάγιες μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του και συγκεκριμένα έως 05.07.2004 όταν και λύθηκε η ως άνω σύμβαση εργασίας του με καταγγελία από τον εναγόμενο. Λόγω της άρνησης του τελευταίου να αναγνωρίσει τις παραπάνω συμβάσεις ως μία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, την από 16.07.2004 και με αριθμό κατάθεσης .../2004 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ.

αριθμόν 328/2005 απόφαση του άνω Δικαστηρίου , με την οποία αναγνωρίστηκε ότι α) ο ενάγων συνδέεται με τον εναγόμενο με μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αφού οι αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έλαβαν χώρα με πρόθεση καταστρατήγησης του ν. 2120/1990 και δεν δικαιολογούνταν ούτε από τις συνθήκες λειτουργίας του εναγόμενου ούτε από κάποιο άλλο αντικειμενικό λόγο, ότι β) η καταγγελία, που έλαβε χώρα στις 5-7-2004 ήταν άκυρη λόγω έλλειψης του εγγράφου τύπου και μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, υποχρεώθηκε δε ο εναγόμενος να αποδέχεται στο μέλλον την εργασία του ενάγοντα, στη θέση στην οποία είχε προσληφθεί και στην οποία απασχολείτο κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης.

Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, αφού το εναγόμενο δυνάμει της με αριθμό ....11.2005 ομόφωνης απόφασης της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου ..., παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικα μέσα. Ακολούθως, σε εκτέλεση της ως άνω δικαστικής απόφασης, ο ενάγων κατετάγη αυτοδικαίως σε προσωρινή προσωποπαγή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την υπ.

αριθμ. .../2006 απόφαση του Δημάρχου ..., η οποία επικυρώθηκε με την υπ. αριθμ. 2828/2006 απόφαση της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 58/3-3-2006. Έκτοτε και συγκεκριμένα από 14.3.2006, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στο Δήμο ... με την ειδικότητα του ΥΕ-εργάτη καθαριότητας, μισθοδοτήθηκε δε κανονικά από τον εναγόμενο έως 30-6-2006.

Εν συνεχεία, αν και παρείχε κανονικά την εργασία του μέχρι 18-1-2007, ο εναγόμενος αρνήθηκε να του καταβάλει τους μισθούς μέχρι το τέλος του έτους 2006, το δώρο Χριστουγέννων του έτους 2006 και την αναλογία αποδοχών και επιδόματος αδείας του έτους 2006, παρά τις οχλήσεις και τις διαμαρτυρίες αυτού. Για το λόγο αυτό, ο ενάγων, έχοντας ληξιπρόθεσμη αξίωση για την καταβολή των ως άνω αποδοχών του, άσκησε νομίμως το παρεχόμενο από το άρθρο 325 ΑΚ δικαίωμα επίσχεσης της παροχής της εργασίας του, με την από 18-1-2007 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στον εργοδότη στις 19.01.2007 (βλ.

την ...19.01.2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Ι. Α.), με την οποία δήλωσε ότι προβαίνει σε επίσχεση εργασίας, αρνούμενος να παράσχει πλέον την εργασία του, λόγω της ύπαρξης ληξιπρόθεσμων αξιώσεων για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, καθώς και όσες πρόκειται να γεννηθούν μέχρι την εξόφληση αυτών, με αποτέλεσμα λόγω της νομίμως ασκηθείσας επίσχεσης εργασίας, ο εναγόμενος εργοδότης να περιέλθει έκτοτε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και να του οφείλει μισθούς υπερημερίας.

Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε την από 6-2-2007 και με αριθμό κατάθεσης …2007 αγωγή του στο Ειρηνοδικείο Λαμίας, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει τις ως άνω δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 01.7.2006 έως 31.12.2006. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 252/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαμίας, η οποία έκανε μέρει δεκτή την αγωγή του και μετά την άσκηση της από 7.11.2007 και με αριθμό κατάθεσης 36/2007 έφεσης του εναγόμενου Δήμου ...

εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 173/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που απέρριψε την ως άνω έφεση. Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε την από 06.04.2009 και με αριθμό κατάθεσης .../2009 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ζητώντας τις δεδουλευμένες αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 19-1-2007, ημερομηνία κατά την οποία επέδωσε την ως άνω εξώδικη δήλωση του ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 20-1-2007 έως και 6-4- 2009, συνεπεία της υπερημερίας στην οποία περιήλθε έκτοτε και την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3.016/2002 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2004 έως 6-4-2009.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ. αριθμ. 4/2010 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την ως άνω αγωγή και μάλιστα με προσωρινά εκτελεστή απόφαση για τις δεδουλευμένες αποδοχές και τους μισθούς υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος. Πλην, όμως, η υπερημερία του εναγόμενου διατηρήθηκε και δεν ήρθη (άρθρο, 353 ΑΚ), αφού, παρά την καταβολή των αιτούμενων δεδουλευμένων και μισθών υπερημερίας, δυνάμει των ως άνω δικαστικών αποφάσεων, ο εναγόμενος είχε εκφράσει σαφώς την απόφαση του να μην πληρώνει τον ενάγοντα ούτε στο μέλλον για τυχόν παρεχόμενη από αυτόν εργασία, επικαλούμενος μη έγκριση του σχετικού χρηματικού εντάλματος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ο δε ενάγων, ο οποίος παρέμενε μη μισθοδοτούμενος από 1-7-2006, συνέχισε, για το λόγο αυτό, ήδη από 19-1-2007, να μην προσφέρει την εργασία του....Ακολούθως, λόγω μη συμμόρφωσης του εναγόμενου με την υπ.

αριθμ. 328/2005 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το Τριμελές Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, με βάση τα άρθρα 2 και 3 του νόμου 3.068/2002, μετά από σχετική αίτηση, εξέδωσε την υπ. αριθμ. 14/2010 απόφασή του, με βάση την οποία ο εναγόμενος απέστειλε τη με αριθμό .../17-3-2010 ειδοποίηση για ανάληψη της υπηρεσίας, οπότε ο ενάγων εμφανίστηκε και ανέλαβε υπηρεσία στις 18-3-2010, όπου και υπηρετεί έκτοτε έως σήμερα.

Ενόψει των ανωτέρω και ιδίως του γεγονότος ότι δυνάμει της με αριθμό 328/2005 ήδη αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων συνδέεται με τον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και του_γεγονότος ότι παρέμεινε μη μισθοδοτούμενος από τον εναγόμενο από 1-7-2006 και εντεύθεν, αυτός δικαιούται να αξιώσει για το χρονικό διάστημα μετά την επίσχεση, ήτοι μετά την 19-1-2007 και τη συνακόλουθη υπερημερία του εναγόμενου, η οποία διατηρήθηκε για τους παραπάνω λόγους, τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 7-4-2009 (επομένη της κατάθεσης της από 6-4-2009 και με αριθμό κατάθεσης .../2009 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας) έως 17-3-2010 (προτεραία της ανάληψης καθηκόντων στο Δήμο)".

Ενόψει αυτών, με το δεχθεί το Εφετείο Λαμίας ότι υφίσταται δεδικασμένο ως προς το χαρακτήρα της σύμβασης ως αορίστου χρόνου, που απορρέει από την αριθμόν 328/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που κατέστη αμετάκλητη, ορθά έκρινε και γι’ αυτό ο λόγος αναιρεσέως του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Η παραδοχή από την προσβαλλόμενη απόφαση του δεδικασμένου που απορρέει την παραπάνω απόφαση (328/2005), δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ και γι’ αυτό σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, το αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως ισχυρίσθηκε ότι το εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί περί του ισχυρισμού ότι ο αναιρεσίβλητος ουδόλως συνδέεται μαζί του με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 περ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβασιμος δεδομένου ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος δεχόμενο ότι υπάρχει δεδικασμένο από την ως άνω απόφαση.

2. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δια αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ’ αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α’ ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια (με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001.2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατά εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.

ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΛΛ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α’ 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του v. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών(ΑΠ Ολομ. 16/2015, ΑΠ 356/2016 ΤΝ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη από 21.2.2011 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ο ως άνω αναφερόμενος Ι. Μ., ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυρίσθηκε περαιτέρω, ότι όντας υπάλληλος του εναγομένου Δήμου ... (ΟΤΑ), με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενος μισθολογικά αρχικά στο καθεστώς του ν. 2470/1997 και στην συνέχεια του ν. 3205/2003 και ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να του καταβάλει το ποσό των 3.872 ευρώ, ως πρόσθετη μηνιαία ειδική παροχή του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002 για το χρονικό διάστημα από 01.5.2009 έως 28.02.2011, η οποία (παροχή), χορηγηθείσα, κατά τα περαιτέρω στην αγωγή διαλαμβανόμενα, με πληθώρα ΚΥΑ σε ετερόκλητες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ., που υπάγονται στο ανωτέρω μισθολογικό καθεστώς, αδιακρίτως του είδους, των συνθηκών εργασίας και της υπηρεσιακής κατάστασης αυτών έχουσα προσλάβει το χαρακτήρα "μιάς γενικής, μη εξαρτώμενης από ουσιαστικές εργασιακές ιδιαιτερότητες αμοιβή, δηλαδή αύξηση των τακτικών μηνιαίων απολαβών των υπαλλήλων αυτού, ως αντιτίμου της παρεχόμενης εργασίας τους, εντός του ίδιου χρόνου απασχόλησης, λειτουργούσα αθροιστικά προς την ενιαία μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997 και αποτελεί πλέον γενικό κανόνα για όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους που υπάγονται στις διατάξεις του Νόμου αυτού και προσαυξάνει τις αποδοχές τους, χωρίς άλλη προϋπόθεση και που, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν χορηγήθηκε και σε αυτόν, αν και συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις για την χορήγησή της, μη συμψηφιζομένη με το επίδομα ειδικής απασχόλησης και τα έξοδα κίνησης που λαμβάνει.

Επί της παραπάνω αγωγής, όπως εκτέθηκε, εκδόθηκε η ως άνω με αριθμ. 24/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας η οποία δέχτηκε την αγωγή και για την αίτια αυτή. Ακολούθως, το. Μονομελές Εφετείο Λαμίας, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερα από έφεση του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ, με την προσβαλλομένη 56/2015 απόφαση του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, σε σχέση με την επίδικη παροχή των 176 ευρώ, ότι ο ενάγων Ι.

Μ. και ήδη αναιρεσίβλητος υπηρετούσε ως υπάλληλος του εναγομένου Δήμου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.05.2009 μέχρι 28.02.2011, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενος στο μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων του Δημοσίου (ν. 2470/1997 και 3205/2003), και συνεπώς δικαιούται όλες τις σχετικές παροχές, που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτούς, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης του άρθ. 14§2 ν.3016/2002, ανεξάρτητα από το δικαίωμα προς απόληψη άλλων ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών, που δικαιολογημένα καταβάλλονται σε αυτόν ως εργαζόμενο στον εναγόμενο ΟΤΑ, ενόψει των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους, ότι παρά ταύτα ο ενάγων καθ’ όλο το ως άνω χρονικό διάστημα της απασχόλησης του δεν έλαβαν την επίδικη μισθολογική παροχή, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ., που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο, και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δεδομένου ότι έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπηρετούντες σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης και νπδδ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισης της εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του ενιαίου μισθολογίου των ν.2470/1997 και 3205/2003, ότι κατά συνέπεια η εξαίρεση του ενάγοντος από την απόληψη της παροχής αυτής, ενώ τελούν υπό τις ίδιες μισθολογικές συνθήκες, συνιστά, ως στερουμένη αιτιολογικού ερείσματος αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτού και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασίας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να εφαρμοσθεί και για τον ενάγοντα η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ένδικη παροχή, εφόσον συντρέχει και ως προς αυτόν η μοναδική τιθέμενη προϋπόθεση για την καταβολή της, υπάγεται δηλ.

