Legislator Case Law & Legislation
30/2012 AI generated

30/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 30/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 30 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 30/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χρι...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 30 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 30/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παρασταάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μορφόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία " ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ. Πολ.Δ. της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ευλογέτας Τσιτσιπή - Μισαηλίδη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5329/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-6-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 4-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου, πριν προχωρήσει στην προφορική συζήτηση αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Σ. Σ. παριστάμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μορφόπουλο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δημόσια συνεδρίαση του και κατά τη συζήτηση της από 17-6-2010 αιτήσεως του για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεώς του ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ι. Π., η δήλωσή του δε αυτή καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου. Συνακόλουθα πρέπει να θεωρηθεί πως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 περ. α' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν.δ/τος 490/1974, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τις περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων επισυνάπτεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου προβολής εκ μέρους των αντιδίκων του-αναιρεσιβλήτων της ενστάσεως περί αποκλειστικής υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του και στην έκταση των ζημιών του από το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα και της αοριστίας των αιτουμένων απ' αυτών κονδυλίων, που πρόβαλαν αυτοί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε σε πρώτο βαθμό και επανέφεραν στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων τις οποίες συνεκδίκασε. Όπως, όμως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων τόσο για την έφεση του αναιρεσείοντος όσο και για τη δική τους έφεση, η επαναφορά των πρωτοδίκως προταθέντων ως άνω ισχυρισμών τους στο Εφετείο, έγινε με ειδική αναφορά στις προτάσεις του αυτές (βλ. παρ. 3 των προτάσεων τους για την απόρριψη του κονδυλίου περί διαφυγόντων κερδών του επί οκτάμηνο, που υπέβαλαν για την έφεση του αναιρεσείοντος και παρ. 2 των προτάσεων τους που υπέβαλαν για τη δική τους έφεση και αναφέρεται στην ένσταση τους περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος στο τραυματισμό του κατά ποσοστό 40%), λόγω του ότι δεν φορούσε κράνος κατά το χρόνο της σύγκρουσης των δυο οχημάτων. Η τοιαύτη επαναφορά των ως άνω ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου ήταν επαρκές και νόμιμη. Επομένως η λήψη υπόψη από το Εφετείο των ως άνω ισχυρισμών κατά τη συνεκδίκαση των δυο αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων ήταν σύννομη και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Περαιτέρω και ενόψει των ανωτέρω εκτιθέντων ως προς το παραδεκτό και νόμιμο της επαναφοράς των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων ως εναγομένων ενώπιον του Εφετείου ο του αριθμ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον λόγο αυτόν προβλεπόμενη πλημμέλεια, δηλονότι της μη κήρυξης απαραδέκτου των ισχυρισμών που πρόβαλαν οι αναιρεσίβλητοι, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 336, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει ότι τα έγγραφα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως αλλά μετά από επίκληση, η οποία αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, είτε από τον διάδικο που τα προσκομίζει για να κάνει χρήση αυτών κατά του αντιδίκου του είτε από τον τελευταίο. Η επίκληση του εγγράφου πρέπει να είναι ορισμένη, να προσδιορίζεται δηλαδή στις προτάσεις κατά τη συζήτηση της υποθέσεως για ποιο έγγραφο πρόκειται και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του και δεν αρκεί γενικόλογη αναφορά ή παραπομπή σε άλλα έγγραφα όπου αυτό προσδιορίζεται, εκτός αν πρόκειται για προτάσεις προηγουμένων συζητήσεων και τηρηθούν οι όροι του άρθρου 240 Κ.Πολ,Δ. Εάν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη για τη μόρφωση της κρίσεως του έγγραφο, χωρίς την ανωτέρω ειδική επίκληση, δημιουργείται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως. Όμως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων και ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα ως άνω έγγραφα καθώς και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ,Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων εγγράφων και "το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε στα πλαίσια της ποινικής δίκης", χωρίς τα σχετικά με τη δίκη αυτή έγγραφα να προσκομισθούν από τους αναιρεσίβλητους νόμιμα, καθόσον δεν έγινε ειδική επίκληση καθενός από αυτά αλλά γενικόλογη αναφορά σε "αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη τα εν λόγω έγγραφα και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πολύ περισσότερο ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, κρίθηκε από το Εφετείο αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Επειδή, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, δηλαδή να είναι :α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη και το κοινό και γ) εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μη υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ, ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 6/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων: με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, μεταξύ του επιδιωκομένου σκοπού και του επιβαλλομένου μέτρου, με την επιδίκαση σ' αυτόν μόνο του ποσού των 30.000 ευρώ αντί του αιτουμένου ποσού των 200.00 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο εργατικό ατύχημα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της.

Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσοστό της. Το ίδιο ισχύει και από την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 Α.Κ.). στην περίπτωση αυτή η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση, όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τελευταίο λόγο της αίτησής του ισχυρίζεται ότι το εφετείο δεχόμενο ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητός του για τον τραυματισμό του κατά το τροχαίο ατύχημα ανέρχεται σε 30% και με βάση αυτό καθόρισε τα επιδικαζόμενα σ' αυτόν χρηματικά ποσά και όχι σε 20% (λόγω του ότι δεν φορούσε κατά την οδήγηση απ' αυτόν της μοτοσυκλέτας προστατευτικό κράνος), έσφαλε και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητος, καθόσον τα δικαστήρια της ουσίας σε παρόμοιες περιπτώσεις προσδιορίζουν το ποσοστό της συνυπαιτιότητος των οδηγών έως 20%. Σύμφωνα όμως με τα προεκτιθέμενα ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν τον τρόπο πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση των πραγμάτων. Μετά από όλα τα προεκτιθέμενα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας δεύτερης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η από 17-6-2000 αίτηση του Σ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6/2010 αποφάσεως του Εφετείου Aθηνών ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο (Ι. Π.).

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης που ορίζει, σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