Legislator Case Law & Legislation
309/2014 AI generated

309/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 309/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 28-11-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 5/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3057/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4974/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 1-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

309/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον δε δεν έγινε δεκτή η ύπαρξη απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους του μισθωτή ορθώς κρίθηκε, έστω και με συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, ότι η στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ και όχι σε εκείνη του άρθρου 585 ΑΚ ως άνω καταγγελία δεν επέφερε την λύση της σύμβασης μίσθωσης.- VΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 § 1 εδ.

Keywords

AI generated
unpaid licensing royalties non-implementation of the offending agreements infringement action trade secret violation breach of employment obligations consignor
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 309 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 309/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία CABER ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΩΝ ή μη ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και τον διακριτικό τίτλο ATHENS RECYCLING Α.Ε., που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Παπαδημητρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 28-11-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 5/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3057/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4974/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 1-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 576 § 1 Κ.Πολ.Δ., αν ο διάδικος που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.- Στην προκειμένη περίπτωση από την υπάρχουσα στο άνω δεξιό άκρο της πρώτης σελίδας του πρώτου φύλλου της προσκομιζόμενης από τον αναιρεσίβλητο Ι.

Ρ. υπό κρίση αίτησης αναίρεσης επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας .., με ημερομηνία 17.1.2013, σε συνδυασμό και προς την υπάρχουσα στην δεύτερη σελίδα του τελευταίου φύλλου αυτής εντολή του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Δημητρίου Β. Κυβέλου (βλ. υπ' αριθμ. .../4.12.2012 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Σωτηρίας Ν.

Δέδε), με ημερομηνία 11.1.2013, προς επίδοση αυτής στον ως άνω αναιρεσίβλητο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 5.4.2013, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, (18-10-2013), η κατά την οποία εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (ΚΠολΔ 226 παρ. 4 εδ. 3,4), επιδόθηκε εκ μέρους της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο στις 17.1.2013.

Επομένως, εφόσον η αναιρεσείουσα που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 § 2 του Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 1 Κ.Πολ.Δ., το Δικαστήριο τούτο να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρούσα και η αναιρεσείουσα.-

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθή έννοια κανόνος δικαίου ή να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1652/2009, ΑΠ 879/2004, ΑΠ 120/2004, ΑΠ 377/1998).- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα :

Ο ήδη αναιρεσίβλητος Ι. Ρ. είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας την από 5.11.2008 αγωγή με την οποία επικαλούμενος ότι δυνάμει του από 15.4.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού εξεμίσθωσε σ' αυτήν για το από 1.5.2008 μέχρι 30.4.2020 χρονικό διάστημα και αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 4.500 ευρώ, το εις αυτήν ειδικότερα περιγραφόμενο γήπεδο, εμβαδού 8.345 τ.μ., το οποίο κείται εκτός σχεδίου πόλης Ασπροπύργου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτήν για τις ανάγκες της εμπορικής και βιομηχανικής της δραστηριότητας και ότι μολονότι αυτή κάνει ανενόχλητη χρήση του μισθίου, δεν του καταβάλει από δυστροπία τα μισθώματα των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2008, συνολικού ποσού 13.500 ευρώ, ζήτησε όπως υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει τα παραπάνω μισθώματα, καθώς και τα μέχρι τον πιθανολογούμενο χρόνο συζήτησης της αγωγής μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου 2008 και Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2009, από 4.500 ευρώ το καθένα, και συνολικά το ποσό των 27.000 ευρώ.

Περαιτέρω, η κατά τα άνω εναγόμενη εταιρία άσκησε κατά του ανωτέρω ενάγοντος την από 28.11.2008 αγωγή με την οποία εκθέτουσα τα ίδια πιο πάνω σχετικά με την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης και ιστορώντας στη συνέχεια ότι στη δήλωση βούλησης για σύναψη της σύμβασης αυτής παρασύρθηκε από απατηλή συμπεριφορά του εκμισθωτή Ι.

