310/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθ. κατάθ. 53513/2005, 50531/2006 και 6022/2007 αγωγές της 1ης ήδη αναιρεσείουσας, και της 1ης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38901/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 684/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 22-6-2009 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated310/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
Full text
Απόφαση 310 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 310/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1 Ά. συζ. Γ. Τ. , το γένος Π. Κ. , κατοίκου ... και 2. Της στη ... εδρεύουσας αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "MALAYAN INSURANCE CO INC" νομίμως εκπροσωπούμενης στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΓΕΝΚΑ ΑΕ" εδρεύουσας στην …, νομίμως εκπροσωπούμενης, αμφότεροι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Κρίκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1 Μ. χήρας Γ. Θ. το γένος Σ. Β. , που ενεργεί για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της: α) Α. Θ. του Γ. και ) Ε. Θ. του Γ., 2 Σ. Θ. του Γ., 3 Ν. συζ. Σ. Θ., το γένος Θ. Α. , όλοι κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις 4. Π. Θ. του Σ., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5. Γ. Θ. του Κ. , 6. Σ. Β. του Α. και 7 Ε. συζ. Σ. Β. το γένος Κ. Κ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθ. κατάθ. 53513/2005, 50531/2006 και 6022/2007 αγωγές της 1ης ήδη αναιρεσείουσας, και της 1ης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38901/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 684/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 22-6-2009 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 978/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναιρεί και παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 627/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν με την από 17-6-2003 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 26-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθ ... /20-9-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στον έκτο αναιρεσίβλητο Π. Θ. , ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τις αναιρεσείουσες, παρά την απουσία του πιο πάνω έκτου αναιρεσίβλητου Π. Θ. .
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ,ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 627/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 14-10-2 005 και περί ώρα 21.00', ο Ε. Τ. οδηγώντας το υπ' αριθ. ... Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της μητέρας του, ενάγουσας της 2ης αγωγής και εναγομένης των λοιπών αγωγών-ήδη εφεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην β' εναγομένη της 1ης και της 3ης αγωγής αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "MALAYAN INSURANCE Co Inc", η οποία εκπροσωπείται στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΓΕΝΚΑ Α.Ε.", εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Πολυκάστρου-Ευζώνων με κατεύθυνση προς Πολύκαστρο.
Η οδός αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως, με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή στο μέσον αυτής, πλάτους (της διαχωριστικής γραμμής) 40 εκατοστών, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, στη δε χιλιομετρική θέση 1, όπου συνέβη το ατύχημα, κατά τα παρακάτω, έχει πλάτος οδοστρώματος 8,60 μέτρων. Κατ' εκείνη τη χρονική στιγμή ήταν νύκτα, με επαρκή τεχνητό φωτισμό, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, επικρατούσε καλοκαιρία και το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η δε κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή.
Ο ως άνω οδηγός εκινείτο στο άκρο αριστερό τμήμα της λωρίδας κυκλοφορίας του, με εφαπτόμενους τους αριστερούς τροχούς του οχήματος του επί της εσωτερικής, για την πορεία του, διπλής "διαχωριστικής γραμμής. Στον ίδιο τόπο και χρόνο αλλά αντιρρόπως, δηλαδή με κατεύθυνση από Πολύκαστρο προς Ευζώνους εκινείτο ο Γ.
Θ. οδηγώντας το υπ'αριθ.... κλειστό IX (μικρό) φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πατέρα του, Σ. Θ. , ενάγοντος της πρώτης και τρίτης αγωγής και ήδη εκκαλούντος, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη της 2ης αγωγής και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "VICTORIA Α.Α.Ε.
ΖΗΜΙΩΝ". Ο εν λόγω οδηγός, εξερχόμενος από αριστερή για την πορεία του στροφή, προκειμένου να αποφύγει την εκτροπή του αυτοκινήτου του προς τα δεξιά του οδοστρώματος και να βρεθεί εκτός αυτού, έστριψε αδέξια προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να εισέλθει με το εμπρόσθιο τμήμα του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί με το αντιθέτως κινούμενο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ε.
