Legislator Case Law & Legislation
309/2011 AI generated

309/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 309/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 309 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 309/2011

Legislator headnote

AI generated

309/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 309 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 309/2011

Keywords

AI generated
airport operating company freight carrier liability offence committed within a business main establishment in accident insurance rights and obligations of staff incapacity for work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 309 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 309/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του καλούντος-αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.

Της καθ' ης η κλήση - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΝΕΦΟΔΙΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΟΥ ΚΑΥΣΙΜΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "OLYMPIC INTOPLANE COMPANY - O.I.C. Α.Ε.", που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας: Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Πετρελαιοειδή Διυλιστήρια και Χημική Βιομηχανία (ΠΟΕΠΔΧΒ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δήμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις υπέρ αυτού πρόσθετες παρεμβάσεις των: α) Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ) και β) Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στα Πετρελαιοειδή Διυλιστήρια και Χημική Βιομηχανία (ΠΟΕΠΔΧΒ). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 446/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-6-2008 αίτησή του και με το από με ημερομηνία κατάθεσης 5-2-2009 δικόγραφο πρόσθετων λόγων.

Εκδόθηκε η 375/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 23-4-2010 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 24-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων και της πρόσθετης παρέμβασης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, υπ' αριθμ. 7226Δ/31-10-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 10-3-2009. Επί της άνω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 375/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 11242 Δ/1-6-2010 έκθεση επιδόσεως του ως άνω δικαστικού επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της από 23-4-2010 κλήσης για συζήτηση της από παραπάνω αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής. Ακόμη, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 3419 Β και 3423 Β /4-6-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα α) η "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" (ΓΣΕΕ) και β) η "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Πετρελαιοειδή Διυλιστήρια και στη Χημική Βιομηχανία" (ΠΟΕΠΔΧΒ), που είχαν ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, η δεύτερη δε εξ αυτών παρίσταται κατά την παρούσα συζήτηση.

