Legislator Case Law & Legislation
30/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and inadmissibility of factual assessment arguments.

Case Number 30/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a traffic accident. The appellants argued the lower court erred in assessing facts and failed to consider their claim that the defendant was convicted of manslaughter, but the Court found these arguments inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was dismissed, the costs were awarded to the insurance company, and the appeal bond was returned to the state.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the assessment of facts or the evaluation of evidence is inadmissible as it falls outside the scope of appellate review.

Keywords

AI generated
appellate review factual assessment inadmissible appeal civil procedure costs allocation appeal bond traffic accident

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 224/2023
Supreme Court Case 1152/2023
Supreme Court Case 534/2023
Supreme Court Case 474/2022
Supreme Court Case 210/2010
Supreme Court Case 452/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 30 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 30/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) …. και 5) Α. Π. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. - Μ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ελληνικής εταιρείας ασφαλίσεων ζημιών με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 2-4-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-11-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022). Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 23-11-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (5-4-2024), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η πρώτη των αναιρεσίβλητων, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτήν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Γ. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλειά τους, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Συνακόλουθα, εφόσον η απολειπόμενη αναιρεσίβλητη κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Η κρινόμενη από 23-11-2022 (αριθμ. έκθ. κατ...) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591, 614 αριθ. 6 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17-12-2019 με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή τους κατά των αναιρεσίβλητων, Σ.- Μ. Ν. και ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", μετονομασθείσα ήδη σε "...", με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι, εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος, οφειλόμενου σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧ επιβατηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Α. Ρ., τέκνο των δύο πρώτων εξ αυτών και αδελφός των λοιπών, ο οποίος οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα. Ζήτησαν δε, μετά τον περιορισμό του αιτήματός τους από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστη, στους δύο πρώτους εξ αυτών από 50.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι τους οφείλουν από 150.000 ευρώ στον καθένα, στον τρίτο και τέταρτο εξ αυτών από 30.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι τους οφείλουν από 90.000 ευρώ στον καθένα και στην πέμπτη εξ αυτών 25.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλουν 75.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν.

Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. ... απόφασή του, έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επί της ασκηθείσας εκ μέρους των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, από 15-9-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. ...) έφεσης κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ...

απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Ήδη οι ενάγοντες με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλουν την άνω υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για τους λόγους που αναφέρουν σ' αυτή. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ.

στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001). Περαιτέρω, από το άρθρο 12, 19 και 20 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους". Κατά το άρθρο 19 παρ. 1, " ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, κατά δε την παράγραφο γ), " ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, ...

κατά τις νυκτερινές ώρες...αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας' (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1207/2004), ενώ κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ΚΟΚ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου, επί θανατώσεως το βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (ΑΠ 867/2024).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/ 2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ... απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στις 10-8-2010 ο Α.

Ρ. οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας Μ. Κ. χρώματος μπλε, εργοστασίου κατασκευής ...I, τύπου ..., κυβισμού 996 κ.ε., κινούμενος επί της οδού ... στην Αθήνα με κατεύθυνση προς Αθήνα, έχοντας μπροστά του τη μοτοσυκλέτα του φίλου του Ε. Λ. με τον οποίο είχαν βγει για μια βόλτα, αμφότεροι χωρίς να φορούν προστατευτικό κράνος, και περί ώρα 13.45' βρισκόταν λίγο πριν από τη διασταύρωση με την οδό ....

Στο σημείο αυτό η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης, με δυο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση [με αποχρωμματισμένη διαγράμμιση], πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρα ανά κατεύθυνση [ήτοι πλάτος εκάστης λωρίδας κυκλοφορίας 4 μέτρα] και πλάτος πεζοδρομίου 5 μέτρα προς Αθήνα. Τα δυο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται μεταξύ τους με υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα πλάτους 1,7 μέτρων.

Στο ύψος της προαναφερόμενης διασταύρωσης η διαχωριστική νησίδα διακόπτεται σε πλάτος 17 μέτρων περίπου προκειμένου τα οχήματα που κινούνταν επί της οδού ... [στο αντίθετο ρεύμα σε σχέση με εκείνο που κινούνταν οι δυο ως άνω μοτοσυκλέτες] να εισέλθουν στην οδό .... Η εν λόγω οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 7,10 μέτρα, πλάτος πεζοδρομίου 2,50 μέτρα και δεν φέρει λωρίδες κυκλοφορίας.

