Legislator Case Law & Legislation
30/2007 AI generated

30/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 30/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 30 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

30/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 30 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
conviction of employee labor law violations unpaid work unemployment compensation benefits fluctuating incapacity for work unauthorized employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 30 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 30/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΝΤΥΠΟΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ....... , η οποία παραστάθηκε με το δικηγόρο της Ιωάννη Ζάβαλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2878/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6294/2002 και 1122/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/3/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 15/10/2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αναστασίου-Φιλητά Περίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991). Με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναιρέσεως αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό της περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή την αναιρεσίβλητη δεν προσέλαβε αυτή, αλλά ο μέτοχος της Χ1 για τις δικές του αποκλειστικές εργασίες. Όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας, τον οποίο απέρριψε, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα με την μεσολάβηση του Χ1, μέλους του Δ.Σ. της, έτσι δε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξ΄ άλλου το Εφετείο που δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή για τον ως άνω λόγο ως απαράδεκτη δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: την 1-4-1997 με τη μεσολάβηση του Χ1 , μέλους τότε του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε άτυπα από αυτήν (αναιρεσείουσα) για να προσφέρει την υπηρεσία της αρχικά ως μαθητευόμενη και αργότερα ως εσωτερική συντάκτρια της εκδιδομένης από την αναιρεσείουσα ημερησίας εφημερίδας με τον τίτλο "....... " στο αθλητικό τμήμα αυτής. Ειδικότερα προσερχόταν καθημερινά στα γραφεία της εφημρίδας, πλην Σαββάτου, και αφού συνέλεγε πληροφορίες κυρίως τηλεφωνικά, αλλά και με την παρακολούθηση από την ίδια αθλητικών γεγονότων, συνέτασσε κείμενα, τα οποία μετά από έλεγχο και έγκριση από τον προϊστάμενο του αθλητικού τμήματος και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδος, δημοσιεύονταν ενυπόγραφα από την ίδια ή μαζί με άλλο συντάκτη. Για την εργασία της αυτή, που διήρκεσε μέχρι 6-1-2000 οπότε απεχώρησε, απασχολείτο μέχρι το Σεπτέμβριο του 1998 από Δευτέρα μέχρι Πέμπτη από 12.00 μέχρι 23.00 Παρασκευή από 12.00 μέχρι 21.00 και Κυριακή από 15.00 μέχρι 23.00 μετά δε το Σεπτέμβριο του 1998 τις ως άνω ημέρες από 16.30 μέχρι 22.00. Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και τις επικρατούσες στις συναλλαγές συνήθειες, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σιωπηρά σύμβαση εργασίας και η αναιρεσίβλητη λόγω έλλειψης συμφωνίας μισθού δικαιούται το νόμιμο μισθό που καθορίζεται από τις 26-10-1989, 16-12-1997 και 16-12-1999 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών ημερησίων εφημερίδων Αθηνών. Ετσι κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 μέχρι 31-12-1999 δικαιούται με δεδουλευμένους μισθούς, αποζημίωση Κυριακών, επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων, αποδοχές και επιδόματα αδείας συνολικά 8.409.531 δρχ. κατά τα λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτιθέμενα. Τέλος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που επαναφέρθηκε με τους πρόσθετους λόγους της έφεσής της, περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης γιατί αφενός δεν καταρτίστηκε με αυτήν σύμβαση εργασίας και αφετέρου παρήλθε όλο το επικαλούμενο από αυτήν χρονικό διάστημα της διάρκειας της συμβάσεως εργασίας της χωρίς να αξιώσει οποιαδήποτε αμοιβή και έτσι δημιουργήθηκε σε αυτήν (αναιρεσίβλητη) η πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσε την ένδικη αγωγή της, ενώ η ικανοποίηση των ενδίκων αξιώσεων θα της προκαλέσει σημαντική ζημία, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, καταρτίστηκε με την αναιρεσίβλητη σιωπηρά σύμβαση εργασίας από την παροχή της οποίας η ίδια ωφελήθηκε και συνεπώς, ανεξάρτητα της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος χωρίς η αναιρεσίβλητη να αξιώσει τις αποδοχές της, ούτε μπορούσε να δημιουργήσει σ' αυτήν πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσε την ένδικη αγωγή της, ούτε προκάλεσε σ' αυτήν ζημία. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε εν μέρει την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο των τόκων και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ως άνω αναγραφόμενο ποσό . Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 281 ΑΚ, αφού οι εκτεθείσες αιτιολογίες του στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου στο άρθρο 3 της από 26-10-1989 Σ.Σ.Ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών ημερησίων εφημερίδων Αθηνών που είναι μέλη της ΕΙΕΑ" (287/31-10-1989 πρακτικό καταθ. Υπ. Εργασίας, 132/22-11-1989 πράξη καταθέσεως στο Ειρηνοδικείον Αθηνών", η ισχύς της οποίας άρχισε από 1-1-1989 (άρθρο 11), ορίζεται ότι οι προσλαμβανόμενοι για πρώτη φορά σε εφημερίδα ως συντάκτες, θα παίρνουν ως συμβολικό μισθό μαθητείας το μισό (1/2) του βασικού μισθού του πρώτου κλιμακίου εσωτερικού συντάκτη της συμβάσεως αυτής και θα ασφαλίζονται στο ΤΣΠΕΑΘ αμέσως μόλις προσληφθούν. Ο χρόνος μαθητείας δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να ξεπερνάει τους τρεις μήνες, ύστερα από την πάροδο των οποίων θα πρέπει να εντάσσονται πλέον στην παραπάνω μισθολογική κλίμακα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο κατά το πρώτο μέρος του (από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε που απέρριψε "σιγή" τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής ως προς τα αιτούμενα κονδύλια για καταβολή επιδομάτων, μισθού αναπλήρωσης, αποζημίωση Κυριακών και μη καταβολής νομίμων αποδοχών, "αφού η αντίδικος στην αγωγή της δεν ανέφερε ούτε πως από μαθητευομένη εξελίχθηκε σε συντάκτρια, σύμφωνα με ποια Σ.Σ.Ε. θα έπρεπε να υπολογισθούν οι αποδοχές της, από ποίον προσελήφθη, ποιες είναι οι συγκεκριμένες ημερομηνίες απασχόλησής της κατά μήνα ώστε να υπολογισθούν τα ακριβή τυχόν οφειλόμενα ποσά εκ των απαιτουμένων κονδυλίων. Αοριστία υφίσταται ειδικότερα και στο αιτούμενο κονδύλιο για αποζημίωση εργασίας κατά τις Κυριακές όπου όλως αορίστως αναφέρεται ότι εργαζόταν όλες τις Κυριακές, χωρίς να προσδιορίζει ποιές". Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε σχετικώς ότι είχε προσληφθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης - αναιρεσείουσας την 1-11-1997 για να προσφέρει τις υπηρεσίες της αρχικώς ως μαθητευομένη και στη συνέχεια ως εσωτερική συντάκτρια (δημοσιογράφος) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στο αθλητικό τμήμα της ημερήσιας εφημερίδας ..... , ότι πρόσφερε την εργασία της στα γραφεία της εφημερίδας αυτής όλες τις ημέρες της εβδομάδος, εκτός Σαββάτου, με ωράριο εργασίας από Δευτέρα έως Πέμπτη 12.00΄ - 23.00΄ μ.μ., την Παρασκευή από 12.00΄ έως 21.00΄ μ.μ. και την Κυριακή από 15.00΄ έως 23.00΄ μ.μ., ώρα, ότι οι αποδοχές της καθορίζονται από τις οικείες Σ.Σ.Ε., ότι με βάση την από 26-10-1989 Σ.Σ.Ε. ο χρόνος μαθητείας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες και ότι κατά το πρώτο τρίμηνο από την πρόσληψή της (1-11-1997) μέχρι 31-1-1998 υπολόγισε τις αποδοχές της στο ήμισυ (1/2) του βασικού μισθού του πρώτου κλιμακίου εσωτερικού συντάκτη της ανωτέρω Σ.Σ.Ε.. ΄Ετσι, όπως έχει η ένδικη αγώγή είναι κατ΄ άρθρο 216 παρ. 1 ορισμένη και συνεπώς οι ανωτέρω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Δεν έσφαλε, επομένως, το Εφετείο που, με την προσβαλλομένη, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της και απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία τους αβάσιμους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας. Πρέπει κατά τούτο να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης. Με το δεύτερο μέρος του τρίτου ως άνω λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης στην προσβαλλομένη απόφαση επαρκών αιτιολογιών κατά την κρίση της της απόρριψης των ως άνω αναφερομένων ισχυρισμών. Κατά το μέρος αυτό, ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο έκρινε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, για το παραδεκτό ή νόμω βάσιμο της αγωγής ή της ενστάσεως.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-3-2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΝΤΥΠΟΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε." για αναίρεση της 1122/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