Supreme Court dismisses bank's appeal on union promotion salary increase legality under collective agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court of Thessaloniki's decision upholding a union officer's salary promotion. The court found the promotion was a specific substitute for election-based advancement under the 1982 Collective Agreement, not a simple salary adjustment subject to the 2012 Public Service Law. Consequently, the promotion did not violate provisions regarding tenure or appointment rules, and the appeal was rejected as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2, 4, and 5 paragraph 2 of the 6/28-2-2012 Public Service Law; The salary promotion of union officers under the Collective Agreement constitutes a specific substitute for election-based advancement and does not violate tenure or appointment provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 30 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 30/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη και Στέργιο Σπυρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Ε., κατοίκου ... και των υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβασών συνδικαλιστικών οργανώσεων με την επωνυμία "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς" και "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (Ο.Τ.Ο.Ε.). Ο Γ. Γ. εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καζάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ του αναιρεσιβλήτου: 1)Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης - σωματείου με την επωνυμία "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς" και 2)Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (Ο.Τ.Ο.Ε.)". Η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Φιλιπποπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Αμφότερες κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2762/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1136/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα τράπεζα με την από 4/9/2018 αίτησή της. Οι προσθέτως παρεμβαίνουσες με την από 2/2/2021 (με αριθμό κατάθεσης 3/2021) και από 4/2/2021 (με αριθμό κατάθεσης 4/2021) πρόσθετες παρεμβάσεις τους αντίστοιχα ζητούν όσα αναφέρονται σε αυτές. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 4-9-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 1136/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα έφεσης κατά της 2762/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 επ. ΚΠολΔ), επί της από 12-11-2014 αγωγής, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.
Ειδικότερα στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 1302/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 662 παρ. 2 αρ. 2 ΚΠολΔ (όπως η διάταξη αυτή ισχύει από 1-1-2016, μετά την αντικατάσταση του τέταρτου βιβλίου του ΚΠολΔ - άρθ. 591 έως 681 Δ - με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν.4335/2015 και τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής ενόψει του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης την 5-9-2018), αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση.
Το ίδιο προβλεπόταν και από το πριν το Ν.4335/2015 ισχύσαν δίκαιο και ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 669 αρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμοζόταν και στην αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 675 Α του ίδιου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν.3189/2003. Επομένως, οι προσθέτως παρεμβαίνουσες πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", της οποίας ο ενάγων είναι μέλος, και η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας - ΟΤΟΕ", της οποίας η ως άνω πρωτοβάθμια οργάνωση είναι μέλος, επικαλούμενες ως έννομο συμφέρον την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των μελών τους, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, οποίος βρίσκεται σε συνδικαλιστική άδεια - απόσπαση (δηλαδή απαλλάσσεται από την εργασία του στην Τράπεζα για συνδικαλιστικούς λόγους) και το ζήτημα της μισθολογικής του προώθησης στο βαθμό του διευθυντή, αποτελεί ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας για τα μέλη τους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, παραδεκτώς παρίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου προς υπεράσπιση κατά της ένδικης αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, υπέρ του οποίου παρεμβαίνουν, καταθέτοντας τα από 2-2-2021 και 4-2-2021 αυτοτελή δικόγραφα, τα οποία όμως εκτιμώνται ως δικόγραφα για την ανάπτυξη των ισχυρισμών αυτών προς υπεράσπιση κατά των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφα "πρόσθετης παρέμβασης", όπως επιγράφονται, καθότι αυτή θα ήταν χωρίς αντικείμενο, ενόψει του ότι οι προσθέτως παρεμβαίνουσες ως άνω συνδικαλιστικές οργανώσεις είχαν ήδη παραδεκτώς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τότε ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δίκη και κατά συνέπεια την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος είχαν διατηρήσει στη συνέχεια τόσο κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, όπου επίσης παρέστησαν, όσον και ενώπιον του Αρείου Πάγου (βλ.