Τ. , με τους άξονες των οχημάτων να σχηματίζουν γωνία 30-40 μοιρών. Μετά τη μεταξύ τους σύγκρουση, το αυτοκίνητο του Θ. εκτινάχθηκε προς τα πίσω περιστρεφόμενο, το δε αυτοκίνητο του Τ. κινήθηκε ανεξέλεγκτα και τελικά ακινητοποιήθηκαν και τα δύο σε μεγάλη απόσταση, περί τα 15 μέτρα, εκτός του οδοστρώματος, το καθένα στο χωμάτινο έρεισμα του ρεύματος πορείας του.
Η σύγκρουση, που είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό και των δύο οδηγών, μοναδικών επιβαινόντων στα αυτοκίνητα, καθώς και την ολοσχερή καταστροφή των αυτοκινήτων, έλαβε χώρα επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, το δε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Θ. εισήλθε κατά το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο ο Ε.
Τ. . Τα σημεία συγκρούσεως των δύο οχημάτων, γεγονός που δεν αμφισβητείται, ήταν, το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Γ. Θ. και το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ε. Τ. (βλ. και την από 13-10-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων κατά την ποινική προδικασία από το Α.Τ.
Πολυκάστρου πραγματογνωμόνων Θ. Σ. και Θ. Π. , καθώς και τις φωτογραφίες των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων). Το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η σύγκρουση συνέβη επί της διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής και εν μέρει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Ε. Τ. , κατά τα προεκτεθέντα, λαμβάνοντας υπόψη, πλην άλλων και τα εξής αδιαμφισβήτητα στοιχεία, που αποτελούν τα ευρήματα της αστυνομικής αρχής στον τόπο του ατυχήματος.
Όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας του τροχαίου ατυχήματος και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που αμφότερα συντάχθηκαν από τα αμέσως επιληφθέντα του ατυχήματος αρμόδια αστυνομικά όργανα του Α.Τ. Πολυκάστρου, καθώς και την από 7-3-2007 διευκρινιστική (ως προς το σημείο συγκρούσεως) αναφορά του υπαστυνόμου Π.
Ε., συντάκτη του ως άνω σχεδιαγράμματος, οι χαραγές, που σχηματίσθηκαν επί του οδοστρώματος, λόγω της σύγκρουσης των ως άνω αυτοκινήτων, βρέθηκαν στο μέσον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, ενώ υπολείμματα λιπαντικού ελαίου του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Γ. Θ. βρέθηκαν εντός του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ε.
Τ. και σε μικρή απόσταση από τη διπλή διαχωριστική γραμμή. Το ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Θ. , μετά την αδέξια (κλειστή) αριστερή στροφή που αυτός πραγματοποίησε, βρέθηκε επάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή, όπου και συγκρούσθηκε υπό γωνία με το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Τ. , ενισχύεται και από τα ως άνω σημεία συγκρούσεως των αυτοκινήτων, που ήταν, όπως έχει εκτεθεί, το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του Θ.
με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του Τ. . Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ/ώρα, ενώ η ταχύτητα των παραπάνω οχημάτων δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί, λόγω ελλείψεως ιχνών τροχοπεδήσεως στο χώρο του ατυχήματος (βλ. έκθεση αυτοψίας). Οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων, ότι ο Ε.
Τ. έβαινε με υπερβολική ταχύτητα, την οποία αυτοί προσδιορίζουν, άλλοτε σε μεγαλύτερη των 100 χλμ/ώρα και άλλοτε σε 140 ή σε 160 χλμ/ώρα και ότι η σύγκρουση συνέβη εντός του ρεύματος πορείας του οικείου τους Γ. Θ. , δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι. Η σχετική με τους ισχυρισμούς αυτούς από 19-8-2006 προανακριτική κατάθεση του Η.
