30/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Αθανάσιο Μπρίλλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Legislator headnote
AI generated30/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι αυτή τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Επειδή, προκειμένου για παραπεμπτικό βούλευμα, υπάρχει η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 περ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 30 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 30/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Αθανάσιο Μπρίλλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1812/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 148/2005. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα, με αριθμό 389.19-9-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 193/10-12-2004 αίτηση αναιρέσεως του Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1812/18-11-2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, με το υπ'αριθμ. 209/30-6-2003 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ανωτέρω κατηγορούμενο Π.
Γ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την τέλεση του αξιοποίνου αδικήματος της κατ'εξακολούθηση υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, συνολικού ύψους άνω των 25.000.000 δραχμών (άρθρα 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ.), το οποίο φέρεται ότι διέπραξε αυτός, κατά το έτος 2001, στη Χαλκίδα και σε βάρος της Α.
χήρας του Ι. Α., κατοίκου Πολιτικών Χαλκίδας. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος, ο ανωτέρω κατηγορούμενος άσκησε έφεση και, κατόπιν τούτου, εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 1812/18-11-2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη στην ουσία της η έφεση αυτού και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα.
Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος (υπ'αριθμ. 1812/2004), στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων Π. Γ. με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 παρ. 1 και 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), αφού ασκήθηκε την 10-12-2004 με δήλωση ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Αθηνών και το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 17-12-2004.
Επί πλέον, ασκήθηκε αυτή από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο (άρθρα 463 και 482 παρ. 1 περ. α' Π.Κ.) και περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, ήτοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς, είναι αυτή τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Επειδή, προκειμένου για παραπεμπτικό βούλευμα, υπάρχει η από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 περ.
δ' Κ.Π.Δ., όταν σ'αυτό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και οι αποδείξεις με τις οποίες το Δικαστικό Συμβούλιο κατέληξε στην κρίση ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας για την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη και την παραπομπή του γι'αυτήν στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου (ΑΠ 646/2000 ΠΧ ΝΑ' σελ. 32).
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ενώ αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την κατά νόμο θεμελίωση του αδικήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται να συντρέχουν τα εξής στοιχεία:
α') κινητό πράγμα, β') το πράγμα να είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) ως προς τον υπεξαιρέτη, γ') ιδιοποίηση αυτού από τον κάτοχό του χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία και με δόλια προαίρεση, δ') το πράγμα να είναι, κατά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και ε') να έχουν εμπιστευθεί το πράγμα στον υπαίτιο λόγω συνδρομής μίας τουλάχιστον περιπτώσεως από τις περιοριστικά αναφερόμενες στη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 375 Π.Κ. (ΑΠ 481/2000 ΠΧ Ν' σελ. 933).
Ο προσδιορισμός του αντικειμένου της πράξεως ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας ή το δικαστικό συμβούλιο, με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση αν αυτή (αξία) είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής (ΑΠ 1685/1998 ΠΧ ΜΘ' σελ. 941).
Για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως και δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, την οποία εξουσία αντλεί από το νόμο ή από σύμβαση (ΑΠ 975/2000 ΠΧ ΝΑ' σελ. 221).
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1812/18-11-2004 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Π. Γ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για την τέλεση του αξιοποίνου αδικήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος.
Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ότι, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία συγκεντρώθηκαν από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Π. Γ., περί τα μέσα του έτους 2000, επισκέφθηκε, στην κατοικία της στα Πολιτικά Ευβοίας, την ηλικίας άνω των 80 ετών Α.
Α., που είχε χηρεύσει από εικοσαετίας περίπου και, αφού εμφανίσθηκε σ'αυτήν ως μακρινός συγγενής του προ πολλών ετών αποβιώσαντος συζύγου της, της εξέφρασε την επιθυμία του να τη βοηθήσει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που είχε λόγω της μεγάλης της ηλικίας, της ελλείψεως τέκνων και της μη υπάρξεως κοντά στον τόπο της κατοικίας της συγγενών της.
