309/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated309/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής.
Full text
Απόφαση 309 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 309/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ιωάννη - Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", πρώην ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Π., υπό την ιδιότητα της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου της ως άνω εταιρείας, κατοίκου Ν. Σ., 3) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε." με έδρα την ..., νομίμως εκπροσωπούμενης από την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." με έδρα την ... που εκπροσωπείται νόμιμα, 4)Π. Π., υπό την ιδιότητά του τέως Προέδρου του Δ.Σ. της ως άνω εταιρείας. Οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντιγόνης Κίσσα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, που κατέθεσε προτάσεις και οι 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βιολέττα Βασιλάκου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/5/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την ασκηθείσα δια των προτάσεων ανταγωγή της 1ης και 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1941/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2433/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/12/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2.12.2018 και με αριθ. κατάθεσης 11368/927/11.12.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2433/17.3.2018 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 19.3.2007 και με αριθ.
κατ. 2523/20.3.2007 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με εν μέρει αντικατάσταση των αιτιολογιών της με αριθ. 1941/4.10.2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη κατά ένα μέρος, ως νομικά αβάσιμη κατά άλλο μέρος και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το υπόλοιπο μέρος η από 13.5.2004 και με αριθ.
κατάθ. 67464/2169/14.5.2004 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ιπταμένου χειριστή της Ολυμπιακής Αεροπορίας, με την οποία, αυτός επικαλούμενος την υποχρεωτική από το νόμο (άρθ. 27 παρ. 6 του Ν. 3185/2003) αποχώρηση του στις 14.11.2003 από την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία" που μετονομάσθηκε σε "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε.", της οποίας το πτητικό έργο μετά την αποχώρησή του περιήλθε με απόσχιση του εν λόγω κλάδου στην τρίτη εναγόμενη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.", των οποίων πρόεδροι και διευθύνουσα σύμβουλος ήταν αντίστοιχα οι δεύτερη και τέταρτος των εναγομένων και ήδη δεύτερη και τέταρτος των αναιρεσίβλητων, ζητούσε την καταβολή διαφορών στην αποζημίωση απόλυσης του Ν. 2112/1920 και στη χρηματική παροχή λόγω απώλειας εισοδήματος μέχρι την συνταξιοδότησή του, οφειλομένων στον μη συνυπολογισμό σε αυτές του επιδόματος τέκνων ύψους 78,44 ευρώ μηνιαίως και του επιδόματος παραγωγικότητας (διανομής αποδοχών υπερεργασίας) ύψους 1800 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως και στον υπολογισμό αυτών με το προηγούμενο της αποχώρησής του μισθολόγιο, πλέον αποζημίωσης ύψους 30.000 ευρώ λόγω μη ανανέωσης του πτυχίου του για αεροσκάφη τύπου Α 340 και χρηματικής ικανοποίησης ύψους 20.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης από την κατά τα άνω προσβολή της προσωπικότητας αυτού.
Με την ίδια απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η ασκηθείσα με τις από 16.2.2006 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του εν λόγω δικαστηρίου ανταγωγή της πρώτης εναγομένης - αντενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." και αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων - αντεναγόμενος οφείλει κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις να της αποδώσει το ποσό των 135.262 ευρώ με το νόμιμο τόκο, το οποίο του είχε καταβληθεί αχρεωστήτως ως αποζημίωση για την απώλεια εισοδήματος μέχρι την συνταξιοδότησή του κατά το άρθρο 27 του Ν. 3185/2003 κατά την αποχώρησή του από την εταιρεία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ήσαν αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ` αυτούς ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες μ` αυτήν πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμα και εάν ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτοί (ΑΠ 465/2019, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 2080/2017, ΑΠ 4/2015, ΑΠ 125/2006, ΑΠ 731/2005, ΑΠ 443/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης, απαραδέκτως στρέφεται κατά των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσίβλητων Ι. Π., υπό την ιδιότητα της ως Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε." και του Π.
Π. υπό την ιδιότητά του ως πρώην Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης, ούτε περιέχεται ως προς αυτούς στην αίτηση αναίρεσης άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή, με βάση και τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση ως προς αυτούς της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία άλλωστε στο περιεχόμενό της ουδέν διαλαμβάνει ως προς τους διαδίκους αυτούς.
Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, κατ' άρθρο 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη κα να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτών λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ) και ειδικότερα της δεύτερης χωριστά και των τρίτης και τέταρτης από κοινού, οι οποίοι παρέστησαν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις.
Περαιτέρω ως προς την πρώτη των αναιρεσίβλητων υπό ειδική εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε.", όπως μετονομάσθηκε η πρώτη των εναγομένων εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε.", η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 έως 6 και 8 του ισχύσαντος από 26 Σεπτεμβρίου 2003 Ν. 3185/2003 (ΦΕΚ Α 229), και υπό τον παράτιτλο "Μετασχηματισμός Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας" ορίσθηκαν τα εξής: "(1). Με απόφαση της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους, οι εταιρείες του Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας μετασχηματίζονται με απόσχιση των κλάδων ή τμημάτων ή λειτουργιών του πτητικού έργου με συγχώνευση ή απορρόφησή τους από υφιστάμενη εταιρεία του Ομίλου.
Με ίδιες αποφάσεις της Δ.Ε.Α. και των καταστατικών Οργάνων τους δύνανται να αποσχίζονται, απορροφώνται ή συγχωνεύονται οι κλάδοι, τμήματα ή λειτουργίες επίγειας εξυπηρέτησης και τεχνικής βάσης από υφιστάμενες ή νεοϊδρυόμενες για το σκοπό αυτόν εταιρείες. Ο μετασχηματισμός που προβλέπεται στο παρόν γίνεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1-5 του ν. 2166/1993 και 66-89 του κ.ν. 2190/1920, εφαρμοζομένων των διατάξεων του παρόντος.
Το σύνολο των μετοχών των εταιρειών που προέρχονται από το μετασχηματισμό αυτόν περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα, σε συνδυασμό με την παράγραφο 5 του παρόντος, στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου οι εταιρείες αυτές να ιδιωτικοποιηθούν. (2). Ως κλάδος, τμήμα ή λειτουργία για την εφαρμογή του παρόντος νοείται το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού, ως και οι εργαζόμενοι που αναφέρονται στην έκθεση που τον συνοδεύει.
