Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the lower court correctly rejected the wrong procedural remedy.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court erred by rejecting a 'provisional measure' as a 'provisional measure' instead of an 'appeal,' and failed to examine foreign court decisions regarding property rights. The court held that since the lower court properly rejected the document as an inadmissible provisional measure rather than an appeal, no substantive review was required, rendering the appeal's grounds invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14), 559(5), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the lower court correctly rejects a provisional measure as such, as no substantive review of the merits is required in such procedural errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 30 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 30/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Γ. του Α., κατοίκου … Ολλανδίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γιαννόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Π., κατοίκου ... Oλλανδίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Αρμάο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-02-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1907/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 734/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[A] Η κρινόμενη από 05-09-2018 (αρ. κατ.7762/659/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 734/2018 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. α’ και β’ του κανονισμού (Ε.Κ.) αρ. 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου για την διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του αρθρ.61 της Συνθ.ΕΚ στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πεδίο του οικογενειακού δικαίου με στόχο την απλούστευση των απαραιτήτων διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, που εκδίδονται σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας που άρχισε να ισχύει από 01-08-2004 και μετά την κατάργηση του προηγούμενου κανονισμού 1347/2000, άρχισε να εφαρμόζεται από 01-03-2005 (εκτός από τα άρθρα 67, 68, 69 και 70 που εφαρμόζονται κατ' αρθρ. 72 από 01-08-2004) στις έννομες τάξεις των Κρατών - Μελών χωρίς ανάγκη προηγούμενης κύρωσης του από τα νομοθετικά σώματα αυτών και υπερισχύει κάθε διάταξης εσωτερικού δικαίου, που περιέχει ρυθμίσεις της ίδιας ύλης όχι μόνο αντίθετες αλλά και σύμφωνες με το περιεχόμενο του ορίζεται, ότι ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου σε αστικές υποθέσεις που αφορούν:
α) το διαζύγιο, το δικαστικό χωρισμό ή την ακύρωση γάμου των συζύγων και β) τη ανάθεση, την άσκηση, την ανάθεση σε τρίτο, την ολική ή μερική αφαίρεση της γονικής μέριμνας, καθώς επίσης και σε υποθέσεις που αφορούν ιδίως το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας. Κατά τα αρθρ. 28 παρ1 και 29 παρ. 1 αποφάσεις που εκδόθηκαν σε κράτος μέλος για την άσκηση της γονικής μέριμνας παιδιού οι οποίες είναι εκτελεστές σε αυτό το κράτος μέλος και έχουν επιδοθεί μπορούν να εκτελεστούν σε άλλο κράτος αφού κηρυχτούν εκτελεστές με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου.
Η αίτηση για την κήρυξη εκτελεστότητας υποβάλλεται στο δικαστήριο που προβλέπεται στον κατάλογο που κοινοποιεί κάθε μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το αρθρ. 68. Κατά τα αρθρ. 31 παρ.1 και 32 το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση αποφασίζει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ούτε το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ούτε το παιδί έχουν στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων.
Η απόφαση επί της αίτησης γνωστοποιείται αμελλητί στον αιτούντα επιμελεία του γραμματέα του δικαστηρίου όπως προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους της εκτέλεσης. Τέλος κατά τα αρθ. 33 παρ 1, 3, 4 και 5 και 34 ίδιου κανονισμού κατά της απόφασης που εκδίδεται σχετικά με την αίτηση για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή και από τους δύο διαδίκους.
Η προσφυγή εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την διαδικασία της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας Εάν η προσφυγή ασκείται από τον αιτούντα την κήρυξη της εκτελεστότητας ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου της προσφυγής. Η προσφυγή κατά της απόφασης η οποία κηρύσσει την εκτελεστότητα ασκείται εντός μηνός από την επίδοση της.