ΑΠ 380/2019). Στην από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ, με τίτλο "Συνδικαλιστικές ρυθμίσεις" και με αντικείμενο την επίλυση ζητημάτων βαθμολογικών προαγωγών ή μισθολογικών προωθήσεων Τραπεζοϋπαλλήλων, που εκλέγονται ως μέλη των τραπεζοϋπαλληλικών οργανώσεων, η οποία κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας με αριθμό 96/28-8-1997 και της οποίας οι κανονιστικοί όροι έχουν την άμεση και αναγκαστική ισχύ του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν.1876/1990, ορίζονται τα ακόλουθα: "ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'.
Οι Τραπεζοϋπάλληλοι, οι οποίοι βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια - απόσπαση (δηλαδή απαλλάσσονται από την εργασία τους στην Τράπεζα για συνδικαλιστικούς λόγους), σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ή με τη συγκατάθεση των οικείων Τραπεζών και είναι μέλη σε Διοικητικά Συμβούλια πρωτοβάθμιων, δευτεροβάθμιων ή τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργάνων, διατηρούν κατά τη διάρκεια αυτής ακέραια όλα τα δικαιώματά τους, τα οποία αφορούν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία και εξέλιξη στην Τράπεζα, από την οποία αποσπώνται.
Οι Τραπεζοϋπάλληλοι αυτοί διατηρούν το σύνολο των αποδοχών (βασικός μισθός, επιδόματα, συμβατικές παροχές ή παροχές από πράξεις διοίκησης) που ελάμβαναν πριν από τη συνδικαλιστική απόσπαση. Εξαιρούνται (...). ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'. Οι Τραπεζοϋπάλληλοι, οι οποίοι βρίσκονται σε συνδικαλιστική απόσπαση, εξελίσσονται βαθμολογικά σύμφωνα με τα ακόλουθα:
Β-1) Προαγωγή κατ' αρχαιότητα (...). Β-2 Προαγωγή κατ' εκλογήν: Για τους βαθμούς που προβλέπεται προαγωγή είτε κατ' αρχαιότητα είτε κατ' εκλογήν είτε μόνον κατ' εκλογήν, η κατ' εκλογήν προαγωγή γίνεται (με δεδομένο ότι ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 2 τους ΣΣΕ/82), με τις παρακάτω προϋποθέσεις:
Β-2.α-1) Εκλογή του τραπεζοϋπαλλήλου στη Διοίκηση οποιουδήποτε από τα συνδικαλιστικά όργανα, που αναφέρονται στο παραπάνω κεφάλαιο Α', σε τρεις (3) τουλάχιστον συνεχόμενες ή μη τακτικές αρχαιρεσίες - αναμετρήσεις. Το δικαίωμα του Τραπεζοϋπαλλήλου για κατ' εκλογήν προαγωγή αρχίζει αμέσως μετά από την τρίτη συνδικαλιστική του εκλογή, και Β-2.α-2.
Απόσπαση τουλάχιστον επί εικοσιτέσσερις (24), συνεχόμενους ή μη μήνες του τραπεζοϋπαλλήλου στα παραπάνω όργανα του Κεφαλαίου Α', στο βαθμό που κάθε φορά κρίνεται. Β-2, β) Το δικαίωμα κρίσης για κατ' εκλογήν προαγωγή στον επόμενο βαθμό θεμελιώνεται με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία κτήσης (valeur) του κατεχόμενου εκάστοτε βαθμού (...).
Β-2, γ) Η κατ' εκλογήν προαγωγή επέρχεται μετά την πάροδο τεσσάρων (4) ετών παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό και μετά από τη διαδικασία της παρακάτω παραγράφου Β-2, στ. Β-2, δ) Οι προαγόμενοι τραπεζοϋπάλληλοι συνδικαλιστές καλύπτουν μη οργανικές θέσεις, οι οποίες ιδρύονται με την παρούσα και είναι προσωποπαγείς, μέχρι του βαθμού του Συμπράττοντος Υποδιευθυντού της ΕΤΕ ή του αντίστοιχου βαθμού των οργανισμών ή κανονισμών των λοιπών Τραπεζών.