Α., κατοίκου ... και η ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του ιδίου, ο οποίος φέρεται ως αυτόπτης μάρτυρας, δεν κρίνεται πειστική, αφού, τόσο από την έκθεση αυτοψίας όσο και την από 15-10-2005 έκθεση ένορκης εξέτασης του αστυνομικού του Α.Τ. Πολυκάστρου, Ι. Κ., ο οποίος, εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία, μετέβη αμέσως μετά τη σύγκρουση στον τόπο του ατυχήματος, προέκυψε ανενδοιάστως, ότι αυτόπτες μάρτυρες του επιδίκου ατυχήματος, οι οποίοι να έχουν άμεση αντίληψη των συνθηκών αυτού, δεν υπήρξαν.
Οι διάδικοι, προς ενίσχυση των αντίθετων ισχυρισμών τους, ότι δηλαδή η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας των οικείων τους οδηγών και συνακόλουθα, ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οικείου των αντιδίκων τους οδηγού, επικαλούνται και προσκομίζουν τεχνικές εκθέσεις, τις οποίες συνέταξαν ειδικοί, κατόπιν εντολής τους.
Οι εκθέσεις όμως αυτές, οι οποίες, ως γνωμοδοτήσεις του άρθρου 390 του ΚΠολΔ, εκτιμώνται ελεύθερα, αποτελούν εκτενείς θεωρητικές αναλύσεις, που συμπλέουν με τους ισχυρισμούς των υπό κρίση αντίθετων αγωγών και δεν μπορούν να αξιολογηθούν από μόνες τους, αφού οι προϋποθέσεις που λαμβάνουν υπόψη οι συντάκτες τους για την εξαγωγή των συμπερασμάτων τους, δεν στηρίζονται απόλυτα στα παραπάνω αντικειμενικά πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, αλλά αποτελούν εικασίες για τον πιθανό τρόπο σύγκρουσης των αυτοκινήτων.
Ειδικότερα, στην από 2-11-2006 τεχνική έκθεση "πραγματογνωμοσύνης" του Κ. Λ. , που συντάχθηκε κατόπιν εντολής της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας VICTORIA, ο άνω τεχνικός σύμβουλος θεωρεί ότι ο Γ. Τ. κινήθηκε για αρκετή απόσταση στο άκρο δεξιό του αντίθετου ρεύματος πορείας του, όπου εκινείτο κανονικά ο Γ. Θ. και ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας του Γ.
Θ. , τις εκτιμήσεις του δε αυτές, οι οποίες καταλήγουν στο συμπέρασμα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου των ως άνω οδηγών, ενστερνίζονται και οι ενάγοντες των υπό αριθ. 1 και 3 αγωγών. Σε αντίθεση με την παραπάνω τεχνική έκθεση, ο μηχανικός του Ε.Μ.Π. και τεχνικός σύμβουλος που διορίσθηκε από τη διάδικο Ά.
Τ., Β. Κ. στην από 22-2-2007 έκθεση "πραγματογνωμοσύνης" που συνέταξε, γνωμοδοτεί, το δε συμπέρασμα του υιοθετούν και οι ενάγοντες της υπ' αριθ.2 αγωγής, ότι το πρωταρχικό αίτιο της επίδικης σύγκρουσης είναι η αντικανονική κίνηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Γ. Θ. , το οποίο έβαινε, καθ'όλο το πλάτος του, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά, και μάλιστα σε απόσταση 2 μέτρων περίπου από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, ο Γ.
Τ. , καθώς και ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα καθ' ολοκληρία εντός του ρεύματος πορείας του τελευταίου (βλ. και υπ' αριθ. 2 επισυναπτόμενο στην έκθεση του σχεδιάγραμμα). Όπως, όμως, έχει εκτεθεί, τα παραπάνω συμπεράσματα των τεχνικών εκθέσεων στηρίζονται και σε υποθέσεις εργασίας των συντακτών τους και όχι αποκλειστικά στα αντικειμενικά ευρήματα του τόπου του ατυχήματος.