Ρ., ο οποίος της απέκρυψε δολίως ότι το μίσθιο ακίνητο είχε πραγματικό ελάττωμα, συνιστάμενο στο ότι από το έτος 2005 είχε γίνει σ' αυτό παράνομη επιχωμάτωση ρέματος με δέκα τόνους μπάζων, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα το μεν να έχει επιβληθεί πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου, ύψους 9.000 ευρώ, το δε να μην είναι δυνατή, μέχρι την άρση των αυθαιρεσιών, η έκδοση οποιασδήποτε οικοδομικής άδειας, προκειμένου αυτό να καταστεί κατάλληλο για την επιθυμούμενη από αυτή χρήση, ζήτησε αφενός την ακύρωση λόγω απάτης της σύμβασης μίσθωσης και αφετέρου την καταβολή αποζημίωσης, συνολικού ποσού 306.948,25 ευρώ, για την θετική και αποθετική ζημία την οποία υπέστη από την απατηλή συμπεριφορά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου.

Επί των ως άνω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3057/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, η ως άνω αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η προαναφερόμενη αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ήδη αναιρεσίβλητος την από 15.3.2010 έφεση και η αναιρεσείουσα, με αυτοτελές δικόγραφο, την από 25.5.2010 αντέφεση. Επί των ως άνω έφεσης και αντέφεσης, οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4974/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αντέφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσία, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή στο σύνολό της την ως άνω από 5.11.2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου.

Ειδικότερα δε, από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, συνοπτικώς εκτιθέμενα, και δη ότι : α) δεν προκύπτει η ύπαρξη ρέματος, διερχομένου δια του μισθίου ακινήτου, το οποίο να επιχωματώθηκε παράνομα, αλλά (προκύπτει) η συγκέντρωση εντός αυτού μεγάλου όγκου μπάζων, σε χώρο που λειτουργούσε ως τοιούτος συγκέντρωσης υδάτων, τα οποία ύδατα στη συνέχεια διοχετεύονταν με φυσική ροή σε παρακείμενο ρέμα, β) η επιχωμάτωση μέρους του μισθίου ακινήτου και η εξαιτίας αυτής αλλοίωση του φυσικού ανάγλυφου του εδάφους και παρεμπόδιση της ροής των υδάτων στο παρακείμενο ρέμα, δεν έγινε από τον αναιρεσίβλητο εκμισθωτή, αλλά από την προηγούμενη της αναιρεσείουσας μισθώτρια εταιρία αυτού (ακινήτου) με την επωνυμία "ΑΝΤΥΜΕΤ ΑΕΒΕ", η οποία ασκούσε δραστηριότητα όμοια με εκείνη της αναιρεσείουσας (ανακύκλωση σιδήρου και ξύλου), λόγος (επιχωμάτωση οικοπέδου άνευ αδείας) για τον οποίο καταμηνύθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της "ΑΝΤΥΜΕΤ ΑΕΒΕ" από όργανο του Αστυνομικού Τμήματος Ασπροπύργου, τα δε έγγραφα που χαρακτηρίζουν την επιχωμάτωση ως αυθαίρετη και επιβάλλουν και βεβαιώνουν το πρόστιμο, κοινοποιήθηκαν μόνο στην εν λόγω εταιρία και όχι και στον αναιρεσίβλητο και η εταιρία αυτή είναι εκείνη που προέβη στην τμηματική εξόφληση αυτών, η οποία εξόφληση ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2007, πριν δηλαδή από την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης μίσθωσης, γ) η ως άνω εταιρία δεν έκανε τα ανωτέρω γνωστά στον ήδη αναιρεσίβλητο εκμισθωτή, όπως τούτο - κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης - προκύπτει από την μνημονευόμενη σ' αυτήν ένορκη βεβαίωση του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου της "ΑΝΤΥΜΕΤ ΑΕΒΕ" Αλέξανδρου Μουρίκη και δ) ο αναιρεσίβλητος εκμισθωτής δεν γνώριζε τόσο κατά το χρόνο της διαπραγμάτευσης για την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης όσο και κατά το χρόνο σύναψης αυτής το πραγματικό τούτο ελάττωμα του μισθίου ακινήτου, που δεν επέτρεπε την χορήγηση από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία της αναγκαίας οικοδομικής άδειας ώστε να καταστεί αυτό κατάλληλο για την επιθυμητή από την αναιρεσείουσα μισθώτρια χρήση του.

