Legislator Case Law & Legislation
310/2015 AI generated

310/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 310/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 8/10/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5884/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3959/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/5/2011 αίτησή τους και τους από 24/12/2013 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

310/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση κατά τη συζήτηση του διαδίκου για λογαριασμό του οποίου έγιναν, με αποτέλεσμα να δικάζεται ερήμην, αν είναι τελικά απών στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν προκύπτει κατά τα λοιπά η από μέρους άλλου διαδίκου έγκυρη κλήτευσή του κατ' αυτή. (ΑΠ 273/2010, ΑΠ 436/1996).

Keywords

AI generated
franchisee payment service provider unpaid licensing royalties late payment of fees technical barriers systemic flaws
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 310 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 310/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "DEP INFO Ε.Π.Ε." που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Γαβαλά και Πρόδρομο Παναγιωτακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ανδρέα Γαβαλά και Έλλη Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις, 3) Η.-Ν. Ε. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Κιτσαρά και κατέθεσε προτάσεις, 4) Κ. συζύγου Δ. Ε., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη και κατέθεσε προτάσεις, 6) Μ. συζύγου Α. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καυκά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 8/10/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5884/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3959/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/5/2011 αίτησή τους και τους από 24/12/2013 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 27/1/2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Χαμηλοθώρη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 4/5/2011 αίτηση αναίρεσης και οι από 24/12/2013 πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4, 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? ΑΠ 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1080/2013).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ.4εδ.γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575 παρ.1εδ β ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος εγκύρως τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 808/2013, ΑΠ 111/2013, ΑΠ 109/2013, ΑΠ 12/2011). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2, 97 παρ. 1, 104, 122 παρ. 1 και 123 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, υπογράφοντας την απαιτούμενη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με το έγγραφο της αρχής που χορηγεί την πληρεξουσιότητα, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση κατά τη συζήτηση του διαδίκου για λογαριασμό του οποίου έγιναν, με αποτέλεσμα να δικάζεται ερήμην, αν είναι τελικά απών στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν προκύπτει κατά τα λοιπά η από μέρους άλλου διαδίκου έγκυρη κλήτευσή του κατ' αυτή. (ΑΠ 273/2010, ΑΠ 436/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση υπόκεινται προς κρίση η από 4-5-2011 αίτηση αναίρεσης καθώς και οι από 24-12-2013 πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της αντιμωλία εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3959/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίστηκε, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και3 ΚΠολΔ, αρχικά για τη δικάσιμο της 3-2-2014,όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθ. 2678Γ/11-11-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ.

Μ., την υπ' αριθ.10592Ζ/27-12-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Ρ. και την υπ' αριθ. 3001Γ/30-12-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Αθηνών Χ. Μ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, με εντολή των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσειόντων Α.

Γ. και Π. Π., ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής με την κάτω από τα δικόγραφα αυτών πράξη ορισμού δικασίμου για την άνω δικάσιμο (3-2-2014) και κλήση προς συζήτηση γι' αυτήν, επιδόθηκαν (με τις δύο πρώτες η αίτηση αναίρεσης και με την τρίτη οι πρόσθετοι λόγοι) νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου της άνω δικασίμου (3-2-2014) η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως και πάλι προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης, δεν παρέστησαν, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου τούτου, η τέταρτη από τους αναιρεσείοντες, Κ.

Ε., καθώς και η έκτη από αυτούς, Μ. Π., ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες και η αναιρεσίβλητη, νομίμως εκπροσωπούμενοι από τους έχοντες ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρους τους. Κατά την αρχική δικάσιμο της 3-2-2014, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης, οι άνω αναιρεσείουσες, που ήδη ερημοδικούν, εκπροσωπήθηκαν, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, από το δικηγόρο Σπυρίδωνα Τσαντίνη.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο δικηγόρος αυτός, που εκπροσώπησε τις προαναφερόμενες απολειπόμενες αναιρεσείουσες, κατά την αρχική δικάσιμο, είχε διοριστεί πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών κατά κάποιο νόμιμο ως ανωτέρω τρόπο, ούτε υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας σχετικό πληρεξούσιό τους προς αυτόν.

