Supreme Court dismisses appeal on VAT calculation errors, ruling negative claims do not constitute grounds for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Athens Court of Appeal's decision to reject the plaintiffs' lawsuit. The appellants argued the court failed to consider their claims regarding VAT calculation errors in advertising invoices, which allegedly inflated damages by 40%. The court ruled these were merely negative assertions within the original lawsuit and did not constitute new facts requiring appellate review under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 176, 183, 191(2), 495(3) of the Code of Civil Procedure; Negative assertions regarding tax calculations in the original complaint do not constitute 'facts' under Article 559(8) and cannot serve as grounds for an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 309 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 309/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Βρισηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Ε. Κ. Α. Ε. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Σ. Κ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. K. Α. Ε. Κ. Ε. Ε." και το διακριτικό τίτλο "K. A.E." (πρώην "Κ. Α. Α. Ε. Κ. Ε. Ε." με διακριτικό τίτλο "COMPUTRONICA A.E."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. C..R..E..L..co. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Ε." (πρώην "C. R. E. L. C. Α. Ε. Ε."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 5) Π. συζύγου Δ. Κ., ατομικά και με την ιδιότητά της ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη του ως άνω διαδίκου Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Χατζημιχάλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ.. Ρ. - Ε.. Τ. Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "A. H.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σφυρή και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Σφυρή και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/5/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2266/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5091/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/12/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 6-12-2018 (αρ. καταθ. 916/6-12-2018) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 5091/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την από 3-8-2017 έφεση των αναιρεσίβλητων, κατά της 2266/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει στο σύνολό της, την από 30-5-2012 αγωγή τους, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή κατά τις βάσεις της, από την ενδοσυμβατική ευθύνη (σύμβαση παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών), τη σωρευτική αναδοχή χρέους και την άρση της νομικής προσωπικότητας των εναγομένων ανώνυμων εταιριών, ως αόριστη και δέχθηκε εν μέρει την ίδια αγωγή, κατά τη βάση της από αδικοπραξία (αποζημίωση από απάτη), υποχρεώνοντας τους εναγόμενους - ήδη αναιρεσείοντες, σε ολόκληρο καθένα, να καταβάλουν στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους, (σε ολόκληρο και με τους μη διαδίκους εδώ, δεύτερη και έβδομο των εναγομένων - εφεσιβλήτων), τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για την αποκατάσταση της θετικής (περιουσιακής) ζημίας και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν απαιτείται, όμως, η επιμέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 425/2021, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).
Έτσι, αν προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίστηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 425/2021, ΑΠ 752/2020 ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017).
Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ''ειδικές'', αλλά ''ιδιάζουσες'' γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν, για την αντίληψη του ζητήματος ως προς το οποίο ζητείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου, για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματος, δεν δημιουργεί κανένα από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 194/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε αδικοπρακτική (απατηλή) συμπεριφορά τους, με την απόκρυψη από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων, της πώλησης του αναφερόμενου χώρου στάθμευσης, επιδικάζοντας ως αποζημίωση στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ποσό 364.770,09 ευρώ, στο οποίο προσδιόρισε την αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, χωρίς να εκθέτει από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη, ως προς την αδικοπραξία και το ύψος της οφειλής - ζημίας (τιμολόγια παροχής υπηρεσιών).
Οι λόγοι αυτοί, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του περί της τέλεσης αδικοπραξίας και την απόδειξη της οφειλής, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ' αυτή, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, ήτοι, ''την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα των δεύτερου και έβδομου εφεσιβλήτων, τη χωρίς όρκο εξέταση του δευτέρου εκκαλούντος και του εβδόμου εφεσιβλήτου, και όλα χωρίς εξαίρεση, τα νόμιμα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων'', χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά εκάστου εξ αυτών (αποδεικτικών μέσων) για κάθε φερόμενο ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό, δηλαδή δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.
Επιπλέον, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι δέχθηκε οφειλή των αναιρεσειόντων προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και αντίστοιχη ζημία της, ύψους 364.770,09 ευρώ, χωρίς απόδειξη, απορρίπτοντας το αίτημά τους για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από την επισκόπηση του αναιρετηρίου, αλλά και της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι δεν υφίσταται παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Αντίθετα, το Εφετείο απέρριψε ρητά το εν λόγω αίτημα, δεχόμενο ότι προς διάγνωση του ύψους της οφειλής δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις, κρίση, η οποία σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επίσης, με τον ίδιο πιο πάνω (πρώτο) λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι απέρριψε το αίτημά τους για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, χωρίς αιτιολογία.
Και ο λόγος όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εν λόγω πλημμέλεια (ΚΠολΔ 559, αρ. 19) αφορά έλλειψη αιτιολογίας για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως το άρθρο 368 ΚΠολΔ, που προβλέπει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάξει, προς συμπλήρωση των αποδείξεων, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως, πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 983/2021, ΑΠ 842/2018, ΑΠ 37/2014).
Από τις διατάξεις των άρθρων, 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Έτσι, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων, 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1498/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 481 ΑΚ, οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει όταν, σε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών της ίδιας παροχής, καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής, όμως, έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μια φορά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για να υπάρξει ενοχή εις ολόκληρον, πρέπει η απαίτηση καθενός των περισσοτέρων δανειστών ή η υποχρέωση καθενός των περισσοτέρων οφειλετών να αφορά την ίδια παροχή και επιπλέον οι περισσότερες ενοχές (απαιτήσεις, υποχρεώσεις), που αφορούν τους περισσότερους δανειστές ή οφειλέτες να έχουν μεταξύ τους καθολική συνδετική σχέση, δηλαδή να συνδέονται με τον ίδιο κοινό σκοπό και τον ίδιο γενεσιουργό λόγο (ΑΠ 385/2020, ΑΠ 215/2014).
Γενεσιουργοί λόγοι της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής είναι η δικαιοπραξία και ο νόμος. Εκ του νόμου, ιδρύεται ευθύνη μεταξύ άλλων, και επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με το άρθρο 926 ΑΚ. Ειδικότερα, με την τελευταία διάταξη καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων.
Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά (ΑΠ 367/2019).
Αρκεί για να ενέχεται καθένας από τα περισσότερα πρόσωπα, οι πράξεις, ή παραλείψεις των οποίων επέφεραν σωρευτικά τη ζημία, εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντος, η ενέργεια καθενός να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας, ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το εάν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των περισσοτέρων των ενεχομένων από την αδικοπραξία, κατά το άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 191/2022, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2218/2014).
Έτσι, στην έννοια της ''κοινής πράξης'' υπάγεται, τόσο η κατά συναυτουργία τέλεση της άδικης πράξης, η οποία θεμελιώνει την αδικοπραξία, όσο και κάθε σύμπραξη ή συμμετοχή με οποιαδήποτε μορφή στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, όπως η ηθική αυτουργία, η άμεση και η απλή συνέργεια, η παραυτουργία και η αναγκαία αιτιότητα (ΑΠ 487/2020).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον.
Με την ως άνω διάταξη προστίθεται ότι, εκτός του νομικού προσώπου, συνευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο όργανο αυτού για την πράξη ή παράλειψή του. Τούτο σημαίνει ότι, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη είναι υπαίτια και παράγει κατά τα ως άνω υποχρέωση αποζημίωσης γι' αυτόν που έπραξε ή παράλειψε, ευθύνεται και αυτός (εις ολόκληρον) μετά του νομικού προσώπου, ούτως ώστε να μην υποτεθεί ότι η ευθύνη μεταβιβάζεται αποκλειστικά στο νομικό πρόσωπο (ΑΠ 191/2022, 78/2020, ΑΠ 853/2019).
Στη συνέχεια, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1238/2019).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 764/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 78/2020).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1618/2022, ΑΠ 562/2021, ΑΠ 1038/2020). Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 78/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ''πράγματα'' κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και οι λόγοι έφεσης , εφόσον περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 1398/2021, ΑΠ 368/2021, ΑΠ 15/2021), όχι, όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ' αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΑΠ 1398/2021, ΑΠ 141/2017), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 102/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Η πρώτη εκκαλούσα (και ήδη τελούσα υπό εκκαθάριση) ομόρρυθμη εταιρία (πρώτη αναιρεσίβλητη), μοναδικοί ομόρρυθμοι εταίροι της οποίας τυγχάνουν οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες (δεύτερος και τρίτος των αναιρεσίβλητων), έχει ως αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών και την επικοινωνιακή υποστήριξη - προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών µε κάθε διαφημιστικό μέσο και ενέργεια, µε εξειδίκευση:
α) στη συλλογή, μελέτη και ανάλυση όλων των στοιχείων μέθοδο εμπορίας (marketing) και τη δημιουργία προτάσεων υποστηρίξεως των πωλήσεων, β) στη δημιουργία διαφημίσεων (μακέτες - ταινίες) και γ) στον προγραμματισμό και την αγορά χώρου και χρόνου επί σκοπώ προβολής στα Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως (Μ.Μ.Ε.), έναντι συμφωνημένης κατά περίπτωση αμοιβής.
Η πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία, ήδη από του έτους 2003, διατηρούσε συνεργασία µε την τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία (δεύτερη αναιρεσείουσα), συμφερόντων των πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων (τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσειόντων των δύο πρώτων και μη διαδίκου του τελευταίου), η οποία έχει ως αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας την ταχύρρυθμη εκπαίδευση των σπουδαστών της και την κατάρτισή τους στους τομείς πληροφορικής και διοικήσεως επιχειρήσεων, πλέον δε συγκεκριμένα ανέλαβε το σχεδιασμό και την υλοποίηση της διαφημιστικής εκστρατείας (καμπάνιας) της ως άνω εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας για το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής για την παραγωγή (δημιουργία) διαφημίσεων, υπολογιζομένης σε ποσοστό 10% επί της δαπάνης αγοράς χώρου και χρόνου προβολής στα Μ.Μ.Ε., οι δε υπηρεσίες αυτές τιμολογήθηκαν εντός του έτους 2003, µε το ποσό των 5.298,20 Ε, το οποίο εξοφλήθηκε πλήρως, όπως συνομολογείται από τους εκκαλούντες.
Η συνεργασία αυτή κατά το χρόνο αυτό εξελίχθηκε ομαλά και εξακολούθησε και εντός του έτους 2004, µε αύξηση μάλιστα του κύκλου εργασιών (τζίρου) της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας (µε συνεχή παραγωγή ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών διαφημιστικών μηνυμάτων), καθ' όσον η τελευταία εξέδωσε υπέρ της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 62.202,92 Ε, το οποίο εξοφλήθηκε πλήρως µε μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας έως την 31.3.2004, όπως ομοίως συνομολογείται και δεν αμφισβητείται.
Κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2004, οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι, υπό την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων και μετόχων των πρώτης, δεύτερης και τέταρτης εφεσιβλήτων, (η συνδρομή των ιδιοτήτων αυτών στο πρόσωπο των πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων καθ' όλη την επίδικη χρονική περίοδο συνομολογείται και δεν αμφισβητείται ειδικά από αυτούς), οι οποίες συγκροτούσαν, μαζί µε την τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, τον εκπαιδευτικό επιχειρηματικό όμιλο "Κ.", πρότειναν στους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες, ως μόνους ομορρύθμους εταίρους και διαχειριστές της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, την επέκταση της μέχρι τότε επιτυχούς επιχειρηματικής συνεργασίας με την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών και στις πρώτη, δεύτερη και τέταρτη εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρίες (εκ των οποίων, η πρώτη (πρώτη αναιρεσείουσα) εκμεταλλευόταν Ιδιωτικό Ινστιτούτο Επαγγελματικής Καταρτίσεως (Ι.Ι.Ε.Κ), η δεύτερη (μη διάδικος) εκμεταλλευόταν εγκαταστάσεις κατασκηνώσεων στον ...
και η τέταρτη (τρίτη αναιρεσείουσα) παρείχε ομοίως εκπαιδευτικές υπηρεσίες εκμαθήσεως ξένων γλωσσών σε τρίτους), ώστε να αναλάβει η πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία τη διαφημιστική προβολή όλων των αποτελουσών τον εκπαιδευτικό επιχειρηματικό όμιλο, "Κ.", ως άνω εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, µε σκοπό την επίτευξη ενιαίου χειρισμού της διαφημιστικής προβολής των εταιριών του ομίλου, αλλά και τη διασφάλιση της ομοιογένειας στην επικοινωνία και τη στρατηγική τους.
Αιτιολογώντας την πρότασή τους αυτή, οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι επιβεβαίωσαν την ικανοποίησή τους από τη μέχρι τότε συνεργασία τους και εξέφρασαν την απαρέσκειά τους για τη μέχρι τότε συνεργασία τους µε τη διαφημιστική εταιρία υπό την επωνυμία, "Σ.. Γ. & Σ. Ε..Ε.." και το διακριτικό τίτλο "L.", αλλά και µε άλλες αλλοδαπές διαφημιστικές εταιρίες, όπως η εταιρία "L.
Β.". Στο πλαίσιο διερευνήσεως των προϋποθέσεων της μεταξύ των διαδίκων εταιριών επιχειρηματικής συνεργασίας κατά το θέρος του έτους 2004, πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις μεταξύ των δευτέρου και τρίτου εκκαλούντων και των πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων, προκειμένου να παρουσιασθεί στους τελευταίους ολοκληρωμένη πρόταση παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών στις εταιρίες του εκπαιδευτικού επιχειρηματικού ομίλου "Κ." από την πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία, στο πλαίσιο δε των επαφών αυτών, οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες επισκέφθηκαν τις πολυτελείς κατοικίες των πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων στην ..., αλλά και τις εγκαταστάσεις κατασκηνώσεων της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας στον ....
Η πρόταση των πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων αφορούσε στη διαφημιστική προβολή όλων των εταιριών του εκπαιδευτικού επιχειρηματικού ομίλου "Κ." (με παραγωγή ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών διαφημιστικών μηνυμάτων, προβολή αυτών στα Μ.Μ.Ε., παραγωγή εντύπου διαφημιστικού υλικού και καταχωρίσεις στον περιοδικό τύπο), συνολικού προϋπολογισμού 400.000 Ε έως 500.000 Ε.
Μετά από συζητήσεις συμφωνήθηκε ότι η πληρωμή της αμοιβής των Μ.Μ.Ε. και η εξόφληση των λοιπών υποχρεώσεων (φόρων τηλεοράσεως υπέρ Δημοσίου, αγγελιοσήμου και Φ.Π.Α.) θα βάρυνε, κατ? αρχάς, την πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία, την οποία θα τιμολογούσαν τα Μ.Μ.Ε. και οι εν γένει φορείς προβολής διαφημιστικών μηνυμάτων, και ακολούθως αυτή θα εξέδιδε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών επ' ονόματι εκάστης διαφημιζομένης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτά τα ως άνω ποσά, αλλά και το ποσό της αμοιβής της (προσδιοριζόμενο σε ποσοστό 10% επί της δαπάνης αγοράς χώρου και χρόνου προβολής στα Μ.Μ.Ε.), η δε εξόφληση των εν λόγω τιμολογίων θα χωρούσε κατά τα ισχύοντα στο πλαίσιο της μέχρι τότε συνεργασίας τους, µε έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών.
Μετά ταύτα, οι εν λόγω συμβάσεις παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών καταρτίσθηκαν άτυπα (προφορικά), βασικό δε στοιχείο της ομαλής λειτουργίας τους αποτελούσε: α) η προεξόφληση του συνόλου των δαπανών διαφημιστικής παραγωγής και προβολής και των σχετικών φόρων και υπέρ τρίτων εισφορών εκ μέρους της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας και β ) η ταχεία και συνεπής πληρωμή των εκδιδομένων από την τελευταία τιμολογίων παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών µε εξόφληση των σχετικά εκδοθεισών μεταχρονολογημένων επιταγών των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, ώστε να µην δημιουργούνται προβλήματα ρευστότητας στην πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία, η οποία είχε ουσιαστικά επιβαρυνθεί µε την προεξόφληση της αξίας των παρεχομένων διαφημιστικών υπηρεσιών και των σχετικών µε αυτές φόρων, εισφορών και λοιπών τελών.
Κατά τις αρχές μηνός Νοεμβρίου του έτους 2004, σε γενομένη συνάντηση των μερών µε αντικείμενο την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της διαφημιστικής προβολής ιδίως της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την αύξηση των εγγραφών σπουδαστών στο Ι.Ι.Ε.Κ.
της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και ζήτησαν από τους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες την έκδοση και παράδοση των σχετικών τιμολογίων προς πληρωμή. Σημειωτέον ότι ο προϋπολογισμός της διαφημιστικής δαπάνης για την περίοδο μηνών Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 2004 είχε ανέλθει στα ποσά των 307.320,68 Ε για την πρώτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, των 27.140 Ε για τη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, των 35.037,56 Ε για την τρίτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία και των 8.939,68 Ε για την τέταρτη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία.
Πράγματι, την 9.11.2004, οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες μετέβησαν στην έδρα των εταιριών του εκπαιδευτικού επιχειρηματικού ομίλου "Κ.", όπου η έκτη εναγοµένη τους παρέδωσε έξι (6) μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως των δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, συνολικού ποσού 127.277,56 Ε, µε ημερομηνίες εκδόσεως από 22-2-2005 έως 25.7.2005.
Οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες διαμαρτυρήθηκαν, επειδή οι ως άνω επιταγές έφεραν ημερομηνίες εκδόσεως από ένα (1) έως και εννέα (9) μήνες μετά την ημερομηνία εκδόσεως των σχετικών τιμολογίων παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών και οι ίδιοι θα αντιμετώπιζαν σημαντικό πρόβλημα ρευστότητας, δεδομένου ότι είχαν την υποχρέωση (δια της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας) να προεξοφλήσουν τις πάσης φύσεως υποχρεώσεις τους έναντι των Μ.Μ.Ε.
από τη διαφημιστική προβολή των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών (αμοιβές για την παραγωγή και προβολή ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών διαφημιστικών μηνυμάτων, φόρους τηλεοράσεως υπέρ Δημοσίου, αγγελιόσημο και Φ.Π.Α.) κατά την περίοδο μηνών Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 2004, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 310.015,52 Ε και έπρεπε να εξοφληθούν μέχρι την 31.12.2004.
Για το λόγο αυτό οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες ζήτησαν την αντικατάσταση των ως άνω επιταγών με άλλες (μεταχρονολογημένες) επιταγές, φέρουσες εγγύτερη ημερομηνία εκδόσεως. Ωστόσο, οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι αρνήθηκαν και αντιπρότειναν το άνοιγμα αλληλοχρέου λογαριασμού σε τράπεζα της επιλογής των δευτέρου και τρίτου εκκαλούντων, στον οποίο θα προεξοφλούνταν οι παραδιδόμενες σε αυτούς μεταχρονολογημένες επιταγές, ώστε να διασφαλίζεται η ρευστότητα της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας.
Οι εκκαλούντες αποδέχθηκαν την πρόταση αυτή, παρέλαβαν τις ως άνω τραπεζικές επιταγές, συνολικού ποσού 127.277,56 Ε, και κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 άνοιξαν τον υπ' αριθ. .../04 αλληλόχρεο λογαριασμό στην τράπεζα υπό την επωνυμία, "ΜILLENIUM ΒΑΝΚ", στον οποίο κατέθεσαν διαδοχικά τρεις (3) επιταγές, εκδόσεως της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, ήτοι µία (1) επιταγή ποσού 40.120 Ε µε ημερομηνία εκδόσεως 22.2.2005, μια επιταγή ποσού 35.120 Ε με ημερομηνία εκδόσεως 18.6.2005 και µία (1) επιταγή ποσού 16.420,28 Ε, τα δε χρήματα, τα οποία αυτοί εισέπραξαν από την προεξόφληση των ως άνω επιταγών (ήτοι ποσό 79.328 Ε, το οποίο παριστά κατά μέσο όρο ποσοστό 80% της ονομαστικής αξίας αυτών), διατέθηκαν για την πληρωμή από την πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία των φόρων τηλεοράσεως και του αγγελιοσήμου της ως άνω διαφημιστικής περιόδου, συνολικού ποσού 63.130,34 Ε.
Ωστόσο, όταν οι εκκαλούντες ζήτησαν την προεξόφληση και άλλης επιταγής από την ως άνω τράπεζα, αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω υπερβάσεως του προβλεπομένου ανωτάτου πιστωτικού ορίου, µε συνέπεια να υποχρεωθούν να απευθυνθούν στην τράπεζα υπό την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" και να ανοίξουν σε αυτήν νέο αλληλόχρεο λογαριασμό µε αριθμό .../04, στον οποίο και προεξόφλησαν µία (1) ακόμη επιταγή της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας µε ημερομηνία εκδόσεως 15.5.2005, ποσού 35.120 Ε, από το οποίο έλαβαν μετρητοίς ποσοστό 80% της ονομαστικής αξίας της ως άνω επιταγής και µε το οποίο εξόφλησαν το Φ.Π.Α.
των ως άνω τιμολογίων του τελευταίου τριμήνου του έτους 2004. Εντός του έτους αυτού η πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία εξέδωσε: α ) επ' ονόματι της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας εννέα (9) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 307.320,68 Ε, β) επ' ονόματι της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας δύο (2) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 27.140 Ε, γ) επ' ονόματι της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας δεκαπέντε (15) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 97.240,48 Ε και δ) επ' ονόµατι της τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας τρία ( 3 ) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 8.939,68 Ε, δηλαδή η συνολική αξία των εκδοθέντων επ' ονόματι των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών τιμολογίων παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών ανήλθε για το έτος 2004 στο ποσό των 440.640,84 Ε.
Χάριν εξοφλήσεως των ως άνω τιμολογίων των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι παρέδωσαν στους εκκαλούντες τριάντα µία (9) μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών ή οπισθογραφημένες σε αυτές από τρίτους, µε ημερομηνίες εκδόσεως από 3.3.2004 έως 15.9.2005, συνολικού ποσού 441.830,06 Ε, εκ του οποίου, όπως συνομολογείται από τους εκκαλούντες επιμέρους ποσό 156.109,92 Ε εξοφλήθηκε εντός του έτους 2004, ενώ το λοιπό ποσό των 285.720,14 Ε εξοφλήθηκε εντός του έτους 2005 (μέχρι την 15.9.2005), µε συνέπεια την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση (με τη μέθοδο της προεξοφλήσεως μεταχρονολογημένων επιταγών σε τράπεζες) των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών του έτους 2004.
Κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2005, οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι, σε συνάντησή τους µε τους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες ανακοίνωσαν στους τελευταίους ότι προς επίλυση των (υφισταμένων ήδη από του έτους 2004) προβλημάτων ρευστότητας των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών αποφάσισαν να εκχωρήσουν σε τράπεζες µε συμβάσεις εκχωρήσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) τις απαιτήσεις κατά τρίτων από τα τιμολόγια της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, καθ' όσον µε τον τρόπο αυτό, παρά την απώλεια τόκων ή και μέρους ακόμη του κεφαλαίου των απαιτήσεων αυτών, θα αποκτούσαν άμεση χρηματοδότηση, ζήτησαν δε από τους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες παροχή περαιτέρω διευκολύνσεων προς τις τέσσερις πρώτες εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρίες δια της χορηγήσεως νέων μεταχρονολογημένων επιταγών και της προεξοφλήσεως αυτών μέσω των αλληλοχρέων λογαριασμών της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας.
Πλέον συγκεκριμένα, οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι θα παρέδιδαν στους εκκαλούντες μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες αυτοί θα κατέθεταν σε αλληλοχρέους λογαριασμούς, τους οποίους τηρούσε σε τράπεζες η πρώτη αυτών ομόρρυθμη εταιρία, εν συνεχεία δε οι εκκαλούντες θα προέβαιναν σε προεξόφληση των επιταγών αυτών μέσω των ως άνω αλληλοχρέων λογαριασμών σε ποσοστό 80% έως 90% της ονομαστικής αξίας τους και θα κατέθεταν το εισπραχθέν μετρητοίς ποσό σε τραπεζικούς λογαριασμούς των πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων ή τρίτων υποδειχθέντων από τους τελευταίους προσώπων, προκειμένου το ποσό αυτό ακολούθως να διατεθεί από αυτούς προς εξόφληση επιταγών, οι οποίες αφορούσαν στη διαφημιστική προβολή των εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών και εκκρεμούσε η άμεση πληρωμή τους, καθ? όσον έφεραν συντομότερη ημερομηνία εκδόσεως από τις ήδη προεξοφληθείσες, στην πληρωμή του ποσού των οποίων (προς τις κομίστριες, πλέον, τράπεζες) οι τέσσερις πρώτες εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρίες υποσχέθηκαν να προβούν κατά την αναγραφομένη ημερομηνία εκδόσεώς τους.
Με αυτόν τον τρόπο θα εξοφλούνταν μεν οι άμεσες οικονομικές υποχρεώσεις των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, µε γένεση, όμως, νέων υποχρεώσεων από την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, οι οποίες προεξοφλούνταν με αντίστοιχες χρεωστικές εγγραφές στους προαναφεροµένους αλληλοχρέους λογαριασμούς της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, και μετάθεση της εξοφλήσεως αυτών στο μέλλον.
Οι εκκαλούντες, δεδομένου ότι, αφ? ενός μεν δεν διέθεταν την αναγκαία ρευστότητα για την προκαταβολική κάλυψη των δαπανών της διαφημιστικής προβολής των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, αφ' ετέρου δε διότι επιθυμούσαν να διατηρήσουν τη μέχρι τότε μεταξύ τους επιχειρηματική συνεργασία, αναγκάσθηκαν να αποδεχθούν την ως άνω πρόταση των πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων και μάλιστα προέβησαν στο άνοιγμα νέου αλληλοχρέου λογαριασμού στην τράπεζα υπό την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ".
Μετά ταύτα, στο πλαίσιο εκπληρώσεως της ανωτέρω στο σκεπτικό περιγραφομένης συμφωνίας των διαδίκων αναφορικά µε τη διαδικασία εξοφλήσεως των οφειλών των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών προς την πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία, η τελευταία εξέδωσε για το έτος 2005 : α ) επ' ονόματι της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας τριάντα επτά (37) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 555.551,36 Ε, β ) επ' ονόματι της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας έξι (6) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 22.820,45 Ε, γ) επ' ονόματι της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας δεκαεννέα (19) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 24.148,81 Ε και δ ) επ? ονόματι της τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας δεκαεννέα (19) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 92.270,20 Ε, δηλαδή η συνολική αξία των εκδοθέντων επ? ονόματι των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών τιμολογίων παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών ανήλθε για το έτος 2005 στο ποσό των 694.790,82 Ε.
Χάριν εξοφλήσεως των ως άνω τιμολογίων οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι παρέδωσαν στους εκκαλούντες σαράντα οκτώ (48) μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών ή οπισθογραφημένες σε αυτές από τρίτους, με ημερομηνίες εκδόσεως από 15.6.2005 έως 25.11.2006, συνολικού ποσού 695.975,90 Ε, εκ του οποίου, όπως συνομολογείται από τους εκκαλούντες, επιμέρους ποσό 306.808 Ε εξοφλήθηκε µέσω του μηχανισμού προεξοφλήσεως επιταγών µε κατάθεση μετρητών σε προσωπικό λογαριασμό της έκτης εναγομένης κατόπιν εξοφλήσεως ετέρων ισοπόσων μεταχρονολογημένων επιταγών (οι οποίες δόθηκαν προς διευκόλυνση της εισπράξεως των ως άνω σαράντα οκτώ αρχικά παραδοθεισών επιταγών), ενώ το λοιπό ποσό των 387.982,82 Ε εξοφλήθηκε εντός του έτους 2006 με κανονική πληρωμή των λοιπών τραπεζικών επιταγών, µε συνέπεια την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών του έτους 2005.
Κατά τα τέλη του έτους αυτού και τις αρχές του έτους 2006 οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι συνέστησαν στους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες τον (όγδοο εφεσίβλητο) Δ. Λ. ως έμπειρο οικονομολόγο και στενό συνεργάτη τους, επιφορτισμένο πλέον µε τη λογιστική παρακολούθηση των οικονομικών μεγεθών του εκπαιδευτικού επιχειρηματικού ομίλου "Κ." και με την ευθύνη του συντονισμού της εμπρόθεσμης και εν γένει προσήκουσας πληρωμής των υποχρεώσεων του ομίλου.
Περαιτέρω, η συνεργασία των διαδίκων εταιριών εξακολούθησε κανονικά και κατά το έτος 2006, για το οποίο η πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία εξέδωσε: α) επ' ονόματι της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας έξι (6) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για το πρώτο εξάμηνο, συνολικού ποσού 40.807,68 Ε, και τριάντα ένα (31) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για το δεύτερο εξάμηνο, συνολικού ποσού 614.647,11 Ε, β) επ' ονόματι της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας εννέα (9) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για το πρώτο εξάμηνο, ποσού 26.031,25 Ε, και τρία (3) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για το δεύτερο εξάμηνο, συνολικού ποσού 2.091,78 Ε, γ ) επ' ονόματι της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας ένδεκα (11) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για το πρώτο εξάμηνο, ποσού 11.859,76 Ε, και δέκα (10) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για το δεύτερο εξάμηνο, συνολικού ποσού 45.422,40 Ε και δ) επ' ονόματι της τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας δύο (2) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για το πρώτο εξάμηνο ποσού 1.547 Ε, και εννέα (9) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για το δεύτερο εξάμηνο, συνολικού ποσού 65.009,80 Ε, δηλαδή η συνολική αξία των εκδοθέντων επ' ονόματι των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών τιμολογίων παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών ανήλθε για το έτος 2006 στο ποσό των 807.416,78 Ε.
Χάριν εξοφλήσεως των ως άνω τιμολογίων οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι παρέδωσαν στους εκκαλούντες είκοσι εννέα (29) μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών ή οπισθογραφημένες σε αυτές από τρίτους, µε ημερομηνίες εκδόσεως από 3.11.2006 έως 17.11.2007 συνολικού ποσού 817.727,38 Ε, το οποίο, όπως συνομολογείται από τους εκκαλούντες, εξοφλήθηκε µέσω του μηχανισμού προεξοφλήσεως επιταγών µε κατάθεση μετρητών, συνολικού ποσού 818.618,75 Ε, σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της έκτης εναγοµένης και σε τραπεζικούς λογαριασμούς των δύο πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών ή µε καταβολή μετρητών εις χείρας του (ογδόου εφεσιβλήτου) Δ.
Λ. ή σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς υποδειχθέντων από την έκτη εφεσίβλητη τρίτων φυσικών προσώπων (ήτοι των συνεργατών των επτά πρώτων εφεσιβλήτων, Ν. Σ., Γ. Κ., Ε. Π., Α. Κ., Λ. Μ., Ο. Κ., Κ. Τ. και Σ. Χ.), µε συνέπεια την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών του έτους 2006. Περαιτέρω, κατά το επόμενο έτος 2007, η πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία εξέδωσε:
α) επ' ονόματι της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας σαράντα εννέα (49) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 535.899,92 Ε, β) επ' ονόματι της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας δέκα (10) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 22.937,25 Ε, γ) επ' ονόματι της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας δεκαεπτά (17) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 19.473,57 Ε και δ) επ' ονόματι της τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας δεκαέξι (16) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 93.404,31 Ε, δηλαδή η συνολική αξία των εκδοθέντων επ' ονόματι των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών ανήλθε για το έτος 2007 στο ποσό των 671.715,05 Ε.
Χάριν εξοφλήσεως των ως άνω τιμολογίων οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι παρέδωσαν στους εκκαλούντες σαράντα μια (41) μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως των εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών ? οπισθογραφημένες σε αυτές από τρίτους, συνολικού ποσού 803.884,19 Ε, µε ημερομηνίες εκδόσεως από 19.5.2007 έως 20.1.2009 εν τέλει δε η αξία των ως άνω τιμολογίων παροχής υπηρεσιών (671.715,05 Ε), όπως συνομολογείται από τους εκκαλούντες (τόσο µε το δικόγραφο της αγωγής, όσο και µε την κατατεθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσθήκη - αντίκρουση ..... ), εξοφλήθηκε μέσω του μηχανισμού προεξοφλήσεως επιταγών, µε κατάθεση μετρητών σε προσωπικούς λογαριασμούς υποδειχθέντων από τους επτά πρώτους εφεσιβλήτους τρίτων προσώπων κατόπιν εξοφλήσεως ετέρων ισοπόσων μεταχρονολογημένων επιταγών (οι οποίες δόθηκαν προς διευκόλυνση της εισπράξεως των ως άνω σαράντα μίας αρχικά παραδοθεισών επιταγών), με συνέπεια την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων των εκκαλούντων για το έτος 2007.
