Legislator Case Law & Legislation
309/2018 AI generated

309/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 309/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη , Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

309/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 27-11-2017 έκθεσή του με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Keywords

AI generated
loss of citizenship previous domicile honorary citizenship standing of the municipality abandonment of expropriation principle of accession
AI generated
989/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2021 αίτηση και τους από 10-8-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
1452/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1558/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1177/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5069/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4549/2009 του Εφετείου Αθηνών.
1887/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 309 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 309/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Ευθυμία Καδδά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν. Κ. του Α. 2 Κ. Κ. του Α., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Στέφανος Μαρινάκης δήλωσε ότι οι 1ος και 2ος απεβίωσαν και συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη οι κληρονόμοι τους α) Α. Ν. Κ. κάτοικος ..., β)Α. χήρα Α. Ε. κατοίκου ομοίως, γ) Α. Κ. του Ν. κάτοικος ομοίως, δ) Α. θυγ. Π. Δ. κατοίκου ομοίως, αντίστοιχα για τον 1ο και α) Ε. Κ. Κ. κάτοικος ... β) Α. συζ. Δ. Χ., κατοίκου ομοίως, γ) Α. Κ. του Κ., κάτοικος ..., αντίστοιχα για τον 2ο , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, 3.Δ. χήρας Κ. Γ., θυγατέρας Α. Κ., κατοίκου ..., 4.Χ. συζ. Ν. Ν. , θυγατέρας Α. και Α. Κ., κατοίκου ... 5.Σ. συζ. Γ. Φ., θυγατέρας Α. και Α. Κ., κατοίκου ..., 6.Α. Κ. του Μ. και Β. κατοίκου ..., 7. Σ. συζ. Α. Π. το γένος Μ. και Β. Κ., κατοίκου ..., 8. Δ. συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., 9. Γ. Ι., χήρας Α. Α., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ..., 10. Β. χήρας Μ. Κ., κατοίκου ..., 11. Α. Κ. Π., κατοίκου .... Οι 3η 4η 5η 6ος 7η και 9η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Παναγιώτη Σαρδελά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η 8η παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Χαράλαμπου Λιάρου-Παπαχαραλάμπους. Οι 10η και 11η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και την από 29-1-2008 ανταγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7134/2008 του ιδίου Δικαστηρίου που παρέπεμψε στο καθ’ ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με τη σειρά του εξέδωσε την 227/2011 οριστική και 6278/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-3-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 27-11-2017 έκθεσή του με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των παρόντων αναιρεσίβλητων ζήτησαν να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδει ο αναιρεσείων, με πράξη ορισμού δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση της δέκατης και της ενδέκατης εκ των αναιρεσιβλήτων Β. χήρας Μ. Κ. και Α. θυγ. Κ. Π. , να παραστούν κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε σ’ αυτές νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις με επίκληση προσαγόμενες υπ’ αριθ. ...9-2017 και ...9-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Δ.

Κ.. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση, πλην όμως ως νομίμως κλητευθείσες (άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να δικασθούν ως να ήταν παρούσες και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τούτων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατ’ άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του τελευταίου.

Αν απευθύνεται κατά του ιδίου είναι απαράδεκτο υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση. Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της διαφοράς (ΑΠ 274/2017).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά ή με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 493/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από τα νομίμως προσκομιζόμενα υπ’ αριθ. .../ 29-12-2014 απόσπασμα της υπ’ αριθ. .../2014 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου ... που προσαρτάται στην υπ’ αριθ. ...-6-2015 πράξη αποδοχής κληρονομιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Α., νομίμως μεταγεγραμμένη στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ηλιούπολης (τ. ...) και υπ’ αριθ. ...-2013 απόσπασμα της υπ’ αριθ.../2013 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου ...

