30/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΠώληση ακινήτων σε υποπολλαπλάσιο τίμημα της αγοραίας αξίας τους, κατά συμπαιγνία των 2 εκκαθαριστών λυθείσης ανώνυμης εταιρίας και της αγοράστριας προς πορισμό ιδίου οφέλους από τον ένα εκκαθαριστή και την αγοράστρια κατά την υπερβάλουσα, το καταβληθέν στην αγοράστρια τίμημα, αξία των ακινήτων. Μεθόδευση εμφανίσεως των ακινήτων ως κειμένων σε αρχαιολογικό χώρο για να φαίνεται υποτιμημένη η αξία τους και λήψη σχετικής αδείας εκποιήσεώς τους από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Εκ πλαγίου παράβαση άρθρων 178 και 214 ΑΚ. λόγω ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών της αποφάσεως του Εφετείου α) ως προς τη θέση τους σε αρχαιολογικό ή εκτός αρχαιολογικού χώρου που επηρεάζε την αξία τους β) ως προς την έλλειψη συναινέσεως (και γνώση) της πλειοψηφίας των εταίρων, της πωλήτριας, αφού ο ένας από αυτούς φέρεται να γνώριζε την επιχειρούμενη συμπαιγνία των διαχειριστών της πωλήτριας με την αγοράστρια γ)ως προς την αντίθεση της συμπεριφοράς του δεύτερου εκκαθαριστή με τα χρηστά ήθη, χωρίς να αναφέρεται κάποιο αποδοκιμαστέο από την ηθική του κίνητρό του για σύμπραξή του με τον κινούμενο από ιδιοτέλεια πρώτο διαχειριστή και δ) ως προς τη φερόμενη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά και της ίδιας της πωλήτριας στα πλαίσια.
Legislator headnote
AI generated30/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 30 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αντίθεση δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ)
Πώληση ακινήτων σε υποπολλαπλάσιο τίμημα της αγοραίας αξίας τους, κατά συμπαιγνία των 2 εκκαθαριστών λυθείσης ανώνυμης εταιρίας και της αγοράστριας προς πορισμό ιδίου οφέλους από τον ένα εκκαθαριστή και την αγοράστρια κατά την υπερβάλουσα, το καταβληθέν στην αγοράστρια τίμημα, αξία των ακινήτων. Μεθόδευση εμφανίσεως των ακινήτων ως κειμένων σε αρχαιολογικό χώρο για να φαίνεται υποτιμημένη η αξία τους και λήψη σχετικής αδείας εκποιήσεώς τους από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Εκ πλαγίου παράβαση άρθρων 178 και 214 ΑΚ. λόγω ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών της αποφάσεως του Εφετείου α) ως προς τη θέση τους σε αρχαιολογικό ή εκτός αρχαιολογικού χώρου που επηρεάζε την αξία τους β) ως προς την έλλειψη συναινέσεως (και γνώση) της πλειοψηφίας των εταίρων, της πωλήτριας, αφού ο ένας από αυτούς φέρεται να γνώριζε την επιχειρούμενη συμπαιγνία των διαχειριστών της πωλήτριας με την αγοράστρια γ)ως προς την αντίθεση της συμπεριφοράς του δεύτερου εκκαθαριστή με τα χρηστά ήθη, χωρίς να αναφέρεται κάποιο αποδοκιμαστέο από την ηθική του κίνητρό του για σύμπραξή του με τον κινούμενο από ιδιοτέλεια πρώτο διαχειριστή και δ) ως προς τη φερόμενη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά και της ίδιας της πωλήτριας στα πλαίσια.
Αριθμός 30/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "CANDIDE INVESTMENTS CORPORATION", η οποία εδρεύει στην ... της ..., έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα κατά τις διατάξεις του α.ν. 89/67 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Στεφανάκη, Μιχαήλ Σταθόπουλο και Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη.
Της αναιρεσιβλήτου: της γενομένης δεκτής υπό της προσβαλλομένης απόφασης ως υπαρκτής και υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γαιανθρακεμπορική Ανώνυμος Εταιρία Μιχαλινός ΑΕ", που ομοίως έγινε δεκτό ότι εδρεύει στην ... και ότι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Νικολόπουλο και Γεώργιο Αλφαντάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιουλίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7023/1998 μη οριστική, 4446/2000 προδικαστική και 890/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6859/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Νοεμβρίου 2006 αίτησή της ως και τους από 15 Νοεμβρίου 2007 και 28 Νοεμβρίου 2007 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 2 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου κατά το τρίτο μέρος του, πέμπτου κατά το δεύτερο μέρος του από το αναιρετήριο και πέμπτου και έκτου από το δικόγραφο προσθέτων λόγων (εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚπολΔικ) λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 72 του Α.Κ. "μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση. Ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει". Κατά το άρθρο 49 παρ. 6 του ν. 2.190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως η παρ. 6 έχει προστεθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2339/1995. "Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία από την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης, οπότε και η εταιρία διαγράφεται από τα μητρώα ανωνύμων εταιριών.
Για τη συνέχιση της εκκαθάρισης πέραν της πενταετίας απαιτείται ειδική άδεια του Υπουργού Εμπορίου. Το στάδιο της εκκαθάρισης όμως δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να υπερβεί τη δεκαετία". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η ανώνυμη εταιρία, όπως όλα τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, μετά τη λύση της και την είσοδό της στο (αναγκαίο) στάδιο της εκκαθαρίσεως, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι υφίσταται μέχρις ότου επιτευχθεί ο σκοπός της εκκαθαρίσεως των εκκρεμών σχέσεών της και η διανομή του τυχόν καθαρού ενεργητικού στους μετόχους της.
Η περάτωση της εκκαθάρισης και συγχρόνως της εταιρείας επέρχεται, όταν οι εκκαθαριστές ενεργήσουν τις αναγκαίες πράξεις εκκαθάρισης, συντάξουν απογραφή, δημοσιεύσουν τις εγκριθείσες από τη γενική συνέλευση οικονομικές καταστάσεις πέρατος της εκκαθάρισης και προβούν στην καταχώριση της διαγραφής της εταιρείας στο ΜΑΕ (άρθρα 7α παρ. 1 στοιχ.
ιβ, ιγ, 49 παρ. 2, 5 ν. 2190/1920. Η καταχώριση της διαγραφής στο ΜΑΕ έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ΑΕ. Αν, όμως, διαπιστωθεί ότι η εταιρεία είχε και άλλη περιουσία, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί από το ΜΑΕ. Τα παραπάνω ισχύουν και αν ακόμη έχει γίνει υπέρβαση των άνω χρονικών ορίων διάρκειας της εκκαθάρισης, δηλ.
