Supreme Court dismisses appeal in debt dispute, ruling overdraft caused insolvency rather than income reduction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision regarding his debt obligations. The appellant argued that his inability to pay was due to income reduction, but the court found the evidence proved insolvency resulted from excessive borrowing starting in 1991. Consequently, the court ruled that the appellant knowingly accepted financial risks he could have predicted, leading to the rejection of his claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 of Law 3869/2010; Art. 560 no. 6 of the Code of Civil Procedure: The court may not overturn a final judgment if the lower court correctly applied the statutory rule that insolvency due to excessive borrowing constitutes fraud, even if the debtor claims subsequent income reduction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 309 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 309/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Α., κατοίκου Λ. Ζ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Κεραμίδα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" ("...
AEΔΑΔΠ"), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας επ' ονόματι και για λογαριασμό της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... υπό ειδική εκκαθάριση", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, εταιρεία με την επωνυμία "...
Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "... Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ υπό ειδική εκκαθάριση", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, εταιρεία με την επωνυμία "...
Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "... Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 7) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ", ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας ή Οργανισμός Εργατικής Εστίας" και ήδη "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης" (ΔΥΠΑ), που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευτέρπη Σοφιάδου, το 6ο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 7ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σαραμαντά, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, ενώ οι 1η, 2η, 3η και 5η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2018 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 4η, 6ο και 7ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες της 4ης και του 7ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 5-12-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 1/2-1-2023) αίτηση αναίρεσης πλήττεται η υπ' αριθμ. ...2021 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επομ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ερήμην της πρώτης, δεύτερης, τέταρτης, πέμπτης και έβδομου των εφεσιβλήτων, ήδη πρώτης, δεύτερης, τέταρτης, πέμπτης και έβδομου των αναιρεσίβλητων, ως προς τους οποίους εχώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και ως προς αυτούς, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 14...2025, Α.Π. 705/2024, Α.Π. 1058/2023, Α.Π. 780/2022, Α.Π. 1376/2021, Α.Π. 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558, 564 παρ. 3,566,741 και 769 Κ.Πολ.Δ.), ήτοι εντός της διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης, η οποία έλαβε χώρα στις 19-2-2021, αφού δεν προκύπτει επίδοση αυτής. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 224/2023, Α.Π. 115...2023).
Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 534/2023, Α.Π. 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος-οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 14...2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 5-12-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ...2021 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (31-5-2024), δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων, ανώνυμες εταιρείες, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείοντα εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθμ. 9916 Γ'/6-3-2023, 9919 Γ'/6-3-2023, 9915 Γ'/6-3-2023 και 9920Γ'/6-3-2023 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Κ.. Δ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα στις ως άνω αναιρεσίβλητες.
Συνακόλουθα, εφόσον οι τελευταίες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την παραπάνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση (ως εκ του χρόνου υποβολής της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο Ζακύνθου, την 1-11-2018), μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".
Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα, ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 77/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (Α.Π. 135...2021).
Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021).
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία, αναλαμβάνει, και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων, σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021).
Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 758/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 4...2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 31-10-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 46/2018) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση αυτών (οφειλών του), κατά το άρθρο 8 του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου, και ολόκληρης της περιουσίας του και του δίκυκλου οχήματος που αναφέρει.
Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3/2020 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο, αφού απέρριψε: α) ως απαράδεκτη την αίτηση, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, ως προς το έβδομο των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)" και ήδη "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης", ήδη έβδομο αναιρεσίβλητο και β) ως μη νόμιμη, ως προς το έκτο των μετεχόντων στη δίκη, Ελληνικό Δημόσιο, ήδη έκτο αναιρεσίβλητο, εν συνεχεία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος ως τους λοιπούς μετέχοντες στη δίκη πιστωτές, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία να εκπληρώσει τις δανειακές του υποχρεώσεις.
Κατόπιν άσκησης από τον αιτούντα-αναιρεσείοντα έφεσης κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (...2021) του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, το οποίο, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την προταθείσα πρωτοδίκως και στην κατ' έφεση δίκη από τη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, εν συνεχεία δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ακολούθως απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, ότι το δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, για το λόγο ότι έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένσταση της τρίτης καθ' ης η αίτηση, ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος, ήδη αναιρεσείοντος σε αδυναμία πληρωμών, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της υπ' αριθμ. 3/2020 του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου και της εκδοθείσας επ' αυτής, υπ' αριθμ. ...2021, προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, καθώς και από όσα διαλαμβάνονται στις από 25-9-2019 προτάσεις της τρίτης καθ' ης η αίτηση-ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι η τελευταία, προκειμένου να θεμελιώσει τον ως άνω ισχυρισμό της, επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "...Στην επίδικη περίπτωση, ο αιτών, έχοντας πλήρη γνώση των οικονομικών του δυνατοτήτων και ικανότητα αντίληψης των συνεπειών των πράξεών του, προέβη στην ανάληψη υπέρογκων ποσών, συνάπτοντας σωρεία δανειακών συμβάσεων, μολονότι, με βάση τα μηνιαία του εισοδήματα, ήταν βέβαιο εξαρχής η μη εξυπηρέτηση υποχρεώσεων, που με τη βούλησή του ανέλαβε, διαβεβαιώνοντας μάλιστα κατά τον κρίσιμο χρόνο των χορηγήσεων τις αντισυμβαλλόμενες Τράπεζες για τη φερεγγυότητά του.