που προσαρτάται στην υπ’ αριθ. ...-2014 πράξη αποδοχής κληρονομιών της ίδιας, ως άνω, συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στο Κτηματολογικό Γραφείο του ... (αριθ. καταχώρησης ...5-2015), ο πρώτος και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων (Ν. Κ. και Κ. Κ.) απεβίωσαν αντίστοιχα στις 26-12-2014 και στις 29-11-2013, δηλαδή ο πρώτος μετά και ο δεύτερος πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο (8-5-2014), χωρίς να γίνει γνωστοποίηση του θανάτου του δευτέρου, ώστε να επέλθει διακοπή της δίκης.

Εξ αυτών, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες πράξης αποδοχής κληρονομίας, σε συνδυασμό με τα προσαρτώμενα σ’ αυτές υπ’ αριθ. ...-1-2015 και .../7-1-2013 πιστοποιητικά του ..., ο μεν πρώτος κατέλιπε αδιάθετος ως πλησιέστερους συγγενείς του τη σύζυγό του Α. χήρα Ν. Κ., το γένος Α. και Α. Ξ., την θυγατέρα του Α. χήρα Α.

Ε., τον γιό του Α. Κ. του Ν. και την εγγονή του Α. θυγατέρα Π. Κ., ο δε δεύτερος κατέλιπε αδιάθετος ως πλησιέστερους συγγενείς του τη σύζυγό του Ε. χήρα Κ. Κ., το γένος Β. και Σ. Χ., τη θυγατέρα του Α. σύζυγο Δ. Χ. και τον γιό του Α. Κ. του Κ.. Οι ανωτέρω, υπό την ιδιότητά των, ως κληρονόμων τούτων αντιστοίχως (Ν. Κ. του Α.

και Κ. Κ. του Α.), για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Σ. Μ. στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο των προαναφερομένων αναιρεσιβλήτων και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου των δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.

Με τα άρθρα 18, 19 και 26 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" ερυθμίζοντο θέματα που αφορούσαν τα αρμόδια δικαστήρια και την προσήκουσα διαδικασία αφενός του προσωρινού και του οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και αφετέρου της αναγνώρισης των δικαιούχων της αποζημίωσης αυτής.

Ειδικότερα δε, με τις διατάξεις του άρθρου 27 του ίδιου νόμου προβλεπόταν ότι: "Κυρία διαδικασία 1.Το δικαστήριον προβαίνει εις αναγνώρισιν των δικαιούχων της αποζημιώσεως, επί τη βάσει των υποβληθέντων αυτώ κατά το άρθρον 24 παρ. 5 του παρόντος Ν.Δ. στοιχείων, ως και παντός στοιχείου, υποβαλλομένου αυτώ υπό των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως διερευνωμένου υπ` αυτού, δι` εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, ενιαίας ως προς άπαντας του αξιούντας δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου...... 4.