της πενταετίας ή της δεκαετίας μετά από άδεια της διοίκησης. Δηλαδή, οι χρονικοί περιορισμοί, που είχαν τεθεί για την περάτωση της εκκαθαρίσεως της ανώνυμης εταιρίας με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2339/1995 απέβλεπαν, ως κατευθυντήριες αρχές, στη συντόμευση του χρόνου διενέργειας της εκκαθαρίσεως και όχι σε αποκλεισμό από το νόμο της εκκαθάρισης όσων εκκρεμών σχέσεων δεν θα καθίστατο δυνατό να διεκπεραιωθούν εγκαίρως, δηλαδή μέσα στα χρονικά περιθώρια αυτής της διατάξεως, όπως τούτο εμμέσως επιβεβαιώνεται και από το ότι η παράγραφος 6 του άρθρου 49 ν. 2190/1920, όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2339/1995, έχει ήδη αντικατασταθεί με το άρθρο 58 του ν. 3604/2007, με το οποίο ανατίθεται, μετά την πενταετία από τη λύση της ανώνυμης εταιρίας, η επιτάχυνση και περάτωση της εκκαθάρισής της, χωρίς χρονικούς περαιτέρω περιορισμούς, στη γενική συνέλευση των μετόχων και επί ασυμφωνίας στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, το οποίο αποφασίζει κατόπιν προσφυγής του εκκαθαριστή ή μετόχων, που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης.
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) ή παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που δεν ασκεί γι' αυτό επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, από το κύριο και το πρόσθετο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, η οποία είχε λυθεί και δεν περάτωσε την εκκαθάρισή της μέσα στην προθεσμία του άρθρου 49 παρ. 6 του ν. 2190/1920, όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2339/1995, έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο, λόγω διαγραφής της από τα οικεία μητρώα με την από 16-8-2004 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 10437/19-8-2004 (τεύχος Δ) και τον ισχυρισμό της αυτό η αναιρεσείουσα, για ανυπαρξία της αναιρεσίβλητης κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο και κατά συνεκδοχή έλλειψης και πληρεξουσιότητας των δικηγόρων της, τον προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της, δεν έχει ληφθεί υπόψη.
Κατά τα προεκτιθέμενα όμως, εφόσον η περιορισμένης χρονικής ισχύος διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2339/1995, με την οποία είχε προστεθεί η διάταξη του άρθρου 49 παρ.6 του ν. 2190/1920, δεν απέβλεπε σε αποκλεισμό συνεχίσεως της εκκαθαρίσεως πέρα από τα καθοριζόμενα με αυτή χρονικά πλαίσια, κατ' απόκλιση της γενικής διατάξεως του άρθρου 72 του ΑΚ (που καθιερώνει πλασματική συνέχιση της ύπαρξης του νομικού προσώπου, που έχει διαλυθεί και δεν υφίσταται στην πραγματικότητα, για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεώς του), δεν είχε έννομη επιρροή για τη συνέχιση διεξαγωγής της δίκης στο Εφετείο (με τη συναφή δικαστική πληρεξουσιότητα) η διαγραφή της αναιρεσίβλητης από τα μητρώα ανωνύμων εταιριών και ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως του κύριου και του πρόσθετου δικογράφου είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, ο επικουρικώς προβαλλόμενος με τον αυτό ως άνω, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι εσφαλμένως δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης, είναι εφόσον δεν είχε στερηθεί η τελευταία της ικανότητας να συνεχίσει τη δίκη, αβάσιμος.
Επίσης και ο σε συνάρτηση με τους προηγούμενους προβαλλόμενος πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το κύριο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ψέγεται η απόφαση του Εφετείου για εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2339/1995, είναι, ενόψει όσων έχουν προεκτεθεί, αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 322 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ "το δεδικασμένο εκτείνεται και στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά".
Κατά δε το άρθρο 324 του ίδιου Κώδικα "δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνον για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, όταν η αγωγή απορρίπτεται για τυπικό λόγο, δεν δημιουργείται δεδικασμένο για το ουσιαστικό δικαίωμα, αλλά το δεδικασμένο που παράγεται εμποδίζει την επανάσκηση της αγωγής με το ίδιο δικονομικό ελάττωμα (ΑΠ 41/1987).
Το απαράδεκτο αυτό δεν υφίσταται, όταν η, αγωγή, που απορρίφθηκε ως αόριστη (ή μη νόμιμη), ασκούμενη και πάλι περιλαμβάνει πρόσθετα περιστατικά, έλκοντας σε εφαρμογή άλλον κανόνα δικαίου, που επιτρέπει τη διερεύνηση της έννομης συνέπειας υπό διαφορετική νομική εκδοχή (ΑΠ 41/1987). Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη", στον αναιρετικό έλεγχο υπόκειται η κρίση, αν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση (ΑΠ 297/1999, 1933/1984), προκειμένου δε να διαπιστωθεί τούτο επισκοπούνται τα διαδικαστικά έγγραφα και η απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο, για να ελεγχθεί η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 15/1998).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ προκύπτει ότι η ακυρότητα της δικαιοπραξίας λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 178, προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφορετικών από εκείνα της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, ως αισχροκερδούς, κατ' άρθρο 179, το οποίο αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου.
Στην κρινόμενη υπόθεση με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δικ, δεύτερο λόγο αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και του δικογράφου προσθέτων λόγων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της εναντίον αυτής αγωγής της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της ακυρότητας, λόγω αντιθέσεως στα χρηστά ήθη, της μεταξύ αυτών συμβάσεως πωλήσεως των αναφερόμενων τριών ακινήτων, λόγω δεδικασμένου, επειδή προγενέστερη αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον εκείνης, με το ίδιο περιεχόμενο, είχε απορριφθεί ως αόριστη, με την 6072/1994 (τελεσίδικη) απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων των με το αυτό αντικείμενο δύο ως άνω δικών (άρθρο 560 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-8-1991 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη εκμετάλλευση της ανάγκης, κουφότητας και απειρίας των μετόχων της από τους εκπροσώπους της ίδιας, αλλά και της αναιρεσίβλητης, συνεπεία της οποίας εκμεταλλεύσεως οδηγήθηκε στην κατάρτιση συμβολαιογραφικώς της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως ακινήτων αυτής προς την αναιρεσίβλητη με υποπολλαπλάσιο τίμημα από την αγοραία αξία των ακινήτων, ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως, ως καταπλεονεκτικής και άλλως την ακύρωση αυτής, ως προϊόντος απατηλής συμπεριφοράς των ανωτέρω προσώπων.
Το Εφετείο Αθηνών με την 6072/1994 απόφασή του, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η εναντίον αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την 971/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη μερικώς, κατά την κύρια βάση της, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της πωλήσεως ως αισχροκερδούς, λόγω μη επαρκούς προσδιορισμού της ανάγκης της αναιρεσείουσας και κατά τα λοιπά ως μη νόμιμη.
Ακολούθως με την από 14-7-1997 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αναιρεσίβλητη ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως των ακινήτων της, ως αντιβαίνουσας στα χρηστά ήθη, επικαλούμενη τόσο περιστατικά που είχε περιλάβει στην προηγούμενη αγωγή της, όσο και επιπρόσθετα τοιαύτα, σχετικά με τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι δύο εκκαθαριστές της για να εξαπατήσουν αυτή (και τους μετόχους της) για την αναγκαιότητα πωλήσεως των ακινήτων της με τίμημα περίπου 50.000.000 δραχμών (ενώ η συνολική αξία τους ανερχόταν σε 1.000.000.000 δρχ.