στο μισθολογικό καθεστώς των ν. 2470/1997 και 3205/2003, ενόψει του ότι δεν γίνεται μνεία, στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002 ή στις σχετικές ΚΥΑ, ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της, συναρτωμένης με το είδος ή την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητά κατονομαζομένων ως1 δικαιούχων αυτής, ότι για το χρονικό διάστημα από 01.05.2009 μέχρι 28.02.2011 δικαιούται κατά τα λοιπά για την αιτία αυτή το ποσό των 3.872 ευρω.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, το Εφετείο δικάζοντας επί της εφέσεως του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία ‘ ‘ ΔΗΜΟΣ ...", απέρριψε την έφεση κατ’ ουσίαν.

Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο ..., με το να απορρίψει την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που είχε δεχθεί την αγωγή για την παραπάνω αιτία ως νόμιμη και βάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2, 3 του Ν. 3205/2003.

Και τούτο διότι η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (απασχολουμένων με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου), ούτε έχει προσλάβει το χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών τους σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική τους βάση, ώστε κατ’ εφαρμογή της ίδιας συνταγματικής αρχής να αξιώνεται κατά τούτο η επέκταση της και στον αναιρεσίβλητο, αλλ’ αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό, και παρέχεται μόνο σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ και τούτο προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων (προϋπόθεση η οποία δεν πληρούται στην προκείμενη περίπτωση).

Ούτε άλλωστε από τη συνταγματική αρχή της ισότητας απέρρεε αξίωση χορήγησης της παροχής αυτής στον αναιρεσίβλητο εκ του ότι η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών, με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της δημόσιας διοίκησης και σε ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, ούτε εκ του ότι στην ρηθείσα ΚΥΑ δεν γίνεται καμία ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αναγόμενη, λ.χ στο είδος ή την ένταση ή τις εργασιακές ιδιαιτερότητες των δικαιούχων, που να δικαιολογούν την επιλεκτική καταβολή.

Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε η εν λόγω ειδική παροχή χορηγείται μόνο υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις προς ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, η μη συνδρομή των οποίων αποκλείει τη χορήγηση της, ενώ, σε κάθε περίπτωση από την, κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών προς τη διοίκηση νόμων, χορήγηση της σε άλλες κατηγορίες μισθωτών, δεν θεμελιώνεται κατ’ εφαρμογή της Συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, αξίωση καταβολής της.

Επομένως, ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ.

α’ ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται σας παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Στη προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος, που αφορά το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ’ ουσία βάσιμη ως προς την παροχή των 176 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 01.05.2009 μέχρι 28.02.2011.

Και τούτο διότι, στο δικάσαν Μονομελές Εφετείο Λαμίας, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της, που είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος από το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της κατά το μέρος αυτό, δηλαδή κατά την κύρια βάση της τη θεμελιούμενη στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία, σε συνδυασμό με τις ρηθείσες διατάξεις που προβλέπουν την ειδική παροχή των 176 ευρώ.

Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή, κατά το άνω μέρος της, που είχε γίνει δεκτή ως προς την ως άνω ειδική παροχή, είναι μη νόμιμη. Επομένως, μη απαιτουμένης περαιτέρω έρευνας, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του σχετικού λόγου, που αναφέρεται στη νομική αβασιμότητα της αγωγής, να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το ως άνω μέρος και ν’ απορριφθεί η αγωγή κατά τούτο ως μη νόμιμη (βλ ΑΠ 356/2016 ΤΝΠ Νόμος).

Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερείς (ΚΠολΔ 179 εδαφ. τελευτ. όπως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 56/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως. Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την 24/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Δικάζει επί της αγωγής κατά το μέρος που αναφέρεται στη ένδικη παροχή που αφορά το χρονικό διάστημα από 01.05.2009 μέχρι 28.02.2011.

Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.

Συμψηφίζει ολικά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