Αμφότερες οι οδοί παρουσιάζουν ευθεία, είναι ασφαλτοστρωμένες, ενώ κατά τον ανωτέρω χρόνο το οδόστρωμα ήταν ξηρό, ήταν ημέρα, υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική των πεζών ομοίως κανονική, η ορατότητα ήταν επαρκής και ο καιρός ήταν αίθριος. Το όριο ταχύτητας στο σημείο ορίζεται στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής.

Ο Α. Ρ. που αρχικά κινείτο με νόμιμη ταχύτητα, αιφνιδιαστικά, αύξησε την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του σε 100 περίπου χιλιόμετρα ανά ώρα, προσπέρασε τη μοτοσυκλέτα του Ε. Λ. και συνέχισε την πορεία του κινούμενος ανάμεσα στις δυο λωρίδες του ρεύματος κυκλοφορίας του. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, η πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, εργοστασίου κατασκευής ..., τύπου C3, χρώματος λευκού, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προκαλούμενες ζημίες στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), επί της οδού ... με κατεύθυνση προς Περιστέρι, ήτοι αντίθετη με εκείνη των ως άνω μοτοσυκλετών, και φθάνοντας στη διασταύρωση έκανε χρήση του αριστερού δείκτη πορείας, προκειμένου να στρίψει αριστερά και ακινητοποίησε το όχημά της στο διάκενο που σχημάτιζε η διαχωριστική νησίδα, καταλαμβάνοντας ελάχιστα εκατοστά από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Στη συνέχεια, προκειμένου να έχει καλύτερη ορατότητα μετακίνησε προς τα εμπρός όλως ελαφρά το όχημά της και πάντως όχι περισσότερο από είκοσι [20] εκατοστά έτσι ώστε ουδόλως απέκλειε [παρεμπόδιζε] τη διέλευση-πορεία των οχημάτων που κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... και δη στην αριστερή λωρίδα αυτού.

Ο Α. Ρ., ο οποίος πέραν της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει οδηγούσε όρθιος, πλησιάζοντας τη διασταύρωση, προφανώς εσφαλμένα υπέλαβε ότι η πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) θα εισερχόταν στο ρεύμα κυκλοφορίας του και δεν θα επέτρεπε την ασφαλή διέλευσή του και προς τούτο έκανε χρήση του συστήματος πέδησης του οχήματος του, με αποτέλεσμα η μοτοσυκλέτα του να αρχίσει να ταλαντεύεται.

Ακολούθως, ο Α. Ρ. απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας, η οποία αρχικά προσέκρουσε αριστερά στη διαχωριστική νησίδα επί της οποίας σύρθηκε, αφήνοντας στο ρείθρο της χαραγές 11,20 μέτρα και χτύπησε και στην κολώνα φωτισμού που υπάρχει επί της νησίδας προκαλώντας σημαντικές ζημίες στη βάση της. Στη συνέχεια η μοτοσυκλέτα συνέχισε την ανεξέλεγκτη πορεία της, και μετά από 7,10 μέτρα, κινούμενη πλέον με δεξιά φορά, διέγραψε χαραγή 0,80 μέτρα επί του οδοστρώματος.

Ακολούθως, συνέχισε τη διαγώνια προς τα δεξιά πορεία της διανύοντας άλλα 19,20 μέτρα και στη συνέχεια αποτυπώνονται στο οδόστρωμα έτερες χαραγές από τη μοτοσυκλέτα μήκους 23,10 μέτρων. Τελικά οι τελευταίες ως άνω χαραγές κινούνται λοξά διαγώνια προς τα δεξιά, καταλήγοντας δίπλα στο πεζοδρόμιο μετά την έξοδο του εκεί ευρισκόμενου πρατηρίου υγρών καυσίμων, όπου κατέληξε η μοτοσυκλέτα με τον βαρύτατα τραυματισμένο αναβάτη της, ο οποίος ατυχώς στη συνέχεια απεβίωσε συνεπεία βαρέων κακώσεων κεφαλής, αυχένος, θώρακος και κοιλίας [βλ.