ΙΙ.- Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία, ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά. Αντίθετα, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) με την από 13-8-2001 σύμβαση δοκιμής εργασίας, η οποία από 12-11-2002 μετατράπηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως επόπτης βάρδιας, έχοντας την ευθύνη για το σωστό ανεφοδιασμό των αεροσκαφών. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σύμβαση ο ενάγων, μεταξύ άλλων, α) ήταν υπεύθυνος για την έγκαιρη μετάβαση του προσωπικού στην πίστα και την ομαλή διεξαγωγή των εφοδιασμών, β) προγραμμάτιζε τους ανεφοδιασμούς κατά την διάρκεια της βάρδιας του αναλόγως των αναγκών της εταιρίας, γ) ήταν υπεύθυνος για τον έλεγχο της ορθής συμπλήρωσης των δελτίων παραδόσεως καυσίμων από το προσωπικό της βάρδιας του και την προώθηση αυτών, καθώς και για τον πρωινό καθημερινό έλεγχο της καλής λειτουργίας των οχημάτων, δ) ήταν υπεύθυνος για την αναγραφή στο Βιβλίο Συμβάντων, κάθε θέματος που θα προέκυπτε κατά την διάρκεια της βάρδιας του, είτε αυτό αφορούσε στην εργασία είτε στο προσωπικό, με παράλληλη ενημέρωση του Βοηθού Διευθυντή και σε απουσία αυτού, του Διευθυντή, αναλόγως της σημασίας του θέματος, ε) επόπτευε όλο το κύκλωμα των εφοδιασμών, κατανέμοντας το έργο ισομερώς στο προσωπικό και στα διαθέσιμα οχήματα, στ) όφειλε να καλλιεργεί τις καλές ανθρώπινες σχέσεις τόσο μεταξύ των ατόμων της ομάδας του όσο και με τις Αεροπορικές Εταιρίες εξυπηρετήσεων, ώστε να διατηρείται το γόητρο και η καλή φήμη της Εταιρίας, και, επίσης, να συνεργάζεται με τον Βοηθό Διευθυντή αρμονικά με γνώμονα πάντοτε την εύρυθμη λειτουργία του Σταθμού και την προάσπιση των συμφερόντων της Εταιρίας, ζ) ήλεγχε περιοδικώς το προσωπικό της βάρδιας του και πιστοποιούσε την επαγγελματική αρτιότητα αυτού, η) συνέτασσε, πριν το πέρας της υπηρεσίας του, έκθεση με παρατηρήσεις που αφορούσαν σε θέματα εργασίας, γενικά δε, όφειλε να εκτελεί κάθε άλλη συναφή προς τα ανωτέρω εργασία, η οποία δεν αποτελούσε πρόσθετη εργασία. Σημειώνεται, ότι η αναγκαιότητα για την ορθή συμπλήρωση των δελτίων αποστολής καυσίμων συνιστά παράγοντα καθοριστικής σημασίας για τη λειτουργία της εναγομένης, αφού υπόκειται στον αυστηρό έλεγχο των αρχών του αερολιμένα προς διαπίστωση, αν ακολουθούνται οι όροι και οι προδιαγραφές λειτουργίας που έχουν τεθεί για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, ενώ περαιτέρω υπόκειται και σε αυστηρό έλεγχο από τις τελωνειακές αρχές, προκειμένου να τηρεί πλήρεις και ακριβείς καταγραφές των ποσοτήτων καυσίμου που διακινεί, υπό την απειλή σοβαρών προστίμων σε περίπτωση που τα εμφανιζόμενα στοιχεία στα δελτία αποστολής αποδειχθεί ότι δεν ανταποκρίνοντο1 στην πραγματικότητα. Στις 11-5-2005 είχε κηρυχθεί 24ωρη πανελλαδική απεργία για τον εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς. Ενόψει αυτού, η εναγομένη το μεσημέρι της 10-5-2005 όρισε, όπως όφειλε ως επιχείρηση κοινής ωφελείας, το προσωπικό ασφαλείας για την εξυπηρέτηση των πτήσεων που είχαν προγραμματιστεί προς αντιμετώπιση των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου και ανήρτησε στον πίνακα ανακοινώσεων της εταιρίας το σχετικό έγγραφο. Σημειώνεται ότι ο ως άνω ορισμός του προσωπικού ασφαλείας έγινε μονομερώς από την εναγομένη, δεδομένου ότι δεν υπήρχε στην εταιρία επιχειρησιακό συνδικαλιστικό σωματείο, ενώ το σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΟΔΗΓΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ Ο ΕΡΜΗΣ", του οποίου μέλη ήταν κάποιοι από τους εργαζομένους στην εναγομένη, δεν κάλυπτε καταστατικά τους εργαζόμενους της εταιρίας, διότι ο σκοπός του καταστατικού της τελευταίας είναι διαφορετικός από το σκοπό του καταστατικού του ως άνω σωματείου, με αποτέλεσμα αυτό να μη διαθέτει εξουσία εκπροσωπήσεως και να μην έχει αρμοδιότητα να κηρύξει απεργία, που να καλύπτει και την εναγομένη, όπως τούτο κρίθηκε και με την υπ' αριθμ 1617/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ 6497/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Συνακόλουθα. εναγομένη ουδεμία υποχρέωση είχε να διαπραγματεύεται με το παραπάνω σωματείο. Ο ενάγων είχε προγραμματισμένη βάρδια από ώρα 22.00' της 10-5-2005 έως 06.00' της 11-5-2005, πλην όμως συμπεριλήφθηκε και αυτός στο προσωπικό ασφαλείας για τη συγκεκριμένη βάρδια μαζί με τους εργαζόμενους Σ. Χ., Κ. Κ. και Δ. Σ.. Πράγματι, ο ενάγων προσήλθε στην εργασία του την προγραμματισμένη ώρα και ανέλαβε κανονικά υπηρεσία. Λίγο αργότερα, εμφανίστηκε σ' αυτόν ο Γ. Α., ταμίας του προαναφερόμενου σωματείου, και κατέθεσε την από 10-5-2005 δήλωση ομάδας ένδεκα (11) εργαζομένων στην εναγομένη, με την