Για τις προαγωγές στους βαθμούς του Υποδιευθυντού και Διευθυντού οι συνδικαλιστές κρίνονται μαζί με τα λοιπά στελέχη των Τραπεζών, σύμφωνα με τις διατάξεις των Οργανισμών και Κανονισμών κάθε Τράπεζας. Β-2, ε) Σε όσες Τράπεζες δεν υπάρχει βαθμολογική εξέλιξη, που να προβλέπεται (...) Β2-στ) Ο δικαιούχος της παραπάνω βαθμολογικής εξέλιξης (Β-2) μέχρι και του βαθμού του Συμπράττοντος Υποδιευθυντού υποβάλλει αίτηση στην Τράπεζά του, η οποία εντός δύο (2) μηνών και εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις τον εντάσσει στον αντίστοιχο βαθμό με χρόνο προαγωγής (valeur βαθμού) αυτόν που προκύπτει από την εφαρμογή των οριζομένων στην παράγραφο Β2.γ.
Διαφορετικά, εντός της αυτής προθεσμίας απαντά εγγράφως στον ενδιαφερόμενο αιτιολογώντας την αρνητική της θέση. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης ή αν παρέλθει χωρίς απάντηση η πιο πάνω δίμηνη προθεσμία ο ενδιαφερόμενος δικαιούται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών να προσφύγει ενώπιον Τριμελούς Επιτροπής, η οποία ιδρύεται με την παρούσα και απαρτίζεται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ή τον οριζόμενο από αυτόν Υποδιοικητή (ως πρόεδρο), από έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών και από έναν εκπρόσωπο της ΟΤΟΕ.
Η Επιτροπή κρίνει με αιτιολογημένη απόφασή της για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων βαθμολογικής προαγωγής, καθώς επίσης και για το χρονικό σημείο (valeur) από το οποίο επέρχεται η βαθμολογική προαγωγή και η απόφαση της Επιτροπής είναι δεσμευτική και για τα δύο μέρη. Β-2, ζ) Οι τραπεζοϋπάλληλοι, στους οποίους αφορούν οι παρούσες ρυθμίσεις προάγονται βαθμολογικά, κατά τα ανωτέρω, μέχρι του βαθμού του Συμπράττοντος Υποδιευθυντού.
Πέραν του βαθμού αυτού γίνεται με τις παρακάτω προϋποθέσεις μόνον μισθολογική προώθηση αντίστοιχη των βαθμών Υποδιευθυντού και Διευθυντού. Ειδικά για την απονομή των παραπάνω, κατ' εξαίρεση, μισθολογικών προωθήσεων Υποδιευθυντού και Διευθυντού ισχύουν τα εξής: Η μισθολογική προώθηση στους δύο αυτούς βαθμούς γίνεται με την προβλεπόμενη από την παράγραφο (Β-2.
στ) παραπάνω διαδικασία και επέρχεται: α) εφ' όσον ο τραπεζοϋπάλληλος έχει εκλεγεί επί έξι (6) τουλάχιστον συνεχόμενες ή μη φορές στη Διοίκηση των προαναφερθέντων συνδικαλιστικών οργανώσεων του παραπάνω Κεφαλαίου Α, β) έχει παραμείνει αποσπασμένος επί τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) συνεχόμενους ή μη μήνες στο προηγούμενο βαθμό, και γ) έχει τουλάχιστον τρία (3) χρόνια παραμονής στον προηγούμενο βαθμό".
Από τις διατάξεις αυτές και σε αναφορά με το αντικείμενο της αγωγής συνάγεται ότι η μισθολογική προώθηση συνδικαλιστικού στελέχους με αντιστοιχία στο βαθμό του Διευθυντή γίνεται κατόπιν αιτήσεως αυτού, με τη διαδικασία, που καθορίζεται από την παράγραφο Β-2. στ' και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου Β-2.
ζ' της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ. Ως προς τις προϋποθέσεις της βαθμολογικής προώθησης, εκτός από την ύπαρξη ενεργούς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με την οικεία Τράπεζα, απαιτείται προηγούμενη εκλογή του υπαλλήλου επί έξι (6), τουλάχιστον, φορές στη διοίκηση συνδικαλιστικής οργάνωσης του Τραπεζικού χώρου, προηγούμενη απόσπαση υπαλλήλου επί είκοσι τέσσερις (24) μήνες, τουλάχιστον, σε τέτοια οργάνωση και προηγούμενη παραμονή τριών (3) ετών, τουλάχιστον στον κατεχόμενο βαθμό.
