309/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 309 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 309/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλ...
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 309 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 309/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ι. Β. του Σ. και 2. Α. συζ. Ι. Β., το γένος Α. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αστέριο Κουρούπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2007 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 18-11-2007 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 190/2009 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 3-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 εδάφ. α' του Ν. 2664/1998 "περί Εθνικού Κτηματολογίου", παρ. 3 περ. α', όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3481/2006, 6 παρ. 1 και 2, όπως η παρ. 2 ισχύει μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 5 του Ν 3559/2007 συνάγεται, ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο, ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου (και μέχρι να οριστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του ακινήτου), που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος. Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι' αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν 3481/2006, αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην τροποποιηθείσα αυτή διάταξη ορίζεται, ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου ...". Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α') Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λ.π., των οποίων τη κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β') τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λ.π., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ') τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ') τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λ.π., οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε') τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο. Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης περιήλθαν στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων". Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "ιδιοκτησίας" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Κατά δε το οθωμανικό δίκαιο οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν σε δάση, που ανήκαν κατά κανόνα κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, δικαίωμα εξουσιάσεως (οιονεί επικαρπίας) με "ταπί", δηλαδή επίσημο τίτλο παραχωρήσεως, που εξέδιδε υπάλληλος του Οθωμανικού Δημοσίου. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, ανεξαρτήτως της μορφολογίας τους, εφόσον η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες έγινε αναστολή κάθε παραγραφής ή δικαστικής προθεσμίας σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, επομένως και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τους ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν.10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16) καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Επίδικα είναι αγροτεμάχια, τα οποία βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Δροσιάς του άλλοτε Δήμου Αυλίδας και ήδη Δήμου Ανθηδόνας. Το πρώτο εξ αυτών βρίσκεται στη θέση "Μπουρνώντας", έχει έκταση 2000 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 2.011,59 τ.