Πραγματικό πρόβλημα, περί της λειτουργίας του συμφωνηθέντος μεταξύ των διαδίκων μερών "μηχανισμού χρηματοδοτήσεως" της διαφημιστικής προβολής των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών παρουσιάσθηκε κατά τα επόμενα δύο έτη (2008 και 2009), όταν πλέον τα προβλήματα ρευστότητας των τελευταίων εντάθηκαν, µε αποτέλεσμα τον αυξημένο κίνδυνο σφραγίσεως κατατεθεισών και προεξοφληθεισών στους ως άνω αλληλοχρέους λογαριασμούς της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας μεταχρονολογημένων επιταγών, με αντίστοιχη μετακύλιση της υποχρεώσεως πληρωμής τους στην τελευταία (στο πλαίσιο της συνεργασίας της µε τις τράπεζες, στις οποίες διατηρούσε τους εν λόγω αλληλοχρέους λογαριασμούς).
Πλέον συγκεκριμένα, κατά το επόμενο έτος 2008, η πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία εξέδωσε : α) επ' ονόματι της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας σαράντα οκτώ (48) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 510.402,07 Ε, β) επ' ονόματι της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας οκτώ (8) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 26.495,35 Ε, γ) επ' ονόματι της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας εννέα (9) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 12.311,79 Ε και δ) επ' ονόματι της τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας οκτώ (8) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ποσού 18.672,75 Ε, δηλαδή η συνολική αξία των εκδοθέντων επ' ονόματι των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών ανήλθε για το έτος 2008 στο ποσό των 567.881,96 Ε.
Χάριν εξοφλήσεως των ως άνω τιμολογίων των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι παρέδωσαν στους εκκαλούντες είκοσι ( 24 ) μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως των εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών ? οπισθογραφημένες σε αυτές από τρίτους, με ημερομηνίες εκδόσεως από 24.1.2009 έως 25.6.2009, ενώ παραδόθηκαν και τριάντα τρεις (33) συναλλαγματικές, ποσού 6.000 Ε εκάστη (περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω στο σκεπτικό), συνολικού ποσού (επιταγών και συναλλαγματικών) 581.034,70 Ε.
Από το ποσό αυτό, όπως συνομολογείται από τους εκκαλούντες τόσο µε το δικόγραφο της αγωγής, όσο και µε τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις και την προσθήκη - αντίκρουση αυτών, εξοφλήθηκε μόνο το ποσό των 220.434,68 Ε, υπολειπομένου προς εξόφληση για το έτος 2008, κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, του ποσού των 360.600,02 Ε.
Τέλος, κατά το έτος 2009 η πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία εξέδωσε : α ) επ' ονόματι της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας ένα (1) τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ποσού 3.456,07 Ε και β) επ' ονόματι της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας ένα (1 ) τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ποσού 714 Ε, δηλαδή η συνολική αξία των εκδοθέντων επ' ονόματι των ως άνω εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών ανήλθε για το έτος 2009 στο ποσό των 4.170,07 Ε, το οποίο ομοίως δεν έχει καταβληθεί και εξακολουθεί να οφείλεται.
Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται μεταξύ άλλων, ότι : α) καθ' όλη τη διάρκεια της μεταξύ των διαδίκων εταιριών επιχειρηματικής συνεργασίας, οι διοικούντες και ελέγχοντες τις τέσσερις πρώτες εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρίες, πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι, µε τη συνδρομή από τις αρχές του έτους 2006 και του (ογδόου εφεσιβλήτου) Δ.
Λ., µε πρόθεση παρέστησαν σε αυτούς ψευδώς ότι οι εν λόγω ανώνυμες εταιρίες του εκπαιδευτικού επιχειρηματικού ομίλου "Κ." είναι οικονομικά εύρωστες, δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας και ότι οι απαιτήσεις αυτών (εκκαλούντων) δεν κινδυνεύουν, διότι, εν πάση περιπτώσει, και η προσωπική περιουσία αυτών (πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων) επαρκεί προς κάλυψη των απαιτήσεων από τις μεταξύ των διαδίκων εταιριών συμβάσεις παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών, β) οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι, µε την άμεση και ουσιαστική συνδρομή του (ογδόου εφεσιβλήτου) Δ.
Λ., παρέστησαν σε αυτούς ψευδώς (ήδη από τις αρχές του έτους 2006) ότι οι απαιτήσεις της πρώτης αυτών ομόρρυθμης εταιρίας από τις μεταξύ αυτής και των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών συμβάσεις παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών θα καλύπτονταν πλήρως αρχικά από την εκμετάλλευση και εν τέλει από το τίμημα της επικειµένης πωλήσεως σε τρίτους επενδυτές χώρου σταθμεύσεως υπό την εκμετάλλευση εταιριών του επιχειρηματικού ομίλου "Κ." και συγκεκριμένα της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία " Σ.
Σ. Α. Π.. Κ. Α. Ε. " και τον διακριτικό τίτλο "A. P. C. AE" και της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "Κ. Α. Α. Ε. Κ. Β. Ε. Ε. Δ." και τον διακριτικό τίτλο " Κ. Α. Α.Ε.Β.Ε. " (µη διαδίκων στην παρούσα δίκη, οι οποίες έδρευαν στην Αθήνα επί της οδού ..., δηλαδή στη διεύθυνση της έδρας των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, τα δε διοικητικά συμβούλια αυτών συγκροτούνταν κατά την επίδικη αυτή περίοδο κυρίως από τους πέμπτο, έκτη και έβδομο εφεσιβλήτους), µε σκοπό να εμφανίσουν αναληθώς ότι διανύουν περίοδο οικονομικής αδυναμίας, ώστε να εγκλωβίσουν αυτούς (εκκαλούντες) στον ανωτέρω περιγραφόμενο στο σκεπτικό μηχανισμό προεξοφλήσεως επιταγών, η λειτουργία του οποίου συνεπαγόταν για τους τελευταίους αυξημένο επιχειρηματικό κίνδυνο και υποβολή σε σημαντικά τραπεζικά έξοδα, γ) οι πέμπτος έως έβδομος εφεσίβλητοι (αλλά και ο συνεργάτης τους όγδοος εφεσίβλητος Δ.
Λ.) ουδέποτε είχαν σκοπό να προβούν σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των προς την πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία οφειλών των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών του εκπαιδευτικού επιχειρηματικού ομίλου "Κ.", αντίθετα δε σκόπιμα απέκρυψαν από αυτούς (εκκαλούντες) ότι έλαβε χώρα πώληση του εν λόγω ακινήτου εντός του θέρους του έτους 2007 και εισπράχθηκε από τους πέμπτο, έκτη και έβδομο εφεσιβλήτους τίμημα εμφανώς ανερχόμενο στο ποσό των 557.700,95 Ε και πράγματι σε ποσό περί τα 5.500.000 Ε, το οποίο οι ως άνω εφεσίβλητοι δεν διέθεσαν στο ταμείο των προαναφερομένων, τελουσών υπό τον απόλυτο έλεγχό τους, πωλητριών ανωνύμων εταιριών, αλλά ενσωμάτωσαν στην ιδιωτική περιουσία τους µε ισόποση ζημία των ως άνω ανωνύμων εταιριών, χωρίς ουδέποτε να έχουν πρόθεση εξοφλήσεως των προς την πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία οφειλών των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, γεγονός, το οποίο εάν αυτοί (εκκαλούντες) γνώριζαν, θα απαιτούσαν την άμεση εξόφληση των ως άνω απαιτήσεων της πρώτης αυτών ομόρρυθμης εταιρίας, δεν θα συναινούσαν στην εξακολούθηση της λειτουργίας του συμφωνηθέντος μηχανισμού προεξοφλήσεως επιταγών (και στη δι' αυτής χρηματοδότηση της διαφημιστικής προβολής των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών κατά τα προσεχή έτη 2008 και 2009) και θα επιδίωκαν την απεμπλοκή τους από κάθε ευθύνη έναντι των τραπεζών, οπωσδήποτε δε θα αρνούνταν να εκπονήσουν τη διαφημιστική εκστρατεία των ετών 2008 και 2009, όπως εν τέλει έπραξαν, µε συνέπεια να υποστούν την ανωτέρω αναφερόμενη στο σκεπτικό περιουσιακή ζημία και δ) οι ίδιοι τυχαία πληροφορήθηκαν την εκποίηση του ως άνω χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων όχι από τους ίδιους τους πέμπτο, έκτη και έβδομο εφεσιβλήτους ή τον (όγδοο εφεσίβλητο) Δ.
Λ. (οι οποίοι καθ' όλο το προηγηθέν χρονικό διάστημα τους διαβεβαίωναν ψευδώς, συνεχώς και συστηματικώς ότι επίκειται η πώληση του εν λόγω ακινήτου και ότι σύντομα θα εξοφληθούν ολοσχερώς από το τίμημα της επικειμένης πωλήσεως), αλλά από τη σύζυγο του Δ. Λ., τραπεζική υπάλληλο Μ. Ι. κατά τις αρχές μηνός Ιανουαρίου του έτους 2009, στην οποία αυτός τους είχε παραπέμψει, προκειμένου αυτή να τους διευκολύνει στην λήψη προσωπικών δανείων από την τράπεζα στην οποία εργαζόταν, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο.
Επί των ισχυρισμών αυτών των εκκαλούντων, λεκτέα τα ακόλουθα: Η επιχειρηματική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων εταιριών άρχισε συστηματικά από το έτος 2004 (προϋπήρχε συνεργασία μεταξύ της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας και της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, ήδη από το έτος 2003) και έληξε με διάρρηξη των σχέσεων των συμβαλλομένων μερών το έτος 2009.
Όπως συνομολογείται από τους εκκαλούντες και αναλυτικά εκτίθεται ανωτέρω στο σκεπτικό, οι οφειλές των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών του εκπαιδευτικού επιχειρηματικού ομίλου "Κ." έναντι της πρώτης εκκαλούσας, ομόρρυθμης εταιρίας από τις μεταξύ τους άτυπα (προφορικά) καταρτισθείσες συμβάσεις παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών για τη διαφημιστική προβολή των ετών 2004, 2005, 2006 και 2007, εξοφλήθηκαν πλήρως και ολοσχερώς, έστω και υπό τον αμφισβητούμενο από τους εκκαλούντες μηχανισμό προεξοφλήσεως μεταχρονολογημένων επιταγών σε τηρουμένους σε συνεργαζόμενες τράπεζες αλληλοχρέους λογαριασμούς, στην εφαρμογή του οποίου αυτοί (εκκαλούντες) εν πάση περιπτώσει συναίνεσαν και προέβησαν σε συγκεκριμένες ενέργειες (άνοιγμα αλληλοχρέων λογαριασμών κ.λ.π.), προκειμένου να υποστηρίξουν την αποτελεσματική λειτουργία του και δι' αυτής τη χρηματοδότηση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους.
Περαιτέρω, η από τα συμβαλλόμενα μέρη επιλογή (μέσω μάλιστα εντατικών διαβουλεύσεων και συνεχών συζητήσεων) της εφαρμογής του ανωτέρω λεπτομερώς περιγραφομένου στο σκεπτικό μηχανισμού προεξοφλήσεως μεταχρονολογημένων επιταγών καταδεικνύει την προκαταβολική παραδοχή εκ μέρους των επτά πρώτων εφεσιβλήτων - µε αντίστοιχη θετική γνώση των εκκαλούντων - της ελλείψεως επαρκούς ρευστότητας προς άμεση ή σύντομη εξόφληση των εκδιδομένων τιμολογίων παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών και της ανάγκης αναζητήσεως ενός αποτελεσματικού και, καταρχήν, ανεκτού και επωφελούς για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τρόπου σταδιακής εξοφλήσεως των παραδιδομένων μεταχρονολογημένων επιταγών, και ως εκ τούτου εξ αντικειμένου δεν δύναται να γίνει λόγος περί "αποκρύψεως" από τους πέμπτο, έκτη και έβδομο εφεσιβλήτους της πραγματικής οικονομικής καταστάσεως των εταιριών του εκπαιδευτικού επιχειρηματικού ομίλου "Κ.".