Πρέπει ακόμη να σημειωθεί, ότι από τις αιματολογικές - εξετάσεις που διενεργήθηκαν για την ανίχνευση: οινοπνεύματος στους θανόντες οδηγούς των αυτοκινήτων, για μεν τον Ε. Τ. δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη οινοπνεύματος στο αίμα του, για δε τον Γ. Θ. διαπιστώθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,56 τοις χιλίοις στην πρώτη εξέταση και 0,51 τοις χιλίοις στην δεύτερη εξέταση.
Πάντως, σύμφωνα με τις παραδοχές της εκκαλουμένης, η οποία δεν προσβάλλεται κατά τούτο με λόγο εφέσεως, η ως άνω ποσότητα αλκοόλης, που υπερέβαινε το διαγραφόμενο στο άρθρο 42 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. όριο των 0,50 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος, δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος από τον προαναφερόμενο οδηγό.
Εξάλλου, οι εκκαλούντες υποστηρίζουν, ότι ο Ε. Τ. , κατά βεβαία πιθανολόγηση, οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, καθόσον ετύγχανε χρήστης αυτών, τον ισχυρισμό τους δε αυτόν επανέλαβε στην ως άνω υπ' αριθ. 252 6/19-11-2008 ένορκη βεβαίωση του ο γνωστός τους, Σ. Α. , εργαζόμενος ως τραυματιοφορέας στο νοσοκομείο του Κιλκίς.
Όμως, η κατάθεση αυτή δεν επιβεβαιώνεται από άλλο αποδεικτικό μέσο. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μ' επίκληση από τους εφεσίβλητους από 3-3-2006 έγγραφο του Α.Τ. Πολυκάστρου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κιλκίς, το ως άνω Αστυνομικό Τμήμα δεν προέβη στην παραγγελία διενέργειας εξετάσεων για την ύπαρξη τοξικών ουσιών ή φαρμάκων στο αίμα των οδηγών, των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα αυτοκινήτων, διότι δεν υπήρξαν υπόνοιες ή ενδείξεις ή προηγούμενο ιστορικό χρήσης των εν λόγω ουσιών για κανέναν από τους άνω οδηγούς.
Υπό τα άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά η σύγκρουση των προαναφερόμενων οχημάτων οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά και των δύο οδηγών, οι οποίοι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν να καταβάλουν, επιδεικνύοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού υπό ανάλογες συνθήκες, ο μεν Γ. Θ. δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του και να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς για την αποφυγή του ατυχήματος, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά της οδού (σχετικά μικρού πλάτους, με διπλή συνεχόμενη κατά μήκος διαγράμμιση και ιδίως, με κλειστή αριστερή στροφή έμπροσθεν αυτού, η οποία περιόριζε την ορατότητα του σε μεγάλο τμήμα της πορείας του) και δεν εκινείτο πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, αλλά διέβη τη διπλή συνεχώμενη διαχωριστική γραμμή και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 3 α και 8 α, 16 παρ. 1 και 4 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ο δε Ε.
Τ. , στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη" την προσοχή του, ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του και να μπορεί να εκτελέσει τους απαραίτητους χειρισμούς για την αποφυγή της σύγκρουσης και δεν εκινείτο πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, αλλά εκινείτο επί της συνεχούς διπλής διαχωριστικής γραμμής, ήτοι κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 5 παρ .3 α και 8 δ τ ου ΚΟΚ, με αποτέλεσμα, από τις άνω αμελείς πράξεις και των δύο, συνδυαζόμενες μεταξύ τους, να επέλθει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ήτοι να συγκρουσθούν τα οχήματα, που οδηγούσαν οι ως άνω οδηγοί.
Το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τον κάθε οδηγό ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε 70% για τον Γ. Θ. , ο οποίος επέδειξε βαρύτερη αμέλεια, διότι είχε υποχρέωση, κατά τα προεκτεθέντα, να κινείται εντός του) ρεύματος πορείας του και σε 30% για τον Ε. Τ. , για τους προαναφερόμενους λόγους. Με βάση τα ανωτέρω, οι παραδεκτά προβληθείσες από αμφότερες τις διάδικες πλευρές ενστάσεις συνυπαιτιότητας των οδηγών των παραπάνω αυτοκινήτων (άρθρα 300 ΑΚ και 10 ν.