Ο χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό προσδιορίζεται ρητώς σε τρία (3) έτη και δεν βρίσκεται σε συσχέτιση με τις παραγράφους Β-2. β και Β-2.γ, που αναφέρονται η πρώτη στη θεμελίωση του δικαιώματος κρίσης για κατ' εκλογή προαγωγή και η δεύτερη στην επέλευση της κατ' εκλογή προαγωγής, καθώς εν προκειμένω δεν πρόκειται για προαγωγή, αλλά για μισθολογική προώθηση (ΑΠ 494/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει". Περαιτέρω από τις διατάξεις της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ, που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, συνάγεται, ότι ως προς τη διαδικασία της μισθολογικής προώθησης των συνδικαλιστικών στελεχών, απαιτείται πάντοτε υποβολή αίτησης του ενδιαφερόμενου προς την εργοδότρια Τράπεζα, από το χρόνο της οποίας, σε περίπτωση ευδοκίμησης αυτής, αρχίζουν τα οικονομικά αποτελέσματα της προώθησης.
Αν η Τράπεζα απορρίψει την αίτηση ή παραλείψει να απαντήσει σ' αυτήν, προβλέπεται δικαίωμα προσφυγής του ενδιαφερόμενου σε ειδική, Τριμελή Επιτροπή, της οποίας η απόφαση είναι δεσμευτική τόσο γι' αυτόν όσο και για τον εργοδότη. Η άσκηση της προσφυγής, όμως, θεσπίζεται ως δικαίωμα του τραπεζοϋπαλλήλου και όχι ως υποχρέωση αυτού.
Κατά συνέπεια, όταν ο ενδιαφερόμενος δεν προσφύγει στην Επιτροπή ή όταν αυτή παραλείψει να αποφανθεί επί της προσφυγής εντός ευλόγου χρόνου, περιστατικό που συνεπάγεται την έλλειψη δεσμευτικής απόφασης επί του ζητήματος που έχει ανακύψει, τότε η απορριπτική απόφαση της Τράπεζας, ή η παράλειψη της απάντησης αυτής επί της αιτήσεως προς μισθολογική προώθηση, ως εκδηλώσεις του διευθυντικού δικαιώματος, μπορούν να προσβληθούν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων προς έλεγχο της ενδεχόμενης άσκησης του δικαιώματος αυτού κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281 (ΑΠ 794/2011).
Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν ερμηνευθεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η από 12-11-2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτός ισχυρίσθηκε ότι πληρούσε όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις για να λάβει την αιτούμενη μισθολογική προώθηση στο βαθμό του διευθυντή και ζήτησε τις συναφείς προς αυτήν πρόσθετες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2014, είχε ασκηθεί παραδεκτά, παρότι αυτός δεν προσέφυγε στην ως άνω προβλεπόμενη από την παράγραφο Β-2, στ' της από 30-7-1997 ΣΣΕ Τριμελή Επιτροπή, διότι η διαδικασία αυτή δεν είναι υποχρεωτική και δεν στερεί τον υπάλληλο από το συνταγματικό δικαίωμα να ζητήσει δικαστική προστασία προς ικανοποίηση του δικαιώματός του.
Κρίνοντας έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων Β-2, στ' και Β-2, ζ' της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Στο άρθρο 4 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ, η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των σχεδίων διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της Εθνικής Οικονομίας", ορίζονται τα εξής: "Από 14-2-2012 και μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, Συλλογικών Συμβάσεων, ή Διαιτητικών Αποφάσεων, οι οποίες προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, περιλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως ενδεικτικά το επίδομα πολυετίας, το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας.
Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του εθνικού ποσοστού ανεργίας των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων, όπως αυτός αποτυπώνεται στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι από 14-2-2012 και μέχρι η ανεργία να διαμορφωθεί κάτω του 10%: α) "Παγώνει" οποιαδήποτε μισθολογική αύξηση προβλέπεται από διατάξεις νόμων, κανονιστικών πράξεων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, β) το "πάγωμα" αυτό αφορά και τις αυξήσεις που προέρχονται από υπηρεσιακές ωριμάνσεις που έχουν ως μόνη προϋπόθεση την πάροδο ορισμένου χρόνου εργασίας.
Αντίθετα, το "πάγωμα" δεν καταλαμβάνει αυξήσεις που ως λόγο χορήγησής τους δεν έχουν την πάροδο ορισμένου χρόνου εργασίας, όπως είναι τα επιδόματα που συνδέονται με μεταβολές της προσωπικής κατάστασης του εργαζόμενου (γάμος, απόκτηση τέκνου, απόκτηση νεότερου τίτλου σπουδών). Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ.1 και 2 της ως άνω 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου ορίσθηκε ότι: "1.
Από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν.1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν.1892/1990 (Α' 101). 2 Από την 14-2-2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρίπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας, παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή / και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται.
Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν.1256/1982 (Α'65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α'101).
Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω ΠΥΣ, καταργήθηκαν από τις 14-2-2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή οι κανονιστικοί εκείνοι όροι, με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία.
Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Η μονιμότητα, δηλαδή, αποτελεί είδος περιορισμού του δικαιώματος του εργοδότη να προβεί στην ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων από αυτόν μισθωτών. Ειδικότερα, η έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 5 της ως άνω ΠΥΣ είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ. 1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και οτιδήποτε παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου.
Καταργούνται, δηλαδή, οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη (ΑΠ 140/2020, ΑΠ 1364/2018). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12-11-2014 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε, ότι την 5-8-1981 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως τραπεζοϋπάλληλος, από την Τράπεζα ...
και ότι την 16-6-2000 η Τράπεζα αυτή συγχωνεύθηκε, με απορρόφηση, από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα, η οποία έκτοτε υπεισήλθε, ως εργοδότης, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης, και ότι αυτός (ενάγων) εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, έχοντας εξελιχθεί βαθμολογικά από την 1-1-2006 στο βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή.
Ότι από πολλών ετών, αυτός έχει αναπτύξει ενεργή συνδικαλιστική δράση, έχοντας εκλεγεί δώδεκα (12) φορές ως μέλος της διοίκησης του πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου αρχικά των εργαζομένων της Τράπεζας ... και ήδη της εναγομένης Τράπεζας, θέση την οποία εξακολουθεί να κατέχει. Ότι λόγω της ως άνω συνδικαλιστικής του δράσης, από το έτος 1996 και μετέπειτα είναι αποσπασμένος στο ως άνω συνδικαλιστικό σωματείο, κατέχοντας κατά το χρόνο της απόσπασής του τη θέση του προϊσταμένου του τομέα προσωπικού και εργασιακών σχέσεων της Διεύθυνσης Προσωπικού στο Κατάστημα της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη και ότι από την 1-1-2009 λαμβάνει τη μισθολογική προώθηση που αντιστοιχεί στο βαθμό του υποδιευθυντή.
Ότι την 30-1-2012 αιτήθηκε από την εναγομένη τη μισθολογική προώθηση στο βαθμό του διευθυντή, καθόσον από 1-1-2012 συγκέντρωνε στο πρόσωπό του τις απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις και ότι η εναγομένη αρνείται να ικανοποιήσει το παραπάνω αίτημά του, προσβάλλοντας παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του.
Και ότι, επικουρικά, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι η εναγομένη είχε δικαίωμα να αρνηθεί την ως άνω μισθολογική του προώθηση, το δικαίωμά της αυτό συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, καθόσον όλα τα χρόνια της σταδιοδρομίας του σ' αυτήν, η μέχρι τώρα συμπεριφορά της προς τον ίδιο και προς όλα γενικά τα συνδικαλιστικά της στελέχη, του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι η μισθολογική του προώθηση ήταν απολύτως διασφαλισμένη.