Στη συνοδευτική έκθεση περιλαμβάνεται και κάθε άλλο στοιχείο, που μεταφέρεται κατά την παρούσα διαδικασία, και δεν αναγράφεται στον ισολογισμό, ως και τα εμπορικά δικαιώματα που συνδέονται με την άσκηση του πτητικού έργου. Ο ισολογισμός μετασχηματισμού και η συνοδευτική έκθεση συντάσσονται από ορκωτό ελεγκτή, που ορίζεται με απόφαση των Διοικητικών Συμβουλίων των εταιρειών από τις οποίες αποσχίζονται οι κλάδοι, εγκρίνονται από τις Γενικές Συνελεύσεις των μετασχηματιζόμενων εταιρειών και δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 7β του κ.ν. 2190/1920. (3).
Η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και των στοιχείων και δικαιωμάτων, που αναφέρονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, συντελείται αυτοδικαίως και ατελώς απαλλασσόμενη κάθε φόρου, τέλους, δικαιώματος του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ή Οργανισμού, με μόνη την καταχώριση της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της απορροφούσας εταιρείας περί εγκρίσεως των ισολογισμών μετασχηματισμού, ως τίτλου, στις κατά περίπτωση αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται για το σκοπό αυτόν οποιαδήποτε άλλη έγκριση, βεβαίωση, πιστοποιητικό, φορολογική δήλωση ή πράξη.
Η νηολόγηση των αεροσκαφών, η μεταφορά του προσωπικού και των λοιπών στοιχείων και δικαιωμάτων στην απορροφούσα εταιρεία θα ισχύσει από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας εμπορικής εκμετάλλευσης από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. (4). Οι απορροφούσες εταιρείες αποκτούν το σύνολο των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού και δικαιωμάτων, ελεύθερα παντός φόρου, τέλους, βάρους, χρέους ή δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
και κάθε βάρους, χρέους, αξίωσης τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, πέραν των υποχρεώσεων, οι οποίες ρητώς αναγράφονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού και την έκθεση, εξαιρουμένων των εταιρειών αυτών από την εφαρμογή των άρθρων 479, 939 ΑΚ, 537 επ. Ε.Ν. και του ν. 2190/1994. Δεν λαμβάνονται ασφαλιστικά μέτρα κατά των απορροφουσών εταιρειών για χρέη προγενέστερα της ημερομηνίας απόσχισης και δεν ασκούνται ποινικές διώξεις κατά των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.
και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας Α.Ε. για χρέη προς το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οργανισμούς του Δημοσίου των εταιρειών αυτών. (5). Συστήνεται Ειδικός Λογαριασμός του Ελληνικού Δημοσίου με την ονομασία "Ελληνικό Δημόσιο - Λογαριασμός Αποκρατικοποίησης της Ολυμπιακής Αεροπορίας". Τα διαθέσιμα του λογαριασμού θα τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, μπορεί να καθορίζονται οι όροι και ο τρόπος λειτουργίας, ελέγχου και εμφάνισης του λογαριασμού. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ο Ειδικός Λογαριασμός: α) πιστώνεται με τα έσοδα από την πώληση, στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκρατικοποίησης των εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι μετοχές των οποίων περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.
Για την αντιμετώπιση των αναγκαίων δαπανών της παρακάτω παραγράφου β' μέχρι την πώληση των εταιρειών του Ομίλου, ο Ειδικός Λογαριασμός πιστώνεται με προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι της ονομαστικής αξίας των μετοχών της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, β) χρεώνεται με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή αποζημιώσεων και λοιπών δαπανών για τη με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση των εργαζομένων, καθώς και για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης και μέχρι συνολικού ποσού που αντιστοιχεί στις ονομαστικές αξίες των μετοχών των εταιρειών του Ομίλου, οι οποίες θα περιέλθουν στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, γ) ειδικά, χρέωση του Ειδικού Λογαριασμού, προκειμένου να καταβληθούν:
ι) κίνητρα στους δικαιούχους λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, στις περιπτώσεις που συμφωνούνται σε εφαρμογή του άρθρου 8 του Π.Δ. 178/2002, και ιι) η πρόσθετη επιβάρυνση της παρ. 8 του παρόντος στους ασφαλιστικούς φορείς, επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτή. 6.
Οι Ιπτάμενοι Χειριστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοϊας, κάτοχοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, σε ισχύ του πτυχίου τους, ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α. για τον κλάδο σύνταξης, που συμπληρώνουν το 53ο έτος της ηλικίας τους και 4.500 ημέρες ασφάλισης ή 7.500 ημέρες ασφάλισης ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας στην Ολυμπιακή Αεροπορία ή την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα έως 31.12.2004, αποχωρούν υποχρεωτικά εντός του έτους 2003 από την εταιρεία που εργάζονται με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης της εταιρείας, που τους επιδίδεται ατομικώς και καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα Πρακτικά Συμφωνίας αυτών των συλλογικών συμβάσεων αποζημίωσης. (7) ... (8).
Ο προστιθέμενος χρόνος ασφάλισης των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης. Η πρόσθετη επιβάρυνση των ασφαλιστικών φορέων, που προκύπτει από τη συμπλήρωση των ως άνω αναφερόμενων στις παραγράφους 6 και 7 του παρόντος ορίων, καλύπτεται, κατά προτεραιότητα, από τον Ειδικό Λογαριασμό της παρ. 5 του παρόντος.
Το ύψος της επιβάρυνσης καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, ύστερα από οικονομική μελέτη της Υπηρεσίας Αναλογιστικών Μελετών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων". Εξάλλου, πριν από την ψήφιση του άνω νόμου και μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.
και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των ιπτάμενων χειριστών (Ένωση Χειριστών Πολιτικής Αεροπορίας - Ε.Χ.Π.Α.), οι οποίες έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Π.Δ/τος 178/2002, είχε καταρτισθεί το από 16 Ιουλίου 2003 πρακτικό συμφωνίας, με το οποίο, υπό το κεφάλαιο με τον τίτλο "ΚΙΝΗΤΡΑ", συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α.