Εξάλλου, όπως συνομολογείται στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, στοιχεία τόσο της εταιρικής περιουσίας των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών (λχ. εγκαταστάσεις γραφείων και εκπαιδευτηρίων, εγκαταστάσεις κατασκηνώσεων στον ...), όσο και της προσωπικής περιουσίας των πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων (πολυτελείς ιδιωτικές κατοικίες στην ...
κλπ. ) ήσαν υπαρκτά και γνωστά στους εκκαλούντες και ως εκ τούτου ουδεμία ψευδής παράσταση αφορούσε σε αυτά, εν πάση δε περιπτώσει, μόνη η παροχή διαβεβαιώσεων από τους πέμπτο, έκτη και έβδομο εφεσιβλήτους, ότι οι ελεγχόμενες από αυτούς τέσσερις πρώτες εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρίες θα είναι συνεπείς στις συμβατικές υποχρεώσεις τους, δεν αρκεί προς στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης.
Επομένως, ο βασικός αγωγικός ισχυρισμός των εκκαλούντων - και εν μέρει ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος εφέσεως κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του - ότι εξαρχής (από του έτους 2004) και καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσεως των διαδίκων εταιριών (μέχρι το έτος 2009) οι εφεσίβλητοι ενεργούσαν βάσει οργανωμένου σχεδίου εγκλωβισμού τους σε ένα ασφυκτικό μηχανισμό προεξοφλήσεως μεταχρονολογημένων επιταγών, ενώ πραγματικός σκοπός τους ήταν η μετάθεση, σε αυτούς του βάρους της χρηματοδοτήσεως της διαφημιστικής προβολής των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών και εν τέλει η μη πληρωμή των συμβατικών υποχρεώσεων των τελευταίων προς την πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία και η πρόκληση σε αυτήν ισόποσης περιουσιακής ζημίας, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, καθ' όσον αφορά στην επιχειρηματική συνεργασία των διαδίκων μερών, κατά τα έτη 2004 έως και 2007.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ήδη από τις αρχές του έτους 2006, όταν ήταν πλέον εμφανής η σταθερή επιδείνωση των οικονομικών στοιχείων του εκπαιδευτικού επιχειρηματικού ομίλου "Κ.", λόγω συνεχούς μειώσεως των εσόδων του, ο συνεργάτης των πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων (όγδοος εφεσίβλητος ) Δ. Λ. στο πλαίσιο των συζητήσεων µε τους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες, µε αντικείμενο τη διευθέτηση των οφειλών των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών προς την πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία έκαμε για πρώτη φορά λόγο για λύση στο πρόβλημα των επιδίκων οφειλών από την αξιοποίηση των εισπράξεων επιχειρήσεως χώρων σταθμεύσεως επί της συμβολής της ...
με την οδό Σαχτούρη, αριθ. 7 στην Αθήνα, οι οποίοι τελούσαν υπό την εκμετάλλευση της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία, "Σ. Σ. Α. Π.. Κ. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "A. P. C. AE" και της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "Κ. Α. Α. Ε. Κ. Β. Ε. Ε. Δ." και τον διακριτικό τίτλο "Κ. Α. Α.Ε.Β.Ε.", οι οποίες ελέγχονταν από τους πέμπτο, έκτη και έβδομο εφεσιβλήτους, περαιτέρω δε αναφέρθηκε αναλυτικά στην προοπτική υλοποιήσεως επενδυτικού σχεδίου εκμεταλλεύσεως των χώρων αυτών από πολυεθνική εταιρία (µε την κατασκευή πολυωρόφου κτιρίου σταθμεύσεως αυτοκινήτων), τούτο δε ο (όγδοος εφεσίβλητος) Δ.
Λ. έπραξε, κατ' εντολή των πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων, προκειμένου να πείσει τους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες να συναινέσουν στην περαιτέρω εξακολούθηση της εφαρμογής του περιγραφομένου ανωτέρω στο σκεπτικό μηχανισμού προεξοφλήσεως μεταχρονολογημένων επιταγών. Μάλιστα, προς άρση του ογκουµένου τότε προβλήματος της αντιδράσεως των συνεργαζομένων µε τους εκκαλούντες τραπεζών στη συνεχή προεξόφληση επιταγών των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι και ο (όγδοος εφεσίβλητος) Δ.
Λ. πρότειναν στους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν να λαμβάνουν επιταγές από εκδότη ή επιχειρηματία με τον οποίον δεν διατηρούσαν πραγματική συνεργασία, είτε να λαμβάνουν επιταγές εκδόσεως της ανώνυμης εταιρίας, υπό την επωνυμία "Σ. Σ. Α. Π.. Κ. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "A. P. C.
AE", οπισθογραφημένες από τις τέσσερις πρώτες εφεσίβλητες ανώνυμες εταιρίες, είτε να καταρτισθεί ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών από την πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία στην αμέσως προαναφεροµένη ανώνυμη εταιρία, συμφερόντων των πέμπτου, έκτης και εβδόμου εφεσιβλήτων, οι οποίοι διαβεβαίωσαν τους ως άνω εκκαλούντες ότι το εν λόγω συμφωνητικό δεν θα ήταν εικονικό, διότι ούτως ή άλλως επιθυμούσαν την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών στην εν λόγω εταιρία.
Πράγματι, υπό την πίεση των τραπεζών, οι οποίες είχαν ήδη ενημερώσει για την πρόθεσή τους για αποδοχή περιορισμένου αριθμού και ποσού μεταχρονολογημένων επιταγών των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες αποδέχθηκαν την πρόταση αυτή και καταρτίσθηκε το από 5.5.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας (εκπροσωπουµένης από την έκτη εφεσίβλητη και τον όγδοο εφεσίβλητο, Δ.
Λ.) και της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "Σ. Σ. Α. Π.. Κ. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "A. P. C. AE ", (εκπροσωπουµένης από τους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες) µε αντικείμενο την παροχή από την πρώτη στη δεύτερη διαφημιστικών υπηρεσιών αντί αμοιβής ποσού 32.750 Ε, το δε ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό προσκομίσθηκε εν συνεχεία από τους εκκαλούντες στην τράπεζα υπό την επωνυμία " ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ", προκειμένου αυτή να δεχθεί και πράγματι δέχθηκε προς προεξόφληση την υπ' αριθ. 00070061-4 επιταγή της τράπεζας υπό την επωνυμία, "ΕFG EUROBANK ", εκδόσεως της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "Σ.
Σ. Α. Π.. Κ. Α. Ε. " και τον διακριτικό τίτλο "A. P. C. AE", ποσού 15.732,40 Ε, µε ημερομηνία εκδόσεως 28.8.2006, το δε προϊόν της προεξοφλήσεως της εν λόγω επιταγής (16.000 Ε) κατατέθηκε σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της έκτης εφεσίβλητης την 16.5. 2006, στο πλαίσιο λειτουργίας του συμφωνηθέντος μεταξύ των διαδίκων μηχανισμού προεξοφλήσεως μεταχρονολογημένων επιταγών.
Κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006, και ενώ συνεχίζονταν οι μεταξύ των διαδίκων συζητήσεις, µε αντικείμενο την κατάργηση του μηχανισμού προεξοφλήσεως μεταχρονολογημένων επιταγών, η έκτη εφεσίβλητη ενημέρωσε τους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες, ότι ο έβδομος εφεσίβλητος είχε πείσει τα μέλη της οικογενείας της να προβούν σε εκποίηση του ως άνω οικοπέδου στην ..., προκειμένου να εξοφληθούν οι απαιτήσεις τους από τις προαναφερόμενες συμβάσεις παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών.
Κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους 2007, οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι, αλλά και ο (όγδοος εφεσίβλητος) Δ. Λ., γνωστοποίησαν στους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες ότι πλέον επίκειται η πώληση του οικοπέδου της ... σε μεγάλη πολυεθνική εταιρία και συνέστησαν σε αυτούς να κάνουν υπομονή, συναινώντας στην εξακολούθηση της λειτουργίας του μηχανισμού προεξοφλήσεως μεταχρονολογημένων επιταγών, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω στο σκεπτικό, ενώ κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2007, πραγματοποιήθηκε και επίσκεψη των δευτέρου και τρίτου εκκαλούντων, οι οποίοι συνοδεύονταν από τον πέμπτο εφεσίβλητο, στο χώρο του υπαιθρίου χώρου σταθμεύσεως στην ....
Καθ' όλη τη διάρκεια των ετών 2007 και 2008 διατηρήθηκε µε συμφωνία των διαδίκων μερών η εφαρμογή του μηχανισμού προεξοφλήσεως επιταγών και παραδόσεως μετρητών στους εφεσιβλήτους προς κάλυψη των αμέσων υποχρεώσεων των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, πλην, όμως, ιδίως κατά το έτος 2008 τα προβλήματα ρευστότητας των τελευταίων επιτάθηκαν, µε συνέπεια οι συνεργαζόμενες µε τους εκκαλούντες τράπεζες να απευθύνουν προς αυτούς προειδοποιήσεις περί επικειμένης σφραγίσεως κατατεθειμένων στους τηρουμένους σε αυτές αλληλοχρέους λογαριασμούς μεταχρονολογημένων επιταγών.
Μάλιστα, στις αρχές του έτους 2008, όταν οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες αντιμετώπισαν τον κίνδυνο σφραγίσεως τριών επιταγών, φερουσών ημερομηνία εκδόσεως 31.12.2007 και 20.1.2008 (οι δύο εξ αυτών), εκδόσεως της τρίτης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, ποσών 38.000 Ε, 28.000 Ε και 20.000 Ε, αντίστοιχα, επικοινώνησαν µε την έκτη εφεσίβλητη και τον (όγδοο εφεσίβλητο) Δ.
Λ., οι οποίοι τους ζήτησαν να καλύψουν τις επιταγές αυτές με δικά τους χρήματα, διαβεβαιώνοντάς τους αρχικά ότι εντός του μηνός αυτού (Ιανουαρίου 2008) επρόκειτο να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου και εν τέλει ότι είχε υπογραφεί προσύμφωνο πωλήσεως του ακινήτου έναντι υψηλής προκαταβολής, με συνέπεια οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες, αναμένοντας την άμεση εξόφλησή τους, να πληρώσουν τις δύο πρώτες επιταγές, αναλαμβάνοντας τα σώματα αυτών, και να αντικαταστήσουν την τρίτη, αναλαμβάνοντας ομοίως το σώμα της.