Με βάση δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια δεν παρασύρθηκε με απάτη του εκμισθωτή στη δήλωση βούλησης για κατάρτιση της επίδικης σύμβασης μίσθωσης και συνεπώς η επί του άρθρου 147 ΑΚ (δήλωση ως συνέπεια απάτης) στηριζόμενη ως άνω αγωγή αυτής ήταν αβάσιμη και απορριπτέα.

Ήδη δε με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η τείνουσα να θεμελιωθεί επί του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παράβασης διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του ως άνω άρθρου 147 ΑΚ και συγκεκριμένα ότι "...ενώ γίνεται δεκτό από την προσβαλλόμενη ότι ο εκμισθωτής είναι κύριος του μισθίου από το έτος 1965, οπότε το αγόρασε από τον πατέρα του, όπως συνομολογεί ο ίδιος στις προτάσεις του, κι ενώ επίσης απεδείχθη από σειρά δημοσίων εγγράφων που αναφέρονται στο 6ο φύλλο της και έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ότι το επίδικο χωράφι ευρίσκεται επί της Λεωφόρου ΝΑΤΟ, δηλ.

σε απόσταση μόλις 3,5 χλμ από την μόνιμη κατοικία του εκμισθωτή στην οδό Φυλής 13, γεγονός που σημαίνει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καθημερινή οπτική επαφή με το ακίνητο, αφού για να εισέλθει κανείς στην πόλη του Ασπροπύργου, αναγκαστικά περνά από την Λ. ΝΑΤΟ και ακριβώς μπροστά από το επίδικο, στη συνέχεια καταλήγει στην εσφαλμένη κρίση ότι ο εκμισθωτής δεν εγνώριζε την κατάσταση του ακινήτου (παράνομη επιχωμάτωση 10.000 κυβικών μέτρων, που άλλαξαν παντελώς το φυσικό ανάγλυφο και την όψη του ακινήτου), παραβλέποντας και μη υπάγοντας τα ως άνω πραγματικά περιστατικά (τα οποία εδέχθη η αναιρεσιβαλλόμενη) στον κανόνα δικαίου του 147 ΑΚ και με τον τρόπο αυτό παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Εξ ετέρου, στα ίδια παραβιασθέντα διδάγματα ανήκει και το ότι, ακόμη κι αν δεν είχε ενημερωθεί ο αντίδικος για τον πολεοδομικό φάκελο, δεν είναι δυνατό να εργάζονται παρανόμως μπουλντόζες και φορτηγά το έτος 2005 ρίχνοντας και διαμορφώνοντας 10.000 κυβικά μέτρα μπάζα (που αντιστοιχούν χοντρικά σε 150 φορτηγά), να αλλάζουν την μορφολογία και το ανάγλυφο του εδάφους και να αυξάνουν την στάθμη του όλου χωραφιού, χωρίς τούτο να το γνωρίζει ο ιδιοκτήτης, εφόσον αυτός περνά αναγκαστικά από μπροστά του κάθε ημέρα για να πάει στο σπίτι του.

Διότι ο εκμισθωτής, τουλάχιστον όταν υποδεικνύει προς εκμίσθωση την ιδιοκτησία του (επίδικο στην προηγούμενη μισθώτρια ΑΝΤΥΜΕΤ ΑΕΒΕ προ ρίψης μπάζων), γνωρίζει και την εικόνα που παραδίδει, επομένως κατά την παραλαβή είναι αδύνατο να μη γνωρίζει την αλλοιωμένη εικόνα του εδάφους που παραλαμβάνει όταν μετά 1,5 έτος υπογράφει την αποχώρηση της μισθώτριάς του".