για τον κλάδο συντάξεων ιπτάμενοι χειριστές του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε., που έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις δικαίωμα συνταξιοδότησης μέχρι τις 31-12-2005, αποχωρούν προαιρετικά (και, στην περίπτωση που δεν συμπληρωθεί ο απαραίτητος αριθμός των 137 κατ' ελάχιστον ιπτάμενων χειριστών, υποχρεωτικά) από την υπηρεσία τους, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη ωσάν να αποχωρούσαν με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους και ότι καταβάλλεται σε αυτούς η πλήρης (100%) και χωρίς κανένα περιορισμό αποζημίωση που προβλέπει ο ν. 2112/1920 (όπως συμπληρώθηκε με το ν. 3198/1955) με βάση τα έτη υπηρεσίας μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, καθώς και ποσό το οποίο θα είναι ίσο με την αποπληθωρισμένη [σύμφωνα με το ποσοστό αποπληθωρισμού που ακολουθεί το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων] απώλεια εισοδήματος που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης και του ποσού των καταβαλλομένων κατά την αποχώρηση τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της αποχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής.
Η ισχύς του ανωτέρω πρακτικού συμφωνήθηκε ότι τελεί υπό την αίρεση της υλοποίησής του από το Ελληνικό Δημόσιο (μέτοχο Ολυμπιακής Αεροπορίας - Νέας Ολυμπιακής Αεροπορίας) δια των αναγκαίων νομοθετικών και διοικητικών ρυθμίσεων και εφόσον λειτουργήσει η Νέα Ολυμπιακή Αεροπορία (ρήτρα Ζ αρ.2 του εν λόγω πρακτικού).
Στη συνέχεια, μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου 3185/2003, με το από 10 Νοεμβρίου 2003 παράρτημα του προαναφερθέντος πρακτικού συμφωνίας, καθορίσθηκαν οι λεπτομέρειες υλοποίησης των προβλεπομένων στο πρακτικό και στις σχετικές διατάξεις του Ν. 3185/2003. Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η υλοποίηση των όσων συμφωνήθηκαν με το πρακτικό συμφωνίας θα γίνει με βάση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 27 παρ. 6 Ν. 3185/2003 και, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκαν και τα ακόλουθα: "Αναφορικά με τη χορήγηση της απώλειας εισοδήματος που θα προκύπτει μεταξύ του ποσού της σύνταξης του Ι.Κ.Α.
που δικαιούται ο συνταξιοδοτούμενος με το ν. 3185/2005 (Α'229/26.09.2003) ιπτάμενος χειριστής και η οποία αντιστοιχεί στα πραγματικά χρόνια υπηρεσίας στον Όμιλο της Ο.Α. και του ποσού των καταβαλλομένων κατά το μήνα Οκτώβριο 2003 τακτικών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από της αποχωρήσεως μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους, προς κάλυψη της απώλειας αυτής, θα ισχύσουν τα προβλεπόμενα στο ν. 3185/2003 "...".
Το καταβλητέο λόγω απώλειας εισοδήματος ποσό θα μειωθεί κατά το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του ν. 2112/1920, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου 2003 και της αποζημίωσης του ν. 2112/20, η οποία υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2003. Το ποσό που αντιστοιχεί στην ανωτέρω απώλεια εισοδήματος θα καταβληθεί στους δικαιούχους εντός εξαμήνου από της κοινοποιήσεως της διαπιστωτικής πράξης".
Από το περιεχόμενο του άνω από 16.7.2003 πρακτικού συμφωνίας και του από 10.11.2003 παραρτήματος αυτού, που έχουν ισχύ ανάλογη με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αφού προβλέπονται από το άρθρο 8 του Π.Δ/τος 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου" (ΦΕΚ Α 162) και καταρτίσθηκαν με την προβλεπομένη από το Ν. 1876/1990 διαδικασία και τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, προκύπτουν, κατά την αληθή έννοια αυτών, τα εξής:
Η ενόψει της σχεδιαζόμενης απόσχισης του κλάδου του πτητικού έργου της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας αποχώρηση των ιπταμένων χειριστών αυτών, οι οποίοι συγκέντρωναν τις οριζόμενες προϋποθέσεις, θα γινόταν με την έκδοση σχετικής διαπιστωτικής πράξης της εταιρείας και την καταβολή σε αυτούς της προβλεπόμενης από τις οικείες συμβάσεις και τα άνω πρακτικά συμφωνίας αποζημίωσης, δηλαδή της πλήρους αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 με βάση τα έτη υπηρεσίας τους μέχρι του 60ου έτους της ηλικίας τους και της πρόσθετης αποζημίωσης που συμφωνήθηκε ως κίνητρο για την υποχρεωτική συνταξιοδότησή τους για την απώλεια του εισοδήματός τους εξαιτίας της πρόωρης αποχώρησής τους από την υπηρεσία.
Λόγω αδυναμίας της Ολυμπιακής Αεροπορίας να καταβάλει τα αναγκαία για την αποζημίωση των αποχωρούντων χειριστών ποσά, προβλέφθηκε από το νόμο η σύσταση ειδικού λογαριασμού του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο θα περιερχόταν χωρίς αντάλλαγμα το σύνολο των μετοχών των εταιρειών που επρόκειτο να προέλθουν από τον άνω μετασχηματισμό, προκειμένου στη συνέχεια αυτό να προβεί στην ιδιωτικοποίησή τους.
Ο εν λόγω ειδικός λογαριασμός που συστήθηκε στη συνέχεια με την 2/71992/Α0024/2003 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1967/2003), θα πιστωνόταν με τα έσοδα από την πώληση των εταιρειών του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι μετοχές των οποίων θα περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και με προκαταβολές του τελευταίου και θα χρεωνόταν με τα αναγκαία ποσά για την καταβολή του συνόλου των αποζημιώσεων των εργαζομένων που θα αποχωρούσαν και με τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης.
Ειδικότερα η καταβολή της πλήρους αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 στους αποχωρούντες θα γινόταν ταυτόχρονα με την επίδοση της διαπιστωτικής πράξης με χρέωση του άνω ειδικού λογαριασμού, ο οποίος θα πιστωνόταν για το σκοπό αυτό με αντίστοιχες προκαταβολές του Ελληνικού Δημοσίου. Αντίθετα η καταβολή τόσο των κινήτρων προς τους αποχωρούντες δικαιούχους, στα οποία περιλαμβάνεται και η απώλεια εισοδήματος κατά τα ανωτέρω, όσο και της πρόσθετης επιβάρυνσης προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, θα γινόταν με αντίστοιχη χρέωση του ειδικού λογαριασμού μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων.