Ωστόσο, εντός του έτους 2008 μεγάλο μέρος των οφειλών των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών παρέμεινε ανεξόφλητο, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό, µε συνέπεια τη σφράγιση σειράς επιταγών και τη μη πληρωμή συναλλαγματικών και εντεύθεν την επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως τόσο της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, όσο και των δευτέρου και τρίτου εκκαλούντων ομορρύθμων εταίρων αυτής ατομικά, οι οποίοι αδυνατούσαν πλέον να ανταποκριθούν στις προς τρίτους υποχρεώσεις τους.
Οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες διαμαρτυρήθηκαν περί τις αρχές του έτους 2009 για τη δυσμενή αυτή εξέλιξη προς τον (όγδοο εφεσίβλητο) Δ. Λ., ο οποίος τους προέτρεψε να λάβουν προσωπικά δάνεια, πλην, όμως, αυτό είχε πλέον καταστεί αδύνατον, λόγω της εγγραφής εις βάρος τόσο της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμής εταιρίας, όσο και των λοιπών εκκαλούντων ατομικά δυσμενών στοιχείων στο πληροφοριακό σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ".
Τότε ο (όγδοος εφεσίβλητος) Δ. Λ. τους συνέστησε να απευθυνθούν στη σύζυγό του Μ. Ι., υπάλληλο του υποκαταστήματος της τράπεζας υπό την επωνυμία, "ΜΑRFΙΝ ΒΑΝΚ" στην Ηλιούπολη Αττικής, προκειμένου αυτή να τους διευκολύνει στη λήψη δανείου. Εκεί το πρώτον πληροφορήθηκαν από την ως άνω υπάλληλο ότι το προαναφερόμενο ακίνητο επί της ...
είχε ήδη εκποιηθεί κατά το θέρος του έτους 2007 αντί τιμήματος σημαντικού ύψους (περί τα 5.000.000 Ε), μέρος μάλιστα του οποίου (ύψους περίπου 500.000 Ε) είχε κατατεθεί σε κλειστό λογαριασμό στην αμέσως προαναφερόμενη τράπεζα, η οποία είχε επιπλέον χορηγήσει και μπλοκ επιταγών σε εταιρίες του εκπαιδευτικού επιχειρηματικού ομίλου "Κ.".
Μετά την ενημέρωσή τους αυτή, οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες διαπίστωσαν ότι πράγματι µε το υπ' αριθμ. .../9-7-2007 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, η ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία "Σ. Σ. Α. Π.. Κ. Α.
Ε." και τον διακριτικό τίτλο "A. P. C. A.E. " και η ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία "Κ. Α. Α. Ε. Κ. Β. Ε. Ε. Δ." και τον διακριτικό τίτλο "Κ. Α. Α.Ε.Β.Ε.", οι οποίες ελέγχονταν από τους πέμπτο, έκτη και έβδομο εφεσιβλήτους, πώλησαν και μεταβίβασαν στην ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία, "Κ. F. (Κ. Φ.) Τ. Ε. Ε. Α. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Κ.
F. (Κ. Φ.) ΑΕ" τα προαναφερόµενα οικόπεδα (χώρους σταθµεύσεως) επί της συμβολής της ... ) µε την οδό ... στην Αθήνα, συνολικής εκτάσεως 1.500,24 τ.µ., μετά της επ' αυτών κειμένης διατηρητέας παλαιάς οικοδομής, επιφανείας 130 τ.µ., αντί εμφανούς (αναγραφομένου στο ως άνω συμβόλαιο) τιμήματος 557.700,95 Ε (στο οποίο υπολογίζεται η αντικειμενική αξία αυτού).
Περαιτέρω, διαπίστωσαν ότι μετά την ολοκλήρωση της πωλήσεως αυτής με την υπ' αριθ. .../24.10.2007 Συμβολαιογραφική Πράξη Παραχωρήσεως Δικαιώματος Εγγραφής Υποθήκης κατά τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου η προαναφερομένη αγοράστρια ανώνυμη εταιρία παραχώρησε στην τράπεζα υπό την επωνυμία "ΜΙLLENIUM BANK" δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου μέχρι του ποσού των 11.168.640 Ελβετικών Φράγκων, δηλαδή των 6.648.000 Ε βάσει της επίσημης ισοτιμίας ΕΥΡΩ - Ελβετικού Φράγκου, προς εξασφάλιση χορηγηθέντος από την ως άνω τράπεζα ομολογιακού δανείου, ύψους 5.540.000 Ε, γεγονός, το οποίο οδηγεί τους εκκαλούντες στο συμπέρασμα ότι το πραγματικό (µη αναγραφόμενο στο προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο) τίμημα της προκειμένης πωλήσεως ανέρχεται στο ποσό των 5.500.000 Ε, δηλαδή έχει αποκρυβεί από τους πέμπτο, έκτη και έβδομο εφεσιβλήτους, οι οποίοι ελέγχουν τις ως άνω πωλήτριες ανώνυμες εταιρίες, η είσπραξη του μείζονος μέρους του πράγματι συμφωνηθέντος και καταβληθέντος σε αυτούς τιμήματος, ήτοι ποσού περί τα 5.000.000 Ε.
Σημειωτέον ότι οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι πριν την κατάρτιση του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου είχαν εισπράξει, δια των εκπροσωπουµένων από αυτούς προαναφερομένων πωλητριών ανωνύμων εταιριών, προκαταβολές ποσού 600.000Ο Ε, 1.000.000 Ε και 360.000 Ε, ήτοι συνολικά 1.960.000 Ε, σε εκτέλεση του υπ' αριθ. .../11.7.2006 προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου, του υπ' αριθ. .../15.2.2007 συμβολαίου τροποποιήσεως όρων προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτου και καταβολής πρόσθετου αρραβώνα, του υπ' αριθ. 29038/30.4.2007 συμβολαίου τροποποιήσεως όρων προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτου και παρατάσεως διάρκειας, και του υπ'αριθ. .../30-5-2007 συμβολαίου τροποποιήσεως όρων προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτων, παρατάσεως διαρκείας και καταβολής πρόσθετου αρραβώνα του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, τα οποία καταρτίσθηκαν μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "Σ.
Σ., Α. Π.. Κ. Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "A. P. C. A.E." και της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία, "Κ. Α. Α. Ε. Κ. Β. Ε. Ε. Δ." και τον διακριτικό τίτλο "Κ. Α. Α.Ε.Β.Ε.", ως πωλητών, και της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία, "T. W. D. (Τ. Γ. Ν.) Τ. Ε. Ε., Α. Α. Ε. " και το διακριτικό τίτλο "T. W. D. (Τ. Γ. Ν.) ΑΕ), ως αγοράστριας του συγκεκριμένου ακινήτου, η αξία του οποίου εκτιμάται στα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα στο ποσό των 4.000.000 Ε.
Επισημαίνεται ότι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ενδιαφέρει και ερευνάται στη παρούσα υπόθεση το γεγονός της πωλήσεως του ως άνω ακινήτου αντί τιμήματος, το οποίο (έστω και εάν θεωρηθεί ότι η αναγραφομένη στο πωλητήριο συμβόλαιο αντικειμενική αξία ισούται προς το πράγματι καταβληθέν τίμημα) υπερκαλύπτει τις εδώ επίδικες απαιτήσεις των εκκαλούντων και οπωσδήποτε δεν ερευνάται ούτε κρισιολογείται η από τους πέμπτο, έκτη και έβδομο εφεσιβλήτους ενδεχόμενη τέλεση αξιοποίνων πράξεων (φοροδιαφυγή, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απιστία κλπ) κατά την πώληση του εν λόγω ακινήτου.
Μετά ταύτα, αποδεικνύεται ότι οι πέμπτος, έκτη και έβδομος εφεσίβλητοι, µε τη συνδρομή του (ογδόου εφεσιβλήτου) Δ. Λ. και ενεργούντες υπό την ιδιότητα των οργάνων διοικήσεως των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, µε σκοπό να πείσουν τους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες, να συναινέσουν στην εξακολούθηση και κατά τα έτη 2008 και 2009 της λειτουργίας του μηχανισμού προεξοφλήσεως μεταχρονολογημένων επιταγών δια της καταθέσεώς τους σε τηρουμένους σε συνεργαζόμενες τράπεζες αλληλοχρέους λογαριασμούς της πρώτης εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, όπως η λειτουργία αυτή περιγράφεται ανωτέρω στο σκεπτικό, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σε αυτούς (εκκαλούντες) ότι οι απαιτήσεις της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας θα εξοφληθούν πλήρως από το τίμημα της επικείμενης πωλήσεως των ως άνω χώρων σταθμεύσεως, ενώ εξαρχής δεν είχαν πρόθεση να πράξουν τούτο, περαιτέρω δε σκόπιμα απέκρυψαν από τους ως άνω εκκαλούντες την πώληση του ως άνω ακινήτου κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2007 και την είσπραξη τιμήματος τουλάχιστον 557,700,95 Ε, µε το οποίο θα ήταν δυνατή η πλήρης και ολοσχερής εξόφληση των απαιτήσεων της πρώτης εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας για την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών, κατά τα έτη 2008 και 2009 (ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι το αναγραφόμενο στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα είναι και το πραγματικό), το δε τίμημα αυτό δεν διέθεσαν για την εξόφληση των εν λόγω απαιτήσεων, αλλά, αντίθετα, επικαλούμενοι (µη πράγματι υπάρχουσα από του θέρους του έτους 2007 και εφεξής) ταμειακή δυσχέρεια, έπεισαν τους εκκαλούντες να συναινέσουν στην εξακολούθηση της μέχρι τότε συμφωνημένης πρακτικής της προεξοφλήσεως μεταχρονολογημένων επιταγών μέσω της καταθέσεως αυτών σε τηρουμένους σε συνεργαζόμενες τράπεζες αλληλοχρέους λογαριασμούς, µη συμμορφούμενοι στη συμβατική υποχρέωση καλύψεως των ποσών των ωρίμων προς είσπραξη επιταγών των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών και εν γένει της εξοφλήσεως των εκδοθέντων κατά τα έτη 2008 και 2009 τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, παρά το γεγονός ότι είχαν εξ αντικειμένου τη δυνατότητα να το πράξουν, οι δε εκκαλούντες, εάν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, ήτοι ότι:
α) οι εφεσίβλητοι εξαρχής δεν σκόπευαν να εξοφλήσουν πλήρως και ολοσχερώς τις απαιτήσεις της πρώτης αυτών ομόρρυθμης εταιρίας κατά των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών από το τίμημα της ως άνω πωλήσεως, β) οι συγκεκριμένοι χώροι σταθμεύσεως είχαν ήδη πωληθεί κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2007, αντί σημαντικού τιμήματος, επαρκούς προς κάλυψη των επιδίκων απαιτήσεων και γ) οι μετά το χρόνο αυτό επανειλημμένες και κατά σύστημα παρεχόμενες διαβεβαιώσεις των ως άνω εφεσιβλήτων περί επικειμένης πωλήσεως του ως άνω ακινήτου και άμεσης δια του εισπραττοµένου τιμήματος εξοφλήσεως των εν λόγω απαιτήσεων ήσαν ψευδείς, δεν θα συναινούσαν στην εξακολούθηση της λειτουργίας του συμφωνηθέντος μηχανισμού προεξοφλήσεως επιταγών μέσω της καταθέσεως αυτών σε τηρουµένους σε συνεργαζόμενες τράπεζες αλληλοχρέους λογαριασμούς, θα απαιτούσαν άμεση μετρητοίς εξόφληση των εκκρεμών οφειλών προς την πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία και δεν θα αναλάμβαναν τη διαφημιστική προβολή των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών, κατά τα έτη 2008 και 2009.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα αντίθετα και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά των εφεσιβλήτων αναφορικά µε το επιμέρους κεφάλαιο της πωλήσεως του ακινήτου (χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων στην ..., έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων (άρθρα 71, 297, 298, 481 επ., 914 επ., 926 ΑΚ) και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά μερική παραδοχή ως βασίμου του δευτέρου λόγου εφέσεως κατά το δεύτερο και το τρίτο σκέλος αυτού.