Το δικαστήριον απέχει του να εκδώση απόφασιν περί αναγνωρίσεως ενός ή πλειόνων δικαιούχων της αποζημιώσεως: α) Εάν εκ της διαδικασίας, ιδία μετά σχετικήν δήλωσιν του Δημοσίου, γενομένην επ` ακροατηρίω προκύπτη ότι πιθανολογούνται σφόδρα κυριότης ή έτερον εμπράγματον δικαίωμα τούτου επί του απαλλοτριωθέντος.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, τα εμπράγματα ταύτα δικαιώματα κρίνονται δικαστικώς κατά την τακτικήν διαδικασίαν, βάσει των οικείων διατάξεων του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, κατόπιν επί τούτω αγωγής του Δημοσίου ή παντός αξιούντος να αναγνωρισθή δικαιούχος της αποζημιώσεως, β) Εάν εκ της διαδικασίας προκύπτη, ότι η κυριότης ή έτερον εμπράγματον δικαίωμα επί του απολλοτριωθέντος αμφισβητείται μεταξύ πλειόνων υποτιθεμένων δικαιούχων, ούτως ώστε καθίσταται αναγκαία η ειδική περαιτέρω δικαστική έρευνα των προβαλλομένων υπό των μερών αξιώσεων.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, η αμφισβήτησις περί τα εμπράγματα ταύτα δικαιώματα κρίνεται δικαστικώς κατά την τακτικήν διαδικασίαν, βάσει των οικείων διατάξεων του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, κατόπιν επί τούτω αγωγής παντός επικαλουμένου τοιούτον δικαίωμα και αξιούντος να αναγνωρισθή δικαιούχος της αποζημιώσεως, γ) Εάν εκ της διαδικασίας προκύπτη, ότι δεν αποδεικνύεται εμπράγματον δικαίωμα του αξιούντος να αναγνωρισθή δικαιούχος της αποζημιώσεως επί του απαλλοτριωθέντος.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, δύναται ούτος, προσκομίζων νέα στοιχεία, να ζητήση άπαξ και μόνον εισέτι, δι` αιτήσεως προς το δικαστήριον, όπως η αξίωσις αυτού κριθή εκ νέου, κατά την υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένην διαδικασίαν. Ούτος δύναται να ζητήση την αναγνώρισιν αυτού ως δικαιούχου της αποζημιώσεως και κατά την τακτικήν διαδικασίαν, βάσει των οικείων διατάξεων του Κώδικος της Πολιτικής Δικονομίας".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που καθορίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Η παραβίαση αυτή συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Συνεπώς, ο μεν τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος που προσάπτεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 18, 19, 26 και 27 του ν.δ. 797/1971, οι οποίες, κατά τα προεκτιθέμενα, αποτελούν τοιαύτες δικονομικού δικαίου, είναι απαράδεκτος, ο δε πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος που αναφέρεται σε παραμόρφωση "υποβληθεισών αιτήσεων" είναι αόριστος διότι ούτε τα έγγραφα, των οποίων φέρεται να έλαβε χώρα παραμόρφωση εξειδικεύονται, ούτε σε τι συνίσταται το σχετικό διαγνωστικό λάθος, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, αναλύεται.

Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Κ.

Τ., απώτερος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων-εναγομένων, ήταν κύριος ενός ακινήτου εμβαδού 667 τ.μ. που βρίσκεται στο Δήμο ..., συνορεύει βορειοδυτικά... με το δημοτικό νεκροταφείο, νοτιοδυτικά εν μέρει... με τον πεζόδρομο της οδού ..., νοτιοανατολικά.... με τις δυο λωρίδες κυκλοφορίας και τη νησίδα της οδού ... και εν μέρει με τον πεζόδρομο της οδού ....

Την κυριότητα επί του ακινήτου αυτού ο Κ. Τ. την είχε αποκτήσει με το ...1942 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Β. που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο Κ. Τ. απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1956 και κληρονομήθηκε από τις κόρες του Α. συζ. Α. Κ., Π. συζ. Ε. Λ. και Μ. συζ. Σ. Τ., οι οποίες στην συνέχεια κληρονομήθηκαν από τους εναγομένους και πρώτο, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτο, έβδομη, δέκατη και ενδέκατη των εκκαλούντων.

Οι πρώτος, δεύτερος, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομία της μητέρας τους Α. Α. Κ. με την .../1972 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Α. Β. που μεταγράφηκε νόμιμα, ο έκτος και η έβδομη αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία του Μ. Κ. με την ...2008 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Θ.-Ρ. που μεταγράφηκε νόμιμα, η δέκατη αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομία της μητέρας της Μ. Τ. με την ... 2008 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο Κ. Τ. παραχώρησε το επίδικο στον ενάγοντα Δήμο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του νεκροταφείου.

Ο μάρτυρας του ενάγοντος στην κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανέφερε ότι δεν γνώριζε σε ποιόν ανήκε το επίδικο ούτε εάν παραχωρήθηκε στον ενάγοντα. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι με την ... πράξη αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας του Γραφείου Πολεοδομίας Αθηνών που κυρώθηκε με την .../1971 απόφαση του τότε Υπουργού Δημοσίων Έργων και με βάση το συνοδεύον την πράξη από 12-4-1971 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ.