οποία οι τελευταίοι εξέφραζαν τις αντιρρήσεις τους για τον μονομερή ορισμό του προσωπικού ασφαλείας από την εταιρία αλλά και για τον αριθμό των εργαζομένων που έπρεπε να απασχοληθεί ως προσωπικό ασφαλείας και ενημέρωναν ότι θα διετίθεντο δύο μόνον εργαζόμενοι ανά βάρδια για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και την εξυπηρέτηση των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Αντίγραφο της δήλωσης αυτής ανάρτησε ο εν λόγω συνδικαλιστής και στον πίνακα ανακοινώσεων, δίπλα ακριβώς από την ανακοίνωση της εναγομένης, που αφορούσε στο ίδιο θέμα. Ο ενάγων παρέλαβε την παραπάνω δήλωση και καταχώρισε την κατάθεση και παραλαβή της στο βιβλίο συμβάντων που τηρείται από την εταιρία, ενώ αμέσως μετά (στις 22.30') επικοινώνησε με τον Επιχειρησιακό Διευθυντή Γ. Μ. και τον ενημέρωσε για την κατάθεση της δήλωσης και το περιεχόμενο της. Η ανωτέρω ενέργεια του ενάγοντος, ενόψει του ότι το θέμα αφορούσε μέρος του προσωπικού της επιχείρησης σε σχέση με την εκτέλεση της εργασίας του, ήταν απολύτως σύμφωνη με τα καθήκοντα του, αφού, όπως αναφέρθηκε, στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ρητώς αναφέρεται ότι αυτός "είναι υπεύθυνος για την αναγραφή στο βιβλίο συμβάντων κάθε θέματος, που θα προκύψει κατά την διάρκεια της βάρδιας του είτε αφορά στην εργασία είτε αφορά στο προσωπικό, με παράλληλη ενημέρωση του Βοηθού Διευθυντή και σε απουσία αυτού του Διευθυντή αναλόγως της σημασίας του θέματος". Κατόπιν της ανωτέρω ενημέρωσης του, ο Επιχειρησιακός Διευθυντής Γ. Μ. προσήλθε περί ώρα 23.20' στο γραφείο του, όπου αμέσως μετά ενημερώθηκε από τον ενάγοντα για την απεργία του προσωπικού που είχε οριστεί ως προσωπικό ασφαλείας. Μάλιστα, ο ενάγων ανέφερε ότι και ο ίδιος απεργεί αλλά θα παρέμενε κανονικά μέχρι το τέλος της βάρδιας ως προσωπικό ασφαλείας. Στη συνέχεια, όμως, ο ενάγων, χωρίς να έχει σχετική εξουσιοδότηση από την εταιρία και ενεργώντας εντελώς αντισυμβατικά, επικοινώνησε με τις αρχές του Αεροδρομίου και ενημέρωσε την εταιρία με την επωνυμία "Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Α.Ε.", ότι η εναγομένη μετά τα μεσάνυχτα θα πραγματοποιούσε εργασίες ανεφοδιασμού μόνον για περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης. Επίσης, επικοινώνησε και με την εταιρία "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες ΑΕ", στην οποία ανέφερε, ότι η εναγομένη κατά τη διάρκεια της απεργίας δεν θα ήταν σε θέση να ανεφοδιάζει τα αεροσκάφη, λόγω απεργίας του προσωπικού της ούτε και για την εξυπηρέτηση των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Κατόπιν αυτού, ο Υπεύθυνος του Αεροδρομίου ονόματι Β. επικοινώνησε ανήσυχος με τον Επιχειρησιακό Διευθυντή Γ. Μ. και τον ρώτησε, αν αληθεύουν τα όσα τους είχε πληροφορήσει ο ενάγων, ότι δηλαδή η εναγομένη εταιρία δεν επρόκειτο να λειτουργήσει και ότι δεν θα εξυπηρετούσε τις πτήσεις που είχαν οριστεί για την ημέρα της απεργίας για την εξυπηρέτηση των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (μία πτήση ανά προορισμό των Ολυμπιακών Αερογραμμών, πτήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας και πτήσεις έκτακτης ανάγκης). Ο Γ. Μ. αντιλαμβανόμενος ότι ο ενάγων με την ανωτέρω συμπεριφορά του είχε προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στις αρχές του Αερολιμένα Αθηνών και την Ολυμπιακή Αεροπορία, κύριο πελάτη και μέτοχο της εναγομένης, προέβη σε αλλεπάλληλες τηλεφωνικές επαφές με τους αρμόδιους του Αερολιμένα και των αεροπορικών εταιρειών για να τους καθησυχάσει και να τους διαβεβαιώσει ότι η εναγομένη επρόκειτο να εξυπηρετήσει τις προγραμματισμένες πτήσεις που όφειλε να ανεφοδιάσει. Με την προαναφερόμενη ενέργειά του ο ενάγων παραβίασε ευθέως την υποχρέωση πίστης προς την εργοδότριά του εναγομένη και ενήργησε σε βάρος των συμφερόντων της, αφού, εκμεταλλευόμενος τη θέση ευθύνης που κατείχε, δημιούργησε προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της, την οποία δυσφήμησε και εξέθεσε στις εποπτεύουσες αρχές του Αερολιμένα Αθηνών και στους πελάτες της και ειδικότερα στην εταιρεία "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε.", αναφέροντας αναληθώς ότι η εταιρεία την ημέρα της απεργίας επρόκειτο ουσιαστικά να σταματήσει κάθε εργασία. Έτσι, ο ενάγων έβλαψε το κύρος και τη φήμη της εναγομένης και την έναντι τρίτων αξιοπιστία της, γεγονός που ήταν ικανό να κλονίσει και πράγματι κλόνισε δικαιολογημένα την εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπό του, με αποτέλεσμα αυτή να προβεί την επόμενη ημέρα στην καταγγελία της εργασιακής του σχέσης, η οποία δικαιολογείται πλήρως από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της