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι αναφέρεται αποκλειστικά σε εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 147 ΑΚ ή την υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.-

ΙΙΙ.- Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς η αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1702/2011, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 399/2004).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον επί του ως άνω άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.

στηριζόμενο δεύτερο λόγο της αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία σχετικά με το ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζήτημα της έλλειψης γνώσης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου εκμισθωτή της παράνομης επιχωμάτωσης του μισθίου ακινήτου και εντεύθεν της έλλειψης απατηλής συμπεριφοράς αυτού (απόκρυψη της εν γνώσει του τελούσας αυθαίρετης επιχωμάτωσης) τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων προς κατάρτιση της μίσθωσης όσο και κατά το χρόνο κατάρτισης αυτής.- Από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε επί του θέματος τούτου, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, και τα ακόλουθα και ειδικότερα ότι : "Σε κάθε περίπτωση η RECYCKING δεν απέδειξε ότι ο Ι.

Ρ. γνώριζε και δολίως για να την παρασύρει στην κατάρτιση της μίσθωσης απέκρυψε ότι το μίσθιο ακίνητο είχε πραγματικό ελάττωμα που παρεμπόδιζε τη συμφωνημένη χρήση του (αδυναμία έκδοσης οικοδομικών αδειών αναγκαίων για την άσκηση των δραστηριοτήτων της, λόγω εκκρεμούς στην πολεοδομία φακέλλου αυθαιρέτων και επιβολής προστίμων).

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η αυθαίρετη (χωρίς οικοδομική άδεια) επιχωμάτωση μέρους του ακινήτου δεν έγινε από τον ίδιο, όπως υποστηρίζει η RECYCKING, αλλά από την προηγούμενη μισθώτριά του, ΑΝΤΥΜΕΤ ΑΕΒΕ. Η Δ/νση Πολεοδομίας Δυτ. Αττικής επιλήφθηκε σχετικώς κατόπιν καταγγελίας της όμορης επιχείρησης Μ. περί εν τω γίγνεσθαι ρίψης μπαζών από την ΑΝΤΥΜΕΤ την οποία ανέφερε ως κυρία του ακινήτου.

Όλα τα έγγραφα που επακολούθησαν (χαρακτηρισμός της επιχωμάτωσης ως αυθαίρετης, πράξη επιβολής προστίμου, βεβαίωση προστίμου) κοινοποιήθηκαν μόνο στην εταιρεία αυτή και όχι στον Ι. Ρ., αυτή και μόνο υπέβαλε αίτηση θεραπείας στην πολεοδομία και η ίδια μετά την οριστικοποίηση των επιβληθέντων σε βάρος της προστίμων "ανέγερσης" (6.000 ευρώ) και "διατήρησης" (3.000 ευρώ) προέβη στην τμηματική, όπως είχε δικαίωμα, καταβολή του, η οποία ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο 2007, πριν από την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης (οι εν λόγω καταβολές πλήρως αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα από τον Ι.

Ρ. παραστατικά στα οποία γίνεται αναφορά του τριπλοτύπου με το οποίο βεβαιώθηκαν τα πρόστιμα, ο αριθμός του οποίου προκύπτει από το 7548/27.2.2009 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών προς την ΑΝΤΥΜΕΤ περί πλήρους εξοφλήσεως, με συσχετισμό προς την από 1.7.2005 έκθεση αυτοψίας). Η ΑΝΤΥΜΕΤ δεν έκανε γνωστό το ανωτέρω στον Ι.