Συγκεκριμένα, ο αιτών σύναψε συνολικά 8 δανειακές συμβάσεις με 5 διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα, στεγαστικό, πιστωτικές κάρτες, συνολικού ποσού 179.530,96 ευρώ κατά τα αναγραφόμενα στην ένδικη αίτηση. Ακολούθως, ... στην έννοια του "οφειλέτη" που δικαιούται να υπαχθεί στο νόμο 3869/2010 και να του δοθεί "μία δεύτερη ευκαιρία" δεν περιλαμβάνεται, εκείνος ο πολίτης, ο οποίος ανέλαβε δανειακές υποχρεώσεις τέτοιου ύψους.
Σε όλο δε αυτό το χρονικό διάστημα του αλόγιστου και υπέρογκου δανεισμού του δεν μεσολάβησε κανένα έκτακτο, απρόβλεπτο γεγονός στη ζωή του, που να δικαιολογούσε την αυξημένη ανάγκη του για πίστωση. Εξάλλου, δεν προκύπτει από κανένα σημείο της αίτησης το ότι ο αιτών, μπορούσε εξ αρχής να εξυπηρετήσει τις δανειακές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει. ...Εξ όλων των ανωτέρω είναι προφανές ότι ο αιτών περιήλθε από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, αφού αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και φρόνηση προέβαινε σε διαρκείς λήψεις δανείων, ενώ εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική του κατάσταση, και ότι δεν θα μπορούσε να τα εξυπηρετήσει μελλοντικά, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που είχε...".
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ως άνω ένσταση από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος- αναιρεσείοντος σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, η οποία παραδεκτά προβλήθηκε πρωτοδίκως και στην κατ' έφεση δίκη, είναι σαφής και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία, κατ' άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ., περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της αναφερόμενης στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ.
και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό περί δόλου. Πιο συγκεκριμένα, η τρίτη αναιρεσίβλητη μνημονεύει με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου και ειδικότερα: α) αναφέρει το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο αιτών- αναιρεσείων έλαβε από τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα και τα οποία οφείλει ανερχόμενα στο ποσό των 179.530,96 ευρώ συνολικά, β) μνημονεύει τις οικονομικές δυνατότητες του αιτούντος, ήτοι ότι με βάση τα μηνιαία εισοδήματά του ήταν βέβαιη εξαρχής η μη εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων και γ) αναφέρει ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα και ειδικότερα τις οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, γνώριζε εξαρχής ότι δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε και ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος- αναιρεσείοντος κατά την ανάληψη των χρεών του, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτού με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής του κατάστασης και της πρόθεσής του να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής του ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης δόλου.
Συνακόλουθα, το, ως άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, με το να κρίνει ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ ...2019, Ολ.ΑΠ 8/2018).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Α.Π. 1913/2022, Α.Π. 55...2020, Α.Π. 507/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ...2021 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών (ήδη αναιρεσείων), ηλικίας σήμερα 52 ετών, είναι παντρεμένος με την Γ.
Κ. και έχει δύο ενήλικα τέκνα, ηλικίας 31 και 26 ετών και εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος (οδηγός) με μηνιαίες αποδοχές 631,65 ευρώ, εργασία την οποία έκανε και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης το έτος 2018. Η σύζυγός του δεν εργάζεται. Περαιτέρω, ο αιτών από το έτος 1991 έως και το έτος 2004 έλαβε 8 πιστωτικά προϊόντα από τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές (στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια) με αποτέλεσμα να οφείλει κατά την κατάθεση της αίτησης το συνολικό ποσό των 179.530,96 ευρώ.
Για την εξόφληση των ανωτέρω δάνειων του ο αιτών έπρεπε να καταβάλλει μηνιαίως στους πιστωτές του, όταν προστέθηκε και το τελευταίο, δόσεις συνολικού ποσού 1.736,50 ευρώ, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αίτησή του, χωρίς στο ποσό αυτό να υπολογίζονται οι μηνιαίες δόσεις προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η συνολική οφειλή προς την οποία ανερχόταν, κατά την κατάθεση της αίτησης, στο ποσό των 11.273,26 ευρώ, καθότι δεν προσκομίζεται σχετική βεβαίωση από την τράπεζα, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο.
