Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment for failing to consider specific condominium heating cost exemption claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the second instance judgment regarding condominium heating costs. The appellants argued the lower court ignored their claim for a 65% cost exemption due to prolonged absence, but the court found this argument had already been substantively examined and rejected in the appealed decision. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(17) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it is vague and fails to specify contradictory provisions, or if the lower court considered the claim and rejected it on substantive grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 309 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 309/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων – καλούντων: 1) Δ. χας Ε. Κ., το γένος Λ. Τ., κατοίκου ... Αττικής και 2) Β. Κ. του Ε., κατοίκου ... ΗΠΑ, εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βαρότσο.
Της αναιρεσίβλητης – καθ’ ης η κλήση: Ι. Μ., κατοίκου ... Αττικής, ως διαχειρίστριας και εκπροσώπου των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό ... αριθμ. … στο ... Αττικής και η οποία αντικατέστησε τον προηγούμενο αυτής διαχειριστή της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας Κ. Μ., ο δε τελευταίος αντικατέστησε τον διατελέσαντα κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αναιρέσεως διαχειριστή Χ. Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30.10.1997 αγωγή του τότε διαχειριστή και εκπροσώπου των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό ... αριθμ. … στο ... Αττικής, Π. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2288/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1470/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10.06.2001 αίτησή τους και τους από 18.12.2001 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η 1685/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση στη δικάσιμο της 19.10.2007 με την από 15.02.2007 κλήση των αναιρεσειόντων, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21.03.2008, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε και πάλι για συζήτηση με την από 18.03.2009 κλήση των αναιρεσειόντων στη δικάσιμο της 05.02.2010, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 04.03.2011.
Εκδόθηκε η 620/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε εκ νέου τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 31.05.2018 κλήση των αναιρεσειόντων – καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου διάβασε την από 18.01.2002 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανάργυρου Πλατή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Η κρινόμενη από 10.06.2001 (αρ. κατ. 677/2001) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 1470/2001 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Από το άρθρο 569§2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό αυτών απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση, αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο, τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση που είχε αρχικά ορισθεί, στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης. Τυχόν μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το από 18.12.2001 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατατέθηκε μεν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20.12.2001,ήτοι τριάντα ημέρες πριν από την αναφερόμενη αρχική δικάσιμο της 01.02.2002, πλήν όμως δεν προκύπτει επίδοση του δικογράφου αυτού στην αναιρεσίβλητη, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν σχετική έκθεση επιδόσεως. Επομένως, το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο (ΑΠ 599/2011 ΝΟΜΟΣ).
[ΙΙΙ] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 30.10.1997 αγωγή του ο ενάγων, με την ιδιότητα του νόμιμου διαχειριστή της αναφερομένης σε αυτή πολυκατοικίας (ήδη μη διάδικος αντικατασταθείς από την συνεχίζουσα την δίκη αναιρεσίβλητη υπό την μη αμφισβητουμένη ιδιότητα της, της νομίμου διαχειρίστριας της ίδιας πολυκατοικίας) η οποία (πολυκατοικία) κατά τους ισχυρισμούς του έχει υπαχθεί νομίμως στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, κυρία και συγκύριοι αντίστοιχα διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, να του καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά που αφορούν στην κατά τον κανονισμό της πολυκατοικίας αναλογούσα συμμετοχή των αυτοτελών ιδιοκτησιών τους στις επικαλούμενες κοινές δαπάνες της πολυκατοικίας ως και να χρωματίσουν σε τακτή προθεσμία με δαπάνες τους το τμήμα των εξωτερικών όψεων αυτής (πολυκατοικίας) στο ύψος του διαμερίσματος του Δ ορόφου το οποίο τμήμα από υπαιτιότητα τους δεν χρωματίστηκε κατά την γενομένη από την διαχείριση γενική βαφή της πολυκατοικίας άλλως και σε περίπτωση άρνησης τους να επιτραπεί τούτο στον ίδιο με δαπάνες τους.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ. 2288/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους εναγόμενους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών η από 20.07.1998 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 1470/2001 προσβαλλόμενη απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και αφού το δικαστήριο κράτησε και δίκασε την υπόθεση δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της την αγωγή.
[IV] Από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο αρθ 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.
Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από τον αρ.1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής, εάν δε το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και το υπαγωγικό σφάλμα.
Ως προς τον από τον αρ.19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται ειδικότερα η έλλειψη νόμιμης βάσης ποιές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και για ποιο λόγο είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές καθώς και ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση εκτός άλλων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης για πλημμέλεια που ελέγχεται από τον αρ.1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ χωρίς να εκτίθενται τα κατά τα ανωτέρω στοιχεία που είναι απαραίτητα για την θεμελίωση και τα ορισμένο του λόγου αυτού, ο οποίος κατά συνέπεια είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια που ελέγχεται από τον αρ.19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ.
Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 1470/2001 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης:
Είναι αληθές ότι την 11.03.1992 συνήλθε η Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας η οποία με ομοφωνία όλων των συνιδιοκτητών αποφάσισε ότι επιβάρυνση της ως άνω υπό στοιχεία Η2 αυτοτελούς ιδιοκτησίας, ειδικώς για τις κοινόχρηστες δαπάνες καθαριότητος είναι υπολογιστέα με μειωμένο ποσοστό, ήτοι 80%.
Επηκολούθησε όμως νέα Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών την 25.11.1996, η οποία απεφάσισε την επαναφορά δια την Η2, ιδιοκτησία του αρχικού ποσοστού συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων, ήτοι του 143%. Η απόφαση αυτή δεν ελήφθη με παμψηφία όπως έπρεπε κατ’ άρθρον 5 αριθ. 7 εδ. α’ του κανονισμού της πολυκατοικίας και άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3741/1929, αλλά μόνο με πλειοψηφία των συνιδιοκτητών.
Όμως από την έκδοση αυτής (25.11.1996) και μέχρι την συζήτηση της αγωγής (09.02.1998) παρήλθε ο χρόνος των έξι μηνών και δεν είναι δυνατή η ακύρωση της με αγωγή κατ’ άρθρον 101 ΑΚ από το μέλος της συνελεύσεως το οποίον δεν συνήνεσε η από κάθε ένα ο οποίος έχει έννομον συμφέρον, με αποτέλεσμα να ισχυροποιηθεί η απόφαση αυτή.
Προσβολή αυτής δεν είναι δυνατή ούτε με ένσταση μετά την πάροδο της άνω προθεσμίας, εκτός αν η απόφαση δεν φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα αποφάσεως ή έχει εκδοθή πέραν από την εξουσία της γενικής συνελεύσεως ή αντίκειται στον νόμο ή τα χρηστά ήθη ή στον κανονισμό, πράγματα τα οποία δεν υφίσταται εν προκειμένω (ΕφΑθ 5642/95, ΕΔΠ 1985/295, Παπαδάκης ΕΔΕ 1987/81).
Επομένως ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι η ως άνω απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως η οποία επανέφερε για την υπό στοιχεία Η2 ιδιοκτησία το αρχικό ποσοστό συμμετοχής αυτής στις δαπάνες κοινοχρήστων είναι άκυρη ως εκ του ότι δεν ελήφθη με παμψηφία των συνιδιοκτητών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσία.
Έτσι που έκρινε τα Εφετείο περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες αναφορικά με την ισχύ της ληφθείσας από την γενική συνέλευση της πολυκατοικίας απόφαση και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης ανεξαρτήτως της αοριστίας του αφού δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της αναίρεσης τα στη αρχή της παρούσας απαραίτητα για την θεμελίωση και το ορισμένο του στοιχεία.
[V] Κατά την έννοια του αρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται έστω και αν ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και τούτο να αναφέρεται στην αίτηση. Δηλαδή πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι ο σχετικός ισχυρισμός έχει προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς ο δεύτερος και τέταρτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχα ότι (α) παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας (αθρ. 559 αρ.14 ΚΠολΔ) και (β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμό τους (αρθ. 559 αρ.8 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από την έφεση των αναιρεσειόντων, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατ’ αρθ. 561 παρ2 ΚΠολΔ αυτοί δεν προέβαλαν στο Εφετείο ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής και περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος κατ’ αρθ. 281 ΑΚ.
[VI] Για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και κατ’ επέκταση να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση αυτής. Ο συγκεκριμένος λόγος είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζεται ποιες είναι οι αντιφατικές διατάξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το αρθ.559 αρ.17 ΚΠολΔ με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις χωρίς να προσδιορίζονται είναι απορριπτέος ως αόριστος.
[VII] Ο από το αρθ.559 αρ.8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ότι σύμφωνα με τον κανονισμό της πολυκατοικίας εξαιρετικώς απαλλάσσεται του 65% της αναλογούσας δαπάνης για την παρεχόμενη θέρμανση ο ιδιοκτήτης διαμερίσματος που απουσιάζει επί 30 συνεχώς ημέρες από 15.11 μέχρι 15.04 και μόνο για τον χρόνο της απουσίας του και εφόσον κατά τον χρόνο αυτό το διαμέρισμα του παρέμεινε εξ ολοκλήρου ακατοίκητο και ότι πράγματι το Δ1 διαμέρισμα των αναιρεσειόντων κατά το από 15.11.1996 μέχρι 15.04.1997 διάστημα παρέμεινε κλειστό και εξ ολοκλήρου ακατοίκητο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ισχυρισμός αυτός που αποτέλεσε λόγο έφεσης εξετάστηκε και απορρίφτηκε στην ουσία του.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι για τον σχηματισμό της κρίσης του επί της προκειμένης υπόθεσης έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων ρητά αναφέρεται και η με αρ. 2285/1998 ένορκη βεβαίωση που συντάχτηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη καθώς και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφο και την ως άνω ένορκη βεβαίωση και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του από το αρθ.559 αρ.11γ ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος).
[VII] Επομένως μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Ιουνίου 2001 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 677/2001) αίτηση για αναίρεση της 1470/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως και τους από 18.12.2001 με αρ. κατάθεσης 242/2001 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