Επομένως, εφόσον οι απολειπόμενες κατά την παρούσα συζήτηση αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν κατά την αρχική δικάσιμο από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, θεωρούμενες, ως εκ τούτου, ως μη νομίμως παρασταθείσες, η αναβολή που χορηγήθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή δεν ήταν έγκυρη, λόγω της ως άνω έλλειψης της πληρεξουσιότητας και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του Δικαστηρίου τούτου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση των απολειπομένων κατ' αυτήν αναιρεσειουσών, οι οποίες, εξάλλου, ούτε επέσπευσαν τη συζήτηση της αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων για την αρχική δικάσιμο, διότι οι δικηγόροι, Ανδρέας Γαβαλάς και Πρόδρομος Παναγιωτακόπουλος, που υπογράφουν τις προαναφερόμενες παραγγελίες προς τους δικαστικούς επιμελητές για επίδοση των άνω δικογράφων, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ότι είχαν οριστεί και πληρεξούσιοι αυτών, αλλ' ούτε προκύπτει ότι κλητεύτηκαν από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες ή την αναιρεσίβλητη για την τελευταία δικάσιμο.

Κατ' ακολουθίαν, οι άνω αναιρεσείουσες θεωρούνται δικονομικά απούσες και δεδομένου ότι μεταξύ αυτών και των παρισταμένων αναιρεσειόντων υφίσταται απλή ομοδικία, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την τέταρτη και έκτη από τους αναιρεσείοντες και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους που παρίστανται νόμιμα.

Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί ως προς τους λόγους της ( αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Εξ άλλου, με το από 24-12-2013 ιδιαίτερο δικόγραφο οι αναιρεσείοντες άσκησαν εμπρόθεσμα πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569 παρ.2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη απoδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη αναμφίβολα όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την απόφαση 5884/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η από 8.10.2003 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, με την οποία, αυτοί, αφού ισχυρίστηκαν ότι η τελευταία κατήρτισε, ως δικαιοπάροχος, με την πρώτη από τους ενάγοντες, ως δικαιοδόχο, την από 5.2.2001 σύμβαση δικαιόχρησης (franchising), στην οποία οι υπόλοιποι ενάγοντες συμβλήθηκαν ως εγγυητές, ότι η εναγομένη εταιρία παραβίασε τη σύμβαση αυτή, με ανταποκρινόμενη στην παροχή των συμφωνημένων υπηρεσιών (μη προετοιμασία των αναγκαίων εσωτερικών δομών και ουσιώδεις οργανωτικές ελλείψεις) γεγονός που ανάγκασε την πρώτη (δικαιοδόχο) να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή, και ακόμη επέδειξε αδικοπρακτική συμπεριφορά, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει α) στην πρώτη από τους ενάγοντες, το ποσό των 4.960.524 ευρώ, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας της από την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης και το ποσό, των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και β) στο δεύτερο, στον τρίτο, την τέταρτη, τον πέμπτο και την έκτη από τους ενάγοντες το ποσό αντίστοιχα των 100.000, 50.000, 30.000, 50.000 και 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η σχετική έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Ήδη οι αναιρεσείοντες, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος συμπληρώνεται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, διότι, σε αντίθεση με άλλα έγγραφα, τα οποία ειδικά αναφέρει, δεν μνημονεύει και δεν έλαβε υπόψη τα αναγραφόμενα στο αναιρετήριο και τον πιο πάνω πρόσθετο λόγο έγγραφα, τα οποία οι ίδιοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους, τόσο ως προς ενδοσυμβατική, όσο και ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, και από τα οποία και ειδικότερα από το με αριθ. 248, που αναφέρεται σε δηλώσεις στον τύπο μερικές ημέρες μετά την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης Ν.