Εξαρτήθηκε δηλαδή η καταβολή της άνω πρόσθετης αποζημίωσης από την τεθείσα από τη σχετική διάταξη του άρθρου 27 παρ. 5 εδ. γ του Ν. 3185/2003 προϋπόθεση (αίρεση δικαίου) της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης της παραπάνω εταιρείας και της είσπραξης των εσόδων εκποίησής της. Η κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου άμεση, με την έκδοση και επίδοση της διαπιστωτικής πράξης, καταβολή της προβλεπόμενης από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα πρακτικά αυτών "αποζημίωσης", αναφέρεται προδήλως στην αποζημίωση λόγω αποχώρησης και όχι στα κίνητρα τα οποία εντάσσονται στη ρύθμιση της παραγράφου 5 περ.
γ του ίδιου άρθρου, κατά την οποία η χρέωση του ειδικού λογαριασμού για την καταβολή των κινήτρων και της πρόσθετης επιβάρυνσης της παραγράφου 8 του ίδιου νόμου στους ασφαλιστικούς οργανισμούς επιτρέπεται μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάβει το πτητικό έργο και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων από αυτές.
Η αναφορά στο από 10.11.2003 παράρτημα ότι το ποσό που αντιστοιχεί στην απώλεια εισοδήματος θα καταβληθεί από τους δικαιούχους εντός εξαμήνου από την κοινοποίηση της διαπιστωτικής πράξης κατά την αληθή της έννοια, συναγομένη και από την μνεία σε άλλο σημείο του παραρτήματος ότι αναφορικά με τη χορήγηση της απώλειας εισοδήματος θα ισχύσουν τα προβλεπόμενα στο N. 3185/2003, προϋποθέτει ότι η ιδιωτικοποίηση του πτητικού έργου της ως άνω εταιρείας θα λάβει χώρα εντός του εξαμήνου από την κοινοποίηση της διαπιστωτικής πράξης.
Υπό διαφορετική εκδοχή ο όρος αυτός θα ήταν ανίσχυρος, διότι θα ερχόταν σε αντίθεση με τους ορισμούς του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003 σχετικά με το χρόνο πληρωμής της πρόσθετης αποζημίωσης, λόγω απώλειας εισοδήματος, οι οποίοι απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος και, ως εκ τούτου, συνιστούν ρυθμίσεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια (ΑΠ 565/2016, ΑΠ 1267/2009, ΑΠ 1858/2008, ΑΠ 2089/2007, ΑΠ 1674/2007, ΑΠ 1668/2007, ΣτΕ 3435/2015).
Εξάλλου η με όρο της δικαιοπραξίας εξάρτηση των αποτελεσμάτων αυτής από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο αποτελεί αναβλητική αίρεση, ένεκα της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 201 επ. του ΑΚ. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 904 επ. του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι, αν ηρτημένης της αιρέσεως καταβληθεί το χρέος, ο λήπτης αυτού δεν καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερος, παρά μόνο εάν η αίρεση ματαιωθεί.
Διάφορη όμως της αίρεσης αυτής και μη ρυθμιζομένη από τις πιο πάνω διατάξεις είναι η αίρεση δικαίου, όπως η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, η οποία συνίσταται σε γεγονός το οποίο δυνάμει νομικής διάταξης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια της δικαιοπραξίας.
Στην περίπτωση αυτή, αν η παροχή εκπληρωθεί χωρίς τη συνδρομή των ως άνω όρων ή προϋποθέσεων, τότε πρόκειται για εκπλήρωση που έγινε με βάση ανενεργό δικαιοπραξία, για μη υφιστάμενο δηλαδή χρέος και συνακόλουθα συντρέχει περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού υπό τους όρους του άρθρου 904 του ΑΚ. Από δε την τελευταία διάταξη, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ιδίως δε στις περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι στοιχεία της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό αποτελεί η καταβολή της παροχής, η αιτία για την οποία έγινε ή η ανυπαρξία της αιτίας αυτής ή η μη επακολούθηση ή λήξη της ή ο παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της, με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέσθηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη.
Ειδικότερα αχρεώστητη παροχή είναι, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, η καταβολή για ανύπαρκτο χρέος, αποτελεί δε τυπική και συνήθη περίπτωση πλουτισμού του λήπτη χωρίς αντάλλαγμα, ο οποίος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση και γενικότερα στη βούληση του ζημιωθέντος δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη αιτία.
Πρόκειται για καταβολή παροχής προς εκπλήρωση υποχρέωσης που δεν υπήρχε, είτε γιατί δεν γεννήθηκε ακόμη όπως στην περίπτωση αίρεσης δικαίου, είτε γιατί ήταν εξ υπαρχής ανύπαρκτη, όπως επί καταβολής ανύπαρκτου χρέους, ακυρότητας σύμβασης κ.λπ. (ΑΠ 565/2016). Στη σχέση αδικαιολόγητου πλουτισμού σημασία έχει η ύπαρξη αυτού και ειδικότερα η νόμιμη αιτία διατήρησής του.