Ρ. όπως βεβαιώνεται στην ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών 8193/2010 ένορκη βεβαίωση από τον πληρεξούσιο, τότε, δικηγόρο της, Αλέξανδρο Μουρίκη. Δεν θα αναμενόταν άλλωστε να του γνωστοποιήσει παράβασή της, λόγω της οποίας θα βαρυνόταν ο ίδιος ως ιδιοκτήτης με πρόστιμο διατήρησης, μετά τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης, η οποία έγινε συμβατικώς και συντάχθηκε σχετικώς το από 17.5.2006 συμφωνητικό, που η ίδια κατέθεσε στην πολεοδομία για να μην επιβληθεί σε βάρος της νέο πρόστιμο διατήρησης για το έτος 1.7.2006 - 30.6.2007.

Η συμβατική λύση της μίσθωσης εκείνης, κατ' αίτηση της μισθώτριας την οποία αποδέχθηκε ο εκμισθωτής, ούτε αζήμια ήταν εφόσον συμφωνήθηκε η κατάπτωση της εγγύησης, ανερχομένης σε 15.000 ευρώ, ούτε βεβαίως αποδεικνύει, όπως, επιχειρηματολογώντας, υποστηρίζει η RECYCKING, ότι ο Ι. Ρ. συναίνεσε λόγω της αυθαίρετης από τον ίδιο επιχωμάτωσης (ρέματος μάλιστα).

Εφόσον, αν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση, η μισθώτρια θα αναμενόταν να ασκήσει τα δικαιώματα των άρθρων 576 επ., 585 ΑΚ και να αξιώσει τουλάχιστον τα πρόστιμα που βεβαιώθηκαν σε βάρος της (και τα οποία συνέχισε να καταβάλλει και μετά τη λύση της μίσθωσης η οποία, σημειωτέον, έλαβε χώρα αρκετούς μήνες μετά την παρέμβαση της πολεοδομίας) και την απόδοση της εγγύησης που είχε προκαταβάλει.

Εξάλλου, και εφόσον η ΑΝΤΥΜΕΤ δεν τον ενημέρωσε ούτε του κοινοποιήθηκε από την πολεοδομία πράξη επιβολής προστίμου διατήρησης, επ' ονόματί του για το έτος μετά τη λύση της μίσθωσης, ο Ι. Ρ. δεν είχε λόγο να υποπτευθεί ότι, η δια της ισοπέδωσης μπάζων από την ΑΝΤΥΜΕΤ, αλλαγή μορφολογίας, από άποψη ομαλότητας και στάθμης του ακινήτου δεν έγινε συννόμως.

Η έλλειψη γνώσης του Ι. Ρ. προκύπτει και από το γεγονός ότι ήδη κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων προς κατάρτιση της μίσθωσης εν γνώσει του ότι η υποψήφια μισθώτρια είχε αναθέσει τη διεκπεραίωση των προαπαιτούμενων (περιβαλλοντική έγκριση για το συγκεκριμένο ακίνητο, πιστοποιητικό δασαρχείου κλπ) για τη λειτουργία της επιχείρησής της στο μηχανικό Ι.

Π., ο οποίος είχε τη δυνατότητα ελέγχου στην πολεοδομία, παρέδωσε σ' αυτόν τους τίτλους και τα τοπογραφικά του ακινήτου και ακολούθως δεσμεύθηκε και συμβατικώς να συμπράξει για την έκδοση των αναγκαίων οικοδομικών αδειών. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι η άρση του εν λόγω ελαττώματος ούτε ανέφικτη ήταν (αντιθέτως ήταν απολύτως εφικτή...), ούτε δαπανηρή, δεδομένου ότι τα αρχικά πρόστιμα είχαν καταβληθεί από την ΑΝΤΥΜΕΤ".

Με βάση δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα υπ' αυτού ως αποδειχθέντα το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση ότι "Έσφαλε, επομένως, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η ένδικη μίσθωση καταρτίσθηκε με απάτη του Ι. Ρ. και με το να ακυρώσει βάσει της παραδοχής αυτής τη σύμβαση και να κάνει εν μέρει δεκτή ως προς το αίτημά της για αποζημίωση κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών με βάση την ίδια απάτη, την αγωγή της RECYCKING ΑΕ και βασίμως παραπονείται με τον σχετικό περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγο της έφεσής του ο Ι.