Εάν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει την σύνηθη διαμονή του σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κηρύχτηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής είναι δύο μήνες από την ημέρα επίδοσης της απόφασης προσωπικά στον ίδιο ή την κατοικία του.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει μεταξύ άλλων ότι το ένδικο βοήθημα της προσφυγής δεν αποτελεί έφεση με την τεχνική του όρου έννοια αφού η μεν απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ακολουθεί τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας,η δε το πρώτον εισαγόμενη στο Εφετείο προσφυγή ως γνήσια ιδιωτική διαφορά ακολουθεί τους κανόνες της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας. Το Εφετείο δικάζοντας την προσφυγή ενεργεί όχι ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφού δεν εκδικάζει έφεση αλλά ως πρωτοβάθμιο κατ’ εξαίρεση του αρθ. 12 παρ 2 ΚΠολΔ. Έτσι η προσφυγή ασκείται με κατάθεση του δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με εμπρόθεσμη επίδοση στον καθ’ ου (ΑΠ 1024/2001 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω κατά το αρθ. 905 ΚΠολΔ:
«1. Με επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις και κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να γίνει στην Ελλάδα αναγκαστική εκτέλεση βασισμένη σε αλλοδαπό τίτλο από τότε που θα τον κηρύξει εκτελεστό απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία και, αν δεν έχει κατοικία, η διαμονή του οφειλέτη και, αν δεν έχει ούτε διαμονή, του μονομελούς πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του Κράτους. Το μονομελές πρωτοδικείο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 740 έως 781.
2. Το μονομελές πρωτοδικείο κηρύσσει εκτελεστό τον αλλοδαπό τίτλο, εφόσον είναι εκτελεστός κατά το δίκαιο του τόπου όπου εκδόθηκε και δεν είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη.
3. Αν ο αλλοδαπός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, για να κηρυχθεί εκτελεστός πρέπει να συντρέχουν και οι όροι του άρθρου 323 αριθ. 2 έως 5.παρ 4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 3 εφαρμόζονται και για την αναγνώριση δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά την προσωπική κατάσταση».
Από τη διάταξη του άρθρου 761 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται, ότι κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί των υπαγομένων στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 έως 781 ΚΠολΔ) υποθέσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κήρυξη εκτελεστής στην Ελλάδα αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως (άρθρο 905 παρ. 1 ΚΠολΔ), δικαιούνται να ασκήσουν έφεση και αν νίκησαν ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η αίτηση, εκείνοι που άσκησαν κυρία και πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι τους, καθώς ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών.
Αν κάποιος που έχει έννομο συμφέρον δεν μετάσχει, ούτε κλήθηκε να μετάσχει στην δίκη κατά το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ,δεν δικαιούται να ασκήσει έφεση κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε, αλλά έχει δικαίωμα να ασκήσει τριτανακοπή κατ' αυτής (ΑΠ 233/75). Η έφεση που ασκείται από πρόσωπο που δεν νομιμοποιείται σε άσκησή της είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 741 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781 ΚΠολΔ εφόσον προσαρμόζεται στην διαδικασία αυτή και δεν αντίκειται σε ειδικές διατάξεις.
Ακόμη η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, είτε εγείρεται μετά τη λύση του γάμου είτε κατά την διάρκεια της διάστασης των συζύγων έχει αμιγώς περιουσιακό χαρακτήρα, δεν συνιστά γαμική διαφορά κατά την έννοια του άρθρου 592 ΚΠολΔ και δεν καλύπτεται από τις διατάξεις του παραπάνω κανονισμού.
Συνεπώς κατά την κήρυξη εκτελεστής αλλοδαπής απόφασης που αφορά αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα τηρείται η διαδικασία αρθ. 905 ΚΠολΔ. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης ως και του ενδίκου βοηθήματος της τριτανακοπής με τις παραπάνω αναφερθείσες διακρίσεις.
