309/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated309/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με τα άρθ.118 αριθ.4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αυτός αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, εκτός των άλλων, και ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).
Full text
Απόφαση 309 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 309/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Oκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: O. B. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Μπατουδάκη, ο οποίος διορίστηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και την 194/2015 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Δερδεμεζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5054/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23/3/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1098/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 8/1/2015 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 3/1/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκας, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Νόμιμα φέρεται και πάλι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η κρινόμενη υπόθεση με την από 8-1-2015 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από την κήρυξη με την 1098/2013 απόφασή του απαράδεκτης της συζήτησης κατά την αρχική δικάσιμο και την ματαίωση αυτής κατά την μεταγενέστερη της 13- 10-2015.
II. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Επίσης, κατά το άρθ.559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 675/2016, 757/2015, 2102/2014, 137/2014, 120/2013, 103/2013, 11/2012). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του αριθ. 19 του ίδιου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93 §1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνας δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση, ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε, δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης (με βάση το οποίο κρίνεται η συνδρομή έλλειψης νόμιμης βάσης) προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το πραγματικό του οποίου πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 675/2016, 757/2015, 2102/2014), ενώ και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης ως άνω διάταξης να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 2234/2013,1125/2013, 76/2013).
Εξάλλου από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με τα άρθ.118 αριθ.4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αυτός αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, εκτός των άλλων, και ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθ.192 ΑΚ "Η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασης του" (Β) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερ' από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας με αντικείμενο αξιώσεις της κατά της τώρα αναιρεσίβλητης από την απασχόλησή της σ' αυτήν με σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 8-10-2003 έως 28-4-2007, με την προσβαλλομένη 5054/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) την 13-7-2006 προσέλαβε την ενάγουσα (αναιρεσείουσα), προκειμένου να την απασχολήσει στο κομμωτήριο που διατηρεί στην περιοχή του ...
ως βοηθό κομμωτή, ιδιότητα υπό την οποία η ενάγουσα παρείχε την εργασία της πέντε ημέρες την εβδομάδα (Τρίτη-Σάββατο) και επί 8 ώρες ημερησίως με ημερήσια αμοιβή 29,39€ μέχρι την 28-4-2007, όταν η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και κατέβαλε σ' αυτήν ως αποζημίωση απόλυσης 171,946, ότι η ενάγουσα προσέφυγε στο ΙΚΑ διαμαρτυρομένη για την απόλυσή της και υπέβαλε την από 4-4-2007 καταγγελία, στην οποία δήλωνε ότι απασχολείτο από 8-10-2013 στην επιχείρηση της εναγομένης ως βοηθός κομμωτή, επί 25 ημέρες τον μήνα, με μηνιαίες αποδοχές 420€ και ζητούσε να της καταβληθούν οι διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών της από 8-10-2003, ότι μετά την διενέργεια ελέγχου από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΙΚΑ απορρίφθηκε με την 5427/2007 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ η καταγγελία της ενάγουσας και το αίτημά της για αναγνώριση της απασχόλησης της στην επιχείρηση της εναγομένης από 8-10-2003, κατά της απόφασης δε αυτής η ενάγουσα άσκησε προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε με την 86/2008 απόφασης της αρμόδιας επιτροπής με το σκεπτικό ότι η ενάγουσα ουδέν μη αμφισβητούμενο γραπτό στοιχείο προσκόμισε προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς τους, ότι η ενάγουσα με την αγωγή της και την έφεσή της ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε με την ιδιότητα της βοηθού κομμωτή την 8-10-2003, μετά από αγγελία που είχε καταχωρίσει η εναγομένη εργοδότριά της στην εφημερίδα "ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ", ότι, από την εκτίμηση των αναφερομένων στην αναιρεσιβαλλομένη αποδείξεων και με βάση τα εκεί επιχειρήματα και σκέψεις, ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού και "κατά τον αυτό λόγο" η πραγματοποίηση υπερωριακής εργασίας κατά το διάστημα, κατά το οποίο αυτή πράγματι απασχολήθηκε στην ως άνω επιχείρηση, δηλ.
από 13-7-2006 μέχρι την απόλυσή της, αλλά μόνον η πενθήμερη και επί 8 ώρες ημερησίως απασχόλησή της έναντι ημερομισθίου 29,39€, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης εναγομένης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ενμέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 738,97€ ως διαφορά αποδοχών και επιδόματος αδείας και αποζημίωσης απόλυσης.