ΓΠΝ) πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν. Οι εναγόμενοι των υπό στοιχεία 1 και 3 αγωγών προβάλλουν παραδεκτά την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού του αυτοκινήτου των αντιδίκων τους, Γ. Θ. στην επέλευση του θανάτου του, ισχυριζόμενοι ότι αυτός δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας (άρθρο 300 ΑΚ σε συνδ.
με άρθρο 5 του Κ.O.K.). Επί της ενστάσεως αυτής σημειώνεται, ότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, εάν ο τελευταίος φορούσε ή όχι ζώνη ασφαλείας (βλ. σχετικώς και την έκθεση αυτοψίας). Όμως, όπως αποδείχθηκε, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εν λόγω θανών οδηγός, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, αφού περιεστράφη δύο φορές περί τον άξονα του, εκτινάχθηκε προς τα πίσω σε μεγάλη απόσταση και καταστράφηκε ολοσχερώς, με συνέπεια να μετατραπεί το εμπρόσθιο τμήμα του σε άμορφη μάζα (βλ.
φωτογραφίες του ληφθείσες από τα όργανα της Τροχαίας αλλά και από τους τεχνικούς συμβούλους των διαδίκων), ώστε και αν ακόμη έκανε χρήση της ζώνης ασφαλείας ο οδηγός του και πάλι θα επήρχετο ο θανάσιμος τραυματισμός του. Επομένως, η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της άνω (τυχόν) παράλειψης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Με βάση τα προεκτεθέντα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση του, αποκλειστική υπαιτιότητα του Γ. Θ. στην επέλευση της επίδικης σύγκρουσης, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό, οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων των εκκαλούντων, με τους οποίους πλήττεται το εν λόγω κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως κατ' ουσίαν βάσιμοι.
Κατόπιν αυτών, πρέπει η εκκαλούμενη απόφαση να εξαφανισθεί, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και να δικασθούν κατ' ουσίαν οι ως άνω αγωγές (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) .
To Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, κρίνοντας τελικά συνυπαίτιους του ένδικου τροχαίου θανατηφόρου ατυχήματος και τους δύο θανατωθέντες οδηγού Γ. Θ. κατά ποσοστό 70% και τον Ε. Τ. κατά ποσοστό 30% ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 2197, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για τη συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα των δύο θανατωθέντων οδηγών των δύο συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, οι οποίες (συνυπαιτιότητες) ανεξάρτητα η καθεμία από την άλλη συνετέλεσαν αιτιωδώς στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και το ζημιογόνο αποτέλεσμά του, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συγκλίνουσας συνυπαιτιότητας και της κατ' αιτιώδη συνάφεια, συνεπεία της ίδιας συνυπαιτιότητας επέλευσης του ένδικου ατυχήματος, και δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων και της αγωγής τους, όπως και του ισχυρισμού τους για συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα στην ένδικη σύγκρουση και του άλλου οδηγού Ε.
Τ. . Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300,330,914 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να προκύψει χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των δύο οδηγών με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Η υπαγωγή δε των ίδιων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξίας που εφαρμόστηκαν δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα εφόσον άλλωστε κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης η ένδικη σύγκρουση αναμφίβολα έλαβε χώρα επί της διαχωριστικής γραμμής των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας σ' επαφή με την οποίαν αν επιτρεπτά εκινείτο στο ρεύμα πορείας του το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ε.