μ., είναι εκτός σχεδίου πόλεως και συνορεύει γύρω με αγροτικό δρόμο και ιδιοκτησίες Γεωργίου Αφράτη, Χ. Μ., κληρονόμων Γ. Ζ., Σ. Τ., Ν. Ζ., Ε. Γ., Ε. Τ. και Α. Β.. Το δεύτερο εξ αυτών βρίσκεται στη θέση "Άγιος Μηνάς", έχει έκταση 735 τ. μ., φαίνεται στα βιβλία διανομών και τα σχεδιαγράμματα του συνεταιρισμού Δροσιάς με τον αριθμό 58, είναι εκτός σχεδίου και περιμετρικής ζώνης πόλεων, εμφανίζεται δε με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από 27-11-1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Α. Τ. και συνορεύει νοτιοδυτικά επί πλευράς Α-Δ 35μ. με αγροτικό δρόμο, νοτιοανατολικά επί πλευράς Α-Β 21μ. με αγροτικό δρόμο, βορειοανατολικά επί πλευράς Β-Γ επίσης με αγροτικό δρόμο και βορειοδυτικά επί πλευράς Γ-Δ με αγρό ιδιοκτησίας Α. (πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων Ι. Κ.). Σημειωτέον, ότι στο δεύτερο ως άνω ακίνητο οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατασκεύασαν διώροφη οικία δυνάμει της 253/20-4-2008 πολεοδομικής αδείας, ενώ με την .../1988 πράξη της Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ευαγγελίας Παπαδοπούλου - Δεληγιάννη προέβησαν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της οικοδομής αυτής. Αποδεικνύεται επίσης, ότι με την 24414/4876/8-9-1997 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 836/ΒΙ 17-9-1997), η περιοχή του Δήμου Χαλκιδέων του νομού Ευβοίας, εντός των ορίων του οποίου βρίσκονται τα ανωτέρω ακίνητα, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, στα πλαίσια εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το Ν. 2308/1995. Κατά τα άρθρα 2 και 14 του ανωτέρω νόμου και της απόφασης 85187/4605/22-8-1996 (ΦΕΚ Β 814/04-09-1996), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας ως άνω διάταξης, κλήθηκαν όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφηση περιοχής, να υποβάλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματός τους και αναφορά στην αιτία κτήσεώς του. Ακολούθως, με τις 372/7/2007 και 373/7/2006 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματογράφησης και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.), που δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ 627/18-5-2006, τεύχος Β, διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός των ορίων του Δήμου Χαλκιδέων του νομού Ευβοίας και ορίσθηκε η 18η Μαΐου 2006 ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην ως άνω περιοχή. Ωστόσο, μετά το πέρας της κτηματογράφησης, στην πρώτη εγγραφή των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλκίδας οι ανωτέρω ιδιοκτησίες, για τις οποίες ερίζουν οι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που έχουν λάβει ΚΑΕΚ 12 054 02 06 078/0/0 η πρώτη και 12 054 13 08 024/0/0 η δεύτερη καταχωρήθηκαν ως "άγνωστου ιδιοκτήτη" με υπό αίρεση δικαιούχο το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι κανένας ούτε και οι αιτούντες-αναιρεσίβλητοι δεν δήλωσαν, ότι έχουν εμπράγματο δικαίωμα επί των επίδικων ακινήτων στο αρμόδιο γραφείο του Εθνικού Κτηματολογίου. Αποδεικνύεται περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ότι οι αιτούντες-αναιρεσίβλητοι με το .../3-6-1991 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ευαγγελίας Παπαδοπούλου - Δεληγιάννη, που νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας (τόμος ... αύξ. αρ. 51), σε συνδυασμό με την .../7-12-1991 πράξη εξόφλησης του υπόλοιπου τιμήματος αγοραπωλησίας, που επίσης νόμιμα μεταγράφηκε (τόμος ... αύξ. αρ. 92), αγόρασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας το πρώτο από τα πιο πάνω επίδικα ακίνητα (αγρούς) από την Ά. Β. το γένος Π. Π.. Η τελευταία είχε επίσης αγοράσει τούτο από τις Σ. χήρα Δ. Τ., Ν. συζ. Β. Ζ., Ε. συζ. Α. Γ. και Ε. Τ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../14-1-1975 πωλητηρίου συμβολαίου (τόμος ... αύξ. αρ. 15) του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννη Γερογιάννη. Στις εν λόγω πωλήτριες είχε περιέλθει, ως αγρός μεγαλύτερης έκτασης, από κληρονομιά κατά ψιλή μεν κυριότητα, λόγω θανάτου, του αποβιώσαντος στις 1-7-1959 ψιλού κυρίου Δ. Ν. Τ., συζύγου της πρώτης των ως άνω πωλητριών και πατέρα των υπολοίπων, κατά πλήρη δε κυριότητα, μετά τον επισυμβάντα στις 24-11-1966 θάνατο της επικαρπώτριας αυτού Ε. χήρας Ν. Τ., πεθεράς της πρώτης των ως άνω πωλητριών και γιαγιάς των υπολοίπων, κληρονομιά την οποία οι ανωτέρω νόμιμα αποδέχθηκαν και μετέγραψαν, δυνάμει της 55806/1975 πράξης του πιο πάνω Συμβολαιογράφου (τόμος ... αύξ. αρ. 13). Σημειωτέον, ότι ο αγρός αυτός είχε περιέλθει στους ανωτέρω Δ. Τ., κατά ψιλή κυριότητα, και στη μητέρα του Ε. Τ., κατά επικαρπία, δυνάμει της .../23-3-1938 δημόσιας διαθήκης του πατέρα και συζύγου τους αντίστοιχα Ν. Τ., ο οποίος απεβίωσε στις 23-2-1941, η οποία νόμιμα δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Χαλκίδας με το 46/6-3-1941 πρακτικό και οι οποίοι κληρονόμοι υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν στην κληρονομιά του θανόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.