Ζήτησε δε α) να αναγνωρισθεί ότι η παράλειψη της μισθολογικής του προώθησης από την εναγομένη είναι παράνομη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις της από 30-7-1997 ΣΣΕ μεταξύ Τραπεζών και ΟΤΟΕ, άλλως ως καταχρηστική, και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει: 1) το ποσό των 33.632,66 ΕΥΡΩ, ως διαφορές αποδοχών μεταξύ των βαθμών υποδιευθυντή και διευθυντή, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2014, νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, και 2) το ποσό των 5.000 ΕΥΡΩ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από 11-2-2013 άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2762/2016 οριστική απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμα τα υπό στοιχεία α' και β-2 αιτήματα της αγωγής και κατά τα λοιπά έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά τις δύο βάσεις της (κύρια και επικουρική) και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της.
Κατά της παραπάνω αποφάσεως η εναγομένη άσκησε την από 12-1-2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσελήφθη την 5-8-1931 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την "Τράπεζα …" και από τότε παρείχε τις υπηρεσίες του σε αυτήν ως τραπεζοϋπάλληλος. Με την υπ' αριθμ. Κ2-16/6/2000 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 5009/26-5-2000 - τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) εγκρίθηκε η συγχώνευση με απορρόφηση της ανωτέρω τράπεζας από την εναγομένη, η οποία υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας τράπεζας, την οποία διαδέχθηκε ως εργοδότρια και στις υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της.
Ο ενάγων εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να απασχολείται από την εναγομένη, έχοντας εξελιχθεί βαθμολογικά, από την 1-1-2006 στο βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή. Κατά το διάστημα της εργασίας του ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση, έχοντας εκλεγεί 12 φορές (στις αρχαιρεσίες των ετών 1987, 1989, 1995, 1996, 1998, 2000, 2004, 2006, 2008, 2011 και 2014), ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας ...", που μετά την ανωτέρω συγχώνευση μετονομάσθηκε σε "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς", θέση που κατέχει μέχρι και σήμερα.
Εξάλλου, από το 1996 παραμένει αποσπασμένος, χωρίς διακοπή, στο ως άνω συνδικαλιστικό σωματείο, έχοντας απαλλαγεί από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Κατά δε το χρόνο της απόσπασης του κατείχε τη θέση του προϊσταμένου του τομέα Προσωπικού και Εργασιακών Σχέσεων της Διεύθυνσης Προσωπικού της εναγομένης και ήταν τοποθετημένος στη …..
Στα πλαίσια της ιδιότητάς του ως συνδικαλιστής και κατ' εφαρμογή της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, από 30/07/1997, συλλογικής σύμβασης εργασίας που συνήφθη μεταξύ των τραπεζών και της ΟΤΟΕ, ο ενάγων προωθήθηκε μισθολογικά από την 1-1-2009 σε υποδιευθυντή και έκτοτε λαμβάνει τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο βαθμό αυτόν.
Όλα τα παραπάνω περιστατικά αναφορικά με τη συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος ρητά συνομολογήθηκαν από την εναγομένη με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Με την από 30/1/2012 αίτησή του προς τη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγομένης, που υπεβλήθη στην τελευταία την 1/2/2012, ο ενάγων ζήτησε την χορήγηση σε αυτόν της μισθολογικής προώθησης που αντιστοιχεί στον βαθμό του διευθυντή, πλην όμως η εναγομένη ουδέποτε απάντησε στην αίτησή του, γεγονός που συνεπάγεται τη σιωπηρή της απόρριψη.
Κατόπιν της εξέλιξης αυτής, ο ενάγων άσκησε αρχικά, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τη με αριθμό κατάθεσης 3224/2013 αγωγή, αιτούμενος την καταβολή διαφόρων αποδοχών μεταξύ διευθυντή και υποδιευθυντή και ακολούθως την κρινόμενη αγωγή, παραιτούμενος παράλληλα, όπως ήδη αναφέρθηκε, από το δικόγραφο της πρώτης του αγωγής.
