Legislator Case Law & Legislation
310/2012 AI generated

310/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 310/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 310 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 310/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλ...

Legislator headnote

AI generated
310/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 310 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 310/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλ... «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
lack of standing of owner unconditional withdrawal of action refusal of permanent residency previous legal status standing against building permit forfeiture of recourse rights

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 310 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 310/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Μ. του Ε. και 2. Μ.-Χ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Παπαδημητρίου.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γεωργά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-10-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες. Η ενέργεια αυτή του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει, ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό εν όλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Έτσι, το δεδικασμένο καλύπτει κατ' αρχήν το ζήτημα που κρίθηκε, δηλαδή τη συγκεκριμένη έννομη συνέπεια ή σχέση που διαγνώσθηκε με την τελεσίδικη απόφαση, ότι υπάρχει με το αντικείμενό της. Υπάρχει ακόμα, όμως, δεδικασμένο, όταν στη νέα δίκη που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, ή εκείνων που έγιναν διάδοχοί τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος αυτής (άρθρο 325 εδάφ. 2 ΚΠολΔ), το αντικείμενο είναι μεν διαφορετικό από αυτό που ζητήθηκε στην προηγούμενη δίκη, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (ΑΠ 1193/2002). Εξάλλου, από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν το δεδικασμένο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη 423/1991 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε σχετικά τα ακόλουθα: "Επίδικο αποτελεί το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός μονώροφου οικίσκου (αποθήκης) επιφάνειας 17,85 τ.μ. και μήκους πλευρών 4,20 Χ 4,25 μ. που βρίσκεται στο Πέδι Σύμης και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών Σ., νότια με δημόσιο δρόμο, δυτικά με πρώην οικία Μ. και ήδη του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και βόρεια με την αυλή της ίδιας οικίας. Την κυριότητα της οικίας αυτής, αλλά και του εξ αδιαιρέτου ποσοστού κυριότητας του με αυτήν εφαπτόμενου επίδικου οικίσκου, φέρεται να απέκτησε ο αναιρεσίβλητος, με το με αριθμό .../24-7-1987 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Σταματίας Γιώρτσου-Σ., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό 70, από τον Μ. Μ. του Ε., πρωτοεξάδελφο του πατέρα του αναιρεσιβλήτου Ε.. Η κυριότητα του επίδικου οικίσκου είχε περιέλθει ισομερώς και εξ αδιαιρέτου με το .../1454/9-1919 συμβόλαιο των εκτελούντων χρέη συμβολαιογράφου Δημάρχων Σύμης Φωτίου Φαρμακίδη και Κωνσταντίνου Μαραβέλια στους αδελφούς Ε. και Α. Μ., από τους οποίους ο μεν Ε. ήταν πατέρας του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, ο δε Α. παππούς των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων. Εν συνεχεία, μετά το θάνατο του Ε. Μ., το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του επίδικου οικίσκου κυριότητάς του περιήλθε λόγω κληρονομιάς άτυπα στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τον γιό και τη σύζυγο του, και πλέον το έτος 1955, μετά το θάνατο της μητέρας του Ε. Μ., ο ως άνω δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου απέκτησε το επί του επιδίκου αρχικό ποσοστό της κυριότητας του πατέρα του. Φερόμενος δε ως κύριος του επιδίκου, κατά το ποσοστό αυτό, πώλησε τούτο στον αναιρεσίβλητο. Συγκύριοι δε, κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο φέρεται αρχικά να είναι με αυτόν ο πατέρας των αναιρεσειόντων Ε. Μ. και στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι ισομερώς και εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ο αναιρεσίβλητος μετά την αγορά του επιδίκου από τον ως άνω δικαιοπάροχό του άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου την από 29-12-1989 και με αριθ. κατάθ. 6/1990 αγωγή κατά του εν ζωή τότε δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Ε. Α. Μ. με την οποία, επικαλούμενος α) την επί του επιδίκου συγκυριότητά του και β) ότι εμποδίζεται στη χρήση του ακινήτου στο μέτρο που του ανήκει, ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλλει ως αποζημίωση της αναλογούσας σ' αυτόν χρήσης, για το από τον Αύγουστο 1989 μέχρι την επίδοση της αγωγής εκείνης διάστημα, το ποσό των 170.