τη με αρ. πρωτ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Η. Μ.], Αν υπολογισθεί και το ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης βρισκόταν σε απόσταση περίπου 40 μέτρων από το σημείο που η δίκυκλη μοτοσυκλέτα άρχισε να τροχοπεδεί και να ταλαντεύεται, αυτή [μοτοσυκλέτα] στη φρενήρη πορεία που διέγραψε μέχρι το τελικό σημείο ακινητοποίησής της, διένυσε περίπου απόσταση 100 μέτρων, ενδεικτική της μεγάλης- ταχύτητάς της που ανερχόταν περίπου στα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα. [ίχνη τροχοπέδησης δεν ανευρέθηκαν επί του οδοστρώματος], και η οποία [ταχύτητα] επιβεβαιώνεται και από όλες τις προανακριτικές καταθέσεις για τις οποίες γίνεται λόγος παρακάτω.

Σημειώνεται ότι το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο και η δίκυκλη μοτοσυκλέτα ουδέποτε ήρθαν σε επαφή πράγμα που συνομολογούν όλα τα διάδικα μέρη και πιστοποιείται και στην οικεία έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας. Επίσης, η δίκυκλη μοτοσυκλέτα του Α. Ρ. πέρασε έμπροσθεν του ακινητοποιημένου Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου της πρώτης εναγόμενης και στη συνέχεια, προσέκρουσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το πρώτον, με τη διαχωριστική νησίδα, την κίνηση δε αυτή διαπίστωσαν όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες και μάλιστα και οι δυο συνεπιβαίνουσες στο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, που μετά τη διέλευση της μοτοσυκλέτας από μπροστά τους συνέχισαν την πορεία τους.

Περί των συνθηκών του τραγικού ατυχήματος κατέθεσαν με σαφήνεια και πληρότητα αμφότεροι οι αυτόπτες μάρτυρες που αναγράφονται στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας. Ειδικότερα, ο φίλος του Α. Ρ., Ε. Λ. [έτερος μοτοσυκλετιστής], εξεταζόμενος προανακριτικά την ίδια ημέρα του ατυχήματος, μεταξύ άλλων} κατά λέξη κατέθεσε "...κινηθήκαμε επί της οδού Εθν.

Μακαρίου στο Περιστέρι, ο καθένας με τη δική του μοτοσυκλέτα και δεν φορούσαμε κράνη. Φθάσαμε στο φανάρι της Λ. Κηφισού το οποίο ήταν κόκκινο και σταματήσαμε. Γίνεται πράσινο το φανάρι και ξεκίνησα ομαλά πρώτος. Ξαφνικά αντιλαμβάνομαι τον Αλέξη να αναπτύσσει αψυχολόγητα υψηλή ταχύτητα και να με προσπερνάει.

Δεν μπορώ να ξέρω ποια ταχύτητα ανέπτυξε πάντως ήταν σίγουρα υψηλή για τα δεδομένα της κυκλοφορίας. Εγώ συνέχισα ομαλά την πορεία μου μένοντας έκπληκτος για τη στάση του Α. να αναπτύξει ταχύτητα. Η μοτοσυκλέτα του Α. κινείτο μεταξύ της μεσαίας [σ.σ. εννοεί δεξιάς αφού υπήρχαν στο αντίστοιχο ρεύμα μόνον δυο λωρίδες κυκλοφορίας] και της αριστερής λωρίδας της οδού ...

στο ρεύμα προς Αθήνα. Τότε, είδα μπροστά μου και αριστερά στο άνοιγμα της διαχωριστικής νησίδας της οδού ... ένα λευκό Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο να βγαίνει ελαφρά στο ρεύμα κυκλοφορίας της ... και αρχίζω να παθαίνω σοκ καθώς πιστεύω ότι θα συμβεί ατύχημα. Εκείνη, τη στιγμή βγήκε λίγο παραπάνω το αμάξι, προφανώς για να ελέγξει η οδηγός του, αντιλαμβάνομαι ο Α.

να πατάει δυνατά τα φρένα και η μοτοσυκλέτα να αρχίζει να ταλαντεύεται έντονα από τη χρήση των φρένων. Το εν λόγω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο συνέχισε την πορεία του και η μοτοσυκλέτα του Α. δεν συγκρούστηκε με αυτό αλλά έπεσε σε κάτι φυτά πάνω στη διαχωριστική νησίδα...". Στην ανωτέρω κατάθεση, ο εν λόγω αυτόπτης μάρτυρας και φίλος του θανόντος σαφώς κάνει λόγο για την υπερβολική ταχύτητα του θανόντος οδηγού, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει "αψυχολόγητη", πιστοποιεί ότι τα δυο οχήματα δεν ήρθαν σε επαφή μεταξύ τους και βεβαιώνει ότι η οδηγός του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου είχε "βγει" πολύ λίγο από το διάκενο για να ελέγξει την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Σε κανένα σημείο της προαναφερθείσας κατάθεσής του δεν κάνει λόγο για παρεμπόδιση της κίνησης των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, πολλώ δε μάλλον περί του ότι η εν λόγω οδηγός απέφραξε την πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του Α.

