Legislator Case Law & Legislation
309/2016 AI generated

309/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 309/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 309 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

309/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 309 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 309 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 309/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Αναγνώστου.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βερώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-1-2009 και με αριθμούς κατάθεσης 1602/16-1-2009, 1604/16-1-2009, 1605/16-1-2009 και 1607/16-1-2009 τέσσερις αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17326/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2589/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-1-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 29-10-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ λόγος, αναφορικά με τις .../2011 και .../2011 ένορκες βεβαιώσεις του Β. Π. στον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη από 26-01-2015 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 2589/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της υπ’ αριθ. 17326/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που συνεκδίκασε τις τέσσερις (4) αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) Κ. Σ., με αριθμούς καταθέσεως α) 1602/16-1-2009 κατά των Ε. Π. και Ε. Α., β) 1604/16-1-2009 κατά της Ε. Π., γ) 1605/16-1-2009 κατά των Ε. Π. και Π. σύζ. Β. Π., το γένος Κ. Τ. και δ) 1607/16-1-2009 κατά των Ε. Π. και Η. Λ., με τις οποίες, επικαλούμενος προσβολή της προσωπικότητας του εκ μέρους των άνω εναγομένων με συμπεριφορά που συνιστούσε συκοφαντική δυσφήμιση, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν και με προσωπική κράτηση, λόγω της αδικοπραξίας τους, καταψηφιστικώς και αναγνωριστικώς, τα αναφερόμενα στις αγωγές ποσά, με το νόμιμο τόκο. To πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε με την προρρηθείσα απόφαση του και τις τέσσερις των άνω συνεκδικασθεισών αγωγών ως ουσιαστικά αβάσιμες, το δε Εφετείο, απέρριψε την απευθυνόμενη κατ’ αυτής έφεση του ενάγοντος και στις τέσσερις αυτές αγωγές, ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων στις αγωγές του), δέχθηκε όμως την έφεση του ως προς την αναιρεσείουσα (εναγομένη σε όλες τις αγωγές του), ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνεκδίκασε και αυτό και τις τέσσερις των ως άνω αγωγών ως προς την εν λόγω εναγομένη (αναιρεσείουσα), δέχθηκε αυτές κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την εναγομένη αυτή να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία τα αναφερόμενα σ’ αυτήν, για καθεμιά χωριστά αγωγή, ποσά.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 αρ. 2 εδάφιο γ’ Κ.Πολ.Δ., όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάσταση της με τη διάταξη του άρθρου 17 ν. 2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 ν. 2943/2001) που κατά τη διάταξη του άρθρου 524 § 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη, ή συμβολαιογράφου ή προξένου, λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση ... Έτσι, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία της υπόθεσης αν σωρευτικά συντρέχουν και οι δύο απαιτούμενες ως άνω προϋποθέσεις, λαμβάνονται δε υπόψη το πολύ τρεις για κάθε διάδικη πλευρά, ως ιδιαίτερο δε αποδεικτικό μέσο εκείνου των εγγράφων, εφόσον λήφθηκαν για τη δίκη που διεξάγεται, πρέπει να μνημονεύονται σαφώς στην απόφαση. Ο περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων σε τρεις για κάθε πλευρά δεν ισχύει , και μπορεί να ληφθούν υπόψη περισσότερες των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, στην περίπτωση συνεκδίκασης περισότερων αγωγών του ίδιου ενάγοντος, που απευθύνονται κατά του ίδιου ή και διαφορετικών εναγομένων και έχουν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν όχι για τις ίδιες συνεκδικαζόμενες αγωγές, αλλά για άλλες που επίσης συνεκδικάζονται με αυτές, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η αυτοτέλεια των δικών που διατηρείται παρά τη συνεκδίκαση, επιβάλλει τη διατήρηση των δικαιωμάτων μεταξύ των οποίων και εκείνο της απόδειξης για κάθε διάδικο, όπως διαγράφεται από τον ΚΠολΔ.