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχούσε στο ήμισυ του συνόλου μισθωμάτων, τα οποία η αξιοποίηση του επιδίκου ως μισθίου καταστήματος θα απέφερε σ' αυτόν. Επί της αγωγής εκείνης, η οποία συζητήθηκε ερήμην του εναγομένου, εκδόθηκε η 423/1991 απόφαση Ειρηνοδικείου Ρόδου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και στην ουσία της, διότι, οι περιεχόμενοι στο δικόγραφό της πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος θεωρήθηκαν ομολογημένοι, αφού επρόκειτο για γεγονότα για τα οποία επιτρεπόταν η ομολογία και δεν υπήρχε ένσταση που να εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Η απόφαση αυτή είναι τελεσίδικη καθόσον, ενώ δημοσιεύτηκε την 2-4-1991, επιδόθηκε για πρώτη φορά στις 15-1-1997 στους ήδη αναιρεσείοντες, ως κληρονόμους του θανόντος στο μεταξύ (το έτος 1994) εναγομένου, οι οποίοι δεν άσκησαν κατ' αυτής κανένα ένδικο μέσο. Η απόφαση αυτή του Ειρηνοδικείου, αποφαινόμενη τελεσίδικα για την αγωγική αξίωση του ενάγοντα, περιέχει παράλληλα τελεσίδικη κρίση και για το παρεμπίπτον ζήτημα του δικαιώματος της συγκυριότητας αυτού στο επίδικο, που αποτελεί το αντικείμενο της ένδικης αγωγής, αφού η ιδιότητα του τελευταίου ως κοινωνού και συγκυρίου του, στη δίκη εκείνη, εναγομένου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, αφενός αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της ζητούμενης αυτής διαγνώσεως, αφετέρου δε συνιστά αυτοτελή έννομη σχέση έναντι εκείνης, της οποίας η διάγνωση με την με αριθ. 6/1990 αγωγή ζητήθηκε (αναλογία καρπών από την τακτική εκμετάλλευση του επικοίνου). Επειδή δε, το Ειρηνοδικείο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο, για να αποφασίσει και για το παρεμπίπτον ζήτημα της συγκυριότητας του αναιρεσιβλήτου, η ως άνω επί της αποζημιώσεως χρήσεως απόφασή του, παράγει δεδικασμένο και ως προς ζήτημα αυτό". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι, όσον αφορά το αγόμενο προς κρίση ενώπιόν του αυτοτελώς με την κρινόμενη αγωγή ζήτημα της κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο ίδιο ακίνητο, δεσμεύεται από το δεδικασμένο, αφού εναγόμενοι στην κρινόμενη αγωγή είναι καθολικοί διάδοχοι του Ε. Μ. του Α., εναγομένου στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω τελεσίδικη 423/1991 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου, και ακολούθως δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή, αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο συγκύριο κατά ποσοστό 1/ 2 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε τους αναιρεσίβλητους να του αποδώσουν το επί του επιδίκου ποσοστό συγκυριότητάς του. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ, αφού ως προς το τελεσιδίκως κριθέν προκριματικό ζήτημα της κατά ποσοστό 1/ 2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο ίδιο ακίνητο, παρήχθη δεδικασμένο από την προμνημονευθείσα τελεσίδικη απόφαση. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους περί μη τελεσιδικίας της 423/1991 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου και περί μη ύπαρξης δεδικασμένου, διότι η απόφαση αυτή δεν είχε επιδοθεί στην επίσης κληρονόμο του τότε διαδίκου πατέρα τους Θ. συζ. Μ., η οποία άσκησε κατά της απόφασης αυτής την με αριθμό 1/2005 ανακοπή ερημοδικίας, της οποίας η εκδίκαση εκκρεμεί. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν θεμελιώνεται, αν ο ισχυρισμός που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο ήταν επουσιώδης, δηλαδή δεν έχει καμιά επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, ως τέτοιος δε θεωρείται ο μη νόμιμος, ο αόριστος ή ο αλυσιτελής. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι μόνον αυτοί (αναιρεσείοντες) τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοι του αποβιώσαντος πατέρα τους Ε. Μ., ενώ επίσης, όπως ισχυρίστηκαν, καθολική διάδοχος ήταν και η Θ. συζ. Μ., χωρίς να προκύπτει από πουθενά η απόδειξη, ότι μόνοι κληρονόμοι ήταν οι αναιρεσείοντες. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος είναι συγκύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 1/ 2 εξ αδιαιρέτου και συνακόλουθα δεν ασκεί έννομη επιρροή στην προκείμενη δίκη πόσοι είναι οι συγκύριοι για το υπόλοιπο 1/ 2 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 2915/2001, ορίζει ότι "αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι, παρά την κατάργηση των τεκμηρίων εκ της ερημοδικίας των διαδίκων (παραιτήσεως και ομολογίας της αγωγής) που θέσπιζαν τα άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ, μετά την οποία εξέλιπαν πλέον οι λόγοι για τη χορήγηση αναιτιολόγητης ανακοπής και, κατ' επέκταση, εφέσεως με όμοια αποτελέσματα, εν τούτοις, η ανωτέρω διάταξη διατήρησε ευθέως την έφεση κατά ερήμην αποφάσεως ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας. Η σκόπιμη διατήρηση του άρθρου 528 με δομή ίδια ουσιαστικά με εκείνη που του είχε προσδώσει ο ν. 2207/1994, υποδηλώνει σαφώς ότι για την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, εφόσον αυτή εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλ' αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής. Μπορεί δε, να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, ή μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του επί του λόγου εφέσεως των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονούντο, ότι δεν είχαν κλητευθεί καθόλου να παραστούν κατά τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το αναφερόμενο στη μη νομότυπη κλήτευση των εναγομένων στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση ενάγοντα (και ήδη αναιρεσίβλητο) παράπονο των εκκαλούντων (και ήδη αναιρεσειόντων), αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει ο σχετικός λόγος να απορριφθεί, δεδομένου ότι δεν μπορεί τούτο να αποτελέσει λόγο έφεσης, αλλά μόνο λόγο ανακοπής ερημοδικίας". Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν έσφαλε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ο δε περί του εναντίου τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-10-2008 αίτηση των Μ. Μ. του Ε. κ.λ.π. για αναίρεση της 152/2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012 . Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