ρ.δ., που ισχύει ενόψει του χρόνου επαγωγής της κληρονομιάς. Επίσης, αποδεικνύεται, ότι οι αιτούντες-αναιρεσίβλητοι με τα .../3-12-1982 και .../3-12-1982 πωλητήρια συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννη Γερογιάννη, που νόμιμα μεταγράφηκαν στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας (τόμος ... αύξ. αρ. 39 το πρώτο και τόμος ... αύξ. αρ. 40 το δεύτερο), αγόρασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το δεύτερο από τα πιο πάνω επίδικα ακίνητο από τους Ο. χήρα Ι. Α., Ν., Α. και Γ. Α. του Ι.. Στους ανωτέρω πωλητές είχε τούτο περιέλθει, με κληρονομιά του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη το έτος 1958 Ι. Α. του Ν., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, κληρονομιά την οποία αποδέχθηκαν με την .../1958 πράξη του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Νικολάου Αποστολίδη και μετέγραψαν στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας (τόμος ... αύξ. αρ. 13162). Σημειωτέον, ότι ο αγρός αυτός είχε περιέλθει στη μερίδα του απώτατου δικαιοπαρόχου των αιτούντων Ν. Α. κατά τη διανομή των αγρών (ρεταλιών) που έγινε από το Γεωργικό Συνεταιρισμό της Κοινότητας Δροσιάς. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, ότι κατά τους χρόνους υπογραφής των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου (3-2-1830, 16-6-1830 και 1-7-1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (9-7-1832) αλλά και στις 27-3-1833 που ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Εύβοιας στο Ελληνικό Κράτος, τα επίδικα δεν περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον αυτά δεν ανήκαν στο Οθωμανικό δημόσιο αλλά σε Οθωμανούς ιδιώτες. Έτσι, αυτά παρέμειναν στην ιδιοκτησία των τελευταίων και αυτοί στη συνέχεια έχοντας σχετικό δικαίωμα τα πώλησαν. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε, ότι κατά τους ανωτέρω χρόνους τα επίδικα εγκαταλείφθηκαν από τους Τούρκους ιδιοκτήτες τους κατά την αποχώρηση τους από την Εύβοια και ότι έτσι κατέστησαν αδέσποτα. Ούτε αποδείχθηκε, ότι είχαν το χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκότοπου. Άλλωστε, το κυρίως παρεμβαίνον όλως αόριστα τους αποδίδει το χαρακτηρισμό ως εγκαταλελειμμένα, αλλιώς αδέσποτα, αλλιώς λιβάδια ή βοσκότοποι, χωρίς ωστόσο να προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη των ισχυρισμών του, ότι δηλαδή τα επίδικα ακίνητα έχουν περιέλθει στην κυριότητά του λόγω του χαρακτηρισμού τους ως εγκαταλελειμμένα αδέσποτα, ως λιβάδια ή ως βοσκότοποι. Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι τα επίδικα ήταν ανέκαθεν αγροί δεκτικοί καλλιέργειας, όπως κατηγορηματικά κατέθεσε ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, μάρτυρας Δ. Τ., οι οποίοι περιήλθαν στους αναιρεσιβλήτους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με τις πιο πάνω αναφερόμενες διαδοχικές μεταβιβάσεις από τους αληθινούς κυρίους τούτων δικαιοπαρόχους τους. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, εξάλλου, ενισχύεται και από τα με επίκληση προσκομιζόμενα με αριθμό πρωτοκόλλου Φ111/οικ./2007 έγγραφα της προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Ευβοίας, σύμφωνα με τα οποία τα επίδικα ακίνητα δεν φέρονται καταγεγραμμένα ως δημόσια κτήματα στα γενικά βιβλία καταγραφής της Υπηρεσίας τους. Όσον αφορά μάλιστα το δεύτερο από τα επίδικα σημειώνεται, ότι "από την 2-11-1981 βεβαίωση του προέδρου του Γεωργικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού Δροσιάς, κατά τη διανομή των αγρών, ενεργηθείσα σύμφωνα με την 2/1976 απόφαση της γενικής συνέλευσης, η μερίδα του προκατόχου Ν. Α. έλαβε αγροτεμάχιο έκτασης 735 τ.