[Β] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης πρέπει να σημειωθούν τα εξής:
Με την με αρ.1907/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε μετά από αίτηση του αιτούντος Α. Μ. κατοίκου ... Ολλανδίας, η οποία κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των αρθ. 21επ. και 28επ. του Κανονισμού 2201/2003 και στις διατάξεις αρθ. 905 και 323 ΚΠολΔ αναγνωρίστηκε ότι παράγεται δεδικασμένο στην Ελλάδα από την αναφερομένη σε αυτή με αριθμούς υπόθεσης/αριθμούς αίτησης 399937/F1 RK 12-1360 και 408691/F1 RK12-3151 από 02-07-2014 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρότερνταμ και κηρύχτηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, δυνάμει δε αυτής (α) ορίστηκε η κατοικία και ρυθμίστηκε η επικοινωνία του ανηλίκου τέκνου του αιτούντος που είχε αποκτήσει από την έγγαμη σχέση του με την ήδη αναιρεσείουσα πρώην σύζυγο του και (β) διατάχτηκε η διανομή της κοινής περιουσίας των συζύγων, υποχρεώθηκε δε η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 412.505,59 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα, κατά της οποίας δεν είχε στραφεί η αίτηση και η οποία δεν άσκησε παρέμβαση, δεν μετείχε στην δίκη και δεν κλήθηκε σε αυτή, κατέθεσε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την από 05-05-2017 προσφυγή αρθ. 33 κανονισμού 2201/2003, όπως τιτλοφορείται το δικόγραφο, με την οποία προσέβαλε την παραπάνω απόφαση μόνο κατά το σκέλος της με το οποίο διατάχτηκε η διανομή της κοινής περιουσίας των διαδίκων και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στον ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 412.505,59 ευρώ.
Επί της παραπάνω προσφυγής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η προσφυγή απορρίφτηκε ως απαράδεκτη, διότι κρίθηκε ότι εφόσον αφορά το σκέλος κατά το οποίο διατάχτηκε η διανομή της κοινής περιουσίας των διαδίκων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 2201/2003, ώστε να υφίσταται δικαίωμα άσκησης της προβλεπομένης από τον κανονισμό αυτό προσφυγής και ότι το προσήκον ένδικο μέσο ήταν αυτό της έφεσης, [έστω και εσφαλμένα, αφού η αίτηση δεν είχε στραφεί κατά της αναιρεσείουσας και αυτή (αναιρεσείουσα) δεν άσκησε παρέμβαση, δεν μετείχε στην δίκη και δεν κλήθηκε σε αυτή], το δικόγραφο της οποίας έπρεπε να κατατεθεί στην γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να κατατεθεί παράβολο ποσού 100 ευρώ προϋποθέσεις που δεν τηρήθηκαν.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/09) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/08, ΑΠ 558/08). Μέσω του παραπάνω, από το αρθ.559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγου ελέγχονται πλην άλλων το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/08) των προσθέτων λόγων έφεσης (ΟλΑΠ - καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (αρθ. 583 επ, αρθ. 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτών.(ΑΠ 370/2014).
Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, και τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 και ειδικότερα με τον πρώτο λόγο, κατά το παραπάνω πρώτο σκέλος του, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτη την από την ίδια ασκηθείσα προσφυγή κατά της 734/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού αυτό μη δεσμευόμενο από τον νομικό χαρακτηρισμό που προσδίδετο στο ένδικο βοήθημα, το οποίο τιτλοφορείτο προσφυγή αρθ.33 Καν.2201/2003, όφειλε να προσδώσει αυτεπαγγέλτως στο δικόγραφο τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό εκτιμώντας αυτό ως τριτανακοπή άρθρου 773 ΚΠολΔ.
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται ότι εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι έπρεπε να ασκηθεί κατά της πρωτόδικης απόφασης το ένδικο μέσο της έφεσης, όφειλε το δικαστήριο να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει κατ ουσία ανεξαρτήτως αν είχε καταβληθεί παράβολο και όχι να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω μη καταβολής παραβόλου.