που εκδόθηκε με πρωτοβουλία των εναγομένων προς εφαρμογή του από 15-8-1958 ρυμοτομικού ΒΔ/τος (ΦΕΚ 129/Δ/25-8-1958) του ..., μεταξύ άλλων αναλογίστηκαν αποζημιώσεις λόγω ρυμοτομίας και για την ιδιοκτησία των εναγομένων αναφερόμενη ως ιδιοκτησία "Μ. Τ." στη παλιά θέση "..." έμπροσθεν του νεκροταφείου του Δήμου. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την παραπάνω πράξη και το διάγραμμα ορίστηκε: 1) Η Μ.

Τ. πρέπει να αποζημιώσει λόγω ρυμοτομίας την ίδια...., 2) Ο ... πρέπει να αποζημιώσει λόγω ρυμοτομίας τη Μ. Τ. ......... Κατόπιν αιτήσεως των δικαιοπαρόχων των εναγομένων εκδόθηκε η 1056/1974 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος για τα ρυμοτομούμενα τμήματα της ιδιοκτησίας των τότε αιτούντων σύμφωνα με την ...

πράξη στο ποσό των 2000 δραχμών ανά τετραγωνικό μέτρο. Ο ενάγων ... άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22-3-1977 προσφυγή, με την οποία ζητούσε να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδος για τις ρυμοτομούμενες εκτάσεις που αναφέρονται στην ... Πράξη αναλογισμού αποζημίωσης του Γραφείου Πολεοδομίας Αθηνών στο ποσό των 1000 δραχμών ανά τετραγωνικό μέτρο.

Ορίστηκε δικάσιμος η 30-9-1977, επειδή όμως η συζήτηση της προσφυγής ματαιώθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο ο Δήμος με την από 8-7-1978 κλήση του ζήτησε να προσδιοριστεί εκ νέου η συζήτηση της προσφυγής και ορίστηκε δικάσιμος η 26-1-1979. Κατά τη δικάσιμο αυτή δε συζητήθηκε η ως άνω προσφυγή και εγκαταλείφθηκε η συζήτηση της υπόθεσης τόσο από την πλευρά του Δήμου όσο και από την πλευρά των εναγομένων.

Οι εναγόμενοι όμως συνεχώς οχλούσαν το Δήμο με επισκέψεις τους προς τους εκάστοτε εκπροσώπους αυτού και ζητούσαν να τους αποζημιώσει για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία τους, αλλά αυτός δεν προέβη σε καμία ενέργεια. Πρέπει να σημειωθεί ότι μετέβαινε στο Δήμο κάθε φορά κάποιος από τους εναγομένους συγκληρονόμους, ο οποίος αντιπροσώπευε και τους άλλους και ο σχετικός ισχυρισμός του Δήμου περί αδιαφορίας των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επίσης οι εναγόμενοι με τις ...21-9-1990, ...22-7-1992, ...-5-1997 και ...18-8-1998 αιτήσεις τους προς το Δήμο και τη νομική αυτού υπηρεσία ζητούσαν πληροφορίες για την πορεία της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας τους και διαμαρτύρονταν για την ολιγωρία του Δήμου προς επίσπευση της διαδικασίας αποζημίωσής τους. Λόγω όμως της συνεχούς άρνησης του Δήμου να αποζημιώσει τους εναγομένους αυτοί άσκησαν την από 24-5-2005 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί η παράλειψη της Διοίκησης να εκδώσει βεβαιωτική πράξη για την αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών τους.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς με την 178/2007 απόφασή του δέχθηκε την προσφυγή των εναγομένων και ακύρωσε την παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί εάν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης. Το Ελληνικό Δημόσιο με το 5502/18-10-2007 πρακτικό συνεδρίασης της Τριμελούς επιτροπής του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αποδέχθηκε την εν λόγω απόφαση και αποφάσισε να μην ασκήσει αναίρεση κατ’ αυτής.

Ο ενάγων Δήμος γνώριζε ότι είχε αναλογιστεί αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας για το ακίνητο των εναγομένων και ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, κίνησε διαδικασία για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος, γεγονός που αποδεικνύει ότι αναγνώριζε την κυριότητα των εναγομένων επί του επιδίκου, διαφορετικά έπρεπε να προβάλει το δικαίωμα ιδίας αυτού κυριότητας στο εν λόγω ακίνητο που σήμερα όψιμα ισχυρίζεται ότι έχει, ώστε να σταματήσει η σχετική διαδικασία για την καταβολή αποζημίωσης στους εναγομένους.