Τ. και σε χρόνο που το άλλο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Θ. , ύστερα από ανεπιτυχή χειρισμό του οδηγού του εισερχόταν διαγωνίως ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας που εκινείτο το αυτοκίνητο του Ε. Τ. . Εξ' άλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της συντρέχουσας συνυπαιτιότητας των δύο θανατωθέντων οδηγών που κατ' αιτιώδη συνάφεια οδήγησε στο ένδικο ατύχημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων , που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τις αναιρεσείουσες σε αντίθεση με το ότι:
α) ο οδηγός Γ. Θ. οδηγούσε χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (άρθρ. 12 ΚΟΚ), β) δεν είχε την διαρκή ικανότητα για να ελέγχει σε κάθε στιγμή το όχημα που οδηγούσε (άρθρ.1 3 του ΚΟΚ), γ) δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του (άρθρ.19 παρ.1 ΚΟΚ), δ) εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (άρθρ.16 παρ.4 του ΚΟΚ) ε) οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος (0,56 με την πρώτη και 0,51 με τη δεύτερη μέτρηση αιμοληψίας, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες: 1) ως προς τη θέση του αυτοκινήτου του Ε.
Τ. και του Γ. Θ. στην οδό αμέσως πριν από τη σύγκρουση, 2) ως προς την ταχύτητα των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, 3) ως προς τα σημεία συγκρούσεως των δύο αυτοκινήτων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της με τον ίδιο λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειουσών, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα του προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε αι οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών ότι " 1) ο οδηγός Γ. Θ. οδηγούσε το όχημά του με υπερβολική ταχύτητα άνω των 50 χιλιομέτρων, λόγω των περιστάσεων (βράδυ-στενή οδός και έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου), 2) δεν υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες, 3) δεν προέκυψε βλάβη ή κακή λειτουργία των δύο οχημάτων, 4) ότι στο αίμα του Γ.
Θ. μετρήθηκε οινόπνευμα 0,56 και 0,51/.. αντίστοιχα ο/οο ενώ στο αίμα του Ε. Τ. δεν ανιχνεύθηκε οινόπνευμα, 5) ότι τα στοιχεία του σχεδιαγράμματος της Τροχαίας για τις πορείες των δύο οχημάτων και τη θέση τους στο οδόστρωμα, όπως και για το πιθανό σημείο σύγκρουσης δεν προκύπτουν από κανένα πειστήριο και είναι παραπλανητικά, 6) ότι το πλάτος της διπλής διαχωριστικής γραμμής που αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα είναι ασύμβατο και πολύ μεγαλύτερο από το κανονικό σύμφωνα με τη κλίμακα του σχεδιαγράμματος, 7) ότι το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου του Θ.
είναι εμπρόσθια και δεξιά πλευρά και για το όχημα του Τ. η εμπρόσθια και αριστερή πλευρά, 8) ότι με βάση τη διαπίστωση ύπαρξης υπολειμμάτων λαδιού από το αυτοκίνητο του Θ. στο σημείο Δ του σχεδιαγράμματος της Τροχαίας και τις σχετικές κρίσεις του πραγ/να Β. Κ. και των μηχανικών της εταιρείας … το σημείο της συγκρούσεως τοποθετείται στο ρεύμα κινήσεως του Τ. , στο οποίο αντικανονικά εισήλθε εξ ολοκλήρου το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Θ. 9) ότι με βάση τα σημεία συγκρούσεως των δύο σχημάτων η σύγκρουση έγινε υπό γωνία το δε σημείο συγκρούσεως της τροχαίας στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας τοποθετήθηκε αυθαίρετα και 10) ότι η αποκλειστική αιτία της ένδικης σύγκρουσης ήταν η αντικανονική κίνηση του οχήματος του Γ.Θ. .
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι διότι οι ανωτέρω "ισχυρισμοί" δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκαν από τις αναιρεσείουσες ως επιχειρήματα, συναγόμενα από τις αποδείξεις, για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων που στήριξαν και την αγωγή τους αλλά και την ένσταση συνυπαιτιότητάς του για τον οδηγό Τ. .
Ανεξάρτητα όμως από αυτά, τα ίδια πραγματικά περιστατικά συγκροτούντα τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειουσών από τη διάταξη του άρθρου 300, 330, 914 Α.Κ., τα εκτίμησε προσηκόντως το Εφετείο, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων (αρθρ. 183 ΚΠολΔ), που έχουν καταθέσει και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-6-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 627/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2700) Ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