Επομένως η εκ των υστέρων πλήρωση της αίρεσης δικαίου, σε χρόνο δηλαδή μεταγενέστερο από τη λήψη της παροχής εκ μέρους του λήπτη, συνιστά νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού από τον τελευταίο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, επί της από 13.5.2005 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στρεφομένης (μεταξύ άλλων) κατά της πρώτης των εναγομένων και ήδη πρώτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμης εταιρείας με την τότε επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε.", μετονομασθείσας σε "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε.", με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ιπτάμενος χειριστής αεροσκαφών της ως άνω εταιρείας από την οποία είχε προσληφθεί το έτος 1971 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει (μεταξύ άλλων) το χρηματικό ποσό των 225.424,35 (2.328,10 + 53.424 + 169.672,25) ευρώ για διαφορές μεταξύ οφειλομένου και χορηγηθέντος οικονομικού κινήτρου λόγω απώλειας εισοδήματος από την πρόωρη συνταξιοδότησή του, συνεπεία της υποχρεωτικής αποχώρησης αυτού από την εταιρεία στις 14.11.2003 κατ' εφαρμογή του Ν. 3185/2003, οφειλομένης στον μη συνυπολογισμό σε αυτό του επιδόματος τέκνων ύψους 78,44 ευρώ μηνιαίως και του επιδόματος παραγωγικότητας (διανομής αποδοχών υπερεργασίας) ύψους 1800 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως και στον υπολογισμό αυτού με το προηγούμενο της αποχώρησής του μισθολόγιο, και επί της ασκηθείσας με τις από 16.2.2006 προτάσεις της πρώτης εναγομένης - αντενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας και με δήλωση αυτής καταχωρηθείσα στα οικεία πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ανταγωγής, με την οποία η αντενάγουσα ζητούσε ν' αναγνωρισθεί ότι ο αντεναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υποχρεούται να της αποδώσει, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το χρηματικό ποσό των 135.262 ευρώ, το οποίο του είχε καταβληθεί αχρεωστήτως κατά την αποχώρησή του ως κίνητρο λόγω απώλειας εισοδήματος από την πρόωρη συνταξιοδότησή του, εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 1941/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την απόφαση αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά το ως άνω κεφάλαιο επιδίκασης των διαφορών στο οικονομικό κίνητρο λόγω απώλειας εισοδήματος του ενάγοντος από την πρόωρη συνταξιοδότησή του ως απαράδεκτη, με το αιτιολογικό ότι αυτή ασκήθηκε προώρως, καθότι η αίρεση δικαίου, υπό την οποία κατά την παρ. 5 του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003 εξαρτάτο η γέννηση της ως άνω οφειλής και συγκεκριμένα η ιδιωτικοποίηση του πτητικού έργου της ως άνω αεροπορικής εταιρείας και η είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο του σχετικού τιμήματος δεν είχε πληρωθεί, για λόγους ανεξάρτητους από τη βούληση της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Επί πλέον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την ανταγωγή της πρώτης εναγομένης - αντενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και αναγνώρισε ότι ο ενάγων - αντεναγόμενος και ήδη αναιρεσείων οφείλει να αποδώσει σε αυτήν, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού το ποσό των 135.262 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της συζήτησης, το οποίο έλαβε αχρεωστήτως κατά την αποχώρησή του από την εταιρεία στις 14.11.2003, αφού κατά τον χρόνο εκείνο δεν είχε πληρωθεί η ως άνω αίρεση δικαίου, από την οποία εξαρτάτο η γέννηση της ως άνω οφειλής.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης κατά το μέρος αυτό, κατόπιν της από 19.3.2007 και με αριθ. κατ. 2523/2007 έφεσης του ενάγοντος - αντεναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, στρεφομένης καθ' όλων των αρχικά διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση με το ίδιο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, αλλά με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, συνισταμένη στην μη εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ στην ένδικη υπόθεση, τα οποία αντιθέτως είχε εφαρμόσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι το οφειλόμενο από την πρώτη αναιρεσίβλητη κίνητρο λόγω απώλειας εισοδήματος εξ αιτίας της πρόωρης υποχρεωτικής του αποχώρησής του από την εταιρεία εξαρτάτο κατά νόμο από την πλήρωση της αίρεσης της ιδιωτικοποίησης του πτητικού έργου αυτής (αίρεση δικαίου), καθότι η αίρεση αυτή, κατά τη διατύπωση του άρθρου 27 παρ. 5 περιπτ.
γ στοιχ. ii του Ν. 3185/2003, αφορούσε μόνο την πρόσθετη επιβάρυνση των ασφαλιστικών φορέων από την πρόωρη υποχρεωτική συνταξιοδότηση των ιπτάμενων χειριστών και δεν αφορούσε το πιο πάνω κίνητρο, λόγω απώλειας εισοδήματος των ιπτάμενων χειριστών συνεπεία της υποχρεωτικής πρόωρης συνταξιοδότησής τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα ήδη προεκτεθέντα, καθότι τόσο η καταβολή του οικονομικού κινήτρου προς τους αποχωρούντες δικαιούχους λόγω απώλειας εισοδήματος κατά τα ανωτέρω, όσο και η πρόσθετη επιβάρυνση προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, θα γινόταν με αντίστοιχη χρέωση του ειδικού λογαριασμού που ετηρείτο από το Ελληνικό Δημόσιο μετά την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας που θα αναλάμβανε το πτητικό έργο της Ολυμπιακής Αεροπορίας και την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των σχετικών εσόδων και συνακόλουθα εξαρτήθηκε η καταβολή της άνω πρόσθετης χρηματικής παροχής από την τεθείσα από τη σχετική διάταξη του άρθρου 27 παρ. 5 εδ.
γ του Ν. 3185/2003 προϋπόθεση (αίρεση δικαίου) της προηγούμενης ιδιωτικοποίησης της παραπάνω εταιρείας και της είσπραξης των εσόδων εκποίησής της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο ή οι λόγοι που κατά νόμο δικαιολογούν την πρόταση αυτού το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτως ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2319/2014, ΑΠ 114/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι δεν είχε λάβει χώρα ιδιωτικοποίηση του πτητικού έργου της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και συνακόλουθα ότι δεν έχει πληρωθεί η αίρεση δικαίου, καθότι η αίρεση δικαίου πληρώθηκε με την μεταβίβαση του πτητικού έργου, που είχε προηγουμένως αποσχισθεί και μεταφερθεί στην εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε." [τρίτη των εναγομένων] στην εταιρεία με την επωνυμία "Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών", κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο Ν. 3759/2009, με τον οποίο κυρώθηκαν οι αναφερόμενες εκεί τρεις συμβάσεις πώλησης και αγοράς μετοχών.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, όπως ορθώς επισημαίνει και η πρώτη αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, καθότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται (ούτε άλλωστε προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης) ότι τον σχετικό ισχυρισμό επικαλέσθηκε στο Εφετείο, τον τρόπο προβολής αυτού στο δικαστήριο της ουσίας και τον λόγο της καθυστερημένης προβολής του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 905 παρ.1 του ΑΚ η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται, αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος. Η δικαιολογία αποκλεισμού της αναζήτησης του πλουτισμού συνίσταται στο ότι στην περίπτωση αυτή τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με σκοπό δωρεάς ή για άλλη νόμιμη αιτία.
