Legislator Case Law & Legislation
310/2007 AI generated

310/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 310/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2332/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7278/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/7/2004 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

310/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εθν. Αμύνης και Εργασίας που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 2 Ν. 1648/1986), ανεξάρτητα αν υπάρχουν ή όχι κενές θέσεις. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 4 του ως άνω νόμου η τοποθέτηση των παραπάνω προσώπων γίνεται από την Επιτροπή του άρθρου 8, ισχύει για την περιφέρεια της Νομαρχίας που τους τοποθέτησε και είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη.

Keywords

AI generated
institution called upon to act suspension of benefits rights and obligations of staff breach of official duty exclusion from public-sector employment conscience clause
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 310 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 310/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.

Των αναιρεσίβλητων: (αναφέρονται 5 νονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αδάμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2332/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7278/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/7/2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 1/12/2005 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χλαμπουτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και την απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 παρ. 4 του ν.1648/1986 για την προστασία πολεμιστών, αναπήρων - θυμάτων πολέμου και μειονεκτούντων προσώπων, στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται και τα αναφερόμενα στην άνω διάταξη, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 της ΔΙΠΠΠ/Φ.1?9390/4-25 Οκτ. 1988(ΦΕΚ.Β 768) απόφασης του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως η οποία κυρώθηκε από τότε που εκδόθηκε με το άρθρο 26 του Ν. 1876/1990, άτομα με ειδικές ανάγκες.

Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου(1648/1986) επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, ελληνικές ή ξένες, που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή, επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις κοινής ωφέλειας, όπως προσδιορίζονται στις περιπτώσεις γ΄ και ε΄ της παρ. 6 αρθρ. 1 του Ν. 1256/1982, καθώς και οι θυγατρικές τους ανώνυμες εταιρίες, εφόσον απασχολούν κατά την έκδοση της αποφάσεως για την τοποθέτηση προσωπικό πάνω από 50 άτομα, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν πρόσωπα που προστατεύονται από το προηγούμενο άρθρο σε ποσοστό 3% από εκείνα της παρ. 4 αυτού(ήδη 5% σύμφωνα με την 30965/1991 απόφαση Υπ.

Εθν. Αμύνης και Εργασίας που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 2 Ν. 1648/1986), ανεξάρτητα αν υπάρχουν ή όχι κενές θέσεις. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 4 του ως άνω νόμου η τοποθέτηση των παραπάνω προσώπων γίνεται από την Επιτροπή του άρθρου 8, ισχύει για την περιφέρεια της Νομαρχίας που τους τοποθέτησε και είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη.

Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ο τοποθετούμενος υποχρεούται, μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίηση της αποφάσεως για την τοποθέτησή του, να παρουσιαστεί στην επιχείρηση και να αναλάβει υπηρεσία. Κατά των αποφάσεων των Επιτροπών του άρθρου 8 χωρεί προσφυγή στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή για τη νομιμότητα ή σκοπιμότητα της τοποθετήσεως εκ μέρους του υπόχρεου εργοδότη, του προστατευόμενου από το νόμο προσώπου και κάθε τρίτου που έχει έννομο συμφέρον (άρθρ. 10 παρ. 4).

Η ανάκληση της τοποθετήσεως και οι αμφισβητήσεις οι σχετικές με την τοποθέτηση ανήκουν στην αρμοδιότητα των ανωτέρω Επιτροπών (άρθρο 9). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι μεταξύ του εργοδότη που υπόκειται στην υποχρέωση προσλήψεως, κατά το άρθρο 2 παρ. 1, και του μισθωτού που προστατεύεται, κατά το άρθρο 1 παρ. 4 και τοποθετείται σ' αυτόν, συνάπτεται σύμβαση αναγκαστικής για τον εργοδότη εργασίας, τη δικαιοπρακτική δε βούληση του τελευταίου αναπληρώνει η απόφαση της Επιτροπής.

