Supreme Court dismisses appeal against family compensation verdict, upholding trial court's discretion on damages amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision awarding family compensation to the deceased's relatives. The appellant argued the compensation amount was excessive and lacked legal basis, while the lower court emphasized the need to consider the specific emotional impact on the children and the family's financial situation. The court ruled that the compensation amount falls within the lower court's discretionary power and is not subject to appellate review unless it violates legal principles, thus rejecting the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 § 1 and 559 of the Code of Civil Procedure; The amount of family compensation is determined by the trial court's assessment of factual circumstances and is not subject to appellate review unless it violates legal principles or exceeds reasonable limits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 309 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 309/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Δ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεάνθη Ρούσσο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Α., κατοίκου …, 2) Α. συζύγου Α. Π. του Ν., κατοίκου Βόλου, 3) Α. Π. του Αθανασίου, κατοίκου … και 4) Δ. Φ. του Α., κατοίκου …, ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου του Α. Φ., του οποίου ασκεί τη γονική μέριμνα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2011 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 401/2011 αγωγή, την από 2-11-2011 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 445/2011 ανακοίνωση δίκης, την από 8-12-2012 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 17/2013 πρόσθετη παρέμβαση, την από 15-10-2013 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 165/2013 ανακοίνωση δίκης, την από 18-6-2014 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 129/2014 ανακοίνωση δίκης και την από 7-1-2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 6/2015 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμόν 22/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο, αφού συνεκδίκασε, μαζί με τις εφέσεις άλλων διαδίκων, και τις εφέσεις του αναιρεσείοντος (εναγομένου) και των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) κατά της υπ' αριθμ. 56/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου και αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά των πρώτου, δεύτερης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και την έφεση της τρίτης αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης και την έφεση των πρώτου, δεύτερης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την από 15.9.2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και άλλων εναγομένων και τους υποχρέωσε να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος τα εκεί οριζόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και στέρηση διατροφής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά τη διάταξη άρθρου 932 AK σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ` εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 AK, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1979/2017).
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Η παράλειψη από αμέλεια της τήρησης εκ μέρους προσώπου που ανήκει σε συγκεκριμένο επαγγελματικό κύκλο των κανόνων επιστήμης και τέχνης, που κατά κοινή αναγνώριση, είναι εφαρμοστέοι στον κύκλο αυτό, πληροί επίσης την προϋπόθεση του παρανόμου κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και οδηγεί, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, στη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1521/2017).
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, ή την προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή της στέρησης της ελευθερίας του ενάγοντος, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014).
Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1467/2009).
Ακόμη, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεως της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό εκείνες των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παραβίαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011), θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιοποίνου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 237/2016).
Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1343/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1381/2022).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της πρόβλεψης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1381/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η Γ. Π. του Α., θυγατέρα των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων της κύριας αγωγής, αδελφή της τρίτης και νόμιμη εν ζωή σύζυγος του τέταρτου από αυτούς, από της γεννήσεως της έπασχε από συγγενή δίπτυχη αορτική βαλβίδα, δηλαδή η αορτική της βαλβίδα διέθετε δύο πτυχές αντί τριών, με αποτέλεσμα να καταπονείται η καρδιακή της λειτουργία λόγω αύξησης της πίεσης για τη διασφάλιση της κυκλοφορίας του αίματος και της ομαλής της λειτουργίας, λόγος για τον οποίο και υποβαλλόταν σε τακτικούς υπερηχοκαρδιογραφικούς ελέγχους.
Την παρακολούθηση της υγείας της ανέλαβε από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2002, ως θεράπων ιατρός της, ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής, καρδιολόγος ιατρός, ο οποίος είχε διαγνώσει από τότε ότι αυτή έπασχε από την προαναφερόμενη πάθηση. Σύμφωνα με την από 22.08.2002 διάγνωση του εν λόγω ιατρού, η αορτική της βαλβίδα ήταν συγγενώς δίπτυχος με σημείο ενώσεως μόλις επασβεστωμένο με διαβάθμιση πιέσεως 55 και 37 mmHG και πλήρη αντιρρόπηση και ανάγκη παρακολούθησης σε ετήσια βάση, ενώ σύμφωνα με την από 07.12.2004 διάγνωση του ίδιου ιατρού η αορτική της βαλβίδα ήταν συγγενώς δίπτυχος με σημείο ενώσεως ικανά επασβεστωμένο με διαβάθμιση πιέσεως 65 και 42 mmHG και πλήρη αντιρρόπηση και ανάγκη παρακολούθησης επίσης σε ετήσια βάση, έχοντας κατηγοριοποιηθεί ως μέσης προς σοβαρής αιμοδυναμικής κατάστασης.
Η επόμενη επίσκεψη της Γ. στο ιατρείο του άνω καρδιολόγου ιατρού ήταν στις 03.01.2006, ενώ την 1.8.2006 τον επισκέφθηκε, με τη συνοδεία της μητέρας της, οπότε αυτός πληροφορήθηκε ότι είχε καταστεί έγκυος και διάνυε την 14η εβδομάδα της κυήσεως της. Γνώριζε επίσης ο εν λόγω εναγόμενος, ως θεράπων ιατρός της, ότι αυτή από το έτος 2004 υποβαλλόταν σε ιατρικές εξετάσεις για πιθανή ύπαρξη δεικτών ερυθηματώδους λύκου και ότι, μετά από υπόδειξη δερματολόγου ιατρού του γενικού νοσοκομείου "Ι." της Θεσσαλονίκης, διερευνήθηκε η περίπτωση ενδοκαρδίτιδας, λοίμωξης δηλαδή και φλεγμονής των καρδιακών βαλβίδων και του ενδοκαρδίου, και ότι υποβλήθηκε σε εξετάσεις και υπέρηχο Doppler με αρνητικά αποτελέσματα, αλλά και ότι στις 22.02.2006 είχε εισαχθεί στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, επειδή εμφάνισε εξάνθημα στο κάτω άκρο της και θρομβοπενία (χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων), ότι παρέμεινε εκεί νοσηλευόμενη επί δύο ημέρες και ότι υποβλήθηκε σε σχετικές ιατρικές εξετάσεις, οι οποίες τέθηκαν υπόψη του και σύμφωνα με αυτές είχε διαγνωστεί, μεταξύ άλλων, ότι ο δείκτης διαβάθμισης πιέσεως στην αορτική βαλβίδα ήταν στο ύψος των maxPG=65 mmHG.
Σύμφωνα δε με την υπερηχογραφική καρδιολογική μελέτη του πρώτου τριμήνου της κύησης η ανωτέρω διαφορά πίεσης εξακολουθούσε να είναι στην ίδια περίπου τιμή (maxPG=60 mmHG), καθιστώντας τη Γ. Π. ως πάσχουσα από τουλάχιστον μετρίως σοβαρή στένωση αορτικής βαλβίδας απόρροια συγγενούς δίπτυχης αορτικής βαλβίδας.
Η τελευταία επισκέφθηκε στο ιατρείο του τον πρώτο εναγόμενο καρδιολόγο και στις 09.10.2006 και στις 22.11.2006. Η υπερηχογραφική καρδιολογική μελέτη, την οποία διενήργησε ο πρώτος εναγόμενος κατά την έναρξη του τρίτου τριμήνου της κύησης και ειδικότερα στις 22.11.2006, έδειξε επιδείνωση των ηχογραφικών μετρήσεων της αορτικής βαλβίδας και συγκεκριμένα ήταν συγγενώς δίπτυχος με σημείο ενώσεως σοβαρά επασβεστωμένο με διαβάθμιση πιέσεως 89 και 46 mmHG και αυτός διατύπωσε το συμπέρασμα του στο με την ίδια ημερομηνία έγγραφο του με τίτλο "υπερηχοκαρδιογραφικά σχόλια", ως εξής : "Συμπερασματικά, η συγγενώς δίπτυχος αορτική βαλβίδα με την καθ' υπεροχή στένωση αντιρροπείται πλήρως, έχοντας διέλθει το "κατώφλι" του τρίτου τριμήνου της κυήσεως της.
Η αύξηση της διαβάθμισης πιέσεως τελευταία είναι άμεσο αποτέλεσμα των αιμοδυναμικών αλλαγών της εγκυμοσύνης". Το γεγονός αυτό, της επιδείνωσης δηλαδή των άνω ηχογραφικών μετρήσεων της αορτικής βαλβίδας και της σημαντικής επιβάρυνσης του καρδιολογικού προβλήματος, αφού η διαβάθμιση πιέσεως βρέθηκε σε 89 mmHG η μεγαλύτερη και σε 46 mmHG η μικρότερη, με ικανή επασβέστωση και στένωση, όχι μόνο δεν ανησύχησε τον πρώτο εναγόμενο, αλλά αντιθέτως αυτός και τότε και από τη στιγμή που πληροφορήθηκε την κύηση ήταν καθησυχαστικός απέναντι στη Γ.
Π. και στους οικείους της, στηριζόμενος στα ευρήματα του ότι ήταν ασυμπτωματική και ότι η δίπτυχη αορτική βαλβίδα αντιρροπούταν πλήρως, πιστεύοντας ότι δεν θα επιδεινωθεί περαιτέρω η καρδιακή της λειτουργία. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο και δεν συνέστησε σ' αυτήν να παρακολουθείται τακτικά και επισταμένα από τον ίδιο ή άλλον όμοιας ειδικότητας ιατρό μέχρι και τον τοκετό της, ενώ και σε ερώτηση της, εάν ήταν αναγκαίο να παρευρίσκεται και αυτός, λόγω της εξειδικεύσεως του ως καρδιολόγου, κατά τον τοκετό για την άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση τυχόν καρδιακής επιπλοκής της, της απάντησε ότι, με τα έως τότε δεδομένα των διενεργηθεισών ιατρικών (καρδιολογικών) εξετάσεων, δεν υπήρχε κίνδυνος και μόνο προς ψυχολογική της υποστήριξη θα μπορούσε να παρευρίσκεται στο χώρο της μαιευτικής κλινικής κατά τον τοκετό.
Κατά το επόμενο διάστημα δεν πραγματοποιήθηκε άλλη επίσκεψη της Γ. Π. στο ιατρείο του πρώτου εναγόμενου καρδιολόγου, ούτε, υποβλήθηκε σε καρδιολογικές εξετάσεις και ελέγχους, όμως αυτή κατά τους δύο τελευταίους μήνες της κύησης άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα οιδήματος στα κάτω άκρα, εφίδρωση, έντονους πόνους στην πλάτη και δυσκολία στην αναπνοή κατά τις ώρες της κατάκλισης, με συνέπεια να αναγκάζεται να χρησιμοποιεί δύο ή και τρία μαξιλάρια.