Με τον πρώτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αρθ.559 αρ.5 διότι κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας όφειλε τα δικαστήριο αφού χαρακτηρίσει το δικόγραφο ως τριτανακοπή να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο και να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο δηλαδή το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Μη πράττοντας έτσι παρέβη το αρθ.46 ΚΠολΔ και υπέπεσε στην πλημμέλεια αρθ 559 αρ.5 .
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 734/2018 απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση δέχτηκε τα ακόλουθα:
«Στην προκειμένη υπόθεση, με την 1907/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του αιτούντος, A. M. (Α. Μ.), κατοίκου ... Ολλανδίας, αναγνωρίστηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την αναφερόμενη σε αυτή απόφαση με αριθμό 399937/ F1 RK 12-360 και 408691/F1 RK12-3151 από 2 Ιουλίου 2014 του Πρωτοδικείου Ρότερνταμ και κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, δυνάμει της οποίας ρυθμίστηκε η κατοικία και η επικοινωνία του ανηλίκου τέκνου του αιτούντος, που έχει αποκτήσει από την έγγαμη σχέση του με την πρώην σύζυγό του Ε. Γ., καθώς επίσης διατάχθηκε η διανομή της κοινής περιουσίας αυτού και της πρώην συζύγου του και υποχρεώθηκε η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 412.505,59 €. Κατά της παραπάνω απόφασης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η Ε. Γ. κατέθεσε στις 09-05-2017 στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την ένδικη από 05-05-2017 προσφυγή της, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Καν. 2201/2003, με την οποία ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το σκέλος μόνο, με το οποίο διατάχθηκε η διανομή της κοινής περιουσίας των διαδίκων και υποχρεώθηκε η ίδια να καταβάλει στον αντίδικό της - πρώην σύζυγό της το ποσό των 412.505,59 €.
Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν προαναφερθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η κρινόμενη προσφυγή, αφού στρέφεται κατά το σκέλος, κατά το οποίο διατάχθηκε η διανομή της κοινής περιουσίας των διαδίκων και υποχρεώθηκε η προσφεύγουσα να καταβάλει στον πρώην σύζυγό της το ποσό των 412.505,59 €, είναι απαράδεκτη, καθόσον εκφεύγει από το πεδίο εφαρμογής του Καν. 2201/2003, δοθέντος ότι δεν αφορά το σκέλος με το οποίο ρυθμίστηκε η κατοικία και η επικοινωνία του ανηλίκου τέκνου του αιτούντος, που έχει αποκτήσει από την έγγαμη σχέση του με την πρώην σύζυγό του Ε. Γ., η οποία υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Κανονισμού (2201/2003), ως διαφορά που άπτεται του δικαιώματος επιμέλειας και προσωπικής επικοινωνίας (άρθρο 1 παρ. 2 εδ. α του Καν. 2201/2003) και επομένως ως προς αυτό παραδεκτά είχε το δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον παρόντος Δικαστηρίου με την προσφυγή του άρθρου 33 του Κανονισμού.
Αντίθετα, εφόσον με το εν λόγω ένδικο μέσο προσβάλλεται το σκέλος της απόφασης που αφορά τη διανομή της κοινής περιουσίας των διαδίκων, η εν λόγω αξίωση που έχει αμιγώς περιουσιακό περιεχόμενο προσβάλλεται μόνο με τα ένδικα μέσα, που προβλέπονται από το άρθρο 495 ΚΠολΔ κι επομένως εν προκειμένω το προσήκον ένδικο μέσο ήταν αυτό της έφεσης και όχι της προσφυγής του άρθρου 33 του Καν. 2201/2003, η οποία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, έπρεπε να κατατεθεί στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια εκείνη κατά της οποίας στρεφόταν η αίτηση (ήδη η εκκαλούσα) φέρνοντας αντίγραφο του ένδικου μέσου και της απόφασης που προσβάλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο το ένδικο μέσο απευθύνεται (στο Εφετείο), να ζητήσει να προσδιοριστεί δικάσιμος και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση, κάτω από το αντίγραφο του δικαστηρίου που έχει κατατεθεί ή και αυτοτελώς, η οποία και στη συνέχεια έπρεπε να επιδοθεί στον αντίδικο.