Με τον 1° λόγο αναίρεσης, και κατά τα σχετικά μέρη του από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασεν ευθέως, με εσφαλμένη υπαγωγή, και εκ πλαγίου, με έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογιών, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ.192 ΑΚ, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας (κατά την ερμηνεία αυτής ή την υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών γεγονότων), ως προς τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό περί του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης εργασίας μεταξύ των διαδίκων τον Οκτώβριο του 2003 με την δημοσίευση στο τύπο σχετικής αγγελίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εναγομένης.
Ο λόγος αυτός κατά τα ως άνω μέρη του είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και ερειδόμενος σε αναληθείς προϋποθέσεις, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε με σαφήνεια και πληρότητα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι η επίδικη εργασιακή σύμβαση καταρτίσθηκε την 18-7-2006 και όχι την 8-10-2003, όπως ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα, χωρίς να την συνδέει με την ως άνω αγγελία (πρόταση προς κατάρτιση σύμβασης εργασίας), ως εκ τούτου δε ουδόλως όφειλε να διαλάβει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του αιτιολογίες ως προς την "τύχη αυτής της γνωστοποίησης" και την "σύναψη σύμβασης τρία έτη μετά τη δημοσίευση της σχετικής αγγελίας".
Οι περαιτέρω ειδικότερες αιτιάσεις για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και για αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης, που αφορούν τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση ως προς την δήλωση των εργαζομένων για εισοδήματα από ανασφάλιστη εργασία, καθώς και στην μη αναφορά της αναιρεσείουσας ως εργαζομένης στην επιχείρηση της αναιρεσείβλητης κατά τον έλεγχο που πραγματοποίησαν τα αρμόδια όργανα την 26-1-2004, στο σχετικό δελτίο ελέγχου, πλήττουν στην πραγματικότητα την εκτίμηση των αποδείξεων και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου ως προς την αιτιολόγηση του ως άνω σαφούς αποδεικτικού πορίσματος και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες.
Εξάλλου, ο αυτός λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται έλλειψη αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της αξίωσης της αναιρεσείουσας από υπερωριακή εργασία, ως προς την οποία, άλλωστε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διατύπωσε σαφές αποδεικτικό πόρισμα πρέπει ν' απορριφθεί ως πλήρως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται, ούτε στοιχειωδώς, οι φερόμενες ως εκ πλαγίου παραβιασθείσες διατάξεις.
II. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11γ'του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, που ασκούν δηλ.
ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο συνεπώς θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (ΑΠ 1404/2015, 793/2015). Με τον 2° λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη της αμφισβητηθείσας αξιοπιστίας της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθείσας μάρτυρος της και προς επίρρωση του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού της περί σύναψης της επίδικης σύμβασης εργασίας την 8-10-2003, περί του οποίου είχε καταθέσει η ως άνω μάρτυς, ειδικότερα δε (1) (α) το από 24-4- 2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης περιπτέρου (β) αντίγραφο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2004 (γ) αντίγραφα ειδοποιήσεων των ετών 2001 και 2006 για την πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών για το περίπτερο (δ) αντίγραφο του δελτίου ταυτότητας της μάρτυρος (2) τις 1349 και 1351/2008 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της αναιρεσείουσας ενώπιον της συμβολαιογράφου … Θ.
Μ.. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζονται τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη ως άνω έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, ούτε, άλλωστε, τα με αριθ. 187/2009 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία περιέχεται, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, η κατάθεση της μάρτυρος, ώστε να είναι δυνατόν να διακριβωθεί, εάν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις θεμελίωσης του ερευνωμένου εδώ αναιρετικού λόγου.
III. Κατά το άρθ.559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Με το άρθ.340 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο) καθιερώνεται το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, τα αυτό δε ισχύει και στις ειδικές διαδικασίες και δη στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δικάσθηκε η κρινόμενη υπόθεση (και κατά την οποία επιπλέον λαμβάνονται υπόψη, και στην κατ' έφεση δίκη, και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, άρθ.671§1 εδ.
α', 674§2 ΚΠολΔ, που ίσχυαν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο), το δικαστήριο δηλ. εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, εκτός, βέβαια, από την δικαστική ομολογία και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη, αφού στ' αποδεικτικά αυτά μέσα ο νόμος προσδίδει, κατ' εξαίρεση, αυξημένη αποδεικτική δύναμη (άρθ.352§1 και 438 επ., 441,445 ΚΠολΔ), ανεξάρτητα από την διαδικασία εκδίκασης συγκεκριμένης διαφοράς (ΑΠ 1485/2011, 318/2011, βλ.