Για τα συμπτώματα αυτά, που όχι μόνο δεν υποχωρούσαν, αλλά παρέμεναν και έδιναν σαφή εικόνα προβλήματος καρδιολογικής φύσεως ενημέρωσε τον πρώτο εναγόμενο η μητέρα της εγκύου και επικοινωνώντας τηλεφωνικά μαζί του στο διάστημα μεταξύ Χριστουγέννων 2006 Πρωτοχρονιάς 2007 και εκείνος την καθησύχασε λέγοντας της ότι οι έντονοι πόνοι στην πλάτη προκαλούνται από το βάρος της κοιλιάς, της πρότεινε ωστόσο, εφόσον το επιθυμούσαν, να τον επισκεφθούν στο ιατρείο του για να εξετάσει την κόρη της.
Τις ίδιες καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις του επανέλαβε και προς τη Γ. Π., όταν αυτή, σε τυχαία συνάντηση του πριν την εορτή των Θεοφανίων έξω από καφετερία της πόλης του Βόλου, του ανέφερε ότι η ίδια αυτή ανησυχητική κατάσταση της υγείας της συνεχιζόταν και τις επόμενες ημέρες και αυτός, όντας σε γνώση του ιατρικού ιστορικού της και γνωρίζοντας καλύτερα παντός άλλου το καρδιολογικό πρόβλημα και την κατάσταση της υγείας της και ότι επιβάλλεται η στενή παρακολούθηση της για το ενδεχόμενο, λόγω και της κύησης της, εκδήλωσης πιθανών επιπλοκών, όχι μόνο δεν προβληματίστηκε, αντίθετα την καθησύχασε λέγοντας της ότι είναι φυσιολογικά συμπτώματα εγκυμοσύνης και να μην ανησυχεί, χωρίς αυτή τη φορά να ζητήσει να την εξετάσει για επανέλεγχο και επανεκτίμηση της κατάστασης της.
Αποδείχθηκε ακολούθως, ότι η άνω Γ. Π. επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2006 τον δεύτερο εναγόμενο της κύριας αγωγής, μαιευτήρα- γυναικολόγο ιατρό, που διατηρεί κι αυτός ιδιωτικό ιατρείο στο …, προσβλέποντας στις ιατρικές γνώσεις, στην επιστημονική κατάρτιση και στην εμπειρία του και συμφώνησε μαζί του να την παρακολουθεί για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της κύησης της και να αναλάβει τη διενέργεια του τοκετού της.
Η επιλογή του συγκεκριμένου μαιευτήρα-γυναικολόγου, ως θεράποντος ιατρού της, έγινε με τη σκέψη ότι αυτός συνεργαζόταν τόσο με τη μαιευτική κλινική "… Α.Ε.", που διατηρεί και εκμεταλλεύεται στον … η τέταρτη εναγόμενη της κύριας αγωγής, ανώνυμη εταιρεία, όσο και με την κλινική "…" στην Αθήνα, η οποία διαθέτει έμπειρους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και είναι άρτια οργανωμένη τόσο σε ιατρικό όσο και τεχνικό και μηχανολογικό εξοπλισμό και στην οποία θα μπορούσε να γεννήσει με τη βοήθεια του θεράποντος ιατρού της μαιευτήρα-γυναικολόγου με ελαχιστοποίηση κάθε κινδύνου ανεπιθύμητων επιπλοκών της ζωής και της υγείας της ιδίας και τού εμβρύου, που πιθανόν να εμφανιζόταν κατά τη διάρκεια του τοκετού, για τα οποία είχε πολύ υψηλό κίνδυνο εξαιτίας της προαναφερόμενης καρδιοπάθειας της.
Κατά την επίσκεψη της στο ιατρείο του δευτέρου εναγόμενου του εξέθεσε πλήρως το ατομικό ιατρικό ιστορικό της, το από της γεννήσεως της πρόβλημα της διχλώχινας αορτικής βαλβίδας/στένωση αορτικής βαλβίδας, από το οποίο έπασχε, τα αποτελέσματα των κάθε είδους ιατρικών/εργαστηριακών εξετάσεων που είχε υποβληθεί έως τότε και ότι για το πρόβλημα αυτό της υγείας της παρακολουθείται από τον πρώτο εναγόμενο καρδιολόγο ιατρό.
Σε επικοινωνία των δύο ως άνω θεραπόντων ιατρών, καρδιολόγου και μαιευτήρα-γυναικολόγου, αποφασίστηκε από κοινού η υποβολή της εγκύου σε τοκετό με καισαρική τομή και ότι θα παρακολουθείται καρδιολογικά στις αρχές κάθε τριμήνου της κύησης, αυτή δε, μετά από κάθε επίσκεψη της στον καρδιολόγο ιατρό της γνωστοποιούσε στον μαιευτήρα-γυναικολόγο της τα αποτελέσματα των καρδιολογικών της εξετάσεων, τα οποία και δεν ανησύχησαν τον τελευταίο, διότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον καρδιολόγο ιατρό, αυτός τον ενημέρωσε ότι η καρδιά της, παρά τη φυσιολογική επιβάρυνση της από την εγκυμοσύνη, λειτουργεί και ανταπεξέρχεται ικανοποιητικά.
Ακολούθως, ο μαιευτήρας- γυναικολόγος όρισε ως ημερομηνία τοκετού την 22.01.2007 στην ιδιωτική μαιευτική κλινική "…. Α.Ε.", στην οποία αυτός διενεργεί τοκετούς και άλλες συναφείς με την ειδικότητα του ιατρικές πράξεις. Για τη διενέργεια του τοκετού στη συγκεκριμένη κλινική ο θεράπων καρδιολόγος ιατρός της ενημερώθηκε τον μήνα Νοέμβριο του 2006 από τον σύζυγο της εγκύου (βλ.
ένορκη κατάθεση του τελευταίου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας), όπως ενημερώθηκε και για την ορισθείσα ως άνω ημερομηνία τοκετού (βλ. ένορκη κατάθεση της Α. Π. - αδελφής της εγκύου στο ακροατήριο του αυτού ως άνω δικαστηρίου), ενώ ο τρίτος εναγόμενος της κύριας αγωγής αναισθησιολόγος ιατρός ανέλαβε την αναισθησιολογική επιμέλεια της επέμβασης και ενημερώθηκε από τον συνεναγόμενό του μαιευτήρα-γυναικολόγο ιατρικό ιστορικό της επιτόκου στις 15.01.2007, ήτοι μόλις μία εβδομάδα πριν από τον προγραμματισμένο τοκετό, χωρίς να επιδιώξει προηγούμενη, έστω τηλεφωνική, επικοινωνία με τον θεράποντα καρδιολόγο ιατρό της προς ενημέρωση του για την ιδιάζουσα κατάσταση της και δη για τη σοβαρή καρδιακή πάθηση της.
Επίσης, ο μαιευτήρας-γυναικολόγος ιατρός της από τις 22.11.2006 μέχρι και την ορισθείσα από τον ίδιο ημερομηνία τοκετού (22.01.2007) δεν ζήτησε τη διενέργεια νέων καρδιολογικών εξετάσεων ή ελέγχων για την εκτίμηση της καταστάσεως της από ιατρό καρδιολόγο ή άλλον εξειδικευμένο όμοιας ειδικότητας ιατρό, περιοριζόμενος στην από 22.11.2006 υπερηχογραφική καρδιολογική εξέταση, την οποία διενήργησε ο πρώτος εναγόμενος κατά την έναρξη του τρίτου τριμήνου της κύησης της Γ.
Π., θεωρώντας προφανώς και ο ίδιος ότι η τελευταία, παρά την καρδιακή πάθηση της, θα ανταπεξέλθει επιτυχώς στον τοκετό. Αποδείχθηκε ακόμη ότι, καθ' υπόδειξη του μαιευτήρα-γυναικολόγου, η επίτοκος το πρωί της 22.01.2007 προσήλθε περιπατητική και με τη συνοδεία των οικείων της στην άνω μαιευτική κλινική, που απέχει από την οικία της μόλις δύο οικοδομικά τετράγωνα, στην προγραμματισμένη συνάντηση μαζί του.
Όταν έφθασε στην κλινική ήταν σε καλή κατάσταση και αμέσως μετά την άφιξη της, αφού υποβλήθηκε σε καρδιογράφημα-χωρίς ευρήματα και εν γένει προετοιμασίες, εισήχθη στο χειρουργείο και περί ώρα 11.00 πραγματοποιήθηκε από τον μαιευτήρα-γυναικολόγο η χειρουργική επέμβαση (καισαρική τομή) με την παρουσία και βοήθεια του συνεργαζόμενου και προσφέροντος τις ιατρικές του υπηρεσίες στην ίδια κλινική τρίτου εναγόμενου αναισθησιολόγου ιατρού, ο οποίος έθεσε αυτήν σε οσφυϊκή επισκληρίδιο αναισθησία, χωρίς την παρουσία του πρώτου εναγόμενου ή άλλου καρδιολόγου ιατρού.
Περί ώρα 11.35' γεννήθηκε ένα άρρεν, υγιές και αρτιμελές, τέκνο, που ήδη έλαβε το όνομα Α. ακολούθησε συρραφή της μήτρας σε δύο στρώματα χωρίς απώλεια αίματος και επακολούθησε έλεγχος αιμόστασης, συρραφή της περιτονίας, του υποδορίου ιστού και του δέρματος. Μετά την ολοκλήρωση της επέμβασης όμως η Γ. Π. εμφάνισε συμπτώματα οξέως πνευμονικού οιδήματος, για την αντιμετώπιση του οποίου της χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως lasix και αμινοφυλλίνη και ο εναγόμενος αναισθησιολόγος ιατρός προέβη σε διασωλήνωση της τραχείας, προκειμένου να παρασχεθεί οξυγόνο στους πνεύμονες, καθώς και σε προσπάθειες υποστήριξης της καρδιακής της λειτουργίας, όπως τούτα αποτυπώνονται στα πρακτικά του χειρουργείου, ενώ κλήθηκε επειγόντως από την κλινική ιδιώτης καρδιολόγος ιατρός (Σ.) να συνδράμει με τις υπηρεσίες του στην αντιμετώπιση του προκληθέντος πνευμονικού οιδήματος και στη σταθεροποίηση της ασθενούς, πλην όμως ανεπιτυχώς, αφού όλες οι προσπάθειες δεν είχαν αποδώσει αποτέλεσμα.
Κατόπιν αυτών, η ασθενής διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο γενικό νοσοκομείο του Βόλου διασωληνωμένη με ασυστολία και ΗΚΓ ισοηλεκτρική γραμμή, στις δε προσπάθειες ανάνηψης δεν ανταποκρίθηκε και υπέκυψε εξαιτίας καρδιακής κάμψης σε έδαφος συγγενούς καρδιοπάθειας, όπως διαπιστώθηκε κατά την νεκροψία-νεκροτομή που ακολούθησε (βλ.