Πέραν τούτου, η προσφεύγουσα ασκώντας το ένδικο μέσο της έφεσης έπρεπε να καταθέσει και να επισυνάψει στην έκθεση που έχει συντάξει ο γραμματέας κατά την άσκησή της και παράβολο ποσού 100 € υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, εφόσον το εν λόγω ένδικο μέσο (προσφυγή) ασκήθηκε χωρίς την κατάθεση του σχετικού παραβόλου και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο».
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα:
(α) όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του ορθά απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή, αφού το ένδικο βοήθημα της προσφυγής του αρθ. 33 του κανονισμού 2201/2003 δεν προβλέπεται στην κρινόμενη περίπτωση που αφορά περιουσιακή διαφορά, σύμφωνα και με τα στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα. Άλλωστε από την εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της προσφυγής, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι με αυτό πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι εσφαλμένα κατά τις αιτιάσεις της προσφυγής κήρυξε εκτελεστή στην Ελλάδα την σε αυτή αναφερόμενη απόφαση του Ολλανδικού Δικαστηρίου και δεν περιέχει τα στοιχεία τριτανακοπής των άρθρων 583, 586,773 ΚΠολΔ (τα οποία κατά περιεχόμενο και αίτημα διαφέρουν από αυτό της προσφυγής) ώστε να υφίστατο δυνατότης να εκτιμηθεί ως τέτοια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Όσον αφορά τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η παραπομπή της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω καθ' υλην αναρμοδιότητας του Εφετείου προϋποθέτει προηγούμενη χαρακτηρισμό του κρινόμενου δικογράφου ως τριτανακοπής, που δεν συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση.
β) Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ομοίως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι το δικαστήριο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έστω και εσφαλμένα σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι εν προκειμένω το προσήκον ένδικο μέσο ήταν αυτό της έφεσης και όχι της προσφυγής, η οποία έπρεπε να κατατεθεί στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πέραν τούτου έπρεπε να καταθέσει και να επισυνάψει στην έκθεση που έχει συντάξει ο γραμματέας κατά την άσκησή της και παράβολο ποσού 100 ευρώ. Δικάζοντας δε την προσφυγή όπως προκύπτει από το σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, απέρριψε αυτήν (προσφυγή) ως απαράδεκτη και όχι την έφεση. Επομένως με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 και 5 και πρέπει ο πρώτος και τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης να απορριφθούν.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη.
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι στο σκεπτικό της αντιφατικά έκρινε, το μεν ότι το απορριφθέν δικόγραφο επείχε θέση έφεσης, το δε το χαρακτήρισε ως προσφυγή με αποτέλεσμα αυτό να απορριφθεί αφενός ως προσφυγή, αφετέρου ως έφεση. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και με την επίκληση του ίδιου άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν περιέχει αιτιολογία διότι αν και δέχτηκε ότι απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα κατά το άρθρο 323 ΚΠολΔ εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται σε αυτό ,εν τούτοις δεν ερεύνησε αν στην κρινόμενη περίπτωση συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις Ομοίως αν και δέχτηκε ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα έχει αμιγώς περιουσιακό χαρακτήρα δεν ερεύνησε αν η κήρυξη εκτελεστής της συγκεκριμένης απόφασης Ολλανδικού Δικαστηρίου αντίκειται στην δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη εν όψει του ότι το ελληνικό δίκαιο υιοθετεί διαφορετικούς κανόνες ως προς το ζήτημα αυτό.
Οι αμέσως παραπάνω (δεύτερος και τρίτος) λόγοι του αναιρετηρίου, είναι απαράδεκτοι, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υποθέσεως, αλλά απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή και επομένως πρέπει να απορριφθούν. Μετά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 734/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