Επομένως ο κατά τη διάταξη αυτή αποκλεισμός της απαίτησης αναζήτησης του πλουτισμού δεν υφίσταται στην περίπτωση ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας, όπως συμβαίνει όταν ο δότης εξαναγκάσθηκε στην καταβολή (ΟλΑΠ 29/2002, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 365/2016, ΑΠ 119/2004, ΑΠ 775/2004). Η γνώση του αχρεωστήτου πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της καταβολής.
Ο σχετικός ισχυρισμός συνιστά ένσταση του λήπτη της παροχής, καταλυτική της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαίτησης του δότη για την επιστροφή του πλουτισμού (ΑΠ 286/2019, ΑΠ 365/2016). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008), στα οποία περιλαμβάνεται και η ομολογία.
Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, συνιστά μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και αφορά την παραδοχή επιβλαβούς για τον ομολογούντα πραγματικού γεγονότος (ΑΠ 1124/2017, ΑΠ 1407/2014, ΑΠ 115/2007, ΑΠ 414/2000).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικού μέσου, μεταξύ των οποίων και η δικαστική ομολογία, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Και τούτο διότι, ναι μεν η δικαστική ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθ. 352 παρ.1 του ΚΠολΔ), για να δημιουργηθεί, όμως λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρισθεί ότι επικαλέσθηκε αυτή κατά νόμιμο τρόπο και να το αποδεικνύει, προσκομίζοντας τις προτάσεις του (ΑΠ 1139/2009, ΑΠ 389/2008, ΑΠ 894/2008, ΑΠ 356/2004).
Τέλος από τη διάταξη του αριθμού 12 του αρθ.559 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 412/2011, ΑΠ 1517/2008, ΑΠ 648/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τους αριθμούς 11 περ. γ του και 12 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ' όψη της δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και συνακόλουθα ούτε τη δεσμευτικότητα της ισχύος της ως προς το γεγονός της από αυτήν γνώσης του αχρεωστήτου του καταβληθέντος σε αυτόν οικονομικού κινήτρου λόγω απώλειας εισοδήματος από την υποχρεωτική πρόωρη συνταξιοδότησή του, καθότι με το ίδιο το δικόγραφο της ανταγωγής η αντενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία συνομολογεί ότι κατέβαλε το ποσό του πιο πάνω κινήτρου, γνωρίζοντας το αχρεώστητο αυτού.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, καθότι ο αναιρεσείων δεν διαλαμβάνει στο αναιρετήριο ότι είχε επικαλεσθεί την δικαστική ομολογία της αναιρεσείουσας στο δικαστήριο της ουσίας. Σημειώνεται ότι, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, δεν προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ούτε άλλωστε ο ίδιος επικαλείται, ότι προέβαλλε σχετικό ισχυρισμό για τη γνώση της καταβολής αχρεώστητου εκ μέρους της αντενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας (ένσταση) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσθήκη στις προτάσεις του προς αντίκρουση της ασκηθείσας κατά την προφορική συζήτηση σε βάρος του ανταγωγής, ούτε ότι μετά την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού επανέφερε αυτόν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης.
Ο ίδιος δε λόγος κατά το μέρος που πλήττει τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δέχθηκε άγνοια της αναιρεσίβλητης εταιρείας ως προς το αχρεώστητο της ως άνω οφειλής και ειδικότερα άγνοια του γεγονότος ότι η σχετική υποχρέωσή της δεν είχε γεννηθεί ακόμη, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθότι με αυτόν και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λ.π.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του Νόμου 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις, δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως Νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το με την άνω διάταξη καθοριζόμενο ποσό αυξήθηκε αλληλοδιαδόχως στη συνέχεια και με το άρθρο 21 παρ.13 του Ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α 111) ισχύοντος από 8 Μαΐου 2003 ορίσθηκε σε 15.000 ευρώ. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν.Δ/τος 618/1970 ορίσθηκε ότι "τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ΑΝ 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λ.π.", τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".
Με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης απέβλεψε προδήλως στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών και την εντεύθεν οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (ΟλΑΠ 14/2001, ΟλΑΠ 10/1998, ΟλΑΠ 33-34/1997).
Οι διατάξεις αυτές αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών. Ως τέτοιες υπερισχύουν κατά την τελευταία αυτή διάταξη των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημίωσης για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω συλλογικές συμβάσεις εργασίας τυγχάνουν ανίσχυρες (ΟλΑΠ 20/2006, ΟλΑΠ 10/1998).
Εξάλλου, οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα η οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα.
Αποφασιστικό όμως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.
Υπό την έννοια αυτή η Ολυμπιακή Αεροπορία που συνεστήθη σε εκτέλεση της με το Ν.Δ/γμα 3560/1956 κυρωθείσας από 30.7.1956 Σύμβασης με την οποία παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον ανάδοχο Α. Ω., μεταξύ άλλων, το προνόμιο αποκλειστικής εκμετάλλευσης των αεροπορικών μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού για τους επιβάτες, τα εμπορεύματα και το ταχυδρομείο, υπήρξε από τη σύστασή της, ενόψει των παρεχομένων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών της και ανεξαρτήτως του φορέα αυτής, επιχείρηση κοινής ωφελείας.
Ο χαρακτήρας αυτής ως επιχείρησης κοινής ωφελείας διατυπώθηκε ακολούθως και ρητά στη διάταξη του έκτου άρθρου παρ. 1 του Ν. 96/1975 "περί εξαγοράς των μετοχών της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. παρά του Ελληνικού Δημοσίου και παραλαβής αυτής", με την οποία ορίσθηκε ότι "επιτρέπεται εις την Ολυμπιακήν Αεροπορίαν Α.Ε., ήτις αποτελεί από της ιδρύσεώς της επιχείρησιν κοινής ωφελείας, όπως προέρχεται εις σύναψιν δανείων, εις τε το εσωτερικόν και εξωτερικόν, του Δημοσίου δυναμένου να παρέχη πάσαν απαιτουμένην εγγύησιν δια την σύναψιν, ανάληψιν, διακονονισμόν ή εξόφλησιν των δανείων τούτων ως και των πάσης φύσεως εν γένει πιστώσεων υπό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.".