την με αριθμ. πρωτ. Ν.20/07/28.05,2007 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της ιατροδικαστή Ρουμπινής Λεονταρή και απόσπασμα της υπ' αριθμ. 060/Α/23.01.2007 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος Βόλου). Σύμφωνα δε με τη διενεργηθείσα νεκροτομή "...στο αριστερό ημιθωράκιο παρατηρείτε" υγρό σε ποσότητα 180 cc και στο δεξιό ημιθωράκιο 60 cc.Οι αεροφόροι οδοί (τραχεία-κύριοι βρόγχοι) ελέγχονται με οροαιματηρό αφρώδες υγρό.
Οι πνεύμονες ελέγχονται διογκωμένοι, με σύσταση ζυμώδη χαρακτηριστικό κριγμό. Στις διατομές αμφοτέρων διαπιστώνεται ικανή εκροή οροαιματηρού αφρώδους υγρού...Κατά τη διάνοιξη της αριστερής κοιλίας το τοίχωμα έχει πάχος 1,7εκ., της δεξιάς κοιλίας 0,6 εκ. και του μεσοκοιλιακού διαγράμματος 1,2εκ., παρατηρούνται δύο γλωχίνες στην αορτική βαλβίδα που φέρουν αποτιτανώσεις...", με σχόλιο ότι "η εικόνα της συγγενούς διαμαρτίας, της υπερτροφικής καρδιάς, το πνευμονικό οίδημα και το πλευριτικό υγρό συνηγορούν υπέρ θανάτου από καρδιογενή αίτια.
Το σοβαρό προϋπάρχον ιατρικό ιστορικό και ο τοκετός επιβάρυνε την κατάσταση". Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ακολούθως ότι, ενόψει της συγκεκριμένης καρδιακής πάθησης της Γ. Π., η συνέχιση της κύησης της συνιστούσε εγχείρημα υψηλού κινδύνου, που έχρηζε τακτικής και επισταμένης ιατρικής παρακολούθησης και προσοχής και σύστασης προς αυτήν διενέργειας ενδεδειγμένων πράξεων προς αντιμετώπιση της κατάστασης της, ενώ στα πλαίσια του συγκεκριμένου ιατρικού ιστορικού ήταν απαραίτητη η διενέργεια του τοκετού της σε οργανωμένο νοσοκομείο ή εξειδικευμένη κλινική, έτσι ώστε να υπήρχε δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής αντιμετώπισης τυχόν ...
καρδιολογικών επιπλοκών κατά τον τοκετό. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 04.05.2009 έκθεση του ιατρού καρδιολόγου Θ. Κ., που ορίστηκε πραγματογνώμονας κατόπιν παραγγελίας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου στα πλαίσια της ποινικής προδικασίας, "Η θανούσα έπασχε από τουλάχιστον μετρίως σοβαρή στένωση αορτικής βαλβίδος απόρροια συγγενούς δίπτυχης αορτικής βαλβίδος με βάση την υπερηχογραφική μελέτη του πρώτου τριμήνου της κύησης, όπου περιγράφεται ένα maxPG=60mmHg στην αορτική βαλβίδα, ενδεικτικό υψηλών ταχυτήτων ροής κοντά στα 4m/sec που χαρακτηρίζουν τη σοβαρή στένωση της αορτικής βαλβίδας, αλλά η θανούσα ήταν ασυμπτωματική, χωρίς σημεία ή συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας και από ότι αναφέρεται τουλάχιστον βρισκόταν σε πλήρη δραστηριότητα.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης είναι α) η πρώιμη διακοπή της κύησης ακολουθούμενη από αντικατάσταση της βαλβίδας και νέα εγκυμοσύνη και/ή β) η συνέχιση της εγκυμοσύνης και ο σχεδιασμός διαδερμικής βαλβιδοπλαστικής ή χειρουργικής επέμβασης σε ασθενείς που εμφανίζουν κλινική επιδείνωση και δεν ελέγχεται από φαρμακευτική αγωγή.
Επομένως, η συνέχιση της κύησης περιγράφεται ως αποδεκτή λύση χωρίς να αμφισβητείται ότι πρόκειται περί εγχειρήματος υψηλού κινδύνου που χρήζει τακτικής ιατρικής παρακολούθησης και προσοχής. Κατά την υπερηχογραφική καρδιολογική μελέτη στο τρίτο τρίμηνο της κύησης παρατηρείται επιδείνωση των ηχογραφικών μετρήσεων της βαλβίδος με maxPG=89mmHg και meanPG=45mmHg, (meanPG>40mmHg), που αποτελεί ένδειξη σοβαρής στένωσης αορτικής βαλβίδας, πράγμα που δικαιολογείται από τις φυσιολογικές μεταβολές των αιμοδυναμικών παραμέτρων που παρατηρούνται κατά την ανεπίπλεκτη κύηση (αύξηση της καρδιακής παροχής, ελάττωση των περιφερειακών αντιστάσεων) και δεν σχετίζεται με μηχανική επιδείνωση της προϋπάρχουσας δίπτυχης αορτικής βαλβίδας..".
Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι "σε κύηση με ασυμπτωματική σοβαρού βαθμού συγγενή στένωση της αορτικής βαλβίδας, όπως ήταν η συγκεκριμένη, δεν απαιτείται διακοπή της κύησης ή παρεμβατική διόρθωση της βαλβίδας, είναι αναγκαία ωστόσο η ενδελεχής και τακτική καρδιολογική παρακολούθηση, ενώ η διεξαγωγή του τοκετού απαιτεί κέντρο με υψηλού βαθμού επιστημονική κατάρτιση, εμπειρία και επάρκεια".
Σύμφωνα δε με την από 05.05.2009 έκθεση της γυναικολόγου - μαιευτήρα ιατρού Κ. Τ., που κι' αυτή ορίστηκε πραγματογνώμονας κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας στα πλαίσια της ποινικής προδικασίας, "...Η παρουσία καρδιολόγου κρίνεται απαραίτητη κατά τη διάρκεια της επέμβασης μέσα στα πλαίσια του συγκεκριμένου ιστορικού".
Επίσης, ο ειδικός ιατροδικαστής Σ. Μ. στην από 18.10.2017 ιατρική γνωμοδότηση του, που συντάχθηκε με επιμέλεια των εναγόντων της κύριας αγωγής, γνωμοδοτεί, μεταξύ άλλων, "...καίτοι η κύηση ήταν υψηλού κινδύνου (ενόψει του βεβαρημένου ιατρικού ιστορικού) οι επιβλέποντες την θανούσα δεν την είχαν υπό συνεχή καρδιακό έλεγχο, με τη διενέργεια των απαιτούμενων εξετάσεων, παρουσιάζοντας τελευταία τιμή μέτρησης καρδιακής πίεσης στις αρχές του 3ου τριμήνου, παρόλο που η τιμή πίεσης της καρδιάς που μετρήθηκε στις αρχές 3oυ τριμήνου ήταν 89%, δηλαδή 19% άνω του φυσιολογικού, με αναμενόμενη αύξηση της τιμής στο 100% -και άνω- κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου, ιδιαίτερα δε κάτω από χειρουργικό stress, δηλαδή τιμή εξαιρετικά επικίνδυνη, με κίνδυνο εμφάνισης οξείας καρδιακής ανεπάρκειας, με πνευμονικό οίδημα και θάνατο, δεν προέβησαν σε αποκατάσταση του καρδιακού προβλήματος με τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης ή βαλβιδοπλαστική, παρά το ότι το έμβρυο ήταν βιώσιμο, ο καρδιολόγος και γυναικολόγος επέτρεψαν να εξελίσσεται ο τοκετός και το γνώριζαν ότι με την πρόοδο της κύησης αυξάνεται η καρδιακή πίεση, ενώ θα έπρεπε ο γυναικολόγος να προβεί έγκαιρα σε διενέργεια καισαρικής τομής σε συνεργασία με καρδιοχειρουργό, δεν επέβαλαν τη διενέργεια τοκετού σε οργανωμένη νοσοκομειακή μονάδα, αλλά αντίθετα επέτρεψαν τη διενέργεια του τοκετού σε ιδιωτική κλινική, η οποία δεν διέθετε τα μέσα για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου σοβαρού περιστατικού, καθόσον ως εγνώριζαν δεν διέθετε μονάδα εντατικής θεραπείας, ούτε καν μικροβιολογικό και ακτινολογικό εργαστήριο...".
Τα παραπάνω προκύπτουν και από (α) την ένορκη κατάθεση της Τ. Μ., καρδιολόγου ιατρού, που εξετάστηκε ως μάρτυρας με επιμέλεια των εναγόντων της κύριας αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι θα έπρεπε ο καρδιολόγος, ως θεράπων ιατρός της εγκύου, να την παρακολουθούσε πιο τακτικά και ότι στην τελευταία υπερηχογραφική εξέταση της όλες οι μετρηθείσες παράμετροι δήλωναν μια επιβάρυνση της καρδιακής της λειτουργίας, η οποία εν μέρει δικαιολογείται με τις αιμοδυναμικές μεταβολές που συμβαίνουν κατά την κύηση, ωστόσο εφιστούσαν την προσοχή για πιο τακτική και επισταμένη παρακολούθηση της, τονίζοντας εμφατικά την ανάγκη παρουσίας καρδιολόγου κατά τον τοκετό και δη σε εξειδικευμένο νοσηλευτικό κέντρο, (β) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Γ.
Γ., επίκουρου καθηγητή καρδιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που εξετάστηκε ως μάρτυρας με επιμέλεια του πρώτου εναγόμενου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η θανούσα ενδεχομένως, θα μπορούσε να τύχει καλύτερης αντιμετώπισης σε νοσοκομείο με καρδιοαναισθησιολόγο, (γ) την ένορκη κατάθεση του Χ.
Κ., ιατροδικαστή, που εξετάστηκε ως μάρτυρας κατηγορίας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η ένδειξη maxPG=89mmHg συνιστά σημαντική στένωση της αορτικής βαλβίδας, ότι στα πρώτα στάδια της συγκεκριμένης εγκυμοσύνης μπορούσε να γίνει μπαλονάκι ή βαλβιδοπλαστική, ώστε να μπορέσει να ανταπεξέλθει η εγκυμονούσα και στο τρίτο τρίμηνο της κύησης έπρεπε να γίνει επανάληψη του καρδιογραφήματος, γιατί η τελευταία τιμή ήταν "παθολογικότατη", ότι ο καρδιολόγος έπρεπε να λάβει σοβαρά υπόψη τα συγκεκριμένα ιατρικά δεδομένα και οι επισκέψεις της εγκύου σ' αυτόν να είναι πιο συχνές, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν αναγκαία η παρουσία καρδιολόγου στην κλινική κατά τον τοκετό και ότι οι θεράποντες ιατροί έπρεπε να της συστήσουν τη διενέργεια του τοκετού της σε οργανωμένο και εξειδικευμένο κέντρο με καρδιοχειρουργό, αλλά και ότι η στένωση της αορτικής βαλβίδας δεν καταγράφεται σε καρδιογράφημα και γι' αυτό πριν από τον τοκετό έπρεπε να γίνει υπερηχογράφημα που δείχνει τον δείκτη διαβάθμισης πιέσεως στην αορτική βαλβίδα, (δ) την ένορκη κατάθεση του Ι.