περίπου). Επομένως, εφόσον το δεδικασμένο από την απόρριψη της πρώτης αγωγής της αναιρεσίβλητης ως αόριστης κάλυπτε μόνον το κριθέν δικονομικό ζήτημα της αοριστίας της αγωγικής βάσης αναγνωρίσεως της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως, ως καταπλεονεκτικής (άρθρ. 179 ΑΚ), η άσκηση της δεύτερης αγωγής της αναιρεσίβλητης με διαφορετική νομική βάση (άρθρο 178 ΑΚ) και με επικαλούμενα επί πλέον περιστατικά δεν καθιστούσε ανεπίτρεπτη την εξέτασή της από το Εφετείο εξαιτίας της αρνητικής λειτουργίας του ως άνω δεδικασμένου και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δικ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 178 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη" ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι περί ηθικής αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς, εμφρόνως και υγιώς σκεπτόμενου, μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται αντικειμενικώς από το περιεχόμενό της, ενόψει όχι της μεμονωμένης αιτίας που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίον αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν (Ολ.ΑΠ 981/2006).
Η σε αμφοτεροβαρή σύμβαση ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής δεν επιφέρει καθεαυτή ακυρότητα της δικαιοπραξίας, εκτός αν τούτο επιτεύχθηκε με εκμετάλλευση της ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου, οπότε δημιουργείται ακυρότητα της αισχροκερδούς δικαιοπραξίας κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 179 του Α.Κ..
Κατά το άρθρο 67 Α.Κ. αυτός που έχει τη διοίκηση του νομικού προσώπου επιμελείται των υποθέσεων αυτού και το αντιπροσωπεύει δικαστικώς και εξωδίκως, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 Α.Κ., οι περί αντιπροσωπείας και εντολής διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί του διοικητού νομικού προσώπου. Ως διοικητής δε θεωρείται κατά το άρθρο 74 Α.Κ.
ο εκκαθαριστής. Περαιτέρω το άρθρο 214 του Α.Κ. "τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 213, 215 Α.Κ συνάγεται, ότι στην άμεση αντιπροσώπευση, επειδή ο αντιπρόσωπος εκδηλώνει κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας δική του βούληση και δεν μεταφέρει ως άγγελος τη βούληση του αντιπροσωπευομένου, τα ελαττώματα της βουλήσεως, η έννοια του περιεχομένου της δηλώσεως, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, εκτός αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευομένου, οπότε δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεσθεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει.
Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72-76, 777-778 του Α.Κ. και 18 του Εμπ.Νόμου συνάγεται, ότι επί εκκαθαρίσεως εμπορικής εταιρίας που λύθηκε, οι περισσότεροι εκκαθαριστές ενεργούν από κοινού ως αντιπρόσωποι του κατά πλάσμα του νόμου, για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, εξακολουθούντος νομικού προσώπου της εταιρίας, εκτός αν η απόφαση του δικαστηρίου ή των εταίρων για το διορισμό των εκκαθαριστών προβλέπει να ενεργεί και καθένας από αυτούς χωριστά.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την από 20-12-1971 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, που δημοσιεύθηκε νομίμως στο 35/18-1-1972 φύλλο της Εφημερίδας της κυβερνήσεως, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία λύθηκε και έκτοτε τελεί υπό εκκαθάριση, στα πλαίσια της οποίας, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, ο ΒΒ (Δικηγόρος Αθηνών) και ο ΓΓ (ιδιωτικός υπάλληλος), που με την από 15-1-1987 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας, είχαν διοριστεί, ως εκκαθαριστές αυτής, υπέβαλαν, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αίτηση, για να εκποιήσουν, χωρίς τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού, τα ακίνητα που περιέγραφαν σε αυτή, προς αντιμετώπιση των χρεών της ως άνω υπό εκκαθάριση εταιρείας προς τρίτους, δηλαδή λόγω αφεύκτου ανάγκης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την 651/1988 απόφασή του, παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκασή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, στις 11-7-1988, και αφού κηρύχθηκε κατεπείγουσα, με τη 1332/1988 πράξη του Προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών, για να δικαστεί στο τμήμα των δικαστικών διακοπών, εξέδωσε την 3696/29-7-1988 απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και παρεσχέθη η άδεια στους ανωτέρω αιτούντες, υπό την ιδιότητά τους, ως εκκαθαριστών της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας, να εκποιήσουν, χωρίς τις διατυπώσεις του δημοσίου πλειστηριασμού (όπου, όπως αναφέρει, "απαιτείται πολύς χρόνος, ικανός να ματαιώσει την επίτευξη του παραπάνω τιμήματος υπάρχουσας προσφοράς 50.000.000 δραχμών, δεδομένου ότι αποδείχτηκε ότι, η εταιρεία είχε σημαντικές οφειλές "από χρέη της απέναντι σε τρίτους, ύψους 7.000.000 δραχμών περίπου, για την αντιμετώπιση των οποίων και προς διευκόλυνση του έργου των εκκαθαριστών, εν όψει και των προαναφερόμενων στην απόφαση εκείνη δυσμενών για την περιοχή συνθηκών") κρίθηκε αναγκαία η εκποίηση των παρακάτω τεσσάρων (4) κτημάτων, που βρίσκονται στην Κοινότητα ...
στη νήσο ..., άνευ των διατυπώσεων του δημόσιου πλειστηριασμού, με ελάχιστο συνολικό τίμημα πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών και συγκεκριμένα:1) Ένα αγρό έκτασης μ.τ. 1.092 στη θέση "..." αντί δραχμών 400.000, μετά του επί του αγρού μικρού οικίσκου ερειπωμένου. 2) Ένα κτήμα έκτασης μ.τ. 19.191, μετά την επ' αυτού κάθε φύσεως ερειπωμένων κτισμάτων, συστατικών, παρακολουθημάτων και προσαυξημάτων, που βαρύνεται με δουλεία υπέρ της ΔΕΗ, αντί τιμήματος δραχμών 12.600.000, που βρίσκεται στη θέση "...", "...". 3) Ένα κτήμα μετά των επ' αυτού ερειπωμένων κτισμάτων που βρίσκεται στις θέσεις "...", "...", "..." της Κοινότητας ..., έκτασης μ.τ. 43.230 ή όσης έκτασης και αν είναι, αντί τιμήματος δραχμών 30.000.000, βρίσκονται δε τα παραπάνω 1, 2, 3 κτήματα στη χερσόνησο του ...
και 4) Ένα αγρό έκτασης μ.τ. 10.627, που βρίσκεται στο "..." πρώην περιφέρειας Δήμου ..., ήδη Κοινότητας ..., εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, αντί τιμήματος δραχμών 7.000.000". Ακολούθως, οι ως άνω εκκαθαριστές προέβησαν στην εκποίηση των ακινήτων, αγοράστρια δε αυτών ήταν η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) αλλοδαπή εταιρία, η οποία έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα.
Ειδικότερα, με το .../2-9-1988 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτων (αντί δραχμών συνολικά 54.000.000 - προσωρινή αξία κατά την εκτίμηση του εφόρου συνολικά 83.900.000 δραχμές) της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασ. Παπαηλία, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέας και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής ..., η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) πώλησε και μεταβίβασε στην εναγόμενη (αναιρεσείουσα), την οποία εκπροσώπησε ο δικηγόρος Αθηνών ΑΑ τα άνω ακίνητα.