Και ναι μεν η άνω διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο 1 περ. ια' του Ν. 2271/1994 "Εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.", πλην όμως η κατάργηση αυτή έγινε σε προσαρμογή προς την από 7.10.1994 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (94/696/ΕΚ) που αναφερόταν στις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου για τα συναπτόμενα από την Ολυμπιακή Αεροπορία δάνεια και δεν καταλαμβάνει τον χαρακτηρισμό της εταιρείας αυτής ως επιχείρησης κοινής ωφελείας, η περί του οποίου αναφορά στην άνω διάταξη έχει εμφανώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα.
Αυτό άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ίδιου νόμου (2271/1994), με την οποία, κατ' εξαίρεση, ορίζεται ότι στους οικειοθελώς αποχωρούντες μέχρι 31.12.1997 εργαζόμενους της Ολυμπιακής Αεροπορίας καταβάλλεται η αποζημίωση του Ν. 2112/1920 με τις εκεί προβλεπόμενες προσαυξήσεις, "χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο από το χαρακτηρισμό της Ο.Α.
και της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας ΑΕ ως επιχειρήσεων κοινής ωφελείας". Εξάλλου, τόσον με το Π.Δ/γμα 362/1991 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 30 του Ν.1914/1990, όσο και με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν.2271/1994, η Ολυμπιακή Αεροπορία και οι θυγατρικές της εταιρείες έπαυσαν να υπάγονται στις διατάξεις που ισχύουν για τις επιχειρήσεις που ανήκουν στο δημόσιο τομέα, ενώ με το Π.Δ/γμα 359/1996, καταργήθηκε το προνομιακό δικαίωμα αυτής για αποκλειστική εκμετάλλευση των αεροπορικών μεταφορών (επιβατών, φορτίου και ταχυδρομείου) εξωτερικού, καθώς και το προνομιακό δικαίωμα αποκλειστικής εκμετάλλευσης δρομολογίων εσωτερικού μεταξύ σημείων της ηπειρωτικής Ελλάδας προς/από τα οποία δεν εκτελούσε πτήσεις η Ολυμπιακή Αεροπορία πριν από την 1.1.1993 ή προς/από τα οποία δεν εκτελούσε πτήσεις κατά συνεχή τρόπο από την ημερομηνία αυτή και εφεξής.
Οι ως άνω όμως ρυθμίσεις δεν επηρέασαν τον χαρακτήρα της Ολυμπιακής Αεροπορίας ως επιχείρησης κοινής ωφελείας, αφού με αυτές δεν μεταβλήθηκε η μορφή των παρεχομένων από αυτήν υπηρεσιών ως εξυπηρετικών ζωτικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Τέλος, ο ως άνω χαρακτήρας της Ολυμπιακής Αεροπορίας διαφαίνεται και από τις διατάξεις τόσο του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις", όπως αυτός ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο πριν την κατάργησή του από 31.12.2005 με το άρθρο 20 του Ν. 3429/2005, ο οποίος στο μεν άρθρο 1 αυτού την απαριθμεί ως δημόσια επιχείρηση, στο δε άρθρο 2 παρ. 3 ορίζει ότι "...οι δημόσιες επιχειρήσεις λειτουργούν με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας τους ως εταιρειών που ασκούν δραστηριότητα κοινής ωφελείας", όσο και από τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 1α του Ν.2602/1998 "Για την ολοκλήρωση και εξυγίανση και την ανάπτυξη της Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ", με την οποία ορίζεται ότι "...Σκοπός των ρυθμίσεων του παρόντος είναι η ολοκλήρωση της εξυγίανσης και η ανάπτυξη της Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ προκειμένου να προστατευθεί το γενικότερο δημόσιο, οικονομικό και κοινωνικό συμφέρον, που συνδέεται με τις αερομεταφορές και τον τουρισμό".
Ακολούθως, μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 3185/2003 [και αφού ο αναιρεσείων είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία του] και σε εφαρμογή του άρθρου 27 αυτού, αποσχίσθηκε από την πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία υπό την τότε επωνυμία της "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" το πτητικό έργο, το οποίο ανέλαβε η τρίτη των εναγομένων εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε", η δε πρώτη των εναγομένων μετονομάσθηκε σε "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες ΑΕ".
Και πάλι όμως δεν αλλοιώθηκε ο χαρακτήρας της τελευταίας ως δημόσιας επιχείρησης κοινής ωφέλειας, καθόσον ο σκοπός της (ΦΕΚ 1485/19.2.2004 τ. ΑΕ και ΕΠΕ) είναι, μεταξύ άλλων, η εκμετάλλευση με επίγεια μέσα όλων των μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού, επιβατών και εμπορευμάτων που εκτελούνται με τακτικά ή έκτακτα δρομολόγια μεταξύ σημείων της Ελληνικής επικράτειας, καθώς και σημείων εκτός αυτής, η με επίγεια μέσα εξυπηρέτηση αεροσκαφών τα οποία προσγειώνονται ή απογειώνονται από ή σε ελληνικούς αερολιμένες, η εγκατάσταση και εκμετάλλευση συνεργείου γενικών επισκευών κινητήρων και αεροσκαφών, η πρακτόρευση αεροπορικών εταιρειών και ή άσκηση κάθε άλλης, συναφούς με τις ανωτέρω δραστηριότητες, τεχνικής εμπορικής, τουριστικής εργασίας και εκμετάλλευσης.
Έτσι και μετά το Ν. 3185/2003 διατηρήθηκε ο χαρακτήρας της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες ΑΕ" ως επιχείρησης κοινωφελούς χαρακτήρα, καθόσον αυτή αποσκοπεί με τις παρεχόμενες ως άνω υπηρεσίες της στην προαγωγή του αεροπορικού έργου της εταιρείας "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ" και την εξυπηρέτηση ζωτικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου που συνδέονται με τις αεροπορικές μεταφορές.