Ρ.". Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο εκείνο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζήτημα της έλλειψης γνώσης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου εκμισθωτή της παράνομης επιχωμάτωσης του μισθίου ακινήτου και εντεύθεν της έλλειψης απατηλής συμπεριφοράς αυτού (απόκρυψη της εν γνώσει του τελούσας αυθαίρετης επιχωμάτωσης) τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων προς κατάρτιση της μίσθωσης όσο και κατά το χρόνο κατάρτισης αυτής, και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον ερευνόμενο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.- IV.- Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ.

α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 8/2006).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον επί του ως άνω άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.

α' Κ.Πολ.Δ. τείνοντα να θεμελιωθεί τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 576, 577 και 585 ΑΚ, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προς τούτο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και τούτο διότι προϋπόθεση εφαρμογής εκ μέρους του δικαστηρίου των διατάξεων των άρθρων τούτων, τα δύο πρώτα των οποίων αναφέρονται σε ελλείψεις ή πραγματικά ελαττώματα του μισθίου και το τρίτο σε καταγγελία για μη παραχώρηση της χρήσης του μισθίου, είναι η κατά δικονομικώς παραδεκτό τρόπο υποβολή σαφούς και συγκεκριμένου αιτήματος προς τούτο (άρθρ. 106 Κ.Πολ.Δ.).

Στην ένδικη, όμως, περίπτωση τέτοιο αίτημα δεν διαλαμβάνεται ούτε στην από 28.11.2008 αγωγή της αναιρεσείουσας μισθώτριας, η οποία έχει ως μοναδική βάση την διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ (δήλωση ως συνέπεια απάτης), ούτε και στις από 29.9.2009 προτάσεις που κατέθεσε αυτή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προς αντίκρουση της από 5.11.2008 αγωγής του αναιρεσίβλητου εκμισθωτή, αλλά ούτε και γίνεται λόγος περί τούτου στην από 25.5.2010 αντέφεσή της ή στις από 12.12.2010 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητης στην από 15.3.2010 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου Ι.

Ρ..- V.- Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, όπως το όλο περιεχόμενο του λόγου τούτου προσηκόντως εκτιμάται, ψέγεται η πληττόμενη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία αναφορικά με την κρίση της ότι η αυθαίρετη επιχωμάτωση του μισθίου ακινήτου δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης και δεν επέφερε την λύση αυτής, και με το δεύτερο σκέλος ότι "...η ουσιώδης παραδοχή της προσβαλλόμενης, η οποία δεν θεωρεί την ύπαρξη 10.000 κυβικών μέτρων παράνομων μπάζων στο επίδικο ως σοβαρό λόγο καταγγελίας της σύμβασης, αποτελεί εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 585 ΑΚ και είναι αναιρετέα βάσει του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ...".

Ο λόγος αυτός, θεμελιούμενος επί του άρθρου 559 αριθμ. 19 (πρώτο σκέλος) και 1 (δεύτερο σκέλος) του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ειδικότερα σε εκείνη του ότι η καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης έγινε με βάση το ως άνω άρθρο 585 ΑΚ, πράγμα όμως που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, από την επισκόπηση του περιεχομένου της από 28.11.2008 αγωγής της αναιρεσείουσας μισθώτριας (βλ.

σελίδες 9 και 10 αυτής), προκύπτει ότι η από 27.10.2008 καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης στηριζόταν στο ότι η μισθώτρια είχε παρασυρθεί στη δήλωση βούλησης για κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης με απάτη εκ μέρους του εκμισθωτή. Δηλαδή η καταγγελία στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, με βάση την οποία και ερευνήθηκε από το Εφετείο ( βλ. 9ο φύλλο εφετειακής απόφασης) προκειμένου να διαπιστωθεί η βασιμότητα και η εν συνεχεία αυτής (βασιμότητας) επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της.