Μετά ταύτα, από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των επτά πρώτων εφεσιβλήτων η πρώτη εκκαλούσα ομόρρυθμη εταιρία υπέστη περιουσιακή ζημία, η οποία ανέρχεται: α) για το έτος 2008, στο ποσό των τριακοσίων εξήντα χιλιάδων εξακοσίων ΕΥΡΩ και δύο λεπτών (360.600,02 Ε) και β ) για το έτος 2009, στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εβδομήντα ΕΥΡΩ και επτά λεπτών (4.170.07 Ε), δηλαδή στο συνολικό ποσό των τριακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα ΕΥΡΩ και εννέα λεπτών (364.770.09), κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό ....".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων - εναγόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει στο σύνολό της, την αγωγή τους, κρίνοντας όσον αφορά τη βάση της, από αδικοπραξία, ότι οι εναγόμενοι δεν διέπραξαν απάτη σε βάρος τους, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή κατά τη βάση της αυτή, (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά το μέρος που αφορούσε την αδικοπρακτική (απατηλή) συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, που εκδηλώθηκε από τους αναιρεσείοντες με τις εκ μέρους τους ψευδείς παραστάσεις και την απόκρυψη της πώλησης του άνω ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους, με σκοπό την εξακολούθηση της μεταξύ τους σύμβασης παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών από την πρώτη αναιρεσίβλητη, στις αναιρεσείουσες εταιρίες, κατά τα έτη 2008 - 2009, με τη λειτουργία του (δικής τους επινόησης), μηχανισμού προεξόφλησης μεταχρονολογημένων επιταγών, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες, καθένα σε ολόκληρο, (σε ολόκληρο και με τους μη διαδίκους εδώ, δεύτερη και έβδομο των εναγομένων - εφεσιβλήτων), να καταβάλουν εντόκως, στην πρώτη ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη), το συνολικό ποσό των τριακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα ευρώ και εννέα λεπτών (364.770,09), για την αποκατάσταση της θετικής (περιουσιακής) ζημίας και επιπλέον ποσό 2.000 ευρώ σε καθένα από τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 71, 297, 298, 481, 914, 926 ΑΚ, ως προς την τέλεση αδικοπραξίας εκ μέρους των αναιρεσειόντων και την εις ολόκληρον ευθύνη τους, τις οποίες, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της αγωγής, δεδομένου ότι η ανωτέρω συμπεριφορά των αναιρεσειόντων φυσικών προσώπων, οι οποίοι ενεργούσαν με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων των λοιπών αναιρεσειόντων, νομικών προσώπων, που συγκροτούσαν τον αυτό επιχειρηματικό εκπαιδευτικό όμιλο Κ., είναι παράνομη και υπαίτια και επίσης τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη, την οποία επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την αποκατάσταση της οποίας ευθύνονται όλοι οι αναιρεσείοντες, καθένας σε ολόκληρον.
Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι, οι τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσειόντων (και ο μη διάδικος, έβδομος εφεσίβλητος), φυσικά πρόσωπα, ενεργούντες υπό τη μη αμφισβητηθείσα από αυτούς ιδιότητα των οργάνων διοίκησης των τριών πρώτων αναιρεσειουσών, ανωνύμων εταιριών (και της μη διαδίκου εδώ, δεύτερης εφεσίβλητης), οι οποίες συγκροτούσαν τον εκπαιδευτικό επιχειρηματικό όμιλο, "Κ.", (µε τη συνδρομή του ογδόου εφεσίβλητου - ενάγοντος, μη διαδίκου, Δ.
Λ.), προκειμένου να πείσουν τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων, νομίμους εκπροσώπους και διαχειριστές της πρώτης αναιρεσίβλητης, ομόρρυθμης εταιρίας, να συναινέσουν στην εξακολούθηση της μεταξύ τους επιχειρηματικής συνεργασίας, συνιστάμενης στην παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών από την πρώτη αναιρεσίβλητη στις άνω εταιρίες του ομίλου Κ., πρώτη, δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσα και τη μη διάδικο αρχικά δεύτερη εναγομένη - εφεσίβλητη και κατά τα έτη 2008 και 2009, με τη λειτουργία του μηχανισμού προεξόφλησης μεταχρονολογημένων επιταγών, έκδοσης των άνω διαφημιζομένων εταιριών ή τρίτων προσώπων, που κατατίθενταν και προεξοφλούνταν σε τηρούμενους σε συνεργαζόμενες τράπεζες αλληλόχρεους λογαριασμούς της πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας, ο οποίος (μηχανισμός) είχε προταθεί από τους ίδιους ως άνω αναιρεσείοντες, υπό την άνω ιδιότητά τους, είχε γίνει αποδεκτός από τους αναιρεσίβλητους και λειτούργησε μεταξύ τους, μέχρι και το έτος 2007, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σε αυτούς, ότι οι απαιτήσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, ομόρρυθμης εταιρίας θα εξοφληθούν πλήρως από το τίμημα της επικείμενης πώλησης των αναφερόμενων χώρων σταθμεύσεως των μη διαδίκων ανωνύμων εταιριών, με τις επωνυμίες, "Σ.
Σ., Α. Π.. Κ. Α. Ε." και "Κ. Α. Α. Ε. Κ. Β. Ε. Ε. Δ.", συμφερόντων, όμως, των άνω φυσικών προσώπων, ενώ εξαρχής δεν είχαν πρόθεση να πράξουν τούτο, περαιτέρω δε σκόπιμα απέκρυψαν από τους αναιρεσίβλητους, την πώληση των ως άνω χώρων στάθμευσης κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2007 και την είσπραξη τιμήματος τουλάχιστον 557,700,95 ευρώ, µε το οποίο θα ήταν δυνατή η πλήρης και ολοσχερής εξόφληση των απαιτήσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας, για την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών, κατά τα έτη 2008 και 2009.
Και, έτσι με τις άνω ψευδείς παραστάσεις και την απόκρυψη της πώλησης του προαναφερθέντος ακινήτου, έπεισαν τους αναιρεσίβλητους, να συναινέσουν στην εξακολούθηση της μέχρι τότε συμφωνημένης πρακτικής της προεξόφλησης μεταχρονολογημένων επιταγών, μέσω της κατάθεσής αυτών σε τηρούμενους σε συνεργαζόμενες τράπεζες αλληλόχρεους λογαριασμούς, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό ζημία στην περιουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης, συνολικού ποσού 364.770,09 ευρώ, που αντιστοιχεί στις ανείσπρακτες απαιτήσεις της, από την εκ μέρους της παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών στις ως άνω εταιρίες του ομίλου Κ., για τα έτη 2008 και 2009, παροχή στην οποία οι ενάγοντες, δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, ήτοι ότι:
α) οι αναιρεσείοντες εξαρχής δεν σκόπευαν να εξοφλήσουν πλήρως και ολοσχερώς τις απαιτήσεις της πρώτης αυτών ομόρρυθμης εταιρίας κατά των τεσσάρων πρώτων εφεσιβλήτων ανωνύμων εταιριών από το τίμημα της ως άνω πωλήσεως. β ) Οι συγκεκριμένοι χώροι σταθμεύσεως είχαν ήδη πωληθεί κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2007, αντί σημαντικού τιμήματος, επαρκούς προς κάλυψη των επιδίκων απαιτήσεων.
Και, γ) οι μετά το χρόνο αυτό επανειλημμένες και κατά σύστημα παρεχόμενες διαβεβαιώσεις των ως άνω εφεσιβλήτων περί επικειμένης πωλήσεως του ως άνω ακινήτου και άμεσης δια του εισπραττοµένου τιμήματος εξοφλήσεως των εν λόγω απαιτήσεων, ήταν ψευδείς. Έτσι με βάση τις παραδοχές αυτές, καταφάσκεται η ευθύνη των αναιρεσειουσών εταιριών από αδικοπραξία, που διαπράχθηκε από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, φυσικά πρόσωπα, τα οποία ως διοικούντες αυτές, εξέφραζαν τη βούλησή τους, με συνέπεια οι εν λόγω εταιρίες να έχουν πρόσθετη με τα άνω όργανά τους ευθύνη, για αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων, σε ολόκληρον με αυτούς, κατά το άρθρο 71 ΑΚ.
Επιπλέον, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες παραδοχές του Εφετείου, που προαναφέρθηκαν και αφορούν τη λειτουργία της σύμβασης παροχής διαφημιστικών υπηρεσιών, μέσω του άνω μηχανισμού προεξόφλησης επιταγών, η αποκαταστατέα ζημία της πρώτης αναιρεσίβλητης από τις ανείσπρακτες απαιτήσεις της, για την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών, κατά τα έτη 2008 και 2009, ποσού 364.770,09 ευρώ, προκλήθηκε στο σύνολό της από την κοινή αδικοπρακτική (απατηλή) συμπεριφορά των αναιρεσειουσών νομικών προσώπων, δια των οργάνων της διοίκησής τους, που εξέφραζαν τη βούλησή τους ως νομικών προσώπων, καθένας από τους οποίους συμμετείχε στην ένδικη αδικοπραξία, σωρευτικά στην τέλεση της πράξης και την από αυτή επαγωγή της ζημίας.
Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρ. 926 ΑΚ και της δημιουργίας παθητικής σε ολόκληρο ενοχής, κατ' άρθρο 481 ΑΚ, των εναγομένων - αναιρεσειόντων, καθώς σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι αναιρεσείοντες, φυσικά πρόσωπα, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, ενήργησαν ως συναυτουργοί στην πράξη της απάτης, ιδιότητα, η οποία, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, υπάγεται στην έννοια της κοινής πράξης του άρθρου 926 εδ.
α του ΑΚ και καθιδρύει παθητική σε ολόκληρον ενοχή, κατά το άρθρο 481 ΑΚ. Επίσης, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ως προς τη θεμελίωση του νόμιμου λόγου της εις ολόκληρον ενοχής των αναιρεσειόντων, κατά τα άνω άρθρα 926 και 481 ΑΚ, αφού κατά τα γενόμενα ως άνω δεκτά, πρόκειται περί αδικοπραξίας που τελέστηκε με απάτη, από κοινές πράξεις και παραλείψεις των αναιρεσειόντων, φυσικών προσώπων, με την άνω ιδιότητά τους, από την οποία προήλθε η ζημία της πρώτης αναιρεσίβλητης, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 364.770,09 ευρώ, από τις ανείσπρακτες απαιτήσεις της για την αμοιβή της, πλέον των λοιπών χρεώσεων, τις οποίες προσέφερε στα λοιπά αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα, κατά τα έτη 2008 και 2009, χωρίς να είναι αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός των πράξεων ή παραλείψεων του καθενός των εν λόγω φυσικών προσώπων, χωριστά.