Η σύμβαση αυτή εργασίας τελειούται με την εμφάνιση του τοποθετηθέντος μισθωτού για ανάληψη υπηρεσίας. Ο εργοδότης αποκρούοντας την πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος και οφείλει σ' εκείνον μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του Α.Κ. Και τούτο γιατί ο εργοδότης δεν δικαιούται να ερευνήσει και αυτός τη συνδρομή των προϋποθέσεων των απαιτουμένων για την πρόσληψη του μισθωτού τούτου, ούτε να απαιτήσει τη συνδρομή των (πρόσθετων) όρων του τυχόν ισχύοντος Κανονισμού του, αφού η πρόσληψη του μισθωτού έχει τελειωθεί με την εμπρόθεσμη εμφάνισή του στον υπόχρεο εργοδότη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1648/1986, που υπερισχύουν κάθε άλλης αντίθετης διάταξης ή ειδικής ρύθμισης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., αναγνωριστική αγωγή δύναται να εγείρει όποιος έχει έννομο συμφέρον για τη δικαστική αναγνώριση ης ύπαρξης ή μη κάποιας έννομης σχέσης. Γίνεται δεκτό ότι, μολονότι η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή, δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, όταν η αξίωση έχει ήδη υποκύψει σε παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία ή γενικά έχει αποσβεσθεί, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι.

Αυτό συμβαίνει όμως όταν ζητείται η αναγνώριση της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η παραγεγραμμένη αξίωση. Στη νομική γλώσσα, υπό διαφορετική της "ενοχής" έννοια, γίνεται χρήση του όρου "ενοχική σχέση". Δι' αυτής δηλούται συνήθως ευρύτερη και περιεκτικότερη ενιαία έννομη σχέση (π.χ. η όλη σύμβαση), εκ της οποίας γεννώνται ειδικότερες ενοχές, δηλαδή οι διάφορες κατ' ιδίαν υποχρεώσεις (ή απαιτήσεις) δι' εκάτερον των μερών.

Έτσι κάθε σύμβαση αποτελεί μεν ενιαία ενοχική σχέση, αλλά δεν εκφράζεται δια του όρου "ενοχή". Η διάκριση αυτή καταφαίνεται εις την γένεση, μεταβίβαση, παραγραφή και εν γένει απόσβεση των ενοχών. Η παραγραφή της όλης ενοχικής σχέσεως, όπως της συμβάσεως, δεν είναι νοητή, διότι σε παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις, δηλαδή οι κατ' ιδίαν ενοχές (απαιτήσεις).

Επίσης, όπου ο νόμος ομιλεί περί αποσβέσεως ενοχής, εννοεί την κατ' ιδίαν υποχρέωση (ή απαίτηση), ενώ απόσβεση της όλης ενοχικής σχέσεως, πράγμα που σημαίνει της όλης συμβάσεως, χωρεί όπου και όπως ορίζει τούτο ο νόμος (π.χ. 389 παρ. 2 , 509 κλπ. του ΑΚ). Ειδικότερα επί συμβάσεως εργασίας, η παραγραφή των πηγαζουσών εξ αυτής κατ' ιδίαν αξιώσεων αποδοχών από διάφορες αιτίες, δεν συνεπάγεται και απόσβεση της όλης ενοχικής σχέσεως που συνδέει τα μέρη, όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, όπως και στην περίπτωση που ζητείται η αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας χρονικού διαστήματος εμπίπτοντος στην έγκυρη διάρκεια της συμβάσεως, δηλαδή της κατ' αυτό υπάρξεως της εννόμου σχέσεως, από την οποία απέρρεαν οι παραγεγραμμένες αξιώσεις του μισθωτού για το ίδιο χρονικό διάστημα.