Σ., καθηγητή καρδιολογίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας, που εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης του πρώτου εναγόμενου ιατρού στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η Γ. Π. είχε στένωση στην αορτική βαλβίδα μετρίως προς σοβαρή, ότι υπάρχει μία συνεχής εξέλιξη της επιβάρυνσης της καρδιάς και η ένδειξη maxPG=89mmHg είναι σοβαρή τιμή, ότι ο ίδιος με την ένδειξη αυτή των μετρήσεων θα συνιστούσε να διενεργηθεί ο τοκετός σε εξειδικευμένο κέντρο ότι, όταν κρίνεται αναγκαίο, παρίσταται καρδιολόγος κατά τον τοκετό και ότι μπορούσε να γίνει και άλλη καρδιολογική εξέταση μεταξύ Νοεμβρίου 2006 Ιανουαρίου 2007, αλλά και ότι πρέπει να είναι ενημερωμένοι, μαιευτήρας- γυναικολόγος και καρδιολόγος, όταν βλέπουν την ανωτέρω ένδειξη και ότι επέμβαση (τοκετός) έπρεπε να γίνει σε κέντρο εξειδικευμένο με ειδική προετοιμασία της επιτόκου και αποφυγή χορήγησης περίσσιων υγρών, ενώ η συγκεκριμένη κλινική δεν ήταν οργανωμένη για τέτοιου είδους περιστατικά και (ε) την ένορκη κατάθεση του Θ.
Τ., καρδιολόγου ιατρού και διευθυντή του καρδιολογικού τμήματος του Νοσοκομείου Βόλου, που εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης του πρώτου εναγόμενου ιατρού στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος θα τόνιζε την ανάγκη τακτικής παρακολούθησης της εγκύου και διενέργειας πριν τον τοκετό πλήρους καρδιολογικού ελέγχου, ήτοι καρδιογραφήματος και υπερηχογραφήματος.
Η αναγκαιότητα άλλωστε διενέργειας του συγκεκριμένου τοκετού σε οργανωμένο νοσοκομείο ή εξειδικευμένη κλινική συνομολογείται από τον ίδιο τον πρώτο εναγόμενο-ιατρό καρδιολόγο με τις από 07.12.2007 εξηγήσεις του, κατ' άρθρο 31 παρ.2 του ΚΠοινΔ, στα πλαίσια της διενεργηθείσας από την αρμόδια αρχή προκαταρκτικής εξέτασης, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, κατ' ακριβή διατύπωση "...Στη Γ.
επισήμανα την ανάγκη ο τοκετός να γίνει σε οργανωμένο νοσοκομείο για την ολοκληρωμένη παρακολούθηση της ίδιας και του παιδιού και για την αντιμετώπιση όποιων προβλημάτων ανέκυπταν...", επισήμανση τέτοια όμως προς εκείνη από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό δεν προκύπτει ότι αυτός προέβη, όπως οψίμως ισχυρίζεται.
Εξάλλου, αναφορικά με το ζήτημα της ασφαλέστερης και προσαρμοσμένης στις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις του συγκεκριμένου ιατρικού περιστατικού μεθόδου επιλογής και εφαρμογής αναισθησίας, σύμφωνα με την κατάθεση του άνω μάρτυρος Χ. Κ., ιατροδικαστή, θα έπρεπε να επιλεγεί και εφαρμοστεί από τον αναισθησιολόγο ιατρό η μέθοδος της γενικής αναισθησίας με διασωλήνωση της επιτόκου, γιατί έτσι επιτυγχάνεται η χορήγηση οξυγόνου στο αίμα και ελέγχεται καλύτερα ο αερισμός, ενώ με την οσφυϊκή επισκληρίδιο αναισθησία επιβαρύνεται περισσότερο η καρδιά λόγω των χορηγηθέντων αγγειοαυσπαστικων σκευασμάτων, ότι λόγω της συγκεκριμένης καρδιακής πάθησης της επιτόκου "το αίμα που φεύγει είναι πιο λίγο" και επηρεάζει το έργο της αριστερής κοιλίας, η οποία επιβαρύνεται με τη χορήγηση των σκευασμάτων αυτών και των υγρών και η υπερφόρτωση επιβαρύνει την κάμψη της αριστερής κοιλίας και μπορεί να οδηγήσει σε πνευμονικό οίδημα.
Επίσης, σύμφωνα με την κατάθεση του άνω μάρτυρα Γ. Γ., η γενική αναισθησία είναι πιο καλά ελεγχόμενη στην πίεση, δεδομένου ότι το βασικό σύμπτωμα των ασθενών με καρδιολογικό πρόβλημα, όπως η επίτοκος, είναι η πτώση της πίεσης, δηλαδή "πέφτει" η καρδιακή παροχή και εμφανίζουν πνευμονικό οίδημα και σύμφωνα με την κατάθεση του άνω μάρτυρα Ι.
Σ., στην υπερτροφική καρδιά, αν χορηγήσεις ενδοφλεβίως υγρά, μπορεί να προκληθεί πνευμονικό οίδημα. Υπό τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν αποδεκτά από το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, και εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις, για τον θάνατο της Γ. Π. ευθύνονται οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ιατροί, με την ιδιότητα του καρδιολόγου ο πρώτος, του μαιευτήρα-γυναικολόγου ο δεύτερος και του αναισθησιολόγου ο τρίτος, οι οποίοι, κατά παράβαση των κοινώς αποδεκτών και αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και του αντικειμενικά επιβαλλόμενου καθήκοντος επιμέλειας που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματος τους, δεν κατέβαλαν τη δέουσα επιμέλεια και σύνεση, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος ιατρός των αυτών ειδικοτήτων θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες στις συναλλαγές συνθήκες και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική και παρ' όλο που είχαν τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές τους ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και λοιπές προσωπικές καταστάσεις, τις σχετιζόμενες ιδίως με το επάγγελμα και την υπηρεσία τους ως ιατρών, να προβλέψουν και να αποτρέψουν το ανωτέρω αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, με την παραπάνω ιδιότητα του, παρακολουθούσε από τον Αύγουστο του 2002 την πορεία της υγείας της Γ. Π., ως θεράπων ιατρός της, και κατά τις εξετάσεις (καρδιολογικά υπερηχογραφήματα), που διενήργησε ο ίδιος τα έτη 2002, 2004 και 2006, παρατηρήθηκε και γνώριζε την αυξητική τάση στις τιμές επασβέστωσης στα σημεία ενώσεως και πιέσεως με αποκορύφωμα στις 22.11.2006, δηλαδή κατά την τελευταία από τον ιατρό αυτό εξέταση, οπότε η διαβάθμιση κλίσης πιέσεως άγγιξε τα 89 mmHG, που έδειχνε σοβαρή πλέον στένωση της αορτικής βαλβίδας.
Και ναι μεν οι αυξημένες αυτές μπορούσαν να δικαιολογηθούν από τις φυσιολογικές μεταβολές των αιμοδυναμικών παραμέτρων που παρατηρούνται κατά την ανεπίπλεκτη κύηση, όμως οι εν λόγω τιμές, όπως και πολλά από τα φυσιολογικά συμπτώματα της εγκυμοσύνης (όπως η καταβολή δυνάμεως, η δύσπνοια κ.ά.), που δεν εξέλειπαν από τη Γ.
Π. και μιμούνταν συμπτώματα καρδιακού νοσήματος, απαιτούσαν προσεκτική και συνεχή καρδιολογική εξέταση, ιδιαίτερα εφόσον αφορούν ασθενή από καρδιακή πάθηση, όπως ήταν η Γ. Π., έστω και ασυμπτωματική, ευρισκόμενη όμως υπό τις συνθήκες αιμοδυναμικής επιφόρτισης της κύησης, λαμβανομένου υπόψη και ότι η τελευταία ήδη κατά τους δύο τελευταίους μήνες της κύησης άρχισε να εμφανίζει δύσπνοια κατά τη νύχτα, οιδήματα στα κάτω άκρα και έντονους πόνους στην πλάτη, ενημερώνοντας προς τούτο τον πρώτο εναγόμενο καρδιολόγο αρχικά η μητέρα της και ακολούθως η ίδια.
Ο πρώτος εναγόμενος, γνωρίζοντας το σοβαρό καρδιολογικό ιστορικό της Γ. Π. και τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα : α) της περαιτέρω επιβάρυνσης της ήδη σοβαρής στένωσης της αορτικής της βαλβίδας εξαιτίας κυρίως του τοκετού, όπως άλλωστε εκδηλώθηκε με την επιδείνωση των ηχογραφικών της μετρήσεων στην έναρξη του τελευταίου τριμήνου και β) του υψηλού κινδύνου της συνέχισης της κύησης για την υγεία της, καθόσον η σοβαρή στένωση της αορτικής βαλβίδας μπορεί να οδηγήσει σε απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές κατά την κύηση - λαμβανομένης υπόψη τόσο της δυνητικής συγκάλυψης του καρδιακού νοσήματος από φυσιολογικές (αιμοδυναμικές και άλλες) αλλαγές της εγκυμοσύνης, όσο και του σοβαρού ενδεχόμενου μοιραίας εμφάνισης επιπλοκών στην έγκυο κατά τον τοκετό της, όπως τελικά συνέβη στην κρινόμενη περίπτωση - δεν συνέστησε, όπως όφειλε και μπορούσε ως θεράπων ιατρός της εξειδικευμένος καρδιολόγος, τη διαδερμική αορτική βαλβιδοπλαστική σε πρώιμο στάδιο της εγκυμοσύνης, ήτοι στο τέλος του πρώτου και εντός του δεύτερου τριμήνου, προς το σκοπό εξάλειψης της καρδιοπάθειας και συνέχισης της ασυμπτωματικής εγκυμοσύνης.