Τέλος, από το έτος 2002 έως το έτος 2004, που ο αιτών έλαβε τα τελευταία του δάνεια, τα μηνιαία εισοδήματά του ανήρχοντο για το έτος 2002 στο ποσό των 208,44 ευρώ, για το έτος 2003 στο ποσό των 514,16 ευρώ και για το έτος 2004 στο ποσό των 813,62 ευρώ και τα μηνιαία οικογενειακά στο ποσό των 221,55 ευρώ, 527,28 ευρώ και 826,82 ευρώ αντίστοιχα (βλ.
προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος των οικονομικών ετών 2003, 2004 και 2005), με υποχρέωση καταβολής μηνιαίας δόσης μεγαλύτερης του ποσού των 1.736,50 ευρώ. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος ήταν σαφώς μικρότερο από τις μηνιαίες δόσεις των δανείων του, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει τα δάνειά του ήδη κατά τη λήψη τους, εξαιτίας φυσικά του υπερβολικού δανεισμού του.
Και αν ακόμα ήθελε γίνει δεκτό ότι οι μηνιαίες υποχρεώσεις του αιτούντος προς τις πιστώτριες τράπεζες ανήρχοντο στο ποσό των 600 ευρώ, όπως ο ίδιος κατέθεσε εξεταζόμενος ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και πάλι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, αφού τα εισοδήματά του μέχρι το έτος 2003 ήταν κατώτερα του ποσού των 600 ευρώ, για δε το έτος 2004 ήταν μόλις 200 ευρώ ανώτερα, ποσό που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επαρκέσει για τη συντήρηση μια τετραμελούς οικογένειας με δύο ανήλικα, τότε, τέκνα.
Ας σημειωθεί ότι δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο η ύπαρξη μεγαλύτερων εισοδημάτων στο πρόσωπο του αιτούντος καθ' όλο το διάστημα του δανεισμού του. Με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι ο αιτών προκάλεσε με δόλο μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του, επειδή γνώριζε από την αρχή που τα ανέλαβε, ότι ήταν υπέρογκα σε σχέση με τα εισοδήματά του και ότι ενδεχομένως δεν θα μπορούσε να τα αποπληρώσει και εντούτοις το αποδέχθηκε.
Επομένως, είναι βάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση περί δόλου της τρίτης εφεσίβλητης (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης), την οποία νομοτύπως πρόβαλε πρωτοδίκως και ήδη επαναφέρει ως εφεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, του ισχυρισμού αυτού ενεργούντος και υπέρ των λοιπών πιστωτών, παρά το ότι δεν προεβλήθη από αυτούς, καθότι οι περισσότεροι πιστωτές τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί παθητικής αναγκαίας ομοδικίας (...).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση, σε ορθό κατ' αποτέλεσμα του διατακτικού οδηγήθηκε και πρέπει κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή εσφαλμένα εκτιμήθηκαν οι αποδείξεις από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να απορριφθεί ως αβάσιμος...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αιτούντος- ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 3/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, που ομοίως είχε απορρίψει την αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αλλά με διαφορετική αιτιολογία, την οποία αντικατέστησε.
Τα περιστατικά αυτά, που το, ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, ανελέγκτως, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, η αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων δεν οφείλεται σε σταδιακή μείωση των εισοδημάτων του, αλλά στον υπερδανεισμό του, ο ίδιος δε γνώριζε εξ αρχής, σε κάθε δε περίπτωση μπορούσε να προβλέψει, ότι ο υπερδανεισμός, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του δυνατότητες, θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε την συμπεριφορά αυτή.
Ο αναιρεσείων διατείνεται περαιτέρω ότι το ως άνω δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς καμία αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι οι δανειακές του υποχρεώσεις εξυπηρετούνταν κανονικά μέχρι το έτος 2009, οπότε σταμάτησε πλέον να τις εξυπηρετεί. Όπως, όμως, προκύπτει από της παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ως άνω ισχυρισμό αιτούντος-ήδη αναιρεσείοντος και, κατέληξε, ανέλεγκτα, στο, σαφώς διατυπούμενο, αποδεικτικό πόρισμα, ότι η περιέλευσή του σε κατάσταση μόνιμης και πλήρους αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, οφείλεται στο γεγονός ότι, ήδη από το έτος 1991 έως το έτος 2004 (που έλαβε τα τελευταία του δάνεια), είχε αναλάβει χρέη αναντίστοιχα προς το εισοδηματικό του επίπεδο, υπερβαίνοντας το όριο των οικονομικών του δυνατοτήτων, ενώ δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη μεγαλύτερων εισοδημάτων του καθ'όλο το διάστημα του δανεισμού του.
Συνεπώς, το ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, απορριπτομένου του δευτέρου λόγου αναίρεσης, εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., ως αβάσιμου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ. β'του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδαφ. β'του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 14...2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 55...2020, Α.Π. 1400/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 2-1-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ...2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