Περαιτέρω με την διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003 ορίσθηκε ότι στους αποχωρούντες υποχρεωτικά εντός του έτους 2003 ιπτάμενους χειριστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας που πληρούν τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής (53ο έτος της ηλικίας των και 4.500 ημέρες ασφάλισης ή 7.500 ημέρες ασφάλισης χωρίς όριο ηλικίας έως 31.12.2004) επιδίδεται ατομικά σχετική διαπιστωτική πράξη της εταιρείας όπου εργάζονται και τους καταβάλλεται η προβλεπόμενη από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις και τα πρακτικά συμφωνίας αποζημίωση, ενώ με το από 16.7.2003 Πρακτικό Συμφωνίας που καταρτίσθηκε μεταξύ της διοίκησης της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των ιπταμένων χειριστών (Ένωση Χειριστών Πολιτικής Αεροπορίας - Ε.Χ.Π.Α.) συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στους ιπταμένους χειριστές του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.
θα καταβληθεί η πλήρης (100%) και χωρίς κανένα περιορισμό αποζημίωση που προβλέπει ο Ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το Ν. 3198/55 και, ακολούθως, με το από 1.11.2003 Παράρτημα του προαναφερθέντος Πρακτικού Συμφωνίας καθορίσθηκαν οι λεπτομέρειες υλοποίησης των προβλεπομένων στο Πρακτικό και στις σχετικές διατάξεις του Ν. 3185/2003.
Το ως άνω Πρακτικό Συμφωνίας και το ως άνω Παράρτημα αυτού έχουν ισχύ ανάλογη με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αφού προβλέπονται από το άρθρο 8 του Π.Δ/τος 178/2002 και καταρτίσθηκαν με την προβλεπόμενη από το Ν. 1876/1990 διαδικασία (ΑΠ 565/2016, ΑΠ 1267/2009, ΑΠ 1674/2007, ΑΠ 1668/2007). Από όλα τ' ανωτέρω συνάγεται ότι, εφόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη υπό την τότε επωνυμία της "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε." μετονομασθείσα σε "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." εξακολούθησε και κατά τον κρίσιμο χρόνο (14.11.2003 ) να είναι επιχείρηση κοινής ωφελείας, η δε παραπάνω διάταξη του άρθρου 27 παρ. 6 του Ν. 3185/2003 παραπέμπει για τον καθορισμό της αποζημίωσης των υποχρεωτικά αποχωρούντων λόγω συνταξιοδότησης ιπτάμενων χειριστών στο ως άνω Πρακτικό Συμφωνίας και στο Παράρτημα αυτού, χωρίς να αποκλείει ως προς το ύψος της αποζημίωσης αυτής τις διατάξεις του ΑΝ 173/1967 και του Ν.Δ/τος 618/1970, [όπως αντίθετα είχε προνοηθεί με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.2271/1994, για τους εκεί αποχωρούντες εργαζόμενους της άνω εταιρίας], οι διατάξεις αυτές [ήτοι του Α.Ν. 173/1967 και του Ν.Δ/τος 618/1970] που είναι, όπως προαναφέρθηκε διατάξεις με αμφιμερή ενέργεια και ως τέτοιες υπερισχύουν των κανονιστικών όρων συλλογικών ρυθμίσεων, τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής επί της οφειλόμενης αποζημίωσης του Ν. 2112/1920 στους υποχρεωτικά αποχωρούντες, κατά τον άνω χρόνο και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3185/2003, λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης ιπτάμενους χειριστές του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, το ύψος της οποίας (αποζημίωσης) δεν μπορεί να υπερβεί το καθοριζόμενο με αυτές όριο, ενώ το ως άνω από 16.7.2003 Πρακτικό Συμφωνίας και το ως άνω από 1.11.2003 Παράρτημα είναι ανίσχυρα κατά το μέρος που ως προς το όριο αυτό της αποζημίωσης ορίζουν διαφορετικά (πρβλ.
ΟλΑΠ 20/2006, ΑΠ 194/2008, ΑΠ 132/2007, ΑΠ 1916/2007 επί αντίστοιχων ρυθμίσεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 1759/1988 και 14 παρ. 4γ του Ν. 2602/1998, οι οποίες προέβλεπαν την καταβολή της προβλεπομένης από τις οικείες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τα πρακτικά συμφωνίας αποζημίωσης για τους εκεί αποχωρούντες υποχρεωτικά εργαζομένους εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας).
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, νομικά αβάσιμη την αγωγή αυτού, με την οποία ζητούσε την καταβολή του χρηματικού ποσού των 182.283,84 (1.882,56 + 43.200 + 137.201,28) ευρώ για διαφορές μεταξύ οφειλομένης και καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης (Ν. 2112/1920), λόγω μη συνυπολογισμού σε αυτήν του επιδόματος τέκνων ύψους 78,44 ευρώ μηνιαίως και του επιδόματος παραγωγικότητας (διανομής αποδοχών υπερεργασίας) ύψους 1800 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως και λόγω του υπολογισμού αυτής με βάση το προηγούμενο της αποχώρησής του μισθολόγιο, με το σκεπτικό ότι αυτή υπερέβαινε το όριο των 15.000 ευρώ [υπό την προφανή έννοια ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει ήδη την αποζημίωση απόλυσης υπερβαίνουσα το πιο πάνω ποσό], ορθώς, ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 6 του Ν. 3185/2003 σε συνδυασμό με εκείνες του Α.Ν. 173/1967, του Ν.
Δ/τος 618/1970 και του άρθρου 7 παρ.3 του Ν.1876/1990 και ορθώς δεν εφάρμοσε, λόγω του ανίσχυρου αυτών, τις κανονιστικού περιεχομένου σχετικές ρυθμίσεις του από 16.7.2003 Πρακτικού Συμφωνίας και του από 1.11.2003 Παραρτήματος σε αυτήν. Συνακόλουθα ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Τέλος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό ως νομικά αβάσιμη, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της διαφοράς και κατάρτιση ελάσσονος πρότασης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Επομένως ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και ως προς την πρώτη των αναιρεσίβλητων ανώνυμη εταιρεία.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτής από κοινού με τη δεύτερη των αναιρεσίβλητων (ως προς την οποία έχει ήδη απορριφθεί η αναίρεση), που παρέστη με τον ίδιο δικηγόρο και κατέθεσε κοινές προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.12.2018 και με αριθ. κατάθεσης 11368/927/11.12.2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 2433/17.3.2018 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης και τέταρτου των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 11 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 24 Μαρτίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