Αλλά κι αν η ως άνω βαλβιδοπλαστική δεν έχει επιτυχές αποτέλεσμα και δεν συνιστάται από τον μέσο συνετό και επιμελή καρδιολόγο, ακόμη δε κι αν δεν ήταν ενδεικνυόμενη, διότι αποτελεί παράγοντα κινδύνων για την εγκυμονούσα και το κυοφορούμενο, όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες ιατρούς, που εξετάστηκαν με επιμέλεια του εναγόμενου καρδιολόγου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των ποινικών δικαστηρίων, αλλά και βεβαιώθηκε ενόρκως από μάρτυρες ιατρούς και υποστηρίζεται σε ιατρικές γνωμοδοτήσεις, που δόθηκαν και συντάχθηκαν αντίστοιχα επίσης με επιμέλεια του, αυτός παρέλειψε, αν και όφειλε κατά νόμο και μπορούσε, λόγω της ανωτέρω γνώσης του για την επιβαρυμένη κατάσταση της αορτικής βαλβίδας της Γ.
Π. και της εξειδικεύσεως του ως καρδιολόγου, να ενημερώσει την τελευταία με σαφήνεια για τη σοβαρότητα της στένωσης στην αορτική βαλβίδα της και εντεύθεν για το σοβαρό ενδεχόμενο επιπλοκών για την υγεία της, εφόσον η κύηση και ο τοκετός προχωρούσαν χωρίς τη διενέργεια της άνω βαλβιδοπλαστικής, καθώς και να της επισημάνει την ανάγκη εντατικής και συνεχούς παρακολούθησης της κατά τη διάρκεια της κύησης της από τον ίδιο ως καρδιολόγο ή άλλον συναφούς ειδικότητας ιατρό.
Αντίθετα, αυτός ήταν καθησυχαστικός απέναντι στην ίδια και τους οικείους της εμφανίζοντας την ως μια συνηθισμένη περίπτωση εγκύου, η οποία, παρά τη διαγνωσμένη καρδιοπάθεια της, μπορούσε να ανταποκριθεί στις συνθήκες μιας εγκυμοσύνης και ενός τοκετού όπως μία οποιαδήποτε άλλη υγιής έγκυος, στηριζόμενος στα ευρήματα του ότι ήταν ασυμπτωματική και ότι η δίπτυχος αορτική βαλβίδα αντιρροπούνταν πλήρως, πιστεύοντας ότι δεν θα επιδεινωνόταν περαιτέρω καρδιακή λειτουργία της.
Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος για τον οποίο και δεν συνέστησε να την εξετάσει εκ νέου είτε ο ίδιος είτε άλλος όμοιας ειδικότητας ιατρός μέχρι και τον τοκετό της, ενώ και σε σχετική ερώτηση της αν έπρεπε να παρευρίσκεται και αυτός, λόγω της εξειδικεύσεως του ως καρδιολόγου, κατά τον τοκετό της, της απάντησε ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος και μόνο προς ψυχολογική της υποστήριξη θα μπορούσε να παρευρίσκεται στη Μαιευτική κλινική κατά τον τοκετό.
Ο πρώτος εναγόμενος δεν εκτίμησε το ενδεχόμενο της μοναδικής, όμως μοιραίας, εμφάνισης συμπτωμάτων καρδιακής ανεπάρκειας στην επίτοκο, δεδομένης της αύξησης του έργου της καρδιάς κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει καρδιακή κάμψη και να καταλήξει σε πνευμονικό οίδημα, όπως και συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
Πέραν των ανωτέρω, δεν συνέστησε, όπως όφειλε και μπορούσε, σ' αυτήν από τις αρχές του δευτέρου τριμήνου της κύησης περιορισμό της φυσικής της δραστηριότητας και περαιτέρω αφενός αρκούνταν σε τυπική, λιτή και σποραδική ενημέρωση του δεύτερου εναγόμενου μαιευτήρα-γυναικολόγου ιατρού περί των υπερηχοκαρδιογραφικών ευρημάτων της αορτικής βαλβίδας της Γ.
Π. και αφετέρου όχι μόνο δεν συνέστησε και δεν επέμεινε στην εισαγωγή της σε τριτοβάθμιο νοσηλευτικό ίδρυμα ή σε εξειδικευμένη κλινική, όπου θα διενεργούταν και ο τοκετός της, αλλά αποδέχθηκε την εισαγωγή της, ενόψει του τοκετού, στην ιδιωτική κλινική "… Α.Ε." στο Βόλο, η οποία παρείχε επαρκή υποδομή για ασφαλή επέμβαση σε μία υγιή έγκυο όχι όμως για μία επίτοκο καρδιοπαθή, όπως η Γ.
Π., διότι στερούταν μονάδας εντατικής θεραπείας και οργανωμένου καρδιοχειρουργικού τμήματος ή έστω δυνατότητας καρδιοχειρουργικής υποστήριξης. Είναι δε χαρακτηριστικό και το γεγονός ότι, μόλις εκδηλώθηκαν στη Γ. Π. τα έντονα συμπτώματα τη αυξημένης καρδιακής πίεσης και του πνευμονικού οιδήματος, οι επιληφθέντες και διενεργήσαντες τον τοκετό και την αναισθησία ιατροί μαιευτήρας-γυναικολόγος και αναισθησιολόγος αντίστοιχα, αντιλαμβανόμενοι τη σοβαρότητα και την κρισιμότητα της κατάστασης της και ότι ο αναισθησιολόγος, που ήταν αρμόδιος να αποφασίσει και να την αντιμετωπίσει, αδυνατούσε, παρά τις προσπάθειες του, να αντιμετωπίσει την κατάσταση και να επαναφέρει την ασθενή, κλήθηκε ιδιώτης καρδιολόγος ιατρός για να συνδράμει με τις υπηρεσίες του προς αντιμετώπιση του πνευμονικού οιδήματος, ενώ, γνωρίζοντας και ότι βρίσκονται σε κλινική, που αντικειμενικά δεν μπορούσε να τους παράσχει τα εργαστηριακά δεδομένα και την υλικοτεχνική υποδομή για να αντιμετωπίσουν στο συγκεκριμένο περιστατικό που είχε αποκτήσει χαρακτηριστικά επείγοντος, κάλεσαν ασθενοφόρο για τη διακομιδή της ασθενούς σ αυτή την κρισιμότατη κατάσταση σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα δημόσιου νοσοκομείου (Βόλου).
Επίσης, άφησε να μεσολαβήσει κρίσιμο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην τελευταία υπερηχογραφική εξέταση στις 22.11.2006 και στον τοκετό στις 22.01.2007, δηλαδή διάστημα δύο μηνών, χωρίς να επισημάνει στην έγκυο την ανάγκη εντατικής και συνεχούς παρακολούθησης από τον ίδιο ως καρδιολόγο ή άλλο ιατρό συναφούς ειδικότητας, δεδομένης και της εμφάνισης και έντονων συμπτωμάτων (οιδήματα άκρων, δύσπνοια, έντονοι πόνοι στην πλάτη κλπ) που παρέπεμπαν σε επιδείνωση της κατάστασης της και σε καρδιακή ανεπάρκεια και του γνωστοποιήθηκαν από την ίδια την εγκυμονούσα και τη μητέρα της, παραβλέποντας και υποτιμώντας αυτά και εκτιμώντας εσφαλμένα, ότι είναι φυσιολογικά και οφείλονται στην κύηση της, ενώ είναι προφανές ότι τα συμπτώματα αυτά έπρεπε να προκαλέσουν την προσοχή του, να τον προβληματίσουν και να τον οδηγήσουν σε σύσταση ειδικά προς εκείνη να επισκεφθεί είτε τον ίδιο είτε άλλον όμοιας ειδικότητας ιατρό ή και πιο εξειδικευμένο, προκειμένου να διενεργηθούν νέες καρδιολογικές εξετάσεις για να επανεκτιμηθεί η κατάσταση της υγείας της, προκαλώντας αιτιωδώς την πλημμελή - ανεπαρκή αντιμετώπιση των αμέσως προαναφερόμενων επιπλοκών στην καρδιακή λειτουργία της κατά τον τοκετό της.
Ο δεύτερος εναγόμενος, ιατρός μαιευτήρας-γυναικολόγος ...Ο τρίτος εναγόμενος ιατρός και επιληφθείς αναισθησιολόγος ... Η προεκτεθείσα υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων ιατρών είναι παράνομη, αφενός γιατί αντιβαίνει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 και αφετέρου γιατί αντιβαίνει στη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής και επαγγελματικής δραστηριότητας των ιατρών, δηλαδή παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και απορρέουσας εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνετής συμπεριφοράς υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, το δε ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάτου της Γ.
Π. είναι απότοκο της συντρέχουσας αμέλειας των τριών εναγόμενων ιατρών, οι πράξεις και παραλείψεις των οποίων, κατά τις προαναφερόμενες για τον καθένα διακρίσεις, συνδέονται αιτιωδώς με το ως άνω δυσάρεστο αποτέλεσμα. Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι, ακόμη και αν διενεργούνταν οι ενδεδειγμένες επιστημονικά και προσαρμοσμένες στις περιστάσεις και συνθήκες του συγκεκριμένου ιατρικού ιστορικού ως άνω ιατρικές ενέργειες και ο τοκετός της άνω επιτόκου γινόταν σε οργανωμένο νοσοκομείο ή εξειδικευμένη κλινική, δεν θα αποφεύγετο ο θάνατος της, όπως όλως αβάσιμα διατείνονται οι εναγόμενοι, αλλά αντίθετα υπό τη συνδρομή αυτών θα μπορούσε να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο επιπλοκών στην καρδιακή της λειτουργία και να αντιμετωπιστεί άμεσα και πιθανόν αποτελεσματικά το πνευμονικό οίδημα (από το οποίο και κατέληξε) σε οργανωμένο νοσοκομείο και εξειδικευμένη κλινική, που θα διέθεταν μονάδα εντατικής θεραπείας, καρδιολόγο ή (και) καρδιοχειρουργικό τμήμα ή έστω με δυνατότητα καρδιοχειρουργικής υποστήριξης, ώστε να τύχει η επίτοκος ιατρικής μέριμνας από έμπειρους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, όπως πράγματι απαιτούσε η κατάσταση της υγείας της...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος από ουσιαστική άποψη ως προς τους πρώτο, δεύτερη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων και την δέχτηκε κατ' ουσίαν ως προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων και αφού δέχθηκε την έφεση του πρώτου, δεύτερης και τέταρτου των αναιρεσιβλήτων απορρίπτοντας την έφεση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων μαζί με άλλους οφείλει εις ολόκληρον να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 70.000 ευρώ, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 70.000 ευρώ, στην τρίτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 40.000 ευρώ, στον τέταρτο αναιρεσίβλητο ατομικά το ποσό των 70.000 ευρώ, ατομικά, και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου του το ποσό των 85.000 ευρώ, επί πλέον δε, επιδίκασε στον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 4.733 ευρώ ως αποζημίωση για στέρηση διατροφής και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων με τους λοιπούς εναγομένους οφείλει εις ολόκληρον να καταβάλει για την ίδια αιτία το ποσό των 101,56 ευρώ το μήνα.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή οι αναφερόμενες παραλείψεις του αναιρεσείοντος, ο οποίος από το έτος 2002 είχε αναλάβει την παρακολούθηση της υγείας της θανούσας, που έπασχε από συγγενή δίπτυχη αορτική βαλβίδα, αποτελούν παραβίαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, τους οποίους θα ακολουθούσε, σε παρόμοια περίπτωση, ο κάθε μέσος συνετός ιατρός καρδιολόγος της αυτής εμπειρίας και ειδικότητας του αναιρεσείοντος, και αντίκεινται στο επιβαλλόμενο από την καρδιολογική επιστήμη καθήκον επιμέλειας, αφού δεν προέβλεψε, ενόψει της περαιτέρω επιβάρυνσης της ήδη σοβαρής στένωσης της αορτικής της βαλβίδας της θανούσας, το ενδεχόμενο πρόκλησης πνευμονικού οιδήματος, όπως όφειλε και είχε και τη δυνατότητα και την εμπειρία όχι μόνον να το προβλέψει αλλά και να το αποφύγει, με συνέπεια ο επελθών θάνατος της ανωτέρω συγγενούς των αναιρεσιβλήτων να οφείλεται σε (συγκλίνουσα) αμέλεια του αναιρεσείοντος, ώστε να στοιχειοθετείται έτσι παράνομη και υπαίτια, υπό τη διπλή λειτουργία της αμέλειας, συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα αδικοπρακτική ευθύνη αυτού.