Εφόσον δε δεν έγινε δεκτή η ύπαρξη απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους του μισθωτή ορθώς κρίθηκε, έστω και με συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, ότι η στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ και όχι σε εκείνη του άρθρου 585 ΑΚ ως άνω καταγγελία δεν επέφερε την λύση της σύμβασης μίσθωσης.- VΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 § 1 εδ.

α' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν ότι οι δικαιοπραξίες και οι συμβάσεις ερμηνεύονται με την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό, ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης..

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της σύμβασης, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της σύμβασης ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 434/2008, ΑΠ 28/2007, ΑΠ 1463/2006).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η από 27.10.2008 καταγγελία της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα μισθώτρια, δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή την λύση της επίμαχης σύμβασης μίσθωσης, διότι έχει ως βάση την απάτη, η οποία όμως απάτη, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν αποδείχθηκε.

Δέχεται δε επιπλέον το δικαστήριο εκείνο περί της καταγγελίας αυτής (β'σελ. 9ου και α' σελ. 10ου φύλλου προσβαλλόμενης απόφασης) και ότι "Ακόμη κι αν παρά το απολύτως σαφές περιεχόμενο του από 27.10.2008 εγγράφου με το οποίο έγινε η καταγγελία μπορούσε να εκτιμηθεί ότι η μίσθωση καταγγέλεται λόγω του προαναφερόμενου πραγματικού ελαττώματος (αδυναμία έκδοσης πολεοδομικής άδειας λόγω αυθαίρετης επιχωμάτωσης) η καταγγελία αυτή δεν θα ήταν έγκυρη και δεν θα λυόταν με αυτή η μίσθωση ελλείψει επίκλησης και απόδειξης της πρόσθετης προϋπόθεσης του άρθρου 585 ΑΚ (παρόδου άπρακτης εύλογης προθεσμίας στον εκμισθωτή για να αποκαταστήσει τη χρήση ή έλλειψη συμφέροντος στην εκτέλεση της σύμβασης)".

Από την παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία αποτελεί επάλληλη αιτιολογία απόρριψης της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, αλλά και το όλο περιεχόμενο αυτής (απόφασης), προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση της αναιρεσείουσας σχετικά με τη βάση της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, ώστε να είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και να αναζητήσει, όπως επί λέξει εκθέτει η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο, "...την αληθινή βούληση της δήλωσής μας χωρίς προσήλωση στις λέξεις και να ερμηνεύσει ορθά αυτήν, ότι δηλαδή, στο μείζον (απάτη που αφορά δόλια απόκρυψη πραγματικού ελαττώματος) περιέχεται ως λόγος καταγγελίας το έλασσον (το πραγματικό ελάττωμα), το οποίο μάλιστα ελάττωμα του μισθίου αναφέρουμε ρητώς και λεπτομερώς στην ως άνω εξώδικη δήλωση καταγγελίας της μίσθωσης".

Συνεπώς, ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, εφόσον δεν πλήττεται αποτελεσματικά η αιτιολογία του δικαστηρίου σχετικά με την στηριζόμενη επί του άρθρου 147 ΑΚ βάση της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, η οποία αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο πλήττεται η εφετειακή απόφαση για το ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ήτοι "την έλλειψη συμφέροντος στην εκτέλεση της σύμβασης κατ' άρθρο 585 ΑΚ", πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος.

Τούτο δε διότι αυτός αφορά την επάλληλη αυτή αιτιολογία. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του σχετικά με το περιεχόμενο της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης παραμόρφωσε αυτό, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, συνισταμένης στο ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της εν λόγω καταγγελίας και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζεται (δεν υπάρχει στη δικογραφία) το έγγραφο αυτό.- VIΙ.- Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, κατά το από άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.

πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού στην προκειμένη περίπτωση δικαιώματος του ήδη αναιρεσίβλητου εκμισθωτή, και με το επικουρικό σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, ότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε χωρίς αιτιολογία.

Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της επικαλούμενης ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, κατά το επικουρικό δε σκέλος του και ως εκ του ότι δεν διατυπώθηκε από το Εφετείο αιτιολογία επί της ουσίας της ένστασης αυτής, η οποία και κατ' αυτή την αναίρεση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1821/2008), μη ιδρυομένου εντεύθεν και του από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

VIIΙ.- Με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. όγδοο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα από την ήδη αναιρεσείουσα μισθώτρια ισχυρισμό, ότι εάν γνώριζε το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου (αυθαίρετη επιχωμάτωση) δεν θα προέβαινε στην σύναψη της ένδικης σύμβασης μίσθωσης.

Ο λόγος αυτός, συνιστών στην πραγματικότητα μέρος του προταθέντος από αυτήν, ερευνηθέντος δε και απορριφθέντος από το Εφετείο, αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας μισθώτριας, ότι στην κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης παρασύρθηκε με απάτη του αναιρεσίβλητου εκμισθωτή, πρέπει, εκ του λόγου τούτου (έρευνας και απόρριψης), να απορριφθεί ως αβάσιμος.- ΙΧ.- Με τον ένατο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί επί του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας μισθώτριας περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων, λόγω του πραγματικού ελαττώματος αυτού της αυθαίρετης επιχωμάτωσης και της εντεύθεν μη δυνατότητας χρήσης του για τον σκοπό για τον οποίο μισθώθηκε από αυτήν.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και τούτο διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου των από 29.9.2009 υποβληθεισών πρωτοδίκων προτάσεων της αναιρεσείουσας, προς απόκρουση της από 5.11.2008 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου εκμισθωτή, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος εμπεριέχεται μόνο στο αιτητικό των προτάσεων αυτών, αποτελεί μέρος του περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του τελευταίου προβληθέντος ισχυρισμού της, ο οποίος ερευνήθηκε και απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμος (βλ.

αιτητικό ως άνω προτάσεων και α' σελ. 10ου φύλλου προσβαλλόμενης απόφασης).- Χ.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 17 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Εντεύθεν συνάγεται, ότι η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεών της, έτσι ώστε λόγω των αντιφάσεων να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της (ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 1775/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το ως άνω άρθρο και αριθμό του Κ.Πολ.Δ. δέκατο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού της, που αναφέρονται στη δικαστική δαπάνη, υπάρχει αντίφαση, συνισταμένη στο ότι ενώ αρχικά καταδικάζει την ήδη αναιρεσείουσα στην από 500 ευρώ πληρωμή της δικαστικής δαπάνης για την απόρριψη της αντέφεσης που άσκησε αυτή, εντούτοις στη συνέχεια την καταδικάζει και πάλι στην πληρωμή των εκ 5.500 ευρώ εξόδων του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου για την αποδοχή της έφεσης, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την μετά ταύτα αποδοχή της αγωγής του.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, προεχόντως, η - κατά την αναιρεσείουσα - αντίφαση αυτή δεν επιφέρει αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης, ούτε και εξαιτίας της δημιουργείται αβεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο, αλλά και διότι δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των ως άνω διατάξεων της αναιρεσιβαλλομένης, αφού η μεν πρώτη διάταξη αφορά τα έξοδα για την απόρριψη της με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθείσας αντέφεσης και η δεύτερη εκείνα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας για την εν τέλει εν όλω αποδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου.- ΧΙ.- Κατόπιν λοιπόν όλων όσων προαναφέρθηκαν πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητου (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, και γ) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 8869856, σειρά VI, διπλότυπο της Δ.Ο.Υ.

Ψυχικού (άρθρ. 495 § 4, όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, ισχύει από 2.4.2012).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1049/2012 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 4974/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- Και Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 8869856, σειρά VI, διπλότυπο της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2014 .

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