Ρ., όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούντες, το γεγονός δε ότι ο εν λόγω μάρτυρας σκέφθηκε ενστικτωδώς όταν "βγήκε" προς έλεγχο ελάχιστα το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ότι θα λάβει χώρα ατύχημα, οφείλεται στο ότι η μοτοσυκλέτα του φίλου του κινείτο με υπερβολική ταχύτητα και ανεξέλεγκτα και ενδεχομένως θα υπολάμβανε εσφαλμένα, όπως και έπραξε, ότι το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο θα συνέχιζε την πορεία του και θα του έκλεινε το δρόμο. Από την άλλη πλευρά, με την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα εναρμονίζεται πλήρως και η κατάθεση της έτερης αυτόπτου μάρτυρος Ν. E. του J. [επίσης αναγραφόμενης όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας στην έκθεση αυτοψίας] που συνεπέβαινε στο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, καθήμενη στη θέση της συνοδηγού, και η οποία, προανακριτικά στις 10-8-2018, μεταξύ άλλων, κατέθεσε κατά λέξη τα ακόλουθα: "...Την 10/8/2018 και περί ώρα 13.40' ήμουν συνεπιβάτης στο υπ' αριθμ. ...

ι.χ.ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε η Σοφία Νονταράκη. Δεν γνωρίζω σε ποιον δρόμο ήμασταν γιατί μένω μόνιμα στις ΗΠΑ και έχω έρθει στην Ελλάδα για διακοπές και μένω στην ξαδέρφη μου Ν. Σ.. Η οδηγός μου είχε πει πως πηγαίναμε προς το κατάστημα ... που υπάρχει στην περιοχή του Κολωνού. Αφού, η εξαδέρφη μου πλήρωσε το λογαριασμό του τηλεφώνου σε ένα κατάστημα ...

σε δρόμο που δεν γνωρίζω το όνομά του, συνεχίσαμε ευθεία με το αυτοκίνητο και στρίψαμε αριστερά να πάμε στα .... Σταθήκαμε ανάμεσα στις δυο νησίδες με το αριστερό φλας αναμμένο και είδα μια μηχανή να περνάει με μεγάλη ταχύτητα μπροστά μας στο άλλο ρεύμα του δρόμου. Όταν η μηχανή πέρασε από μπροστά μας, στρίψαμε και εμείς αριστερά και τότε είδα τη μηχανή να χάνει τον έλεγχο και να προσκρούει σε θάμνους, που βρίσκονται στην νησίδα αριστερά.

Αμέσως, σταματήσαμε και κατεβήκαμε κάτω και ένα λεπτό αργότερα ήρθε ένας φίλος του οδηγού της μηχανής και είπε στην ξαδέρφη μου ότι όλα είναι εντάξει και δεν φταίει και ότι ο φίλος του είχε αναπτύξει πολύ μεγάλη ταχύτητα. Όσο θυμάμαι ήμασταν απόλυτα ακίνητοι όταν η μηχανή πέρασε από μπροστά μας και άρχισε να χάνει τον έλεγχο.

Δεν είχαμε σύγκρουση με τη μηχανή...". Από την κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος που εναρμονίζεται πλήρως με την κατάθεση του προηγούμενου αυτόπτη μάρτυρα, φίλου του θανόντος, προκύπτει ότι τα δυο οχήματα ουδόλως ήλθαν σε επαφή, ότι η μοτοσυκλέτα του θανόντος πέρασε μπροστά από το ακινητοποιημένο όχημα της πρώτης εναγομένης, και ότι αυτό [όχημα] δεν ήταν σε κίνηση όταν από μπροστά του πέρασε η μοτοσυκλέτα του Α.

Ρ.. Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η μοτοσυκλέτα του Α. Ρ. πέρασε πίσω από το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες), [ουδείς αυτόπτης μάρτυρας κατέθεσε κάτι τέτοιο] διότι, εάν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, τα δύο οχήματα θα είχαν συγκρουσθεί και σε κάθε περίπτωση η μοτοσυκλέτα του θανόντος θα είχε ακινητοποιηθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σχέση με εκείνο που αρχικά κινείτο και δεν θα μπορούσε να έχει επανέλθει στο αρχικό ρεύμα πορείας του.