Οι εκκαθαριστές της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) ΒΒ και ΓΓ δήλωσαν ενώπιον της συμβολαιογράφου ότι η υπό εκκαθάριση (πωλήτρια) εταιρία έχει στην κυριότητα νομή και κατοχή της τέσσερα (4) αγροτεμάχια που βρίσκονται όλα στην περιοχή ... του λιμένος ... της νήσου ..., τα οποία περιήλθαν σ' αυτή σε μεγαλύτερη έκταση με το .../16-9-1938 καταστατικό Συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Β.
Πρωτόπαπα που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κέας (τομ. ... αρ. ...), κατόπιν εισφοράς τους από το ιδρυτικό μέλος της πωλήτριας ανώνυμης εταιρία "Ανώνυμη Ναυτική και Εμπορική Εταιρία Μιχαλινός". Αυτή εισέφερε, μεταξύ άλλων ακινήτων, και τα ακίνητά της τα ευρισκόμενα στη νήσο ... (...), που αναφέρονται και περιγράφονται στο άρθρο έκτο (6ο ) του παραπάνω καταστατικού υπό τους αριθμούς επτά (7), οκτώ (8), εννέα (9), δέκα (10), ένδεκα (11), δώδεκα (12) και δεκατρία (13) και μετά των πάσης φύσεως κτισμάτων, εγκαταστάσεων, παραρτημάτων και παρακολουθημάτων αυτών.
Από τα παραπάνω, ακίνητα που αναφέρονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού Συμβολαίου, τα με τους αριθμούς 7, 8, 9, 11 και 13 βρίσκονται σης συνεχόμενες θέσεις "...", "..." και " ..." του ... του λιμένος ... του τέως ομωνύμου Δήμου ..., ήδη περιφέρειας της Κοινότητας ... νήσου ..., στη χερσόνησο του ... και τα με τους αριθμούς 10 και 12 βρίσκονται στην περιφέρεια ...
του λιμένος ... του τέως ομωνύμου Δήμου ..., ήδη περιφέρειας της Κοινότητας ... νήσου ..., μακράν της χερσονήσου του ... Ότι από τη συνολική έκταση των παραπάνω ακινήτων, έκταση μέτρων τετραγωνικών δέκα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα πέντε (10.645,00) της περιοχής "..." απαλλοτριώθηκε, πριν από τη λύση και θέση της εταιρείας υπό εκκαθάριση, υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών προς συνέχιση Αρχαιολογικών εκσκαφών, με τη με αριθμό Π 12316/4988 της 6-8-1966 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προεδρίας Κυβερνήσεως, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 149/14-9-1966 (τεύχος Δ'), ενώ με την 32849/26-4-1971 απόφαση του Υπ.
Βιομηχανίας (ΦΕΚ 98/8-5-1971 Τα Δ') αφενός μεν απαλλοτριώθηκε έκταση 240 τμ υπέρ της ΔΕΗ για τις ανάγκες παρακείμενου σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, για εγκατάσταση αγωγών προσαγωγής και απαγωγής θαλασσίου ύδατος, αφετέρου δε συνεστήθη δουλεία διελεύσεως αγωγών μεταφοράς πετρελαίου επί εδαφικής λωρίδας 250 τμ.
Ύστερα από τα προαναφερόμενα (δήλωσαν οι εκκαθαριστές της αναιρεσίβλητης) η πωλήτρια εταιρία είχε στις 2-9-1988 στην κυριότητά της, από μεν τα ακίνητα που βρίσκονται στη χερσόνησο του "..." 1) Αγρό με το επ' αυτού ερειπωμένο οικίσκο, εμβαδού 1.092 τμ, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, στη θέση "..." του ... του λιμένος ..., 2) Αγροτεμάχιο, εμβαδού 19.161,60 τμ μετά των επ' αυτού ερειπωμένων κτισμάτων, συνολικού όγκου 6.500 κυβ.
μέτρων, στη θέση ... του ... του λιμένος ..., εκτός σχεδίου άρτιο και οικοδομήσιμο. 3) Αγροτεμάχιο, εμβαδού 43.229,75 τμ, μετά των επ' αυτού ερειπωμένων κτισμάτων και μιας προβλήτας στις συνεχόμενες θέσεις ..., ... και ... του ... του λιμένος ..., εκτός σχεδίου,άρτιο και οικοδομήσιμο. Τα προπεριγραφόμενα τρία αυτά ακίνητα βρίσκονται στη Χερσόνησο ..., η οποία (χερσόνησος) με την αρ.
Φ 01/58395/2246/21-11-1989 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, κηρύχθηκε ως αρχαιολογικός χώρος (ΦΕΚ 921/31-12-1984 Τα Β'), από δε τους ευρισκόμενους μακράν της χερσονήσου του ... της νήσου ..., στη θέση ... του λιμένος ... δύο αγρούς, τμήμα του δευτέρου από αυτούς (πρώην αμυγδαλεώνα), εμβαδού 1385,10 τμ είχε δωρηθεί στη Σχολική Εφορεία και το υπόλοιπο αποτέλεσε το τέταρτο πωληθέν, ήτοι 4) Αγροτεμάχιο έκτασης 10.627 τμ μετά των επ' αυτού μικρών παλαιών κτισμάτων, στη θέση ...
του τέως Δήμου ..., εκτός σχεδίου και εντός ζώνης, άρτιο και οικοδομήσιμο. Το τίμημα συμφωνήθηκε σε 400.000, 13.100.000, 32.500.000 και 8.000.000 δραχμές για το 1ο, 2ο, 3ο και 4ο ακίνητο αντιστοίχως, από το οποίο 2.000.000 δρχ κατέβαλε ο νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας, ενώπιον της συμβολαιογράφου, προς τους εκκαθαριστές της πωλήτριας και για το οποίο εξέδωσε την ...
τραπεζική επιταγή σε διαταγή της πωλήτριας. Επίσης στο ίδιο συμβόλαιο η αγοράστρια δήλωσε ότι έχει πλήρη γνώση της νομικής και πραγματικής κατάστασης των μεταβιβαζόμενων ακινήτων και ότι τα τρία ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή Χερσονήσου ... έχουν κηρυχθεί ως αρχαιολογικός χώρος". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού μνημονεύει την απόρριψη της προηγούμενης (από 10-8-1991) αναγνωριστικής της ακυρότητας της πωλήσεως αγωγής της αναιρεσίβλητης και την ανάκληση της άδειας εκποίησης των ακινήτων με την 1581/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προβαίνει σε αναλυτική περιγραφή της κηρυχθείσης ως αρχαιολογικού χώρου "Χερσονήσου ...
Λιμένος ...", παραθέτοντας αποσπάσματα της από 21-11-1984 αποφάσεως του Υπουργού Πολιτισμού με την αρ. 5/4-7-1984 γνωμοδότηση του Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων Νήσων, αλλά και φωτοαντίγραφα του συνοδευτικού χάρτη, όπου αποτυπώνεται η οριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου με τα γράμματα Α, Β, Γ από τη νοτιοανατολική πλευρά της, με την οποία διαχωρίζεται η χερσόνησος ..., με τον περιλαμβανόμενο σ' αυτή αρχαιολογικό χώρο, από την υπόλοιπη έκταση του νησιού, αφήνοντας εκτός αρχαιολογικού χώρου τη γειτονική περιοχή με το τοπωνύμιο "..." και περικλείοντας σ' αυτή, την περιοχή με το τοπωνύμιο ...