Ειδικότερα, στηρίζουν το ανωτέρω πόρισμα οι ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) ότι ο αναιρεσείων, ιατρός καρδιολόγος, παρακολουθούσε, ως θεράπων ιατρός, από τον Αύγουστο του 2002 την πορεία της υγείας της Γ. Π., η οποία από της γεννήσεως της έπασχε από συγγενή δίπτυχη αορτική βαλβίδα, δηλαδή η αορτική της βαλβίδα διέθετε δύο πτυχές αντί τριών, με αποτέλεσμα να καταπονείται η καρδιακή της λειτουργία λόγω αύξησης της πίεσης για τη διασφάλιση της κυκλοφορίας του αίματος και της ομαλής της λειτουργίας και για το λόγο αυτό υποβαλλόταν σε τακτικούς υπερηχοκαρδιογραφικούς ελέγχους, β) ότι κατά τις εξετάσεις (καρδιολογικά υπερηχογραφήματα), που διενήργησε ο ίδιος τα έτη 2002, 2004 και 2006, παρατήρησε αυξητική τάση στις τιμές επασβέστωσης στα σημεία ενώσεως και πιέσεως, ενώ στις 22.11.2006 η διαβάθμιση κλίσης πιέσεως άγγιξε τα 89 mmHG, που έδειχνε σοβαρή πλέον στένωση της αορτικής βαλβίδας, γ) ότι οι εν λόγω τιμές, όπως και πολλά από τα φυσιολογικά συμπτώματα της εγκυμοσύνης (όπως η καταβολή δυνάμεως, η δύσπνοια κ.ά.), που δεν εξέλειπαν από τη Γ.
Π. και μιμούνταν συμπτώματα καρδιακού νοσήματος, απαιτούσαν προσεκτική και συνεχή καρδιολογική εξέταση, ιδιαίτερα εφόσον επρόκειτο για ασθενή με καρδιακή πάθηση, ευρισκόμενη υπό τις συνθήκες αιμοδυναμικής επιφόρτισης της κύησης, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τους δύο τελευταίους μήνες της κύησης άρχισε να εμφανίζει δύσπνοια κατά τη νύχτα, οιδήματα στα κάτω άκρα και έντονους πόνους στην πλάτη, δ) ότι ο αναιρεσείων, γνωρίζοντας το σοβαρό καρδιολογικό ιστορικό της Γ.
Π. και τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα : 1) της περαιτέρω επιβάρυνσης της ήδη σοβαρής στένωσης της αορτικής της βαλβίδας εξαιτίας κυρίως του τοκετού, όπως άλλωστε εκδηλώθηκε με την επιδείνωση των ηχογραφικών της μετρήσεων στην έναρξη του τελευταίου τριμήνου και 2) του υψηλού κινδύνου της συνέχισης της κύησης για την υγεία της, καθόσον η σοβαρή στένωση της αορτικής βαλβίδας μπορεί να οδηγήσει σε απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές κατά την κύηση - λαμβανομένης υπόψη τόσο της δυνητικής συγκάλυψης του καρδιακού νοσήματος από φυσιολογικές (αιμοδυναμικές και άλλες) αλλαγές της εγκυμοσύνης, όσο και του σοβαρού ενδεχόμενου μοιραίας εμφάνισης επιπλοκών στην έγκυο κατά τον τοκετό της, - δεν συνέστησε, όπως όφειλε και μπορούσε ως θεράπων ιατρός της εξειδικευμένος καρδιολόγος, τη διαδερμική αορτική βαλβιδοπλαστική σε πρώιμο στάδιο της εγκυμοσύνης, ήτοι στο τέλος του πρώτου και εντός του δεύτερου τριμήνου, προς το σκοπό εξάλειψης της καρδιοπάθειας και συνέχισης της ασυμπτωματικής εγκυμοσύνης, ε) ότι σε κάθε περίπτωση, και εφόσον ήθελε γίνει δεκτό ότι η βαλβιδοπλαστική δεν συνιστάται από τον μέσο συνετό και επιμελή καρδιολόγο, παρέλειψε, αν και όφειλε και μπορούσε, λόγω της ανωτέρω γνώσης του για την επιβαρυμένη κατάσταση της αορτικής βαλβίδας της Γ.
Π. και της εξειδικεύσής του ως καρδιολόγου, να ενημερώσει την τελευταία με σαφήνεια για τη σοβαρότητα της στένωσης στην αορτική βαλβίδα της και εντεύθεν για το σοβαρό ενδεχόμενο επιπλοκών για την υγεία της, εφόσον η κύηση και ο τοκετός προχωρούσαν χωρίς τη διενέργεια της άνω βαλβιδοπλαστικής, καθώς και να της επισημάνει την ανάγκη εντατικής και συνεχούς παρακολούθησής της κατά τη διάρκεια της κύησης της από τον ίδιο ως καρδιολόγο ή άλλον συναφούς ειδικότητας ιατρό, στ) ότι, αντιθέτως, ήταν καθησυχαστικός απέναντι στην ίδια και τους οικείους της, εμφανίζοντάς την ως μια συνηθισμένη περίπτωση εγκύου, στηριζόμενος στα ευρήματα του ότι ήταν ασυμπτωματική και ότι η δίπτυχος αορτική βαλβίδα αντιρροπούνταν πλήρως και πιστεύοντας ότι δεν θα επιδεινωνόταν περαιτέρω η καρδιακή λειτουργία της, με αποτέλεσμα να μη συστήσει να την εξετάσει εκ νέου είτε ο ίδιος είτε άλλος όμοιας ειδικότητας ιατρός μέχρι και τον τοκετό της, ενώ και σε σχετική ερώτησή της αν έπρεπε να παρευρίσκεται και αυτός, λόγω της εξειδικεύσεως του ως καρδιολόγου, κατά τον τοκετό της, της απάντησε ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος, ζ) ότι δεν εκτίμησε το ενδεχόμενο της μοναδικής, όμως μοιραίας, εμφάνισης συμπτωμάτων καρδιακής ανεπάρκειας στην επίτοκο, δεδομένης της αύξησης του έργου της καρδιάς κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει καρδιακή κάμψη και να καταλήξει σε πνευμονικό οίδημα, όπως και συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, η) ότι αρκούνταν σε τυπική, λιτή και σποραδική ενημέρωση του δεύτερου εναγόμενου μαιευτήρα-γυναικολόγου ιατρού περί των υπερηχοκαρδιογραφικών ευρημάτων της αορτικής βαλβίδας της Γ.
Π. και όχι μόνο δεν συνέστησε και δεν επέμεινε στην εισαγωγή της σε τριτοβάθμιο νοσηλευτικό ίδρυμα ή σε εξειδικευμένη κλινική, όπου θα διενεργούταν και ο τοκετός της, αλλά αποδέχθηκε την εισαγωγή της, ενόψει του τοκετού, στην ιδιωτική κλινική "… Α.Ε." στο Βόλο, η οποία δεν παρείχε επαρκή υποδομή για ασφαλή επέμβαση σε μία επίτοκο καρδιοπαθή, όπως η Γ.
Π., διότι στερούταν μονάδας εντατικής θεραπείας και οργανωμένου καρδιοχειρουργικού τμήματος ή έστω δυνατότητας καρδιοχειρουργικής υποστήριξης, θ) ότι άφησε να μεσολαβήσει κρίσιμο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην τελευταία υπερηχογραφική εξέταση στις 22.11.2006 και στον τοκετό στις 22.01.2007, δηλαδή διάστημα δύο μηνών, χωρίς να επισημάνει στην έγκυο την ανάγκη εντατικής και συνεχούς παρακολούθησης από τον ίδιο ως καρδιολόγο ή άλλο ιατρό συναφούς ειδικότητας, δεδομένης και της εμφάνισης και έντονων συμπτωμάτων (οιδήματα άκρων, δύσπνοια, έντονοι πόνοι στην πλάτη κλπ) που παρέπεμπαν σε επιδείνωση της κατάστασης της και σε καρδιακή ανεπάρκεια, παραβλέποντας και υποτιμώντας αυτά και εκτιμώντας, εσφαλμένα, ότι είναι φυσιολογικά και οφείλονται στην κύησή της, καίτοι τα συμπτώματα αυτά έπρεπε να προκαλέσουν την προσοχή του, να τον προβληματίσουν και να τον οδηγήσουν σε σύσταση ειδικά προς εκείνη να επισκεφθεί είτε τον ίδιο είτε άλλον όμοιας ειδικότητας ιατρό ή και πιο εξειδικευμένο, προκειμένου να διενεργηθούν νέες καρδιολογικές εξετάσεις για να επανεκτιμηθεί η κατάσταση της υγείας της, ι) ότι δεν αποδείχθηκε πως, ακόμη και αν διενεργούνταν οι ενδεδειγμένες επιστημονικά και προσαρμοσμένες στις περιστάσεις και συνθήκες του συγκεκριμένου ιατρικού ιστορικού ως άνω ιατρικές ενέργειες και ο τοκετός της άνω επιτόκου γινόταν σε οργανωμένο νοσοκομείο ή εξειδικευμένη κλινική, δεν θα αποφεύγετο ο θάνατός της, αλλά, αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι υπό τη συνδρομή αυτών θα μπορούσε να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο επιπλοκών στην καρδιακή της λειτουργία και να αντιμετωπιστεί άμεσα και πιθανόν αποτελεσματικά το πνευμονικό οίδημα (από το οποίο και κατέληξε) σε οργανωμένο νοσοκομείο και εξειδικευμένη κλινική, που θα διέθεταν μονάδα εντατικής θεραπείας, καρδιολόγο ή (και) καρδιοχειρουργικό τμήμα ή έστω με δυνατότητα καρδιοχειρουργικής υποστήριξης, ώστε να τύχει η επίτοκος ιατρικής μέριμνας από έμπειρους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, όπως πράγματι απαιτούσε η κατάσταση της υγείας της.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση, αρκούν για να χαρακτηρίσουν ως αμελή τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ως θεράποντος ιατρού της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, γεγονός που επέβαλε αυξημένη επιμέλεια για την υγεία της, και να τη συνδέσουν αιτιωδώς με το θάνατό της, στον οποίο (θάνατο) ικανώς συνέβαλαν οι αναφερόμενες παραλείψεις του αναιρεσείοντος.
Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, η παράθεση και άλλων, πέραν των όσων διέλαβε αιτιολογιών και μάλιστα να διαλάβει αιτιολογίες από ποια ιατρικά δεδομένα και αντίστοιχους ιατρικούς κανόνες α) διαγραφόταν υψηλός κίνδυνος συνέχισης της κύησης, β) έπρεπε να συστηθεί διαδερμική αορτική βαλβιδοπλαστική σε πρώιμο στάδιο της κύησης και γ) έπρεπε να συστήσει και να επιμείνει για την εισαγωγή της επιτόκου σε τριτοβάθμιο νοσηλευτικό ίδρυμα ή σε εξειδικευμένη κλινική.
Τέλος, η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε να συστήσει διαδερμική βαλβιδοπλαστική σε πρώιμο στάδιο δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι σε κύηση με ασυμπτωματική σοβαρού βαθμού συγγενή στένωση της αορτικής βαλβίδας δεν απαιτείται διακοπή της εγκυμοσύνης ή παρεμβατική διόρθωση, και η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων αρκέστηκε σε τυπική, λιτή και σποραδική ενημέρωση δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι το ιατρικό ιστορικό της επιτόκου γνωστοποιήθηκε προς τον μαιευτήρα γυναικολόγο τόσο από την ίδια την επίτοκο όσο και από τον αναιρεσείοντα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο αποτέλεσμα του θανάτου της επιτόκου, συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμος.
Από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που έχει προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια παρέλειψε κάποια θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (ΑΠ 65/2024, ΑΠ 780/2019, ΑΠ 337/2010).
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, είναι: α) Να υφίσταται συμβατική ή εξωσυμβατική υποχρέωση προς αποζημίωση. β) Συμπεριφορά του ζημιούμενου θετική ή αποθετική που συνέβαλε στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. γ) Πταίσμα του ζημιωθέντος από δόλο ή αμέλεια, η οποία συνίσταται στην παράλειψη της απαιτούμενης προς περιφρούρηση των ιδίων συμφερόντων επιμέλειας, με συμπεριφορά αντίθετη προς τον από τις περιστάσεις κοινωνικώς επιβαλλόμενο τρόπο και δ) Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιωθέντος και του ζημιογόνου γεγονότος ή της ζημίας του (ΑΠ 65/2024, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1630/2010).
Δηλαδή, για να εφαρμοσθεί η παραπάνω διάταξη, πρέπει, πλην άλλων, ο ζημιωθείς να συνέβαλε με την συμπεριφορά του στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας (ΑΠ 65/2024, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 1673/2013, ΑΠ 766/2007, ΑΠ 945/2002). Προκειμένου περί αγωγής αποζημίωσης, η οποία στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρα 914 επ. ΑΚ), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (ΑΠ 65/2024, ΑΠ 810/2017, ΑΠ 263/2013).
Αμέλεια του ζημιωθέντος συντρέχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν αυτός δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου (από άποψη μόρφωσης, περιβάλλοντος, ηλικίας, τόπου διαμονής κλπ) της δραστηριότητάς του (ΑΠ 65/2024, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 2144/2013, ΑΠ 2252/2013).
Δεν αποτελούν κριτήριο οι ατομικές ιδιότητες των προσώπων, οι ειδικές γνώσεις ή οι εξαιρετικές ικανότητες αυτών. Έτσι, για να διαπιστωθεί αν ο ζημιωθείς επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε, εξετάζεται πρώτα, αν ο, κατά τα άνω, τυπικός εκπρόσωπος του κύκλου του, μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία ή να την περιορίσει και ύστερα, αν εκείνος που ζημιώθηκε, όφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη, την οποία όφειλε, από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστης, να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να την αποτρέψει (τη ζημία).
Εάν όφειλε να ενεργήσει ή να παραλείψει, πλην όμως, συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβάλλεται από τις περιστάσεις, είτε γιατί δεν προέβλεψε αδικαιολόγητα την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ανεπίτρεπτα ότι θα το αποφύγει και έτσι παρέλειψε να πάρει τα κατάλληλα μέτρα που υπάρχουν και συνηθίζονται να παίρνονται, συνεπεία δε αυτής της συμπεριφοράς του δεν αποτρέπει τη ζημία του, το δικαστήριο μπορεί, όπως αναφέρθηκε, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (ΑΠ 65/2024, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 337/2010, ΑΠ 1084/2008, ΑΠ 708/2004), υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του (ΑΠ 65/2024, ΑΠ 487/2020, ΑΠ 686/2013, ΑΠ 368/2011).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διατάξεις (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 363/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, υπό τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν προέκυψε, ότι και η ίδια η Γ.
Π. συνετέλεσε με επιδειχθείσα εκ μέρους της αμελή συμπεριφορά, αιτιωδώς συνδεόμενη, στον επελθόντα θάνατο της, όπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρίστηκαν τόσο ο πρώτος των κυρίως εναγομένων και ειδικότερα διότι, δεδομένης της καρδιοπάθειας της και των ανησυχητικών συμπτωμάτων της δεν επιδίωξε να τον επισκεφθεί, αν και αυτός της το ζήτησε, και, παρότι κρίθηκε από τους ιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας ότι πληροί τα κριτήρια της νόσου ΣΕΛ, αγνόησε τις συστάσεις τους να υποβληθεί στις προβλεπόμενες εξετάσεις, δεν γνωστοποίησε στον ίδιο ούτε και στους άλλους θεράποντες ιατρούς της τα αποτελέσματα των εξετάσεων αυτών, κατέστη έγκυος χωρίς να υποβληθεί σε προγεννητικό έλεγχο, παρότι απασχολούσε την ίδια και τους οικείους της η υποψία της νόσου ΣΕΛ, καθώς και διότι, αν και γνώριζε αυτή ότι έπασχε από ενεργό κατάσταση ερυθηματώδους λύκου και σχετιζόμενο σύνδρομο αντιφωσφολιπιδίων, υποτίμησε και αποσιώπησε την ασθένεια της αυτή από τους ιατρούς της ...
Ούτε η θανούσα παραμελούσε την υγεία της, αντίθετα απευθυνόταν τακτικά προς θεράποντες ιατρούς της και ακολουθούσε τις συμβουλές και συστάσεις τους, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε διαγνωστεί ιατρικώς ότι έπασχε από ενεργό κατάσταση ερυθηματώδους λύκου και σχετιζόμενο σύνδρομο αντιφωσφολιπιδίων.
Το δε γεγονός και μόνο ότι παρέλειψε να επισκεφθεί τον πρώτο εναγόμενο και να υποβληθεί σε καρδιολογική εξέταση, παρότι αυτός στο διάστημα μεταξύ Χριστουγέννων 2006 και Πρωτοχρονιάς 2007 πρότεινε στη μητέρα της να τον επισκεφθούν στο ιατρείο του για να την εξετάσει, δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά της, δοθέντος ότι κατά την τελευταία καρδιολογική εξέταση της στις 22.11.2006 ο πρώτος εναγόμενος έκρινε ότι όλα βαίνουν καλώς με την υγεία της και ο ίδιος, που ενημερώθηκε για τα προαναφερόμενα συμπτώματα της (οίδημα στα κάτω άκρα, εφίδρωση, έντονους πόνους στην πλάτη και δυσκολία στην αναπνοή) και γνώριζε πλήρως και καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον το καρδιολογικό πρόβλημα και την κατάσταση της υγείας της, ήταν λίαν καθησυχαστικός απέναντι στην ίδια και τη μητέρα της λέγοντας σ' αυτές ότι ήταν φυσιολογικά συμπτώματα της εγκυμοσύνης και δεν έπρεπε να ανησυχούν και μόνο, εφόσον το επιθυμούσαν, να προσέλθουν την επομένη στο ιατρείο του για να εξετάσει την επίτοκο, χωρίς να τονίσει προς τη μητέρα της ότι ήταν αναγκαίο να επισκεφθεί είτε τον ίδιο είτε άλλον καρδιολόγο ιατρό, προκειμένου να διενεργηθούν νέες καρδιολογικές εξετάσεις για να επανεκτιμηθεί η κατάσταση της υγείας της, ενώ και, όταν ίδια η εκλιπούσα τον ενημέρωσε για τα συμπτώματα αυτά, δεν ζήτησε να την εξετάσει, με συνέπεια αυτή, η οποία δεν είχε ιατρικές γνώσεις και τον εμπιστευόταν πλήρως, ευλόγως πίστεψε ότι δεν ήταν απολύτως αναγκαίο να υποβληθεί σε νέες εξετάσεις.." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση συνυπαιτιότητας της επιτόκου στην πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος (του θανάτου της).