Από τα πιο πάνω εκτιθέμενα περιστατικά αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του ο ενάγων πληρούσε όλες τις τυπικές προϋποθέσεις, που προβλέπονται από την εν λόγω ΣΣΕ, για την περαιτέρω μισθολογική του προώθηση στον βαθμό του διευθυντή, δεδομένου ότι: α) είχε εκλεγεί σε περισσότερες από 6 αρχαιρεσίες πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού της εναγομένης, β) είχε διανύσει τον κατεχόμενο μισθολογικό βαθμό του υποδιευθυντή διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών και γ) είχε παραμείνει αποσπασμένος στα γραφεία της ανωτέρω συνδικαλιστικής οργάνωσης για διάστημα περισσότερο από 24 συνεχόμενους μήνες μετά τη μισθολογική του προώθηση στον βαθμό του υποδιευθυντή.
Συνεπώς, ο ενάγων έπρεπε να προωθηθεί περαιτέρω μισθολογικά από την 1/2/2012, ήτοι από την υποβολή της αίτησής του, ενήργησε κατά παράβαση των κανονιστικών διατάξεων της επίμαχης ΣΣΕ. Η εν λόγω μισθολογική προώθηση δεν έρχεται σε αντίθεση με την υπ' αριθμ. 6/2012 Π.Υ.Σ., που προβλέπει στο άρθρο 2 αυτής ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας οποιουδήποτε είδους, που ήταν σε ισχύ την 14-2-2012, λήγουν υποχρεωτικά ένα έτος μετά και στο άρθρο 4 αυτής ότι από την 14-2-2012 και μέχρι το ποσοστό ανεργίας στη χώρα διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων που προβλέπουν αυξήσεις μισθών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διατάξεις που προβλέπουν υπηρεσιακές ωριμάνσεις, δηλαδή αυξήσεις επί του βασικού μισθού με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος παροχής εργασίας και στο άρθρο 5 παρ. 2 αυτής ότι από την 14-2-2012 καταργούνται διατάξεις νόμων και συλλογικών συμβάσεων που υποκρύπτουν νομιμότητα, παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας.
Τούτο διότι όταν ο ενάγων αιτήθηκε τη λήψη της ως άνω μισθολογικής προώθησης την 1-1-2012, σε χρόνο που το μισθολογικό δικαίωμα είχε ήδη γεννηθεί, η ως άνω Π.Υ.Σ. δεν είχε τεθεί σε ισχύ, καθόσον το άρθρο 2 αυτής προέβλεπε την κατάργηση του αορίστου χρόνου συλλογικών συμβάσεων από την 14-5-2013, συμπεριλαμβανομένης της τρίμηνης μετενέργειας, τα δε άρθρα 4 και 5 αυτής αφορούν τις εργασιακές αξιώσεις που θα γεννηθούν από την 14-2-2012 και μετά.
Πέραν τούτου, η από 30-7-1997 ΣΣΕ, με την από 14-5-2013 ΣΣΕ μεταξύ της ΟΤΟΕ και των τραπεζών για τα έτη 2013-2015, διατηρήθηκε σε ισχύ, αφού ρητά προβλέφθηκε στο άρθρο 8 αυτής ότι: "Όλες οι προηγούμενες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, με οποιονδήποτε τρόπο και αν θεσπίστηκαν και τέθηκαν σε ισχύ, ακόμη και αν τυχόν έληξαν, επαναφέρονται σε ισχύ και εφόσον δεν τροποποιούνται ρητά με τις διατάξεις της παρούσας αποτελούν αδιάσπαστο σύνολο και εξακολουθούν να ισχύουν παράλληλα με αυτές.
Ευνοϊκότεροι όροι και συνθήκες εργασίας, ρυθμίσεις μισθολογικές και πάσης φύσεως θεσμικές ή λοιπές παροχές που έχουν θεσπιστεί με διατάξεις νόμων, ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τους τραπεζοϋπαλλήλους με διατάξεις ΣΣΕ, Δ.Α, Κανονισμών, Οργανισμό Προσωπικού Τραπεζών, Πρακτικών Συμφωνίας, Αποφάσεων Διοικητικών Συμβουλίων και Πράξεων Διοικήσεών τους ή με έθιμο ή με υπηρεσιακή συνήθεια, δεν θίγονται με την παρούσα, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στο προσωπικό των τραπεζών".