Συνεπώς, τα για κάθε αγωγή αποδεικτικά μέσα, και αν ακόμη έχουν κοινό θέμα απόδειξης είναι ίδια και δεν μπορεί το δικαστήριο να στερήσει το διάδικο από το δικαίωμα αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους ΣΤ2 και ΣΤ3 λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από το, άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ’ Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατάληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, χωρίς να λάβει υπόψη τις υπ’ αριθ..../2011 και .../2011 ένορκες βεβαιώσεις του Β. Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και τις οποίες επικαλέστηκε στο Εφετείο, με τις έγγραφες προτάσεις της και προσκόμισε, προς απόκρουση των με αρ. κατάθεσης 1605/2009 και 1607/2009 συνεκδικασθεισών αγωγών του αναιρεσιβλήτου. Όπως πράγματι προκύπτει από τις υποβληθείσες από την αναιρεσείουσα από 7-3-2013 προτάσεις της στο Εφετείο (βλ. σελ.7 και 13) υπήρξε σε αυτές ρητή επίκληση αναφορικά με τις υπ’ αριθ. .../2011 και .../2011 ένορκες βεβαιώσεις του Β. Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. .../13-4-2011 και .../13-4-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Λ.), η επίκληση δε και προσκομιδή αυτών ρητά αναφέρεται από την αναιρεσείουσα ότι γίνεται προς απόκρουση των με αρ. κατάθεσης 1605/2009 και 1607/2009 συνεκδικασθεισών αγωγών του αναιρεσιβλήτου. Ωστόσο το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη αυτές για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, εφόσον στην τελευταία δεν κάνει καμία μνεία περί τούτων, αν και αναφέρεται σε άλλες ένορκες βεβαιώσεις που οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα, στις μνημονευόμενες στην απόφαση υπ’ αριθ. 854/18-4-2011, 857/18-4-2011 και 884/21-4-2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, προς απόκρουση της πρώτης με αρ. κατάθεσης 1602/16-1-2009 συνεκδικασθείσας αγωγής του αναιρεσιβλήτου, τις οποίες, αντιθέτως, έλαβε υπόψη. Το γεγονός δε ότι λήφθηκαν υπόψη οι ανωτέρω τρεις ένορκες βεβαιώσεις, δεν απέκλειε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να ληφθούν υπόψη και οι δύο προαναφερόμενες που νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε, εφόσον αυτές λήφθηκαν για διαφορετικές των συνεκδικασθεισών αγωγών, και στην περίπτωση αυτή, δεν συντρέχει, κατά τα προεκτεθέντα, ο περιορισμός του άρθρου 270 αρ. 2 εδάφιο γ’ Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος. Ενόψει δε των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που αφορά τις συνεκδικασθείσες υπ’ αριθ. καταθέσεως 1605/2009 και 1607/2009 αγωγές του αναιρεσιβλήτου, δεν ερευνάται περαιτέρω ως προς την αναιρεσείουσα - εναγομένη Ε. Π., καθόσον ο ανωτέρω δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθιστά αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις παραπάνω αγωγές, ώστε να παρέλκει ως προς αυτές η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αναίρεσης, αφού η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καλύπτει τους λοιπούς.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνόμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως .μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361. Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α’ - δ’ ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’ ). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο το ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 § 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 § 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2, και εν προκειμένω όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ που προαναφέρθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2589/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που ερευνάται η αίτηση αναιρέσεως, ως προς τις συνεκδικασθείσες με την πρωτόδικη απόφαση υπ’ αριθ. καταθέσεως 1602/16-1-2009 και 1604/16-1-2009 αγωγές του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων είχε την ιδιότητα