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν, για το κρίσιμο ζήτημα της υπάρξεως ή μη συντρέχουσας αμέλειας της θανούσας, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι ο θάνατος της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων δεν οφείλεται σε (συγκλίνουσα) αμέλεια της θανούσας με τις υποστηρίζουσες το πόρισμα αυτό ειδικότερες παραδοχές:
α) ότι η επίτοκος απευθυνόταν τακτικά στους θεράποντες ιατρούς της, β) ότι ακολουθούσε τις συμβουλές και συστάσεις τους, γ) ότι δεν είχε διαγνωστεί ιατρικώς ως πάσχουσα από ενεργό κατάσταση ερυθρυματώδους λύκου και σχετιζόμενο σύνδρομο αντιφωσφολιπιδίων, δ) ότι κατά την τελευταία καρδιολογική εξέταση της στις 22.11.2006 ο αναιρεσείων ήταν λίαν καθησυχαστικός τόσο απέναντι στην ίδια την επίτοκο όσο και στη μητέρα της λέγοντας ότι τα συμπτώματα που του ανέφερε τηλεφωνικά η μητέρα της (οίδημα στα κάτω άκρα, εφίδρωση, έντονοι πόνοι στην πλάτη και δυσκολία στην αναπνοή) ήταν φυσιολογικά συμπτώματα της εγκυμοσύνης και δεν έπρεπε να ανησυχούν και μόνον εφόσον επιθυμούσε η επίτοκος θα μπορούσε να προσέλθει στο ιατρείο του προκειμένου να διενεργηθούν νέες εξετάσεις, ε) ότι όταν η ίδια η επίτοκος τον ενημέρωσε για τα συμπτώματα αυτά δεν ζήτησε να την εξετάσει και, ενόψει αυτών, ευλόγως πίστεψε ότι δεν ήταν απολύτως αναγκαίο να υποβληθεί σε νέες εξετάσεις, μη βαρυνόμενη, έτσι, με υπαίτια (αμελή) παράλειψη από αδιαφορία της να υποβληθεί σε νέες καρδιολογικές εξετάσεις.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση, καταδεικνύουν επιμέλεια και σύνεση του μέσου, έντιμου και συνετού ανθρώπου και αρκούν για να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση συνυπαιτιότητας της επιτόκου στο θάνατό της.
Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, η παράθεση και άλλων, πέραν των όσων διέλαβε αιτιολογιών και μάλιστα να διαλάβει αιτιολογίες για επίσκεψή της στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας προκειμένου να υποβληθεί σε εξετάσεις περί του εάν πάσχει ενεργό κατάσταση ερυθρυματώδους λύκου και για το ότι δεν υποβλήθηκε σε προγεννητικό έλεγχο προτού καταστεί έγκυος.
Τέλος, η παραδοχή ότι η επίτοκος τελούσε υπό καθεστώς διαγνωσμένης καρδιοπάθειας η οποία επιβάρυνε την εγκυμοσύνη της, ότι μετά την τελευταία της επίσκεψη στο ιατρείο του αναιρεσείοντος εμφάνισε επιπλέον συμπτώματα (οίδημα στα κάτω άκρα, εφίδρωση έντονους πόνους στην πλάτη και δυσκολία στην αναπνοή) και ότι ο αναιρεσείων της υπέδειξε μέσω της μητέρας της εφόσον το επιθυμεί να τον επισκεφθεί στο ιατρείο του για περαιτέρω εξετάσεις, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι η παράλειψή της αυτή να τον επισκεφθεί δεν είχε επιρροή στην εξέλιξη του τοκετού επειδή ευλόγως η θανούσα μετά την τελευταία τους συνάντηση ευλόγως πίστεψε ότι δεν ήταν απολύτως αναγκαίο να υποβληθεί σε νέες εξετάσεις.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς συνυπαιτιότητα της επιτόκου στο αποτέλεσμα του θανάτου της, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:
το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΠ 1644/2023, ΑΠ 511/2022).
Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1644/2023, ΑΠ 683/2020).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 5/2020, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1381/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ακόμη, ότι η Γ. Π., ηλικίας τότε 28 ετών περίπου (γεννήθηκε στις 12.03.1978), είχε τελέσει στις 12.03.2005 γάμο με τον τέταρτο των εναγόντων της κύριας αγωγής, με τον οποίο και μέχρι και το χρόνο θανάτου της ζούσαν αρμονικά κάτω από την ίδια συζυγική στέγη, και ήταν θυγατέρα των πρώτου και δεύτερης και αδελφή της τρίτης από αυτούς, συνδεόταν δε με τους εν λόγω οικείους τους με σχέσεις μεγάλης οικειότητας, αγάπης και στοργής.
Ο κατά τα άνω επελθών από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των τριών πρώτων εναγομένων ιατρών, αδόκητος θάνατος της προαναφερόμενης προσφιλούς συζύγου, θυγατέρας και αδελφής αντίστοιχα των παραπάνω εναγόντων, τους συγκλόνισε και τους προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και βύθισε σε πένθος όλους, ως εκ τούτου δε για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης ...
Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δικαιούται, κάτω από τις ανωτέρω-συνθήκες, και το ανήλικο τέκνο της θανούσας, Α.. Φ., όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα αυτού πατέρα του, δεδομένου ότι η έναρξη του "προσώπου" κατά το αστικό δίκαιο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατο του (ΑΚ 35), δηλαδή αφού ολοκληρωθεί ο τοκετός με την αποχωρισμό του νεογνού από το μητρικό σώμα ...
και παρά το γεγονός ότι δεν είχε κατά το χρόνο του θανάτου της μητέρας του σχηματισμένη ηθική προσωπικότητα και συναισθηματικό κόσμο, ώστε να επιδέχεται τις εκ του εξωτερικού κόσμου επιδράσεις και τις από το θάνατο ψυχικές συγκινήσεις, όμως το τέκνο της ανωτέρω θανούσας είναι βέβαιο ότι θα δοκιμάσει ψυχικό πόνο κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αργότερα, όταν θα φτάσει σε ηλικία που θα είναι ικανή να δέχεται τις ψυχικές επιδράσεις του εξωτερικού κόσμου και να αισθάνεται ως ορφανό, ιδίως κατά την προσχολική και σχολική ηλικία, όταν θα συνειδητοποιήσει την έλλειψη της μητέρας του που αποβίωσε και θα αναδυθούν από το υποσυνείδητο του οι θλιβερές παραστάσεις του παρατεταμένου βαρύτατου οικογενειακού πένθους, επιπλέον και μεγάλο εσωτερικό κενό και θα αντιμετωπίσει ενδεχομένως ψυχολογικά προβλήματα από την απώλεια κάτω από τις ανωτέρω συνθήκες της μητέρας του, που το ίδιο δεν γνώρισε, ενόψει ότι η συναισθηματική ζωή του παιδιού αρχίζει από τη γέννηση του και εξελίσσεται με την πάροδο της αναπτύξεως του, ενώ δεν θα νοιώσει και ποτέ τη δυσαναπλήρωτη μητρική στοργή και αγάπη.
Ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο, συνεκτιμώντας όλες τις περιστάσεις και ιδίως τις συνθήκες του θανάτου της Γ. Π., το βαθμό υπαιτιότητας των τριών πρώτων εναγομένων ιατρών στην επέλευση του θανάτου, το ανεπανόρθωτο της ζημίας, τη σχέση και τον βαθύτατο ψυχικό πόνο που δοκίμασε και θα δοκιμάζει ο καθένας από τους ενάγοντες από τον θάνατο της, τον ψυχικό πόνο που θα δοκιμάσει αργότερα το ανήλικο, την ηλικία των εναγόντων και της εκλιπούσας κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το συμβάν και την κοινωνική και οικονομική, κατάσταση των διάδικων (του μεν πρώτου ενάγοντος πολιτικού μηχανικού, του τέταρτου ιδιωτικού υπαλλήλου και ήδη έγγαμου με άλλη γυναίκα, ενώ για τις δεύτερη και τρίτη δεν προέκυψαν στοιχεία, και η οικονομική κατάσταση αυτών συνήθης, χωρίς ιδιαίτερη περιουσία, αφού δεν γίνεται άλλη επίκληση επ' αυτών, των δε τριών πρώτων εναγομένων ιατρών επί σειρά ετών, προσφέροντες τις ιατρικές υπηρεσίες τους ο πρώτος στο ιατρείο του και οι δεύτερος και τρίτος και στη συγκεκριμένη κλινική, και της τέταρτης εναγόμενης διατηρούσας και εκμεταλλευόμενης ιδιωτικής κλινικής - άλλα στοιχεία δεν προέκυψαν), καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, κρίνει ότι οι κυρίως ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν από τους κυρίως εναγόμενους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης το ποσό των 70.000,00 ευρώ ο πρώτος ενάγων, αφαιρουμένου ήδη του ποσού 44,00 ευρώ, που του επιδικάστηκε από το ποινικό δικαστήριο κατά τη νομιμοποίηση του ως πολιτικώς ενάγοντα, το ποσό των 70.000,00 ευρώ η δεύτερη ενάγουσα, το ποσό των 40.000,00 ευρώ η τρίτη ενάγουσα, αφαιρουμένου ήδη του ποσού 44,00 ευρώ, που της επιδικάστηκε από το ποινικό δικαστήριο κατά τη νομιμοποίηση της ως πολιτικώς ενάγουσα, το ποσό των 70.000,00 ευρώ ο τέταρτος ενάγων για τον εαυτό του ατομικά και το ποσό των 85.000,00 ευρώ ο τέταρτος ενάγων ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του και για λογαριασμό του τελευταίου.
Τα ποσά αυτά κρίνονται εύλογα με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια προσδιορισμού τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αντικειμενικά δίκαια και ανάλογα με τέτοιο τρόπο, ώστε να επέρχεται εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των διαδίκων μερών". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 εδ.
β' ΑΚ, 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ. β' Συντάγματος, αφού τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 932 εδ. β' του ΑΚ, δεδομένου ότι για τον προσδιορισμό της ηθικής βλάβης εκάστου των αναιρεσιβλήτων έλαβε υπόψη ότι α) η θανούσα Γ. Π. είχε γεννηθεί στις 12.3.1978 και ήταν ηλικίας 28 ετών, β) έγγαμη με τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων με τον οποίο ζούσε αρμονικά κάτω από την ίδια στέγη, γ) ήταν θυγατέρα του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και αδελφή της τρίτης εξ αυτών με τους οποίους συνδεόταν με σχέση μεγάλης οικειότητας αγάπης και στοργής, δ) ότι το τέκνο της θανούσας θα δοκιμάσει ψυχικό πόνο όταν θα φθάσει σε ηλικία κατά την οποία θα δέχεται την επίδραση του εξωτερικού κόσμου και θα αισθάνεται ορφανό ιδίως κατά την προσχολική και σχολική ηλικία, ε) τον βαθμό υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος ιατρού, στ) την ηλικία των αναιρεσιβλήτων και της θανούσας, ζ) την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των αναιρεσιβλήτων (του πρώτου εξ αυτών πολιτικού μηχανικού, του τέταρτου ιδιωτικού υπαλλήλου και έγγαμου με άλλη γυναίκα, με συνήθη περιουσία) και του αναιρεσείοντος, ο οποίος είναι ιατρός που προσφέρει τις υπηρεσίες του στο ιατρείο του, ενώ ως προς τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, η σχετική κρίση του του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
Επίσης, με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν, και μάλιστα καταφανώς, τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, περιλαμβανομένων και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.4.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 22/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισσας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