Ο κατηγορούμενος, με την εν γένει συμπεριφορά του, τις συνεχείς επισκέψεις και τις τακτικές επαφές που είχε με αυτήν, κατόρθωσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Α. Α., την οποία, μετά από αυτό, έπεισε να μεταβούν σε συμβολαιογράφο στη Χαλκίδα, προκειμένου να τον καταστήσει αυτή πληρεξούσιό της, αντίκλητο και αντιπρόσωπό της, με ειδικές εντολές και δικαιώματα σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της.
Ειδικότερα, έπεισε αυτή να καταρτίσει και το υπ'αριθμ. .../6-7-2000 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Μαρίας Τζώρτζη, με το οποίο του χορήγησε, μεταξύ άλλων, εντολή και πληρεξουσιότητα, αντί αυτής και για λογαριασμό της, να πουλήσει την ακίνητη περιουσία της, επιπροσθέτως δε να διαχειρίζεται όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, να καταθέτει χρήματα σε Τράπεζες και να εισπράττει χρήματα από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή Τράπεζα.
Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, μετά την κατάρτιση του ανωτέρω πληρεξουσίου, πούλησε σε τρίτους τρία οικόπεδα της Α. Α., ευρισκόμενα στον οικισμό της παραλίας των Πολιτικών Ευβοίας, αντί τιμήματος, κατά την αντικειμενική τους αξία, 15.612.452, 25.755.735 και 18.296.285 δραχμών, αντιστοίχως, το οποίο και κατεβλήθη σ'αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και πληρεξουσίου της ιδιοκτήτριας των οικοπέδων αυτών.
Επίσης, έχοντας το δικαίωμα αυτό δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου, πούλησε και μεταβίβασε στον εαυτό του δι'αυτοσυμβάσεως μία οικία της Α. Α., ευρισκομένη στα Πολιτικά Ευβοίας, αντικειμενικής αξίας 9.110.127 δραχμών. Το σύνολο των για λογαριασμό της Α. Α. εισπραχθέντων ως άνω χρηματικών ποσών, το οποίο ανήρχετο σε 68.774.599 δραχμές (15.612.452 + 25.755.735 + 18.296.285 + 9.110.127 = 68.774.599 δρχ.), εκτός από ένα ποσό ύψους 10.000.000 δραχμών, το οποίο παρέδωσε τμηματικώς σ'αυτήν, δεν απέδωσε ο κατηγορούμενος, όπως όφειλε, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, στην Α.
Α., αν και οχλήθηκε προφορικώς, αλλά και εγγράφως από αυτή, με την από 7-2-2002 εξώδικη πρόσκλησή της, η οποία του επεδόθη μαζί με την υπ'αριθμ. .../7-2-2002 πράξη του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννου Στρουμπούλη, με την οποία είχε παύσει, λόγω ανακλήσεως εκ μέρους της Α. Α., η μεταξύ τους σχέση εντολής και πληρεξουσιότητας, αλλά το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της Α.
Α.. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε ότι υπάρχουν εν προκειμένω σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Π. Γ. για την τέλεση του αποδιδομένου σ'αυτόν αξιοποίνου αδικήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και, για το λόγο αυτό, απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την έφεση που είχε ασκήσει αυτός κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο και επικύρωσε.
Δέχθηκε, επίσης, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με ειδικώς αιτιολογημένες σκέψεις, ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι στις προαναφερθείσες πωλήσεις των ακινήτων της Α. Α. προέβη κατόπιν εντολών που με ελεύθερη βούληση του έδωσε αυτή, η οποία, κατά το χρόνο συντάξεως των σχετικών συμβολαίων, είχε νοητική διαύγεια και συνείδηση των πραττομένων και, επί πλέον, τον αγαπούσε σαν παιδί της.