μ. και δεδομένου ότι το εν λόγω ακίνητο δεν φέρεται καταγεγραμμένο στα γενικά βιβλία καταγραφών της Υπηρεσίας μας δεν θεωρούμαι σκόπιμη την άσκηση παρέμβασης στη δίκη αυτή". Σε κάθε περίπτωση, το κυρίως παρεμβαίνον δεν προκάλεσε την έκδοση γνωμοδότησης του αρμόδιου Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων για το εάν έχει ή όχι δικαιώματα κυριότητας επί των επιδίκων. Αποδεικνύεται, όμως, ότι οι αιτούντες-αναιρεσίβλητοι, λόγω άγνοιας σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης των ακινήτων στην περιοχή της Χαλκίδας, παρέλειψαν, εντός των προθεσμιών που καθορίσθηκαν, να υποβάλουν δήλωση στο Κτηματολογικό γραφείο Χαλκίδας περί του εγγραπτέου εμπράγματου δικαιώματός τους επί των ανωτέρω επίδικων ακινήτων, καθώς και τα απαιτούμενα για την απόδειξη αυτού έγγραφα. Έτσι, αυτά εμφανίζονται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" με προσωρινό δικαιούχο το Ελληνικό Δημόσιο. Η εν λόγω εγγραφή είναι ανακριβής, αφού τα επίδικα ανήκουν στους αιτούντες-αναιρεσιβλήτους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και πρέπει να διαταχθεί η σχετική διόρθωση στα οικία κτηματολογικά βιβλία". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι των επιδίκων με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των αναφερόμενων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, του μεν πρώτου από αγορά από την Ά. Β., του δε δεύτερου με αγορά από τους κληρονόμους του Ι. Α., ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν ανέκαθεν αγροί δεκτικής καλλιέργειας, ότι κατά τους χρόνους υπογραφής των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας πρωτοκόλλων του Λονδίνου του 1830 και της συνθήκης της Κωνσταντινούπολης του 1832, αλλά και στις 27-3-1933 που ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Εύβοιας στο Ελληνικό Κράτος, τα επίδικα δεν περιήλθαν στην κυριότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, διότι αυτά δεν ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, αλλά σε Οθωμανούς ιδιώτες, στην ιδιοκτησία των οποίων παρέμειναν μέχρι που τα πώλησαν, έχοντας σχετικό δικαίωμα, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη των ισχυρισμών του, ότι τα επίδικα έχουν περιέλθει στην κυριότητά του ως εγκαταλελειμμένα, ως αδέσποτα, ως λιβάδια ή ως βοσκότοποι, ότι στο Κτηματολογικό γραφείο Χαλκίδας τα επίδικα ακίνητα εμφανίζονται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" με προσωρινό δικαιούχο το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ότι η εγγραφή αυτή είναι ανακριβής, αφού τα επίδικα ανήκουν κατά κυριότητα στους αιτούντες κατά ποσοστό 1/ 2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, αφού απέρριψε την κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχτηκε την ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλκίδας, ώστε να εμφαίνεται, ότι οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι των επιδίκων κατά ποσοστό 1/ 2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφράσει παρόμοια κρίση. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν.10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16), των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραζαμάν 1274 (1856) "περί γαιών", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από τους αναιρεσίβλητους κατά ποσοστό 1/ 2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της μη απόδειξης ότι τα επίδικα περιήλθαν στην κυριότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και περί του ότι η εγγραφή στο Κτηματολογικό γραφείο Χαλκίδας, με την οποία τα επίδικα ακίνητα εμφανίζονται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" με προσωρινό δικαιούχο το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, είναι ανακριβής. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-5-2010 αίτηση των Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 190/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής Έδρας Χαλκίδας).
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