Συνεπώς, με την ως άνω ΣΣΕ, που τέθηκε σε ισχύ την 14-5-2013 και δεν περιέχει ρυθμίσεις για συνδικαλιστικά ζητήματα, ρητά προβλέφθηκε η εξακολούθηση της ισχύος των διατάξεων της από 30-7-1997 ΣΣΕ. Επομένως, τα συμβαλλόμενα μέρη στην από 14-5-2013 ΣΣΕ ρητά εξέφρασαν την πρόθεσή τους για διατήρηση των προαναφερόμενων ρυθμίσεων για τους συνδικαλιστές τραπεζοϋπαλλήλους, ανεξάρτητα από τις τυχόν αντίθετες ρυθμίσεις της ως άνω ΠΥΣ.
Εξάλλου, η ως άνω μισθολογική προώθηση του ενάγοντος στο βαθμό του διευθυντή δεν συνιστά απλή μισθολογική ωρίμανση, ώστε να τίθεται ζήτημα αναστολής της ισχύος της κατά το άρθρο 4 της ως άνω Π.Υ.Σ, αλλά ρυθμίζεται ειδικά και αποτελεί υποκατάστατο της προαγωγής των συνδικαλιστικών στελεχών στους συγκεκριμένους αυτούς βαθμούς, η οποία κανονικά γίνεται κατ' εκλογή, δηλαδή κατόπιν ουσιαστικής κρίσης των προσόντων του κάθε υποψηφίου.
Τούτο διότι στο άρθρο 20 της ΣΣΕ 1982 μεταξύ τραπεζών και ΟΤΟΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν.1346/1983 και της οποίας η ισχύς επεκτάθηκε στο προσωπικό όλων των τραπεζών που λειτουργούν στην Ελλάδα με το άρθρο 25 παρ. 3 του Ν. 1483/1984, ρητά ορίζεται ότι ο χρόνος της απόσπασης συνδικαλιστικών στελεχών λογίζεται ως χρόνος ευδόκιμης υπηρεσίας.
Επιπλέον, η ως άνω μισθολογική προώθηση δεν έχει καμμία σχέση με θέματα μονιμότητας συνδικαλιστικών στελεχών, ώστε να επηρεάζεται από την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας του άρθρου 5 παρ. 2 της άνω Π.Υ.Σ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η αιτούμενη μισθολογική προώθηση δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 2, 4 και 5 παρ. 2 της ως άνω ΠΥΣ, για το λόγο ότι ο ενάγων αιτήθηκε τη λήψη αυτής την 1-2-2012, σε χρόνο, δηλαδή, που η σχετική αξίωσή του είχε γεννηθεί πριν την ισχύ της ως άνω ΠΥΣ, οι δε ρυθμίσεις των άρθρων 4 και 5 αυτής αφορούν σε εργασιακές αξιώσεις (επομένως και σε αξιώσεις για μισθολογική προώθηση, στους βαθμούς του υποδιευθυντή και του διευθυντή, τραπεζοϋπαλλήλων που βρίσκονται σε συνδικαλιστική απόσπαση) που θα γεννηθούν από την 14-2-2012 και μετέπειτα, και ότι επιπλέον η ρύθμιση του άρθρου Β-2ζ της από 30-7-1997 ΣΣΕ που προβλέπει τη μισθολογική προώθηση των τραπεζοϋπαλλήλων που βρίσκονται σε συνδικαλιστική απόσπαση, δεν θεσπίζει ρήτρα μονιμότητας ή δεσμευτικό όρο που υποκρύπτει νομιμότητα, ώστε να επηρεάζεται από την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας του άρθρου 5 παρ. 2 της ως άνω ΠΥΣ.
Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε, την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο και σε συμφωνία με τις νομικές σκέψεις, που αναφέρονται παραπάνω, δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 2, 4 και 5 παρ. 2 της 6/28-2-2012 ΠΥΣ και, επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 α' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, (άρθ. 176, 182 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-9-2018 αίτηση για αναίρεση της 1136/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ΕΥΡΩ για καθέναν από αυτούς. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