Με συμπεριφορά πλήρως αντιφατική και ανακόλουθη ο ενάγων ενώ είχε γνώση της μη συντέλεσης της απαλλοτρίωσης του επιδίκου ακινήτου, προσπαθούσε με ενέργειες διαμόρφωσης του ακινήτου από το έτος 1980 και μετά, όπως ασφαλτόστρωση, δημιουργία νησίδας πρασίνου και θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων, να δημιουργήσει δικαιώματα κυριότητας επ’ αυτού.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους δεν αποξενώθηκαν και δεν παραιτήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από την κυριότητα του επιδίκου και προέβαιναν σε συντονισμένες, αλλά άκαρπες ενέργειες για την ολοκλήρωση της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας τους με την καταβολή σ’ αυτούς της καθορισθείσας αποζημίωσης και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος Δήμου περί μεταγενέστερης καταχρηστικής διεκδίκησης του επιδίκου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Στη συνέχεια το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος που αφορούσε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου. Με τον πρώτο κατά το σχετικό σκέλος του λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν απάντησε στους νομοτύπως προβληθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί του ότι: 1) οποιοδήποτε τυχόν δικαίωμα των αντιδίκων είχε υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή των αξιώσεων από το τέλος του έτους 1962, 2) από το έτος 1965 ο αναιρεσείων διαμόρφωσε το επίδικο, δημιούργησε ασφαλτοστρωμένη οδό διπλής κατεύθυνσης, με νησίδα πρασίνου στο μέσον της και κατασκεύασε θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων και κατά συνέπεια ακόμη και αν δεν είχε παραγραφεί η αξίωση των δικαιοπαρόχων των αντιδίκων του το έτος 1962, παρεγράφη μετά τη συμπλήρωση 20ετίας από τις ενέργειες τούτου το έτος 1965, ήτοι παρεγράφη η τυχούσα αξίωση το τέλος του έτους 1985, 3) δεν έλαβε χώρα διακοπή των παραπάνω παραγραφών του δικαιώματος των αντιδίκων του, δεδομένου ότι εκείνος ουδέποτε αναγνώρισε αξίωση των αντιδίκων ή των δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου, οι δε αντίδικοι και οι δικαιοπάροχοί τους ουδέποτε ήγειραν αγωγή κατ’ αυτού με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητάς των επί του επιδίκου, ούτε και έλαβε χώρα άλλος τρόπος διακοπής της παραγραφής, 4) στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των πλειόνων αναιρεσιβλήτων και των πλειόνων δικαιοπαρόχων τους και κατά συνέπεια κάθε ενέργεια ενός των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους αφορά μόνο τον ίδιο και όχι τους άλλους διαδίκους ή τους δικαιοπαρόχους τους, η δε παραδοχή της εγκαλούμενης ότι οι ενέργειες κάποιου εναγόμενου γίνονταν από αυτόν ως αντιπρόσωπο και των άλλων εναγομένων είναι εσφαλμένη και έγινε χωρίς να έχει προταθεί, τυχούσα δε διακοπή της παραγραφής για ένα ή πλείονες διαδίκους και δικαιοπαρόχους τους επενεργεί μόνο υπέρ αυτών και όχι υπέρ των λοιπών, ενώ τυχούσα διακοπή της παραγραφής για ορισμένους αντιδίκους που υπέβαλαν την από 10.06.1974 αίτηση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αφορά μόνο εκείνους που υπέβαλαν την αίτηση, 5) η ως άνω από 10.06.1974 αίτηση δεν διακόπτει την παραγραφή, αλλά και αν υποτεθεί ότι είχε διακοπή, η νέα παραγραφή συμπληρώθηκε την 19.10.1994 και 6) η ...21.09.1990 και η .../14.05.1997 αίτηση που υπέβαλε η Δ.