Μ., συνάγεται εξώδικη ομολογία ως προς την ελλιπή οργάνωση της τελευταίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν, υπόψη, εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις ένορκες βεβαιώσεις, "τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα είτε για να ληφθούν αυτοτελώς υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία είτε ως δικαστικά τεκμήρια, σε συσχέτιση και αλληλουχία με τις ως άνω καταθέσεις", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την προαναφερόμενη αγωγή, έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο και τον πρόσθετο λόγο έγγραφα, η έλλειψη ειδικής μνείας των οποίων στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στην οποία μνημονεύονται και εξαίρονται ορισμένα άλλα έγγραφα, δεν αποτελεί αυτή και μόνο βάση για να συναχθεί συμπέρασμα ότι τα έγγραφα αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Στα έγγραφα δε που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο κατά την προαναφερθείσα έννοια περιλαμβάνεται και η περιέχουσα την πιο: πάνω δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης δημοσίευση, από την οποία ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι συνάγεται εξώδικη ομολογία, την οποία το Εφετείο, ενόψει του τελικού αποδεικτικού πορίσματός του, ανελέγκτως έκρινε ως μη συναγόμενη για την ένδικη υπόθεση.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1217/2008).

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές (Ολ ΑΠ 24/1992).

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 1852/2007). Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ότι η προσβαλλόμενη, απόφαση στερείται νόμιμης βάσης σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αγωγής τους ότι η εναγομένη επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά, αθετώντας τις υποχρεώσεις της από τη μεταξύ αυτής, ως δικαιοπαρόχου, και της πρώτης από αυτούς, ως δικαιοδόχου, σύμβασης δικαιόχρησης, αλλά και αδικοπρακτική συμπεριφορά, που ενέχει και πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, και τα εξής: " Προς υποστήριξη του συστήματος δικαιόχρησης η εναγομένη παρείχε στους αντιδίκους της τις εξής διευκολύνσεις: 1)Τη δυνατότητα να απευθύνονται σε αρμόδιους υπαλλήλους της και 2) την ευχέρεια χρήσης ανοικτής τηλεφωνικής γραμμής επικοινωνίας και εξυπηρέτησης.

Επίσης το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε να προβεί στην υλοποίηση σχεδίου. οργανωτικού και διοικητικού εκσυγχρονισμού της, προς τούτο δε είχε προχωρήσει στη δόμηση συστήματος οικονομικών αναφορών μέσω της μηχανοργάνωσης της οικονομικής διαχείρισης των υποκαταστημάτων με τη λειτουργία του συστήματος 'Ήφαιστος" (σύστημα εμπορικής και οικονομικής διαχείρισης), το οποίο ολοκληρώθηκε το 1996 και χρησιμοποιούν έκτοτε όλα τα "OTEshops".

Η εναγομένη παρείχε σειρά εκπαιδευτικών σεμιναρίων για όλες τις λειτουργίες του συστήματος franchise για όλα τα "OTEshops", συστήνοντας εκ παραλλήλου υπεύθυνη υπηρεσία για την υποστήριξη του εν λόγω συστήματος. Επιπλέον η εναγομένη προέβαινε σε συνεχείς διαφημίσεις του συστήματος δικαιόχρησης. Ακόμη η εναγομένη έπραξε τα αναγκαία, προκειμένου να ενισχύσει το εγχείρημα των "OTEshops", όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 25/Α.917-9.5.2001 απόφασή της, ως προς την κάλυψη, αα) της δαπάνης αγοράς συστήματος "reflection", ββ) του 50% της δαπάνης ενοικίου κάθε "OTEshops", γγ) του 50% της μισθοδοσίας του προσωπικού που απασχολούσε.