Ως προς τα τρία από τα πωληθέντα ακίνητα, που ανήκαν στην κυριότητα της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης (ο αγρός, εμβαδού 1.092 τμ ανήκε στο μη διάδικο ...) και περιγράφονται στο πωλητήριο συμβόλαιο, ήτοι: 1) αγρός εκτάσεως 19.191,60 τμ στη θέση "..." του ... της λιμένος ..." του τέως Δήμου ..., 2) αγρός εκτάσεως 43.229,75 τμ στις θέσεις "...", "...", "..." του ...
του τέως Δήμου ... και 3) αγρός εμβαδού 10.627 τμ στη γεωγραφική περιοχή ... της νήσου ..., συνεκτιμώντας το Εφετείο τη δήλωση των εκπροσώπων των διαδίκων στο πωλητήριο συμβόλαιο ότι σ' αυτά "περιέχονται σημαντικού ενδιαφέροντος αρχαιότητες", με ειδική αναφορά στις σχετικές υπουργικές αποφάσεις για τις αρχαιότητες της περιοχής ...
και την ενημέρωση των μετόχων της αναιρεσίβλητης και την επιδίωξη επίτευξης παράνομων ωφελημάτων από τον έναν εκκαθαριστή της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η εφεσίβλητη, στην προσπάθειά της να μεταστρέψει υπέρ της ίδιας την τελική έκβαση της δίκης, αρχήθεν είχε προβάλει και εξακολουθεί μάλιστα και στο στάδιο τούτο της δίκης να υποστηρίζει, περί του ότι, στο ίδιο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο (με τον αρ. 10224/1988) όπου αναφέρεται μάλιστα ως από κοινού γενόμενη δήλωση και δη, τόσο του δικηγόρου ΑΑ, που εκπροσώπησε την εφεσίβλητη, όσο και των συνεκκαθαριστών τότε της εκκαλούσας (ενάγουσας), ΒΒ, δικηγόρου (που ήδη απεβίωσε) και ΓΓ, που την εκπροσώπησαν κατά την κατάρτιση αυτού καταγράφεται ότι, σε όλα και μάλιστα και στα τρία (3) προαναφερόμενα ακίνητα περιέχονται σημαντικού ενδιαφέροντος αρχαιότητες.
Είναι δε πράγματι κατ' αρχήν αληθές ότι, στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο γίνεται πλην άλλων, όπως σε αυτό και ειδική (και εκτενής) αναφορά της δηλώσεως εκ μέρους των εκπροσώπων αμφοτέρων των διαδίκων, που συμβάλλονται στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως ακριβώς πιο πάνω επισημαίνει η εφεσίβλητη - εναγόμενη (βλ.
ειδικότερα στο συμβόλαιο αυτό). Ωστόσο όμως απολύτως ενδιαφέρουσα ωσαύτως δε και διαφωτιστική και σαφής και εξόχως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια εξήγηση, περί της τοιαύτης καταγραφής των ανωτέρω ειδικώς δηλώσεων των αντισυμβαλλομένων διαδίκων παρέχεται, ιδίως από τα όσα κατέθεσε, ως προς το ζήτημα αυτό ο μάρτυρας της εκκαλούσας ΔΔ.
Ειδικότερα, ο ως άνω μάρτυρας ο οποίος ήταν μάλιστα μέτοχος και αυτός της εκκαλούσας από το έτος 1984 μέχρι και το 1990, οπότε και έπαυσε πλέον να έχει αυτήν την ιδιότητα, μετά λόγου γνώσεως και με αντικειμενικότητα και αμεροληψία αλλά και με πειστικότητα κατέθεσε ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή τα ακόλουθα εξόχως ενδιαφέροντα:
Ότι, πριν τη σύναψη του πιο πάνω συμβολαιογραφικού εγγράφου ο ήδη από του έτους 1973 φίλος του, δικηγόρος ΒΒ τον συνάντησε, επιδεικνύοντάς του και σχετικά τοπογραφικά των επίδικων ακινήτων και του είπε - χωρίς και να γνωρίζει όμως αυτός ότι, ο μάρτυρας αυτός ήταν ήδη μέτοχος της εκκαλούσας - εάν ενδιαφέρεται είτε ο ίδιος αυτός, προσωπικώς, είτε άλλος γνωστός του, να αγοράσει τα εν λόγω ακίνητα της εκκαλούσας, τα οποία, βρίσκονται στις περιοχές ...
και ..., όπου ακόμη και ο εν λόγω συνεκκαθαριστής της εκκαλούσας τα τοποθετούσε αυτά, ήδη από τότε και δη πριν την κατά τα ως άνω πώληση και μεταβίβαση της κυριότητάς τους στην εφεσίβλητη. Ότι, κατόπιν τούτου ο ίδιος (ανωτέρω μάρτυρας) απευθύνθηκε στον κατονομαζόμενο εκτιμητή-μεσίτη ακινήτων ..., που με τη σειρά του τον πληροφόρησε, ότι, τα ακίνητα (τα τρία αυτά) είχαν αξία τότε, 900.000.000 έως 1.000.000.000 δραχμές και συνολική μάλιστα (και τα 4) που ξεπερνούσε το ένα (1) δισεκατομμύριο δραχμές.
Ότι ακόμη, είχε ήδη συγκληθεί η Γενική Συνέλευση των μετόχων της εκκαλούσας, στην οποία μάλιστα ο άνω μάρτυρας της εκκαλούσας δεν παραβρέθηκε και ότι, - όπερ και το σημαντικότερο-α) θα πωληθούν όλα αυτά, τα ακίνητα στο 30% της πραγματικής τους τότε αξίας, β) ένα 5% έως 10%, περίπου (και μόνο) θα αναφερόταν στα σχετικά συμβόλαια πώλησής τους και γ) το υπόλοιπο (25% ή 20% δηλαδή) αποτιμώμενο σε δραχμές, περίπου 200.000.000, θα δινόταν "κάτω από το τραπέζι" στον ίδιον, δηλαδή στον τότε συνεκκαθαριστή της εκκαλούσας ΒΒ, προσωπικά.
Ότι ωστόσο, όμως, η επίσης κατονομαζόμενη (από τον ανωτέρω μάρτυρα της εκκαλούσας) εταιρία DOLBY S.A (και μάλιστα οι εκπρόσωποί της) που συνεργαζόταν μάλιστα με την ιδική του (του μάρτυρα δηλαδή αυτού) εταιρεία και που είχε επιδείξει σχετικό ενδιαφέρον, για την αγορά των τεσσάρων (4) αυτών ακινήτων της εκκαλούσας στη νήσο ... - μεταξύ δε των οποίων και τα ήδη ενδιαφέροντα ένδικα (ως άνω τρία) ακίνητα - όταν πληροφορήθηκε από τον ίδιον αυτόν (τον άνω μάρτυρα) την ως άνω πρόταση του συνεκκαθαριστή ΒΒ, δεν την αποδέχτηκε, ήτοι αρνήθηκε να "δώσει τα λεφτά κάτω από το τραπέζι" καθόσον άλλωστε - όπως τον πληροφόρησαν τον ως άνω μάρτυρα - στην αγορά αυτή θα προέβαινε με λίζινγκ, βάσει χρηματοδοτήσεως μάλιστα, μέσω Τράπεζας, όπου για το λόγον αυτόν επεβάλλετο να δήλωνε όλα τα χρήματα που θα καταβάλλονταν στην εκκαλούσα ως τίμημα ...".