Αλλά και η ίδια η οδηγός του Ι.ΧΕ. αυτοκινήτου, εξεταζόμενη αμέσως μετά την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος απολύτως εναρμονίζεται με τις καταθέσεις των δυο αυτοπτών μαρτύρων. Ειδικότερα, αυτή επί λέξει καταθέτει, μεταξύ άλλων, τα εξής "Ακινητοποίησα το αυτοκίνητό μου προκειμένου να ελέγξω δεξιά, αν ερχόταν κάποιο όχημα, κάνω ελάχιστα μπροστά για να δω ακόμα καλύτερα και ακινητοποιώ το αμάξι.

Βλέπω από τα δεξιά μου να έρχεται μια μοτοσυκλέτα με μεγάλη ταχύτητα, η οποία ελάχιστα πριν φθάσει στο ακινητοποιημένο μου αυτοκίνητο, άρχισε να χάνει τον έλεγχό της περνάει από το αυτοκίνητό μου, μπροστά, διήνυσε μια μεγάλη απόσταση, κάνοντας ζιγκ-ζαγκ, μέχρι που προσέκρουσε αριστερά στην δεντροφυτεμένη νησίδα και ακολούθους σύρθηκε στο οδόστρωμα και ακινητοποιήθηκε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος.

Αμέσως εκκίνησα το αυτοκίνητό μου για να ολοκληρώσω την πορεία μου, ώστε να σπεύσω σε βοήθεια. Να σημειώσω ότι το όχημά μου δεν είχε αποκλείσει τη λωρίδα κυκλοφορίας του αντίθετου ρεύματος και ήταν ακινητοποιημένο όταν αντιλήφθηκα τη μοτοσυκλέτα...". Και η ίδια η οδηγός του αυτοκινήτου που κατέθεσε αμέσως μετά το συμβάν και δεν είχε χρόνο να λάβει κάποια νομική συμβουλή με σαφήνεια κατέθεσε ότι η μοτοσυκλέτα του άτυχου νέου πέρασε με υπερβολική ταχύτητα από μπροστά της, ότι στη συνέχεια λόγω της ταχύτητας έχασε τον έλεγχο και ότι η ίδια ουδόλως απέκλεισε το ρεύμα πορείας του.

Τέλος, ο μάρτυρας Χ. Φ., που δεν αναγράφεται στην έκθεση αυτοψίας, και προανακριτικά κατέθεσε ένα μήνα περίπου μετά το ένδικο ατύχημα, αλλά και εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ουδέν σαφές και κρίσιμο ήταν σε θέση να εισφέρει ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος.

Συγκεκριμένα, στην από 30 Σεπτεμβρίου 2018 προανακριτική του κατάθεση, μεταξύ άλλων, κατέθεσε "... Ούτε είδα επίσης το αυτοκίνητο εάν έκλεισε και κατά πόσον έκλεισε το δρόμο της μοτοσυκλέτας... Δεν μπορώ να υπολογίσω την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας...", ενώ στην κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σε χρονικό σημείο που απέχει πολύ από την ημερομηνία του ένδικου ατυχήματος, για πρώτη φορά "θυμάται" την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας και την υπολογίζει στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα.

Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα και το εξ' αυτού επελθόν τραγικό αποτέλεσμα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα [αμέλεια] του ίδιου του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Α. Ρ.. Ειδικότερα, αυτός, δεν επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια, που θα επιδείκνυε ο μέσος συνετός οδηγός, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει [άρθρο 330 ΑΚ].

Περαιτέρω, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του [άρθρο 12 ΚΟΚ] και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες περιστάσεις και δη ότι κινείτο σε πολυσύχναστη οδό αλλά και ότι επλησίαζε σε οδικό κόμβο [άρθρο 19 παρ. 1-3 ΚΟΚ] και υπερέβη το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας που στο σημείο καθορίζεται σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, και δη οδηγούσε με σχεδόν διπλάσια ταχύτητα [περίπου 100 χιλιόμετρα ανά ώρα] [άρθρο 20 παρ.1 του ΚΟΚ] και προέβη σε απότομη τροχοπέδηση με αποτέλεσμα λόγω της υψηλής ταχύτητας να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του με τις προπαρατεθείσες τραγικές συνέπειες.