Τους ισχυρισμούς αυτούς του κατηγορουμένου, ο οποίος μάλιστα, όπως επισημαίνεται, έχει βεβαρημένο ποινικό παρελθόν, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν τους θεωρεί πειστικούς, ούτε ικανούς να κλονίσουν τις σοβαρές σε βάρος του ενδείξεις ενοχής, οι οποίες προκύπτουν από τη συνεκτίμηση όλων των συλλεγέντων από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικών στοιχείων.
Επειδή, από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε, με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1812/18-11-2004 βούλευμά του, ως αβάσιμη στην ουσία της, την έφεση που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Π. Γ. κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές με το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεδομένου μάλιστα και του ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, για να καταλήξει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στην παραπεμπτική γι'αυτόν κρίση του, έλαβε υπ'όψιν του και συνεκτίμησε όλα τα συλλεγέντα από την ενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικά στοιχεία και δεν αγνόησε κάποια από αυτά, όπως αυτός αβασίμως υποστηρίζει, ενώ, επί πλέον, αιτιολογημένα προσδιορίζεται επακριβώς και το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας αντικείμενο της υπεξαιρέσεως, ανερχόμενο στο ποσό των 58.774.599 δραχμών (68.774.599 -10.000.000 = 58.774.599 δρχ.), προσδιορισμός που αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας ή το δικαστικό συμβούλιο (ΑΠ 1685/1998 ΠΧ ΜΘ' σελ. 941). Κατόπιν των ανωτέρω, από τα οποία προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Για τους ανωτέρω λόγους Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 193/10-12-2004 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1812/18-11-2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος ως άνω Π. Γ..
Αθήναι, 4 Απριλίου 2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Νικ. Τσίμας.
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10-12-2004 αίτηση διώκεται η αναίρεση του 1812/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε στην ουσία της την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του 209/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για να δικαστεί για την αποδιδόμενη σ' αυτόν κακουργηματική υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικού ύψους άνω των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ), που του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου-διαχειριστή ξένης περιουσίας και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα.
Η αίτηση αναίρεσης πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του παραδεκτού και ερευνάται περαιτέρω. Όπως προκύπτει από το πληττόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο για την ανωτέρω πράξη, δεχόμενο ειδικότερα τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Π.
Γ., περί τα μέσα του έτους 2000, επισκέφθηκε, στην κατοικία της στα Πολιτικά Ευβοίας, την ηλικίας άνω των 80 ετών Α. Α., που ήταν χήρα από εικοσαετίας περίπου και, αφού εμφανίσθηκε σ' αυτήν ως μακρινός συγγενής του προ πολλών ετών αποβιώσαντος συζύγου της, της εξέφρασε την επιθυμία του να τη βοηθήσει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που είχε λόγω της μεγάλης της ηλικίας της ελλείψεως τέκνων και της μη υπάρξεως κοντά στον τόπο της κατοικίας της συγγενών της.
Ο κατηγορούμενος, με την εν γένει συμπεριφορά του, τις συνεχείς επισκέψεις και τις τακτικές επαφές που είχε με αυτήν, κατόρθωσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Α. Α., την οποία, μετά από αυτό έπεισε να μεταβούν σε συμβολαιογράφο στη Χαλκίδα, προκειμένου να τον καταστήσει αυτή πληρεξούσιό της, αντίκλητο και αντιπρόσωπό της, με ειδικές εντολές και δικαιώματα σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της.
Ειδικότερα, έπεισε αυτή να καταρτίσει και το με αριθ. .../6-7-2000 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Μαρίας Τζώρτζη, με το οποίο του χορηγούσε, μεταξύ άλλων, εντολή και πληρεξουσιότητα, αντί αυτής και για λογαριασμό της, να πωλήσει την ακίνητη περιουσία της, επιπροσθέτως δε να διαχειρίζεται όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, να καταθέτει χρήματα σε Τράπεζες και να εισπράττει χρήματα από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή Τράπεζα.
Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, μετά την κατάρτιση του ανωτέρω πληρεξουσίου, πώλησε σε τρίτους τρία οικόπεδα της Α. Α., ευρισκόμενα στον οικισμό της παραλίας των Πολιτικών Ευβοίας, αντί τιμήματος, κατά την αντικειμενική τους αξία, 15.612.452, 25.755.735 και 18.296.285 δραχμών, αντιστοίχως, το οποίο και καταβλήθηκε σ' αυτόν από τους αγοραστές τους, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και πληρεξουσίου της ιδιοκτήτριας των οικοπέδων αυτών.
Επίσης, έχοντας το δικαίωμα αυτό, δυνάμει του παραπάνω πληρεξουσίου, πώλησε και μεταβίβασε στον εαυτό του δι' αυτοσυμβάσεως μία οικία της Α. Α., ευρισκόμενη στα Πολιτικά Ευβοίας, αντικειμενικής αξίας 9.110.127 δραχμών. Το σύνολο των, για λογαριασμό της Α. Α., εισπραχθέντων ως άνω χρηματικών ποσών, το οποίο ανερχόταν σε 68.296.599 δραχμές (ήτοι 15.612.452 + 25.755.735 + 18.296.285 + 9.110.127=68.774.599 δρχ.) εκτός από ένα ποσό ύψους 10.000.000 δρχ., το οποίο απέδωσε τμηματικώς σ' αυτήν, δεν απέδωσε ο κατηγορούμενος, όπως όφειλε, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, στην Α.
Α., αν και οχλήθηκε προφορικώς, αλλά και εγγράφως από αυτή, με την από 7-2-2002 εξώδικη πρόσκλησή της, η οποία του επιδόθηκε μαζί με την υπ' αριθμ. .../7-2-2002 πράξη του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννη Στρουμπούλη, με την οποία είχε παύσει, λόγω ανακλήσεως εκ μέρους της Α. Α., η μεταξύ τους σχέση εντολής και πληρεξουσιότητας, αλλά το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της Α.
Α.. Δέχθηκε επίσης το Συμβούλιο Εφετών, ότι η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο υπ' αριθμ. 6074/2-1-2003 πράξη ανακλήσεως εκ μέρους της παθούσας, με την οποία προέβη σε ανάκληση οποιουδήποτε πληρεξουσίου είχε χορηγηθεί προς τους δικηγόρους Χαλκίδας Ανέστη Μπαρσάκη και Δημήτριο Ανδρέου και την ανηψιά της Γ.
Ζ.-Σ., σχετικά με την έγερση της από 15-7-2002 αγωγής περί ακυρώσεως δικαιοπραξιών πωλήσεων των ακινήτων της από τον κατηγορούμενο, δεν συνέχεται με την ενοχή του τελευταίου για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, καθόσον η παθούσα εξέφρασε την πραγματική της βούληση με την ανάκληση των με αριθ. 18415 και .../6-7-2000 πληρεξουσίων προς τον κατηγορούμενο.
Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι με βάση τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση. Αφού δε απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικύρωσε το τελευταίο.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα, όλες τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του πιο πάνω κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 1 και 2 εδ.
α', β' του ΠΚ, όπως ισχύει, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα συλλεγέντα από την ενεργηθείσα κύρια ανάκριση αποδεικτικά στοιχεία και δεν αγνόησε κάποια από αυτά, όπως αβασίμως υποστηρίζει αυτός, ενώ, επί πλέον αιτιολογημένα προσδιορίζει στο βούλευμά του επακριβώς και το ιδιαίτερης μεγάλης αξίας αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ανερχόμενο στο ποσό των 58.774.599 δραχμών (68.774.599 - 10.000.000), προσδιορισμός που αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας ή το δικαστικό συμβούλιο.
Επομένως, ο από το άρθρο 684 παρ. 1 στοιχ. δ' μοναδικός λόγος της κρινόμενης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση του Π. Γ. του Ι., για αναίρεση του με αριθ. 1812/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2005. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