Υφίσταται δε προς τούτο έννομο συμφέρον του μισθωτού, εγκείμενο στην προσμέτρηση του χρόνου αυτού για την ένταξή του στο προσήκον μισθολογικό κλιμάκιο και συνακόλουθα στη μισθολογική προαγωγή του, όταν μάλιστα η σύμβασή του, ως έννομη σχέση, συνεχίζεται και είναι ενεργός. Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Με τις υπ΄αριθμ. 3/24.5.1988, 3/22.4.1988, 7/14.5.1987, 69/26.4.1993 και 5/8.6.1988 αποφάσεις - πρακτικά της Επιτροπής του άρθρου 8 του ν.1648/1986 των Νομαρχιών Σερρών ο πρώτος από τους ενάγοντες, Κοζάνης οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος από τους ενάγοντες και Μαγνησίας η τετάρτη από τους ενάγοντες τοποθετήθηκαν αναγκαστικά ως άτομα με ειδικές ανάγκες οι πρώτος και πέμπτος, ως τέκνο αναπήρου πολέμου ο δεύτερος, ως τέκνα πολύτεκνης οικογένειας οι τρίτος και τετάρτη, στην εναγομένη που απασχολεί προσωπικό άνω των 50 ατόμων, για να εργασθούν ως υπάλληλοι σε θέσεις ανάλογες με τα προσόντα τους.

Οι ενάγοντες εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως εντός της προθεσμίας του μηνός από την κοινοποίηση σ΄ αυτούς της αποφάσεως της επιτροπής για την τοποθέτησή τους, στα αρμόδια όργανα της εναγομένης προς ανάληψη υπηρεσίας και συγκεκριμένα ο πρώτος στις 27.5.1988, ο δεύτερος στις 25.4.1988, ο τρίτος στις 18.5.1987, η τετάρτη στις 30.4.1993 και ο πέμπτος στις 14.6.1988.

Η εναγομένη όμως, με τα αρμόδια όργανά της που ενεργούσαν στα πλαίσια των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί, αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους. Στη συνέχεια η εναγομένη προσέλαβε τους ενάγοντες και αποδέχθηκε τις υπηρεσίες τους στους παρακάτω χρόνους....Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω η εναγομένη, με τα αρμόδια όργανά της αποκρούοντας την πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών των εναγόντων και αρνούμενη να τους απασχολήσει από της εμφανίσεώς τους περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας τους, η οποία διήρκεσε μέχρι τους άνω χρόνους που τους προσέλαβε.

Οι ενάγοντες επέδωσαν στην εναγομένη την αγωγή τους στις 14.12.2001...Επομένως η αξίωσή τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία επικαλούμενης προσβολής της προσωπικότητάς τους ανεξάρτητα από το νόμω βάσιμο της αξιώσεως αυτής έχει παραγραφεί, σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ, κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση της εναγομένης...Ακολούθως κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα,, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως προς το πρώτο αίτημα και να αναγνωριστεί ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην εναγομένη με κάθε συνέπεια (προαγωγική, συνταξιοδοτική, ασφαλιστική) του πρώτου των εναγόντων το χρονικό διάστημα από 27.5.1988 έως 3.10.1988, του δευτέρου εξ αυτών από 25.4.1988 έως 3.10.1988, του τρίτου από 18.5.1987 έως 3.5.1988, της τετάρτης εξ αυτών από 30.4.1993 έως 29.9.1993 και του πέμπτου εξ αυτών από 14.6.1988 έως 16.12.1988.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά το μέρος που αναγνώρισε τις άνω χρονικές περιόδους ως χρόνους πραγματικής υπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων στην αναιρεσείουσα, για προαγωγική αυτών συνέπεια, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ και εκείνες του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, που αναφέρονται στο χρόνο παραγραφής των εκ της παροχής της εργασίας τους αξιώσεων των εργαζομένων.

Και τούτο γιατί είναι υπαρκτό, κατά τ΄ ανωτέρω, το έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση ως χρόνου υπηρεσίας τους των άνω χρονικών περιόδων, για τη συγκεκριμένη συνέπεια, ανεξάρτητα από την παραγραφή των όποιων αξιώσεών τους κατά της αναιρεσείουσας για τις περιόδους αυτές, το οποίο και δικαιολογεί την άσκηση αναννωριστικής αγωγής.