Κατά την άσκηση της αγωγής λειτουργούσαν 15 υποκαταστήματα "OTEshops", τα οποία ήταν όλα κερδοφόρα. Έτσι αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε συστήσει οργανωμένο σύστημα δικαιόχρησης με δυνατότητα εκ μέρους της διαρκούς παροχής υπηρεσιών υποστήριξης της επιχείρησης της πρώτης ενάγουσας σε ζητήματα σχετικά, αα) με την προώθηση των προϊόντων και υπηρεσιών, ββ) με την οργάνωση της επιχείρησης της δικαιοδόχου και γγ) με την παροχή τεχνογνωσίας σ' αυτήν ως προς τις μεθόδους οργάνωσης, διοίκησης, διαχείρισης, λογιστικής εκπαίδευσης, προμηθειών και διαφήμισης, ώστε η λειτουργία της επιχείρησης της πρώτης ενάγουσας να ανταποκρίνεται στα δεδομένα της αγοράς.

Επιπρόσθετα, εκ μέρους της εναγομένης υπήρχαν συγκεκριμένα πρότυπα διοίκησης των καταστημάτων, συγκεκριμένα δίκτυα προμηθειών και συγκεκριμένα προϊόντα, τα οποία η ενάγουσα μπορούσε αποκλειστικώς να προμηθεύεται. Στο παραπάνω σύστημα δικαιόχρησης της εναγομένης υπήρχε αξιόλογη δυνατότητα εκπαίδευσης, καθοδήγηση της δικαιοπαρόχου ως προς τη λειτουργία της επιχείρησης, την οποία άλλωστε επόπτευε, καθώς και επαρκής διαφήμιση.

Η πρώτη ενάγουσα από τον Απρίλιο του 2001 καθυστερούσε τις καταβολές προς την εναγομένη ως προς τις παραληφθείσες ποσότητες προϊόντων και υπηρεσιών, με τη δικαιολογία ότι η τελευταία δεν υποστήριζε, όπως είχε υποχρέωση, το σύστημα δικαιόχρησης. Για το λόγο αυτό απέστειλε μια σειρά επιστολών και εξώδικων διαμαρτυριών προς τη δικαιοπάροχο, από 18.10.2001 μέχρι το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης (18.9.2003), στις οποίες ειδικότερα ανέφερε τον τρόπο διοίκησης του συστήματος franchise, τον οποίο θεωρούσε μη παραγωγικό, αντισυμβατικό και ασύμφορο οικονομικώς.

Προς επίρρωση των εν λόγω ισχυρισμών τους οι ενάγοντες προσκομίζουν τα παραπάνω έγγραφα καθώς και τις διαμαρτυρίες επτά επιπλέον δικαιοδόχων, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένο δίκτυο προϊόντων και προμηθευτών και ούτε λάμβανε χώρα τιμολόγηση των προϊόντων (με ειδική μνεία μεταξύ άλλων στην ανυπαρξία υπεύθυνου franchise manager, στην ανεπιτυχή λειτουργία της ομάδας FSD, στη μη παραλαβή σχεδίων και μακετών επιγραφών και πινακίδων από τη σύμβουλο της εναγομένης εταιρία ΔΟΜΩΝ ΑΤΕ, τη μη προμήθεια του συστήματος BCCS, την παύση προμήθειας σύνδεσης από 8.000 δρχ.

για την κινητή τηλεφωνία, λανθασμένες εκκαθαρίσεις από την εναγομένη που αυτοί δεν αποδέχθηκαν, ελλιπής παραγγελειοληψία). Ακόμη οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η εναγομένη, 1) προσπάθησε να μεταβάλει το κατάστημά τους εν τοις πράγμασι σε πιλοτικό, 2) παρέβη συμβατικό όρο με τη μη πώληση προϊόντων/υπηρεσιών, που δεν τους προμήθευε, ενώ είχε συμβατική υποχρέωση προς τούτο και 3) προέβη σε άσκηση αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος της (με την εκχώρηση υπηρεσιών σε ανταγωνιστικά δίκτυα).

Όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγόντων δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού η μεταφορά τεχνογνωσίας στην πρώτη ενάγουσα ήταν η δέουσα, το χρηματοοικονομικό σύστημα 'Ήφαιστος" είναι δοκιμασμένο και αναβαθμισμένο για τη λειτουργία της δικαιόχρησης, συνακόλουθα δε κρίνονται ως ουσιαστικώς αβάσιμοι, λαμβάνονται υπόψη ότι η πρώτη ενάγουσα δεν έκανε ορθή χρήση της παρεχόμενης από τη εναγομένη τεχνογνωσίας και υποστήριξης του συστήματος franchise.

Κατόπιν αυτών, δεν προέκυψε ορισμένος νόμιμος λόγος ευθύνης της δικαιοπαρόχου, ενώ δεν διακρίνεται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των γενικών παραλείψεων και της οποιασδήποτε ζημίας που επικαλείται η δικαιοδόχος, ούτε αποδείχθηκε αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο, ενόψει και της προεκτεθείσας νομικής σκέψης, διατύπωσε με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες το αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η μεταφορά τεχνογνωσίας στην πρώτη ενάγουσα ήταν η δέουσα και το χρηματοοικονομικό σύστημα 'Ήφαιστος" δοκιμασμένο και αναβαθμισμένο για τη λειτουργία της δικαιόχρησης, εκφερόμενη ως επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας για τη δικαιολόγηση μόνο της απόρριψης του ισχυρισμού των εναγόντων ότι η εναγομένη δεν υποστήριξε το σύστημα δικαιόχρησης που παραχωρήθηκε στην πρώτη από αυτούς, δεν καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία της απόφασης αυτής, ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, μόνο τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Ο λόγος αναίρεσης από τo άρθρο 559 αριθ 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ.106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ, 625/2008), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998).

Πράγματα αποτελούν και οι λόγοι έφεσης με τους οποίους εκφέρονται παράπονα σχετικά με αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 88/2011). Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τους έβδομο, δεύτερο και ενδέκατο λόγους έφεσης, με τους οποίους προέβαλαν αντίστοιχα την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης εταιρίας, τον ισχυρισμό ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας Ν.

Μ. το Φεβρουάριο του 2001, με δηλώσεις του στον τύπο μερικές ημέρες μετά την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης, παραδέχθηκε και συνομολόγησε ότι υπήρχε στην εναγομένη ελλιπής οργάνωση και ελλιπής τεχνογνωσία που καθιστούσε προβληματική τη λειτουργία της επίμαχης σύμβασης δικαιόχρησης, και τον ισχυρισμό για ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης από ελλιπή παραγγελειοψία της πρώτης από τους ενάγοντες, η οποία παραλάμβανε μόνο το 35% των προϊόντων που παρήγγελλε, γεγονός που δικαιολογούσε και την καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους αυτής.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου (εξώδικης ομολογίας), αιτίαση που διατυπώνεται και στο μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου και αντιμετωπίζεται, όπως παραπάνω εκτίθεται. Κατά τα λοιπά είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στην οποία, μεταξύ άλλων, γίνεται λόγος για τους ισχυρισμούς των εναγόντων για αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης και για ενδοσυμβατική ευθύνη αυτής, λόγω ελλιπούς παραγγελιοληψίας, για μη απόδειξη αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης και για απόρριψη των προβαλλόμενων με την έφεση αιτιάσεων και της ίδιας της έφεσης στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμης, οι παραπάνω λόγοι έφεσης λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν.

Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι ως προς τους αναιρεσείοντες που παρίστανται νόμιμα και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες αυτοί, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 4-5-2011 αίτησης αναίρεσης και των από 24-12-2013 προσθέτων λόγων αυτής ως προς τις τέταρτη και έκτη από τους αναιρεσείοντες ως προς τις οποίες διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους κατά το μέρος που ασκήθηκαν από τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους τελευταίους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