Και καταλήγει το Εφετείο: "Τα πωληθέντα, (ως άνω) τρία ακίνητα βρίσκονται στις τοποθεσίες, και συγκεκριμένες θέσεις της νήσου ..., στις οποίες όμως δεν περιέχονται καθόλου αρχαιότητες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΝ 5351/1932 "περί Αρχαιοτήτων" Β) Τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, κατόπιν κοινών δηλώσεων (και υποδείξεων ακόμα), τόσο εκ μέρους των ανωτέρω δύο (2) συνεκκαθαριστών της εκκαλούσας, όσο ακόμη και του εκπροσώπου της εφεσίβλητης δικηγόρου ΑΑ, με γνώμονα όμως και κύρια επιδίωξη-πλην και άλλων- να καταδειχθεί πως, το τίμημα που καταβλήθηκε συνολικώς (για την αγοραπωλησία των τεσσάρων ως άνω ακινήτων μεταξύ των οποίων και τα τρία, εδώ ήδη, ενδιαφέροντα), των 54.000.000 δραχμών και με την παραδοχή μάλιστα και του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί του ότι πέραν αυτού του τιμήματος κατέβαλε (ως μη υπόχρεη) το συνολικό ποσό για την αγοραπωλησία αυτήν, των 63.194.810 δρχ.
από τα οποία, για το τίμημα 54.000.000 δρχ και 9.194.810 δρχ για φόρο μεταβίβασης ακινήτου και έξοδα συμβολαιογράφου, ανταποκρίνονταν στη τότε (το έτος 1988) πραγματική (αγοραία) αξία των ακινήτων αυτών, λόγω του ότι δηλαδή και στα εν λόγω τρία ακίνητα βρίσκονταν αρχαιότητες, μολονότι όμως και σε αυτά (τα τρία) ακίνητα δεν υπήρχε καμία αρχαιότητα, η οποία να είχε κηρυχθεί μάλιστα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες Υπουργικές Αποφάσεις, ούτε και σύμφωνα και με τον άνω νόμο "περί αρχαιοτήτων" τον οποίο αυτές ρητώς παρέπεμπαν, όπως αντιθέτως, πλην αβασίμως υποστηρίζει η εφεσίβλητη:
Γ) Στην ως άνω εξωπραγματική καταγραφή στο συμβόλαιο αυτό - όπως και το συμπέρασμα αυτό μορφώνεται σύμφωνα με όσα αναμφιβόλως πιο πάνω γίνονται δεκτά ως αποδεικνυόμενα-προήλθαν οι ανωτέρω, που εκπροσώπησαν τις αντίδικες αυτές εταιρίες, αφενός μεν για να ωφεληθεί και δη αθεμίτως, ωσαύτως δε και υπαιτίως η εφεσίβλητη, ήτοι με το να καταβάλει αυτή το ποσό, μόνο των 53.600.000 δραχμών (δηλαδή 54.000.000 μείον 400.000 χιλιάδες που υπολογίστηκε η αξία του μη ήδη επίδικου ακινήτου των 1092 τμ., ίσον 53.600.000 δρχ.) ή έστω των 63.194.810 δρχ.
συνολικώς, όπως ισχυρίστηκε η εφεσίβλητη, ενώ όμως και με τις μετριότερες των εκτιμήσεων (για την άνω χρονική περίοδο, το έτος 1988), όπως πιο κάτω γίνεται ειδικότερος λόγος, προς τούτο, η πραγματική (αγοραία) αξία αυτών ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη, αφετέρου δε και επειδή -σημαντικώς και δη κατά το μεγαλύτερο μέρος συνέβαλε προς τούτο - πλην και άλλων (ΓΓ κλπ.) - ιδίως ο δικηγόρος ΒΒ, που μολονότι ήταν, από κοινού συνεκκαθαριστής τότε, μαζί και με τον προαναφερόμενο (ΓΓ) "κινούσε τα νήματα" έχοντας πρωταγωνιστικό, ρόλο για την επίτευξη του στόχου αυτού γιατί, προσδοκούσε σε ίδιο αυτού όφελος, όπως άλλωστε το είχε εκμυστηρευτεί ήδη στον μάρτυρα της εκκαλούσας ΔΔ.
Στην υπαίτια όμως αυτή και παράνομη ωσαύτως συμπεριφορά, του ανωτέρω συνεκκαθαριστή, την οποία αγνοούσε, τόσο το νομικό πρόσωπο της εκκαλούσας εταιρίας, όσο ακόμη και η συντριπτική πλειοψηφία των μετόχων αυτής - πλην οπωσδήποτε υπέπεσε και στην αντίληψη και της εφεσίβλητης καθόσον άλλωστε η τελευταία αυτή τελικώς ωφελήθηκε στην πραγματικότητα, σε βάρος της εκκαλούσας και για την οποία, δεν μπορεί πλέον να λογοδοτήσει ούτε ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων ο ανωτέρω για την πιο πάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του για την οποία επίσης κατέθεσε ο άνω μάρτυρας, αναφέροντας και ότι όταν ρώτησε αυτόν αν οικονόμησε από την εδώ ενδιαφέρουσα πώληση, απάντησε ότι και γι' αυτό είχε λάβει ο ίδιος τις σχετικές πρόνοιες προς συγκάλυψη και δη πλην άλλων και στις φορολογικές αρχές (βλ.
και για τούτο στην κατάθεση αυτή), λόγω του ότι ήδη απεβίωσε-δεν είχε συναινέσει η εκκαλούσα, ούτε και την ενέκρινε ή την αποδέχτηκε έκτοτε κατά οποιοδήποτε τρόπο, Δ) Η πραγματική (αγοραστική) αξία, για τα τρία (3) αυτά ένδικα ακίνητα, κατά το χρόνο της συνάψεως της αγοραπωλησίας τους με το πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, δεν ήταν δυνατόν να υπολειφθεί τότε, των 730.483.000 δραχμών και πενήντα λεπτών ήτοι με την εκτίμηση της συνολικής τους εκτάσεως βάσει της ειδικότερης ως άνω θέσεώς τους, στην νήσο ... (που το συνολικό εμβαδόν μάλιστα της επιφάνειάς της ανέρχεται στα 135.000 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα) και της μεγάλης εγγύτητάς της, προς την ...
και την ... (μιάμιση περίπου ώρα, με πλοίο τότε της ακτοπλοϊκής γραμμής). Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, επίσης κατά πλειοψηφία δέχεται ότι, δεδομένης της συνολικής εκτάσεως των τριών (3) αυτών ακινήτων, που ανέρχεται σε 73.048,35 τετραγωνικά μέτρα βλ. προς τούτο, ήτοι ως προς το ακριβές εμβαδό τους ομοίως και στην άνω γνωμοδοτική έκθεση ...