εναγομένης, ενόψει του προβλήματος που δημιούργησε στην εταιρεία ο ενάγων με τη συμπεριφορά του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένδικη καταγγελία συνδέεται αιτιωδώς αποκλειστικά και μόνο με την ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος και δεν οφείλεται σε έχθρα, εμπάθεια και εκδικητικότητα των αρμόδιων οργάνων της εναγομένης, λόγω προηγούμενης νόμιμης αλλά μη αρεστής στην εναγομένη συμπεριφοράς του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με την αγωγή του, ήτοι λόγω της παραλαβής της δήλωσης των 11 εργαζομένων της εταιρείας, της δήλωσής του για τη συμμετοχή στην απεργία και γενικότερα λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης αλλά και άρνησής του να εκτελεί συστηματικά πρόσθετη εργασία. Η εκδήλωση δυσαρέσκειας της εναγομένης για τη συμμετοχή του ενάγοντος την 1-4-2002 στη συγκέντρωση των εργαζομένων της εταιρείας, που εκφράστηκε με το από 16-4-2002 υπηρεσιακό σημείωμα του Επιχειρησιακού Διευθυντή Γ. Μ. και η δικαιολογημένη άρνηση του ενάγοντος να προβαίνει και ο ίδιος σταθερά και μόνιμα στον ανεφοδιασμό αεροσκαφών, χωρίς να συντρέχει κάποια επείγουσα και εξαιρετική περίπτωση, όπως αυτή διατυπώθηκε με την από 19-2-2004 απάντησή του στο από 29-1-2004 έγγραφο του Γ. Μ., δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η καταγγελία οφείλεται σε εκδικητική συμπεριφορά και εμπάθεια της εναγομένης για προηγούμενη νόμιμη αλλά μη αρεστή σε αυτή συμπεριφορά του, αφού από το χρόνο που συνέβησαν τα εν λόγω περιστατικά μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως παρήλθε αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά συνέπεια, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ως εκ τούτου η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη και επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να μην οφείλει η εναγομένη σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας ούτε και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του συνεπεία της καταγγελίας. Με τις εν λόγω παραδοχές και την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε τις διατάξεις των άρθρων 200 και 288 ΑΚ, αφού εκθέτει στην προσβαλλομένη απόφασή του με σαφήνεια ότι η επίμαχη καταγγελία δεν έγινε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ενόψει του ότι είχε ως πραγματικό κίνητρο αποκλειστικά και μόνο την ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος και όχι την εκδίκηση αυτού εκ μέρους της εργοδότριάς του.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, και ο τρίτος πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τις διατάξεις του άρθρ. 224 του ΚΠολΔ θεσπίζεται η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής με ποινή απαραδέκτου. Η απαγόρευση αυτή αναφέρεται στη μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το επικαλούμενο δικαίωμα με την έννομη συνέπεια του οικείου κανόνα δικαίου. Έτσι, ο ενάγων μισθωτός που στηρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας στην καταχρηστική άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος του εργοδότη, καθ' υπέρβαση των αξιολογικών ορίων του άρθρ. 281 του ΑΚ, με ιστορική βάση πραγματικά περιστατικά ότι η καταγγελία έγινε από λόγους έχθρας, εμπάθειας και εκδίκησης προς το πρόσωπό του, δεν επιτρέπεται να μεταβάλει την ιστορική βάση με πραγματικά περιστατικά περί ακυρότητας της καταγγελίας, επειδή ο εργοδότης κατά τη στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων, δηλαδή της πλημμελούς συμπεριφοράς που του καταλογίσθηκε και της κυρώσεως που του επιβλήθηκε, παρέλειψε να λάβει άλλα μέτρα ήσσονος βαρύτητας, οπότε θα αποφευγόταν το επαχθέστερο και έσχατο μέσο της απόλυσης με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, πέραν του ανυπόστατου της καταγγελίας, συνίσταται στο ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ, διότι έγινε από λόγους έχθρας, εμπάθειας και εκδίκησης της εναγομένης προς το πρόσωπο του ενάγοντος. Επομένως, συνέχισε το Εφετείο, η συμπλήρωση της αγωγής, στην οποία ουσιαστικά προβαίνει ο ενάγων με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη παρέλειψε να λάβει ηπιότερα μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης, έτσι ώστε να αποφευχθεί τα επαχθέστερο και έσχατο μέτρο της απόλυσής του, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, είναι απαράδεκτη, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και πρέπει ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την παρ.1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνη". Η χρησιμοποίηση στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο της τελευταίας διατάξεως της λέξεως "ειδικές" αντί της λέξεως "ιδιάζουσες", οφείλεται σε εσφαλμένη μεταγλώττιση από το κείμενο της καθαρεύουσας, στο οποίο χρησιμοποιείται η λέξη "ιδιάζουσαι". Έτσι ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ.3 εδάφιο τελευταίο του ν.1406/1983, λόγω της νοηματικής διαφοράς που προκύπτει, το αρχικό κείμενο της διατάξεως που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα. Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με το οποίο γίνεται η επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα το αναιρεσείοντος, να διατάξει πραγματογνωμοσύνη επί του ζητήματος ότι το έγγραφο της καταγγελίας φέρει μια υπογραφή και δεν προκύπτει η ταυτότητα του υπογράφοντος, ήτοι ότι ο υπογράφων είναι ο ( κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας) Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, που κατά το καταστατικό έχει δικαίωμα να προσλαμβάνει και να απολύει το προσωπικό της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Και αυτό διότι ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, αλλ' ούτε και, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε κάτι τέτοιο. Δεν αποτελεί τέτοια επίκληση ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία, από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από την κατάθεση του Γ. Μ. που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης, αποδεικνύεται ότι ο Λ. Β. (Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης κατά τον κρίσιμο χρόνο), υπέγραψε το έγγραφο της καταγγελίας, το Εφετείο δέχεται εμμέσως πλην σαφώς ότι για το άνω θέμα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 § 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παραδοχή της έφεσης του εναγομένου, η εναντίον του οποίου αγωγή του αντιδίκου του, που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, έγινε δεκτή με την εκκαλούμενη απόφαση κατά την κύρια βάση της, δέχεται την έφεση και, αφού εξαφανίζει την εκκαλουμένη, απορρίπτει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την γενόμενη δεκτή κυρία βάση αυτής, υποχρεούται να ερευνήσει και τις μη ερευνηθείσες από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω παραδοχής της κύριας βάσης, και τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις, χωρίς ειδικό προς τούτο παράπονο (λόγο έφεσης), διότι στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Εάν όμως οι επικουρικές αυτές βάσεις ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας αυτεπάγγελτης έρευνας των επικουρικών βάσεων που απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, και για την έρευνα αυτών απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου έφεσης ή αντέφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των δικογράφων της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος και της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, προκύπτουν τα εξής: Ο ήδη αναιρεσείων ενάγων, με την αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης, ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης είναι ανυπόστατη, διότι έγινε από αναρμόδιο πρόσωπο που δεν είχε τη σχετική εξουσία, και άκυρη ως καταχρηστική, λόγω του ότι έγινε από έχθρα και εμπάθεια προς το πρόσωπό του, συνεπεία προηγούμενης νόμιμης αλλά μη αρεστής στην εναγομένη συμπεριφοράς του και συγκεκριμένα, λόγω της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης αυτού και της άρνησής του να εκτελεί σταθερά και μόνιμα πρόσθετη εργασία και, επικουρικά, διότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία του Συμβουλίου Απολύσεων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 446/2007 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη καθ' όλες τις βάσεις της. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε από το Εφετείο η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν.

Συνεπώς, εφόσον δεν εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο που δεν ερεύνησε την παραπάνω επικουρική βάση της αγωγής, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν υπεβλήθη και αυτοτελής γι' αυτό λόγος έφεσης, ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β' ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, που ας σημειωθεί αφορά κεφάλαιο αναγκαστικά συνεχόμενο με τα κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης που προσβλήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης, αφού πηγάζει από την ίδια ιστορική αιτία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-6-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 137/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών καθώς και τους με ημερομηνία κατάθεσης 5-2-2009 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