Ουδεμία δε αντίφαση υφίσταται μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, περί της εις ολόκληρον ευθύνης καθεμιάς των αναιρεσειουσών εταιριών, για το σύνολο της ζημίας της πρώτης αναιρεσίβλητης, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, κατά τις οποίες οι ανείσπρακτες απαιτήσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, από τη μη καταβολή της αμοιβής της και τις επιπλέον χρεώσεις για τις υπηρεσίες που προσέφερε στις αναιρεσείουσες εταιρίες, ανήλθαν στα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη επιμέρους ποσά, για καθεμιά των αναιρεσειουσών, με βάση τα εκδοθέντα στο όνομά τους τιμολόγια παροχής υπηρεσιών.
Και τούτο διότι, οι τελευταίες παραδοχές του Εφετείου που τέθηκαν κατά τον προσδιορισμό της οφειλής των αναιρεσειουσών εταιριών - αντίστοιχης της περιουσιακής ζημίας της πρώτης αναιρεσίβλητης, για την πληρότητα της αιτιολογίας όσον αφορά τη ζημία, δεν καθιστούν διακριτή την αδικοπρακτική συμπεριφορά καθεμιάς των αναιρεσειουσών - εταιριών, δια των νομίμων εκπροσώπων τους, έτσι ώστε καθεμία από αυτές να υποχρεούται στην καταβολή του αντίστοιχου ποσού, που την αφορά, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Αντίθετα πρόκειται περί ζημίας, η οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης προήλθε από την προπεριγραφείσα κοινή απατηλή συμπεριφορά των εναγομένων, που οδήγησε στην εξακολούθηση της συνεργασίας της πρώτης ενάγουσας με όλες τις αναιρεσείουσες, εταιρίες του Ομίλου Κ. και στην από αυτή βλάβη της περιουσίας της ενάγουσας.
Η διάκριση δε του ποσοστού ευθύνης και του αντίστοιχου ποσού αποζημίωσης, που βαρύνει χωριστά την καθεμία από τις αναιρεσείουσες εταιρίες, αποτελεί, σύμφωνα με όσα στην προηγούμενη νομική σκέψη αναφέρθηκαν, αντικείμενο της μεταξύ τους, τυχόν, δίκης αναγωγής. Κατόπιν αυτών, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, των άρθρων, 71, 297, 298, 481, 914, 926 ΑΚ), με αιτιάσεις ότι, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και ιδίως αυτές των άρθρων 481 και 926 ΑΚ, όσον αφορά την εις ολόκληρον ευθύνη τους, δεχόμενο με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι οι ίδιοι είναι υπόχρεοι προς αποζημίωση της πρώτης αναιρεσίβλητης, σε ολόκληρον καθένας, για τη συνολική ζημία της, ύψους 364.770,09 ευρώ, αν και κατά τις παραδοχές του, το ζημιογόνο αποτέλεσμα και συγκεκριμένα η ζημία της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, ήταν διακριτή για καθεμία από τις τέσσερις πρώτες αναιρεσείουσες, ισούμενη με την αξία των εκδοθέντων για λογαριασμό καθεμιάς τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές στο σύνολό τους, στις οποίες στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και όχι όσες αποσπασματικές, κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτησή τους, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση (την οποία, άλλωστε ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται με την παράθεση ενάριθμα του φερόμενου ως παραβιασθέντα κανόνα δικαίου), εξαιτίας έλλειψης αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και δικαιολογούν την μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής κατά τη βάση της από αδικοπραξία, σύμφωνα με τις αναφερόμενες σε αυτή ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε.
Διέλαβε δε (το Εφετείο) στην απόφασή του αυτή, αναφορικά με τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες ζητήματα της συνδρομής των απαιτούμενων προϋποθέσεων εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους και δεν απαιτούνταν προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, τις οποίες άλλωστε ούτε προσδιορίζουν οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα μέρη τους, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι δεν διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογίες, άλλως διότι περιέχονται σε αυτή, εσφαλμένες, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, κατά το επιμέρους κεφάλαιο της πώλησης του ακινήτου, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή τους στοιχεία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι αβάσιμοι.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που διαλαμβάνονται στους άνω λόγους αναίρεσης, ότι: α) Ουδόλως εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με ποιο τρόπο και από ποια στοιχεία αποδείχθηκε το οφειλόμενο ποσό που επιδικάστηκε, χωρίς καμμιά αιτιολόγηση αυτού, το ύψος του οποίου οι ίδιοι ρητά αμφισβήτησαν, επικαλούμενοι ότι η προσκόμιση φωτοαντιγράφων τιμολογίων δεν μπορεί να αποτελέσει απόδειξη οφειλής ....
β) Δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι οι τέταρτος και πέμπτη από αυτούς και ο Χ. Κ., ενεργώντας είτε ατομικά, είτε υπό την εκάστοτε ιδιότητά τους, ως μετόχων, μελών των διοικητικών συμβουλίων και νομίμων εκπροσώπων των λοιπών νομικών προσώπων, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αποσιώπηση της αλήθειας, έπεισαν τους αναιρεσίβλητους ότι οι οφειλές τους προς την πρώτη αναιρεσίβλητη θα εξοφλούνταν από την πώληση ακινήτων (χώρων στάθμευσης) ιδιοκτησίας ετέρων εταιριών, επιχειρηματικών συμφερόντων τους, τα οποία είχαν ήδη πωληθεί, ούτε αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα οι αναφερόμενες εκτενείς συζητήσεις σχετικά με την οικονομική κατάσταση και το αξιόχρεο των (αναιρεσειουσών) εταιριών, ούτε οι ψευδείς διαβεβαιώσεις περί επικείμενης πώλησης του ακινήτου και η απόκρυψη της πώλησης των χώρων στάθμευσης, όσα δε αναληθή κατέθεσε για τα ζητήματα αυτά ο β' των εναγόντων, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν μπορούν να αποτελέσουν απόδειξη, διότι, αφενός η αξιοπιστία του σταθμίζεται αναλόγως ως διαδίκου, αφετέρου τα όσα κατέθεσε δεν ενισχύονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
γ) Αν οι ίδιοι είχαν την παραμικρή πρόθεση να μην πληρώσουν τα ποσά τα οποία πράγματι όφειλαν ... δεν θα είχαν καταβάλει το ποσό των 3.186.615,52 ευρώ, το οποίο όπως συνομολογεί η πρώτη αναιρεσίβλητη έχει εξοφληθεί πλήρως .... . δ) Ουδέποτε διαβεβαίωσαν τους ενάγοντες ότι θα εξοφλούσαν τις απαιτήσεις τους από το τίμημα της πώλησης του άνω ακινήτου.
ε) Ο όμιλος Κ. λειτουργεί επί δεκαετίες με σημαντικότατες και πανελληνίως γνωστές επιχειρήσεις, οι οποίες πραγματοποιούν μεγάλους τζίρους και ουδέποτε χρειάστηκε να προσελκύσει κανένα διαφημιστή ώστε να στρέψει προς αυτούς το επιχειρηματικό του ενδιαφέρον, αλλά αντιθέτως οι διαφημιστικές εταιρίες είναι εκείνες που επιθυμούσαν να συνεργαστούν μαζί τους και να αναλάβουν τη διαφημιστική τους καμπάνια και έτσι οι ίδιοι δεν είχαν κανένα λόγο να πείσουν τους αντιδίκους στην συνέχιση της συνεργασίας τους, αφού μπορούσαν να επιλέξουν οποιαδήποτε άλλη διαφημιστική εταιρία προς συνεργασία και κάλυψη των διαφημιστικών τους αναγκών.
στ) Αναιτιολόγητα έγινε δεκτό ότι απέκρυψαν την πώληση των αναφερόμενων χώρων στάθμευσης ..... από τους αναιρεσίβλητους, καθόσον αυτοί θα μπορούσαν να πληροφορηθούν είτε κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, είτε μεταγενέστερα ενόψει του ότι είχαν εξαρχής τα στοιχεία που ισχυρίζονται ότι τους απέκρυψαν (ισολογισμούς στοιχεία για τα ακίνητα και τυχόν βάρη αυτών που υπάρχουν στα υποθηκοφυλακεία .. ...
ζ) Εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι πληροφορήθηκαν την πώληση του ακινήτου από την αναφερόμενη υπάλληλο της τράπεζας, καθώς και ότι οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) πρότειναν τον τρόπο συνεργασίας με το άνοιγμα λογαριασμού προεξόφλησης των επιταγών σε τράπεζες, αντίθετα οι αναιρεσίβλητοι ήταν εκείνοι που εξαρχής τον πρότειναν, επιμένοντας προς τούτο, με πρόθεση να ανέβει το διαφημιστικό πρόγραμμα, ώστε να αυξηθεί ο τζίρος και τα κέρδη τους.
Και, η) εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι η εξακολούθηση ενός καθόλου νόμιμου τρόπου συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών, που είχε ακολουθηθεί και στο παρελθόν και βάσει αυτού η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία είχε εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς για όλες τις απαιτήσεις της για τα έτη 2004, 2005, 2006 και 2007, συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά, δεν θεμελιώνουν την αποδιδόμενη με τους άνω λόγους πλημμέλεια (559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ).
Και τούτο διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις, στο σύνολό τους, ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Εφετείο και την αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, καθώς και σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον άνω λόγο.
Τέλος, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι ο ΦΠΑ, τόσο για τις τηλεοπτικές διαφημίσεις, όσο και για τις διαφημίσεις που γίνονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς, εφημερίδες ή περιοδικά, για τις οποίες το αγγελιόσημο αποδίδεται στο δικαιούχο από τους διαφημιζόμενους ή τους διαφημιστές, δεν υπολογίζεται προκειμένου περί των τιμολογίων που εκδίδονται από τα παρέχοντα τη διαφήμιση μέσα, στο ποσό του ειδικού φόρου και του αγγελιόσημου, που επιβάλλεται κατά περίπτωση και ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη στα περισσότερα τιμολόγια που αφορούν διαφήμιση έχει συνυπολογίσει ΦΠΑ επί του συνόλου της αξίας κάθε τιμολογίου, συμπεριλαμβανομένων του φόρου τηλεόρασης και του αγγελιοσήμου, πράγμα που καθιστά τον υπολογισθέντα με τα τιμολόγια ΦΠΑ και αντίστοιχα τη ζημία της πρώτης αναιρεσίβλητης, από την καταβολή του, προσαυξημένο, σε ποσοστό 40% περίπου.
Ωστόσο, τα ως άνω εκτιθέμενα στον λόγο αυτό της αναίρεσης αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς στην αγωγή των αναιρεσίβλητων, η οποία στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ως προς την έκταση της ζημίας, και ως αρνητικοί ισχυρισμοί, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποτελούν ''πράγμα'' κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ και δεν ιδρύουν τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης.
Επομένως, ο άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού τους αιτήματος (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-12-2018 (αριθμ. καταθ. 916/6-12-2018) αίτηση αναίρεσης της 5091/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2023. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