και ΑΠ 858/2013). Προϋπόθεση, σε κάθε περίπτωση, θεμελίωσης της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας και εφαρμογής της ως άνω διάταξης (του αριθ. 12 του άρθ.559 ΚΠολΔ) είναι η εκτίμηση από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον αυτού και η αποδεικτική δύναμη που έδωσε (παρά το νόμο) σ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 3° λόγο αναίρεσης (και τελευταίο) από την ως άνω διάταξη προβάλλεται, ότι το Εφετείο, δεχθέν (σε σχέση ειδικότερα με την απόδειξη του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης) ότι "...μόνη η προσκόμιση της αγγελίας αυτής (από την ενάγουσα) χωρίς την προσκομιδή και κάποιου άλλου στοιχείου, όπως π.χ.
αντιγράφου φορολογικής δηλώσεως των εισοδημάτων της για το χρονικό διάστημα που ισχυρίζεται ότι απασχολείτο στην εναγομένη, δεν είναι ικανή να αποδείξει τον ισχυρισμό της περί ενάρξεως της εργασιακής της σύμβασης την 8-10-2003...Έτσι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι απασχολήθηκε στην επιχείρηση κομμωτηρίου της εναγομένης-εφεσίβλητης ανασφάλιστη και δεν βαρύνετο ούτε αυτή, ούτε η εργοδότριά της με ασφαλιστικές εισφορές...
η μη υποβολή φορολογικής δηλώσεως της στερεί την δυνατότητα αποδείξεως του ισχυρισμού της...", προσέδωσε στην φορολογική δήλωση (που απαίτησε) αποδεικτική δύναμη που κατά νόμο δεν έχει, αφού, επάγεται στην συνέχεια η αναιρεσείουσα, δέχθηκε ότι μόνο με το έγγραφο αυτό θα μπορούσε να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι προσλήφθηκε την 8-10-20Θ3.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του αναφέρθηκε σε αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν είχε προσκομισθεί ενώπιον του και συνακόλουθα δεν έλαβε υπόψη.
Σύμφωνα με τα παραπάνω η ένδικη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8§1 και 9 του ν. 3226/2004 προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερα από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη κ.λπ., συνίσταται στην απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις, η απαλλαγή δε περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12§§1 και 2 του ίδιου νόμου (α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο και (β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 61 §§1-3 ν. 4194/2013 (Κώδικα Δικηγόρων), που εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (11-10- 2016), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7§8 εδ.α' και β ν.4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα III του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων Ανεξάρτητα Απασχολουμένων κλπ, ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής.
Τέλος, κατά το άρθρο 14§1 εδ. α' του αυτού ως άνω ν.3226/2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας κλπ. που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, η δε αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης.
Με την ΚΥΑ 98535/2014 (ΦΕΚ Β') η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές, στο ποσό δε αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή, ενώ σε περίπτωση αναίρεσης η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%). Με το άρθρο 58§4 περ.
β' ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα I του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κλπ., σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου σε εργατικές υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου ανέρχεται για παράσταση σε 342 ευρώ και για κατάθεση προτάσεων σε 310 ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 194/2015 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης της αναιρεσείουσας περί παροχής σ' αυτήν νομικής βοήθειας, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8§1και 9 ν. 3226/2004, ο δικηγόρος Αθηνών Άγγ. Μπατουδάκης προκειμένου να επαναφέρει με νέα κλήση την ένδικη αίτηση αναίρεσής της και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου κατά την συζήτησή της, με την ίδια δε ως άνω Πράξη η αναιρεσείουσα απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 §§ 1 και 2 ν. 3226/2004.
Πραγματικά, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης (που αφορά την προαναφερθείσα εργατική διαφορά) κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο η αναιρεσείουσα παρέστη διά του αναφερομένου δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Επομένως, τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε η αναιρεσείουσα και τα οποία πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της λόγω της ήττας της (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ), επιδικασθούν δε κατά του Δημοσίου, ταυτίζονται με την αποζημίωση του δικηγόρου της αναιρεσίβλητης για την παράστασή του και την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ανέρχονται στο ποσό των [νόμιμη αμοιβή για παράσταση (342€-20%+24%=339,12€)+αμοιβή για προτάσεις (310€- 20%+24%=307,52€)=] 646,64€.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2012 αίτηση για αναίρεση της 5054/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια σαράντα έξι ευρώ και εξήντα τέσσερα λεπτά (646,64) και επιδικάζει σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