συζ. Κ. Γ., αφορά μόνο την ίδια και αν θεωρηθεί ότι είναι λόγος διακοπής της παραγραφής συντρέχει μόνο στο πρόσωπό της. Ο λόγος αυτός ως προς τις υπ’ αριθ. 1 και 2 περιπτώσεις είναι αβάσιμος διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, την κυριότητα του επιδίκου, ανήκουσα αρχικώς στον αποβιώσαντα Κ.

Τ. και ουδέποτε παραχωρηθείσα από εκείνον στον αναιρεσείοντα, απέκτησαν δια κληρονομικής διαδοχής αρχικώς οι θυγατέρες του και στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι, ο δε αναιρεσείων "προσπαθούσε με ενέργειες διαμόρφωσης του ακινήτου από το έτος 1980 και μετά, όπως ασφαλτόστρωση, δημιουργία νησίδας πρασίνου και θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων, να δημιουργήσει δικαιώματα κυριότητας επ’ αυτού", και ως εκ τούτου το Εφετείο, μη υιοθετώντας τους ισχυρισμούς του τελευταίου για τους αναφερόμενους στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης λόγους, σιγή τους απέρριψε.

Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος ως προς τις υπ’ αριθ. 3, 4, 5 και 6 περιπτώσεις είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, πέραν του ότι σε κανένα σημείο της απόφασης δεν αναφέρεται σε δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας των αναιρεσιβλήτων, παραθέτοντας στο σκεπτικό του την έκδοση πράξης αναλογισμού και αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας το έτος 1971, την έκδοση απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το έτος 1974 που καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας για τα ρυμοτομούμενα τμήματα της ιδιοκτησίας των τότε αιτούντων, την προσφυγή του αναιρεσείοντος το έτος 1977 για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για τις ρυμοτομούμενες εκτάσεις, δέχθηκε στη συνέχεια την ύπαρξη αλλεπαλλήλων διακοπτικών της παραγραφής γεγονότων και δη ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι οχλούσαν συνεχώς, δηλονότι αδιάκοπα, τον αναιρεσείοντα με επισκέψεις τους προς τους εκάστοτε εκπροσώπους του και ζητούσαν να τους αποζημιώσει για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία τους, ότι με τις υπ’ αριθ. ...1990, ...1992, 952/1997 και ...1998 αιτήσεις τους προς τις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος ζητούσαν πληροφορίες για την πορεία της σχετικής απαλλοτρίωσης διαμαρτυρόμενοι για την ολιγωρία του ως προς την επίσπευση της διαδικασίας αποζημίωσής τους και ότι άσκησαν την από 24-5-2005 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί η παράλειψη της Διοίκησης να εκδώσει βεβαιωτική πράξη για την αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας τους.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 11 (και όχι και 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, πλην άλλων, και την προσκομισθείσα με επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους υπ’ αριθ. 178/2007 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία όμως είχε αναιρεθεί με την υπ’ αριθ. 2924/2012 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας.

Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των με επίκληση προσκομιζομένων εγγράφων, ναι μεν η υπ’ αριθ. 178/2007 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς αναιρέθηκε με την υπ’ αριθ. 2924/2012 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, πλην όμως με την υπ’ αριθ. 488/2017 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς έγινε και πάλι δεκτή η προσφυγή των αναιρεσιβλήτων και βεβαιώθηκε ότι επήλθε αυτοδικαίως άρση της σχετικής αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, λόγω μη συντέλεσής της, ένεκα μη καταβολής της καθορισθείσας αποζημίωσης, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι μόνο το πραγματικό αυτό γεγονός δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης .

Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 168/2015).

Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος που προσάπτεται η από τον προαναφερόμενο αριθμό πλημμέλεια ελέγχεται αόριστος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποια διάταξη σχετική με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων παραβίασε το Εφετείο και σε ποιό εξ αυτών προσέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν.3693/1957 (που κατά το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 εφαρμόζεται και επί Δήμων), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β’ 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-3-2015 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6278/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