του δικηγόρου και ήταν διορισμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. Με την ως άνω ιδιότητα του είχε αναλάβει την εκπροσώπηση της Μερόπης Μαγιόγλου σε σειρά δικαστικών διενέξεων, που είχε η τελευταία με την Ε. Π., εναγόμενη των ενδίκων αγωγών. Ειδικότερα ο ενάγων είχε αναμειχθεί στον χειρισμό των υποθέσεων αυτών για πρώτη φορά, από τον Μάρτιο του έτους 2000, οπότε η Μ. Μ. του ανέθεσε μία υπόθεση, σχετικά με οικονομική απαίτηση, που ισχυρίζονταν ότι είχε κατ’ αυτής η εδώ εναγόμενη στην Α’ αγωγή Ε. Π. Μετά την ανάληψη των ως άνω καθηκόντων του, η ως άνω εναγόμενη στράφηκε κατά του ενάγοντος, τελώντας σειρά ποινικών αδικημάτων σε βάρος του. Ειδικότερα στις 6-4-2006 επέδωσε σ’ αυτόν [ενάγοντα] δια θυροκολλήσεως μία εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία στην οποία ανέφερε ότι ο ενάγων απειλεί τον πληρεξούσιο τότε δικηγόρο της και της τηλεφωνεί, ισχυριζόμενος γι’ αυτή ότι μαζί με τρίτους, αποτελούν σπείρα, που εκμεταλλεύεται ανήμπορους ανθρώπους για να τους αφαιρεί τα σπίτια τους. Ότι περαιτέρω ο ενάγων χωρίς δικαίωμα ζητά πληροφορίες γι’ αυτή από γειτονικά καταστήματα και ότι με τον τρόπο αυτό ασκεί αθέμιτα το δικηγορικό του λειτούργημα. Τους ίδιους ισχυρισμούς της η εναγόμενη επανέλαβε και στο σημείωμα, που κατέθεσε την 12-4-2006 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων καθώς και στις προτάσεις που κατέθεσε στις 18-5-2006 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την εκδίκαση ανακοπής. Περαιτέρω δια θυροκολλήσεως την 14-7-2006 η πρώτη εναγόμενη επέδωσε στον ενάγοντα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που συνυπόγραψαν και οι δύο εναγόμενοι της Α’ αγωγής, όπου επαναλήφθηκαν οι ίδιοι ισχυρισμοί, θεωρώντας ότι ο ενάγων με την προαναφερόμενη συμπεριφορά του προσέβαλε την προσωπικότητά της, ζήτησε την λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν από την πρώτη εναγόμενη στην προαναφερόμενο εξώδικο και στα λοιπά δικόγραφα είναι ψευδή, τα ανέφερε δε αυτή εν γνώσει του ψεύδους, έχοντας σκοπό να προσβάλει την προσωπικότητα του ενάγοντος ως δικηγόρου και ως ανθρώπου, δεδομένου ότι ο τελευταίος άσκησε νόμιμα τα καθήκοντα του, ως δικηγόρος της εντολέως του Μ. Μ., προς υπεράσπιση των συμφερόντων της τελευταίας, χωρίς να απειλήσει ή εξυβρίσει ποτέ την πρώτη εναγόμενη της ως άνω υπ’ αρ. καταθ. 1602/2009 αγωγής. Το γεγονός ότι η ως άνω εντολέας του είχε γνωριμία κοινωνική με την σύζυγο του ενάγοντος δεν είχε επιρροή στην εκτέλεση των δικηγορικών του καθηκόντων. Για τους προαναφερόμενους συκοφαντικούς ισχυρισμούς σε βάρος του ενάγοντος η πρώτη εναγόμενη της ως άνω αγωγής καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 6548/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη προέβη στις ως άνω ενέργειες προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων της και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ Μετά από αυτά, ο ενάγων, από την άδικη και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης, προσβαλλόμενος στην προσωπικότητα του, υπέστη ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση της πρέπει αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η ως άνω άδικη πράξη της πρώτης εναγόμενης σε βάρος του, το είδος της προσβολής, την κοινωνική θέση και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, να επιδικασθεί στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία, το ποσό των δύο χιλιάδων [2.000] ευρώ, που κρίνεται εύλογο [άρθρο 932 Δ.Κ.]. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα ως προς την πρώτη εναγόμενη της ως άνω αγωγής και απέρριψε αυτή ως προς την α’ εναγόμενη έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους λόγους της έφεσης... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ίδια εναγόμενη στην εξώδικη διαμαρτυρία που επέδωσε στον ενάγοντα στις 6-4-2006 ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων απειλεί τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο της Θ. Ι., ο οποίος εκ του λόγου αυτού παραιτήθηκε από την υπεράσπιση της υπόθεσης της. Τα ίδια περιστατικά ανέφερε στις 12-4-2006 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντικρούοντας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο σημείωμα της. Επίσης στις 18-5-2006 κατά τη συζήτηση της υπ’ αρ. καταθ. 14955/2006 ανακοπής της Μ. Μ. στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ανέφερε όλα τα παραπάνω στις προτάσεις που κατέθεσε. Τους ίδιους ισχυρισμούς περί απειλών του ενάγοντος σε βάρος του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ότι δηλαδή θα κάνει σε βάρος του αναφορά στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης εφόσον συνεχίζει να την υπερασπίζεται, συμπεριέλαβε στις 19-1-2007 στις προτάσεις που κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου συνεζητείτο η υπ’ αρ. καταθ. 19990/2006 ανακοπή της Μ.Μ. εναντίον της καθής. Επίσης και στις 18-11-2006 αντικρούοντας έγκληση με ημερομηνία 18-4-2006 της Μ.Μ. εναντίον της εναγόμενης [Β’ αγωγής] Ε. Π., αλλά και της μητέρας αυτής Π.Π., ενώπιον του Πταισματοδίκη του Ζ’ Τμήματος Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω η ίδια εναγόμενη Ε. Π. [Β’ αγωγής] επανέλαβε τα ίδια συκοφαντικά περιστατικά σε βάρος του ενάγοντος, ότι δηλαδή αυτός απειλεί τον προαναφερόμενο δικηγόρο της, στις 6-12-2006, αντικρούοντας την υπ’ αρ. ΒΜΑ 2006 Εγχ/649 ΝΩρ Α 2006 έγκληση του ενάγοντος εναντίον της ενώπιον του ΙΓ’ Τμήματος του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, αλλά και στις 15-11-2006, αντικρούοντας την υπ’ αρ. ΝΒΣΤ 2006 Εγχ/459 ΒΩρ έγκληση της Μ.Μ., ενώπιον του Πταισματοδίκη του Α’ Τμήματος Θεσσαλονίκης. Επίσης τα ίδια συκοφαντικά περιστατικά περί απειλών του ενάγοντος κατά του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου της ανέφερε η εναγόμενη [Β’ αγωγής] στις 14-12-2006 στις προτάσεις που κατέθεσε, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντικρούοντας την υπ’ αρ. 2381/2006 έφεση της Μ.Μ. κατά της υπ’ αρ. 18391/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η εναγόμενη γνώριζε ότι όλα τα παραπάνω είναι ψευδή, δεδομένου ότι ο ενάγων ουδέποτε απείλησε τον προαναφερόμενο δικηγόρο της, με αποτέλεσμα να πλήξει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος ως δικηγόρου, που ασκούσε το λειτούργημα του στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ενόψει της προαναφερόμενης συμπεριφοράς της εναγόμενης, η οποία είναι εξακολουθητική, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη. Αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η ως άνω αξιόποινη πράξη, η οποία δεν έγινε εκ μέρους της εναγόμενης προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων της, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ως άνω ισχυρισμού της [άρθρο 367 Π.Κ.] καθώς και της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων [4.000] ευρώ, που κρίνεται εύλογο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ως άνω αγωγή εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η κρινόμενη έφεση, ως προς την εφεσίβλητη Ε. Π. Να εξαφανισθεί ως προς αυτή η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό, κατά το μέρος που αφορά την ως άνω εναγόμενη [Ε. Π.] και συνεκδικασθούν οι υπ’ αρ. καταθ. α] 1602/2009, β] 1604/2009... αγωγές πρέπει αυτές να γίνουν εν μέρει δεκτές, ως εν μέρει βάσιμες κατ’ ουσίαν...". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, κατά το μέρος που ερευνάται η υπόθεση, διέλαβε στην απόφαση του με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την αναλήθεια των περιστατικών που ισχυρίστηκε και διέδωσε η αναιρεσείουσα, σχετικά με το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, κατά τους αναφερόμενους στην απόφαση τρόπους. Δεν ήταν δε αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση γιατί αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, ζήτημα αναγόμενο αποκλειστικά στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων.

Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση αίτηση προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με τις υπ’ αριθ. καταθέσεως 1602/2009 και 1604/2009 συνεκδικασθείσες αγωγές, είναι αβάσιμες. Εξάλλου, αναφορικά πάντα με το μέρος που ερευνάται η αναίρεση, αλυσιτελώς μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη η αναιρεσείουσα για την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού της από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, εφόσον το δικαστήριο δέχτηκε ότι οι πράξεις της έφεραν το χαρακτήρα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ). Ωσαύτως, με την υπό κρίση αίτηση, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 914, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρα 363 και 367 ΠΚ. Προς τούτο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, κατά το ουσιώδες περιεχόμενο των αιτιάσεων της, ότι το Εφετείο έσφαλε κρίνοντας ότι όσα αναφέρθηκαν από αυτήν στην εξώδικη δήλωση και στα επίμαχα δικόγραφα της ήσαν ψευδή και εκείνη τα ανέφερε εν γνώσει της αναλήθειάς τους, ενώ ήσαν αληθή στο σύνολο τους, ώστε η ίδια δεν διέπραξε κανένα αδίκημα συκοφαντικής δυσφήμησης, ούτε απλής δυσφήμηση και ενήργησε προς προστασία δικαιωμάτων της, χρησιμοποιώντας εύλογα και αναγκαία μέσα, χωρίς σκοπό εξυβρίσεως του αναιρεσιβλήτου. Οι ως άνω αιτιάσεις κατά την επιχειρούμενη στοιχειοθέτηση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το μέρος που ερευνάται, είναι απαράδεκτες. Τούτο, διότι, υπό το πρόσχημα της παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πλήττονται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, χωρίς να γίνεται επίκληση συγκεκριμένου νομικού σφάλματος περί την ερμηνεία και εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων, με βάση τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 176/11).

Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση των δύο ως άνω επίδικων αγωγών, κατά το οποίο ερευνάται η αναίρεση, αναφορικά με την αναλήθειά των προβληθέντων από την αναιρεσείουσα για τον αναιρεσίβλητο επίμαχων ισχυρισμών της και τη γνώση της για την αναλήθειά τους, είναι αβάσιμος. Τούτο, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεπώς δεν δέχτηκε "πράγματα" χωρίς απόδειξη. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 481/2013). Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ’ αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας των ένδικων με αριθ. καταθέσεως 1602/2009 και 1604/2009 συνεκδικασθεισών αγωγών του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "όλα γενικώς τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα". Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται ανωτέρω, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν τη μνημονεύει ειδικώς και δεν την αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την αναφερόμενη στο αναιρετήριο 334/29-3-2012 έκθεση εφέσεως κατά της 6548/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και φέρεται αγνοηθείσα.

Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της με το οποίο προβάλλεται αιτίαση περί του αντιθέτου κατά της αναιρεσιβαλλομένης για παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ίδια ως άνω πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 4255/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αναιρεσείουσα και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αθωώθηκαν για όσα αναφέρονται στο από 6/3/2007 σημείωμα παροχής εξηγήσεων της ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης. Η αιτίαση αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, σ’ αυτήν δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε ουσιαστική παραδοχή σε βάρος της αναιρεσείουσας, σχετική με το εν λόγω σημείωμα.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 26-01-2015 αίτηση της Ε. Π. του Β. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2589/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στις συνεκδικασθείσες με αρ. καταθέσεως 1602/2009 και 1604/2009 αγωγές του αναιρεσίβλητου, να αναιρεθεί όμως η άνω απόφαση, κατά το μέρος που πλήττεται αυτή, ως προς τις συνεκδικασθείσες με αριθ. καταθέσεως 1605/2009 και 1607/2009 αγωγές του ίδιου ως προς την εναγομένη - αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της. Περαιτέρω, ενόψει της μερικής παραδοχής της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν απ’ αυτήν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ. 1 και άρθρο 183 εδ. β’ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 2589/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, και ειδικότερα κατά το μέρος που αναφέρεται στο συνεκδικασθείσες με αριθμ. καταθ. 1605/2009 και 1607/2009 αγωγές.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