Επομένως ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν.702/1977 "περί υπαγωγής υποθέσεων εις τα διοικητικά δικαστήρια" οι ασφαλιστικές διαφορές μεταξύ των ασφαλισμένων και των φορέων οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως υπήχθησαν, ως διοικητικές διαφορές ουσίας, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και στην καθ΄ ύλη αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Δικαστηρίου, όταν ο ασφαλιστικός φορέας είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΑΠ 702/1990).

Εξ άλλου με το άρθρ. 34 του Ν.2773/1999 "Απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας - Ρύθμιση θεμάτων ενεργειακής πολιτικής και λοιπές διατάξεις" όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 26 του Ν.2919/2001 ιδρύθηκε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (ΟΑΠ/ΔΕΗ) με σκοπό την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της ΔΕΗ.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η αναγνώριση της έννομης σχέσης μεταξύ της ΔΕΗ και του απασχολούμενου σ΄ αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προσωπικού, ώστε ο αντίστοιχος χρόνος απασχόλησης να θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη ΔΕΗ για τον υπολογισμό ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αποτελεί διοικητικό ζήτημα που εκφεύγει της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ως υπαγόμενο στη δικαιοδοσία του άνω ΝΠΔΔ, οι από το οποίο εκδιδόμενες πράξεις θεωρούνται ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις, υποκείμενες σε προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1α του Ν.702/1977.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα ΔΕΗ ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι ο διαδραμών χρόνος από την αναγκαστική τοποθέτησή τους στη ΔΕΗ με βάση το Ν.1648/1986 και την εμφάνισή τους προς ανάληψη υπηρεσίας, μέχρι την αποδοχή της εργασίας τους από αυτή, είναι χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και για συνταξιοδοτικές κι ασφαλιστικές, γι΄ αυτούς, συνέπειες.

Η αγωγή όμως κατά το άνω μέρος της δεν επιδιώκει την αναγνώριση της ύπαρξης έννομης σχέσης του ιδιωτικού δικαίου, αλλά έννομης σχέσης (αναγνώριση προϋπηρεσίας) αναγόμενης σε διοικητικό ζήτημα που ανήκει στη δικαιοδοσία όχι των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά του παραπάνω ΝΔΔΔ, οι αποφάσεις του οποίου, ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις, προσβάλλονται ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε την ένδικη αγωγή και κατά το άνω αίτημά της και αναγνώρισε τον παραπάνω χρόνο, ως χρόνο πραγματικής υπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων στην αναιρεσείουσα, για συνέπειες συνταξιοδοτικές και ασφαλιστικές, υπερέβη τη δικαιοδοσία αυτού και είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον υποστηρίζονται τα ίδια.

Είναι δε παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης κατ΄ άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα αν ο περί ελλείψεως δικαιοδοσίας ισχυρισμός, ο οποίος αφορά τη δημόσια τάξη, προβλήθηκε στο Εφετείο. Κατ΄ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 1 ΚΠολΔ ν΄ απορριφθεί εν μέρει η ένδικη αγωγή κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό την 7278/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 22.10.2001 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά το αίτημα αυτής να αναγνωριστεί ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην αναιρεσείουσα για συνέπεια συνταξιοδοτική και ασφαλιστική 1) του πρώτου το χρονικό διάστημα από 27.5.1988 έως 3.10.1988, 2) του δευτέρου το χρονικό διάστημα από 25.4.1988 έως 3.10.1988, 3) του τρίτου το χρονικό διάστημα από 18.5.1987 έως 3.5.1988, 4) της τετάρτης το χρονικό διάστημα από 30.4.1993 έως 29.9.1993 και 5) του πέμπτου το χρονικό διάστημα από14.6.1988 έως 16.12.1988. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