και ...) και του ότι, ναι μεν βρίσκονται όλα αυτά (τα τρία ακίνητα) εκτός σχεδίου πόλεως, πλην όμως από τότε ήταν και άρτια και οικοδομήσιμα (ήδη από τον σκοπητέο δηλαδή, ως άνω χρόνο) ακόμη δε ήταν ήδη προσπελάσιμα, τόσο από τη θάλασσα, όσο και από τον εκεί δρόμο, προς την περιοχή "..." και δη, ανά τέσσερα στρέμματα, τότε και άλλως πως τουλάχιστον ανά τμήματα από οκτώ (8)στρέμματα (σύμφωνα και με τον ισχύοντα τότε Ν. 1337/1983 και τους σχετικούς πολεοδομικούς όρους δομήσεως (βλ.
σχετικώς και στο ΦΕΚ 270/Δ/31-5-1985) η αντίστοιχη συνολική, κατά μέσο μάλιστα όρο αξία τους εκτιμάται προς 10.000 ανά μέτρο τετραγωνικό και κατά συνέπεια αυτή (η αξία) ήδη είναι πολλαπλάσια του καταβληθέντος ήδη τιμήματος, ανερχόμενη στο προαναφερόμενο ποσό (των 730.483.000 δραχμών και πενήντα λεπτών). Η ως άνω εκτιμώμενη αξία, υπολείπεται βέβαια εκείνης για την οποία κατέθεσε ο μάρτυρας της εκκαλούσας ..., δικηγόρος, συμβουλευθείς προς τούτο, όπως επίσης κατέθεσε, τους δύο (2) προαναφερθέντες ιδιοκτήτες αγοραστές ακινήτων στην ..., ...
και ..., καθώς ακόμη και εκείνης για την οποία ισχυρίζεται η εκκαλούσα (ύψους κατά τους ισχυρισμούς της και δη κατά το χρόνο των ένδικων συμβάσεων για τα τρία ως άνω ακίνητα, που το ανεβάζει σε ένα (1) περίπου δισεκατομμύριο δραχμές), ωστόσο όμως, κρίνεται ως απολύτως δικαιολογημένη, σύμφωνα με τα πιο πάνω, επίσης πλήρως αποδεικνυόμενα, πραγματικά περιστατικά.
Πρέπει δε και να σημειωθεί ότι ακόμη και ο επιληφθείς αρμοδίως του σχετικού φορολογικού ελέγχου, για την επιβολή του σχετικού φόρου μεταβιβάσεως, Έφορος εκτίμησε ότι, η προσωρινή αξία απλώς ανερχόταν τότε (στις 2-9-1988) στο ποσό των 83.900.000 δραχμών συνολικά και για τα τέσσερα αυτά ακίνητα, μεταξύ των οποίων και τα τρία (3) ακίνητα, για τα οποία εδώ ενδιαφέρει, με δικαίωμα όμως (προφανές) περαιτέρω επανελέγχου -λόγω της προσωρινότητας του άνω φορολογικού ελέγχου- για τον οποίο όμως, δεν προέκυψε εάν τυχόν επακολούθησε (και σε ποια τιμή οδήγησε).
Αλλά και πέραν και του ως άνω επισημαινόμενου γεγονότος, που δεν αμφισβητείται μάλιστα, ούτε από την εφεσίβλητη και από το οποίο καταδεικνύεται( και από αυτό) ότι, δεν ανταποκρινόταν το πιο πάνω τίμημα στην πραγματική (αγοραία ή εμπορική) αξία των τριών (3) αυτών ακινήτων και ανεξαρτήτως και του εάν ακόμη συνήργησαν ή όχι για την πώληση των τριών ( 3) αυτών ακινήτων, στο ως άνω πολύ χαμηλό τίμημα και εφοριακοί υπάλληλοι κλπ (ως άνω) όπως περί τούτων κατέθεσε ειδικώς ο μάρτυρας της εκκαλούσας ΔΔ και που όπως επίσης αξιοπίστως ανέφερε ότι τον πληροφορούσε ο συνεκκαθαριοτής της εκκαλούσας ΒΒ (βλ.
και περί τούτου στην κατάθεση αυτού) κρίνεται τελικώς ότι, στη συγκεκριμένη αυτήν περίπτωση, από τις ειδικότερες ως άνω συνθήκες και περιστάσεις) και δη, στο σύνολο αυτών εκτιμώμενων -όπως ακριβώς πιο πάνω εκτέθηκαν- κάτω από τις οποίες έγινε η πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας των τριών (3) αυτών ακινήτων, στην εφεσίβλητη, ενόψει δηλαδή όχι μόνο της μεμονωμένης αιτίας (και αφορμής) που κίνησε τις πιο πάνω αντισυμβαλλόμενες εταιρίες και τους προαναφερόμενους εκπροσώπους τους, για να συνάψουν την αγοραπωλησία των τριών (3) αυτών ακινήτων ή του σκοπού (και μόνο) που αυτές απέβλεψαν με αυτήν (την αγοραπωλησία και τη μεταβίβασή τους κατά κυριότητα) αλλά το σύνολο όλων αυτών των συνθηκών (και περιστάσεων) και πιο συγκεκριμένα ακόμη, σύμφωνα με τα εντοπιζόμενα πιο πάνω μέσα και τις προαναφερόμενες ειδικώς πράξεις και παραλείψεις των άνω εκπροσώπων, καθώς επίσης και τις μεθοδεύσεις που από αυτούς, κατά τα ως άνω, χρησιμοποιήθηκαν και που τελικώς και επιβλήθηκαν (και επικράτησαν) για την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων (βάσει του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου) και με τόσο μικρό (και αναντίστοιχο) όπως πιο πάνω τίμημα, και δη μόνο των 12.600.000 δραχμών, των 19.191,60 τ.μ., των 30.000.000 δραχμών, για το έτερο, των 43.230,75 τ.μ.
και των 7.000.000 δραχμών για το τρίτο ακίνητο των 10.627 τ.μ., οι συμβάσεις (όλες αυτές) που καταρτίσθηκαν με τρόπο τόσο βλαπτικό, σε βάρος των συμφερόντων της εκκαλούσας, χωρίς καμία ιδική της μάλιστα υπαιτιότητα προς τούτο, αντιβαίνουν ευθέως και δη αντικειμενικώς, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) - για όμοιες δηλαδή συναλλακτικές περιπτώσεις όπως και η εδω ένδικη - στα χρηστά ήθη, ήτοι στις κρατούσες αντιλήψεις του μέσης ηθικής (και συνέσεως) κοινωνικού ανθρώπου και κατά συνέπεια, σύστοιχα και με τις αναφερόμενες στην αρχή νομικές σκέψεις, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, είναι απολύτως άκυρες, στο σύνολό τους και ως μηδέποτε γενόμενες, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 178 και 180 του ΑΚ".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή, δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος και αναγνώρισε την ακυρότητα, λόγω αντιθέσεως στα χρηστά ήθη, της συμβάσεως πωλήσεως των τριών ως άνω ακινήτων. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας στον υπαγωγικό συλλογισμό του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 178 και 214 του ΑΚ, διότι: 1) Για τη θεμελίωση της κρίσης του ότι τα επίδικα τρία ακίνητα της αναιρεσίβλητης δεν εμπίπτουν σε αρχαιολογικό χώρο, ώστε να υποβαθμίζεται σημαντικά η αγοραία αξία τους στο ύψος περίπου που προσδιορίσθηκε με το μεταξύ των διαδίκων πωλητήριο συμβόλαιο και με αφετηρία ότι η σ'αυτό αναφορά της θέσης των ακινήτων στην περιοχή ...