Αντίθετα, την πρώτη εναγομένη δεν βαρύνει οιαδήποτε μορφή υπαιτιότητας, αφού αυτή προκειμένου να διενεργήσει αριστερή στροφή σύννομα εισήλθε στο διάκενο της οδού και ελάχιστα εκατοστά κατέλαβε από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προκειμένου να έχει επαρκή ορατότητα χωρίς να παρεμποδίζει στο παραμικρό την κίνηση των οχημάτων που κινούνταν σε αυτό [αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας] και περίμενε με ακινητοποιημένο το όχημά της τη διέλευση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οδηγός της οποίας, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει, υπέλαβε εσφαλμένα ότι το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο θα εξακολουθούσε την πορεία του στρίβοντας αριστερά και δεν θα του παραχωρούσε την προτεραιότητα που δικαιούτο. Σημειώνεται εδώ ότι η πρώτη εναγόμενη καταδικάσθηκε από το ποινικό δικαστήριο για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών με τριετή αναστολή δυνάμει της με αριθμό ...

απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η ως άνω ποινική απόφαση σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει την απόφαση του αστικού δικαστηρίου, που δικάζει τις πολιτικές αξιώσεις του ενάγοντος, καθόσον αυτή δεν αποτελεί δεδικασμένο για το δικαστήριο, κατ' άρθρο 321 ΑΚ, αλλά χρησιμεύει μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συνεκτιμώμενο και συναξιολογούμενο ως τεκμήριο μαζί με τις λοιπές αποδείξεις [...].

Αυτονόητα, δεν επηρεάζει την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, η από 11-8-2018 υποβλητική αναφορά της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών -δεν υπάρχει βέβαια δικαιοδοτική κρίση- [ αποστολή συνοδείας - υποβολή δικογραφίας], η οποία αναφέρει απλά τις σκέψεις του συντάκτη της για τον τρόπο πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος και φέρει την πρώτη εναγομένη να ενήργησε απότομη αριστερή στροφή με αποτέλεσμα να εξαναγκάσει τον οδηγό της μοτοσυκλέτας σε αποφευκτικό ελιγμό, απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτως υποστηριζομένων από τους εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα έστω και με αφενός συνοπτικότερες και αφετέρου εν μέρει διάφορες αιτιολογίες που αντίστοιχα συμπληρώνονται και αντικαθίστανται από τις αιτιολογίες της παρούσας [άρθρο 534 ΚΠολΔ] δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων απορριπτομένων όλων των λόγων έφεσης, που όλοι συνοψίζονται σε έναν, πλήττοντα το κεφάλαιο της υπαιτιότητας...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον εξ αυτού επελθόντα θάνατό του ήταν ο ίδιος ο θανών, συγγενής των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. 'Ετσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 297,298,300,330 και 914 ΑΚ, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 και 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε σαφή και πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και του επελθόντος αποτελέσματος (του θανάσιμου τραυματισμού του τελευταίου), διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε αυτός για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβιάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλης ειδικότερης αιτιολογίας, με συνέπεια να δικαιολογείται η απόρριψη της θεμελιούμενης στις ανωτέρω διατάξεις περί αδικοπραξίας αγωγής των αναιρεσειόντων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Συγκεκριμένα: α) με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, δεν επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια που θα επιδείκνυε ο μέσος συνετός οδηγός, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει και ειδικότερα δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες περιστάσεις και δη ότι εκινείτο σε πολυσύχναστη οδό και ότι πλησίαζε σε οδικό κόμβο, υπερέβη το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, αφού οδηγούσε με σχεδόν διπλάσια ταχύτητα (περίπου 100 χιλ/ώρα), προέβη δε σε απότομη τροχοπέδηση, με αποτέλεσμα, λόγω της υψηλής ταχύτητας που είχε αναπτύξει, να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του, β) η πρώτη εναγόμενη, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, δεν έχει οποιαδήποτε υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος του θανόντος, συγγενούς των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, αφού αυτή, προκειμένου να διενεργήσει αριστερή στροφή, σύννομα εισήλθε στο διάκενο της οδού και κατέλαβε ελάχιστα εκατοστά από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να έχει επαρκή ορατότητα, χωρίς ωστόσο να παρεμποδίζει στο παραμικρό την κίνηση των οχημάτων που κινούνταν σ' αυτό (αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) και περίμενε με ακινητοποιημένο το όχημά της τη διέλευση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οδηγός της οποίας εσφαλμένα υπέβαλε ότι το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο θα συνέχιζε την πορεία του, στρίβοντας αριστερά και δεν θα του παραχωρούσε προτεραιότητα.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της εκ πλαγίου παράβασης των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις, που αφορούν στις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Με τη διάταξη του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996).

Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 31/1997 ΑΠ 71/2019) ή η νομολογία των δικαστηρίων.(ΑΠ 66/2020, ΑΠ 701/2011). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 935/2021, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).Εξάλλου ,κατά τη διάταξη του άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σ' αυτή εξαιρέσεων, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση της προτάσεώς του στο αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Όπως δε συνάγεται από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1277/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 142/2013).

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, όπως υποστηρίζουν, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη:

α) τον ισχυρισμό που προέβαλαν με το ένατο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής τους, όπου ανέφεραν ότι εάν η πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν σταματημένη κατά το χρόνο του ατυχήματος στο διάκενο της διαχωριστικής νησίδας, θα έπρεπε να ειδοποιήσει την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή και να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, πράγμα που δεν έπραξε για το λόγο ότι δεν ήταν σταματημένη, αλλά ενεργούσε ανεξέλεγκτη αριστερή στροφή και εξ αυτού του λόγου απέκλεισε την κανονική πορεία της προερχόμενης από δεξιά της μοτοσυκλέτας του θανόντος, β) τον ισχυρισμό που προέβαλαν με το ενδέκατο σκέλος του πρώτου λόγους της έφεσής τους, όπου ανέφεραν ότι ασκήθηκε σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από αμέλεια και σύμφωνα με το κατηγορητήριο η τελευταία επιχείρησε ανεξέλεγκτη αριστερή στροφή και έτσι προκάλεσε το θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της μοτοσυκλέτας, γ) τον ισχυρισμό που προέβαλαν με την παραγρ.

Ι εδαφ. 3 του δέκατου τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου της έφεσής τους, ότι από την προσαχθείσα εκ μέρους τους φωτογραφία κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διαδικασία, που ανήρτησε την 9-2-2018 ο γιός της πρώτης αναιρεσίβλητης Κ. Ν. στο facebook προκύπτει ότι φωτογραφίζεται μαζί με τον αυτόπτη μάρτυρα Β.

Λ. και τον Α. Π., πράγμα που σημαίνει ότι ο ανωτέρω αυτόπτης μάρτυρας είναι φίλος του γιού της πρώτης αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου έχουν κάθε λόγο να αμφισβητούν την κατάθεσή του και δ) δεν έλαβε το προβληθέντα ισχυρισμό τους ότι με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η πρώτη αναιρεσίβλητη καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για ανθρωποκτονία από αμέλεια.

Ο άνω λόγος αναίρεσης ως προς τα υπό στοιχεία α, β και δ σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσειόντων, αλλά τους απέρριψε, εκ των πραγμάτων, κατ' ουσίαν, δεχόμενο, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, προκειμένου να στρίψει αριστερά ακινητοποίησε το όχημά της στο διάκενο που σχημάτιζε η διαχωριστική νησίδα, καταλαμβάνοντας ελάχιστα εκατοστά από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και στη συνέχεια, προκειμένου να έχει καλύτερη ορατότητα μετακίνησε προς τα εμπρός, όλως ελαφρά, το όχημά της και πάντως όχι περισσότερο από είκοσι (20) εκατοστά, χωρίς να αποκλείει τη διέλευση- πορεία των οχημάτων που κινούνταν στο αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ...

και δη στην αριστερή λωρίδα αυτού, καθώς και ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη καταδικάσθηκε από το ποινικό δικαστήριο με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών με τριετή αναστολή, αλλά ότι η απόφαση αυτή δεν δεσμεύει την απόφαση του αστικού δικαστηρίου, που δικάζει πολιτικές αξιώσεις.

Ως προς το υπό στοιχείο γ σκέλος του, ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, το επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό μέσο (φωτογραφία) και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγησή του από το δικαστήριο, όπως αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Πέραν τούτων, ο εξεταζόμενος λόγος, στο σύνολό του είναι απαράδεκτος, και για το λόγο ότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ως αναιρετική πλημμέλεια ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561 παρ.1, ΑΠ 210/2010, ΑΠ 452/2005) και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται στην εξεταζόμενη περίπτωση ο παρών πρώτος αναιρετικός λόγος.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 9260/1040/23-11-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