και ταυτόχρονα στη χερσόνησο ..., οι οποίες φέρονται ότι είναι διαφορετικές, αλλά γειτνιάζουσες περιοχές της νήσου ... με όχι διακεκριμένα όρια, όπως και ότι η θέση των ακινήτων συσχετίζεται με τον οριοθετημένο με την αρ. Φ01/58345/21-11-1984 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών αρχαιολογικό χώρο: α) Δεν γίνεται μνεία του τρόπου περιγραφής των επιδίκων ακινήτων στον κτητικό τίτλο κυριότης της αναιρεσίβλητης και αντιπαραβολή αυτής της περιγραφής τους με εκείνη στο πωλητήριο συμβόλαιο, έτσι ώστε να διαγιγνώσκεται, αν σ'αυτό έχουν περιληφθεί και ποία διαφορετικά περιγραφικά στοιχεία των ακινήτων και η ακριβέστερη θέση τους στις αμφισβητούμενες περιοχές.
β) Ενώ δέχεται ότι από τα εισφερθέντα στην αναιρεσίβλητη, από το ιδρυτικό μέλος της ανώνυμη εταιρία "Μιχαληνός", επτά (7) ακίνητα, μεταξύ των οποίων και τα τρία επίδικα, απαλλοτριώθηκε έκταση 10.645 τ.μ της περιοχής ... προς συνέχιση αρχαιολογικών ανασκαφών και ότι οι θέσεις ... και ..., όπου βρίσκονται και τα τρία επίδικα ακίνητα, είναι συνεχόμενες με τη θέση ..., που περιλαμβάνεται στο εσωτερικό του οριοθετημένου αρχαιολογικού χώρου, σύμφωνα με τον ενσωματωμένο στην προσβαλλόμενη απόφαση (κατά μεταφορά από την υπουργική απόφαση) χάρτη των περιοχών ...-..., ανεπαρκώς αιτιολογείται ότι οι θέσεις των επιδίκων ακινήτων δεν εμπίπτουν στον αρχαιολογικό αυτό χώρο από κάποια πλευρά τους, εφόσον δεν προσδιορίζεται αν η τοποθεσία ...
εξαντλεί τη νοτιοδυτική γωνία του οριοθετημένου αρχαιολογικού χώρου ούτε η κατεύθυνση προσανατολισμού προς την οποία είναι συνεχόμενες οι θέσεις ... και ... των επιδίκων ακινήτων, 2) Ανεπαρκώς αιτιολογείται η, συνιστώσα αρνητική προϋπόθεση για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, έλλειψη συναινέσεως της πλειοψηφίας των συγκροτούντων το νομικό πρόσωπο της αναιρεσίβλητης μετόχων αυτής ως προς την (χαρακτηριζόμενη) κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας των εκκαθαριστών της είσπραξη από τον έναν από αυτούς παράνομης και επιζήμιας για την αντιπροσωπευομένη προμήθειας διαμεσολάβησης κατά την πώληση των επιδίκων ακινήτων, από την αναιρεσίβλητη αγοράστρια τούτων, όπως και ως προς τις συναφείς ενέργειές τους πριν και κατά τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, αφού:
α) αναφέρεται μεν ότι είχε συγκληθεί για την πώληση αυτή η γενική συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης, αλλά δεν προσδιορίζεται τί αποφασίσθηκε ούτε ποιοί μετείχαν και ποιό ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου αντιπροσώπευαν και β) για τον εν γνώσει τελούντα των ως άνω περιστατικών -κατόπιν πληροφορήσεως του εκκαθαριστή ΒΒ- μάρτυρα της αναιρεσίβλητης και μέτοχο αυτής ΔΔ δεν προσδιορίζεται πόσες μετοχές είχε και αν αυτές αντιπροσώπευαν την πλειοψηφία ή μειοψηφία των μετοχών της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, ώστε να εκτιμηθεί ο βαθμός γνώσης από την αναιρεσίβλητη της προβαλλόμενης ως αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς των εκκαθαριστών της. 3) Ως προς την αναγκαία συμμετοχή, στην πώληση και είσπραξη παράνομης προμήθειας 200.000.000 δραχμών από τον εκκαθαριστή ΒΒ, του δεύτερου εκκαθαριστή ΓΓ, στην οποία συμμετοχή προσδίδεται επίσης αντίθεση στα χρηστά ήθη, με συνέπεια να κρίνεται άκυρη η πώληση των επιδίκων ακινήτων, δεν παρατίθεται κάποια αιτιολογία ως προς το ενυπάρχον, σε κάθε δικαιοπραξία αυτού του είδους και αποδοκιμαστέο αίτιο, που κίνησε αυτόν να καταχρασθεί της εμπιστοσύνης της αντιπροσωπευομένης του (αναιρεσίβλητης), συμπράττονtας με ψευδείς δηλώσεις του για την ύπαρξη πραγμάτων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος κάτω από το έδαφος των πωλουμένων ακινήτων, με σκοπό μεγάλης υποβάθμισης της αγοραίας αξίας τους και από το ποσό της μείωσης να μην επιδιώξει να επωφεληθεί στο ελάχιστο ο ίδιος ούτε η αντιπροσωπευομένη του, αλλά μόνον η αγοράστρια και ο συνεκκαθαριστής του. 4) Με ελλιπή αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι για την αντίθεση στα χρηστά ήθη της πωλήσεως των επιδίκων ακινήτων λήφθηκαν υπόψη η αιτία (και αφορμή) που κίνησε τις συμβαλλόμενες εταιρίες και τους εκπροσώπους τους, ο σκοπός στον οποίο αυτές απέβλεψαν και το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων, συγκεκριμένα δε οι πράξεις και παραλείψεις των εκπροσώπων τους, χωρίς να προσδιορίζεται υπό ποία έννοια εκτιμήθηκε, για τη διάγνωση της αντιθέσεως της δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του ΑΑ ως αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας και ιδίως αν αυτός μερίμνησε για να δοθούν χρήματα "κάτω από το τραπέζι" στον ΒΒ, καθώς και η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης κατά την έκφραση της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεώς της δια των αντιπροσωπευόντων αυτή εκκαθαριστών της, αλλά αρκείται μόνον στο ότι οι ενέργειες των τελευταίων είχαν ως πρωταρχική επιδίωξη την εξυπηρέτηση ιδιοτελών επιδιώξεων του ενός από αυτούς και της κατά συμπαιγνία αντισυμβαλλόμενης αναιρεσείουσας προς βλάβη των νομίμων συμφερόντων της αναιρεσίβλητης.
Επομένως οι τρίτος κατά το τρίτο μέρος του, πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος του από το αναιρετήριο και πέμπτος και έκτος που πρόσθετου δικογράφου, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6859/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