309/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated309/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο ερεύνησε τον πιο πάνω λόγο εφέσεως και τον απέρριψε. Ειδικότερα, έκρινε ότι νομίμως ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής να θεωρηθεί άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, και περιόρισε το αίτημα αυτής στην καταβολή μόνο της αποζημίωσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 309 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 309/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ... και 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καραντώνη.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-3-2004 και 20-4-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1425/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 979/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-4-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αληθώς μόνο από τον αριθμό 8 και όχι και από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι πλέον του ποσού που κατέβαλαν σταθερά κάθε μήνα στον αναιρεσίβλητο ως μισθό, κατέβαλαν σ' αυτόν επιπλέον και ένα δεύτερο κυμαινόμενο ποσό, στο οποίο περιλαμβάνονταν και η αμοιβή των ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησής του πέραν του νομίμου ωραρίου, καθώς και η αμοιβή του για νυχτερινή εργασία, Σάββατα, Κυριακές και αργίες.
Όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο ερεύνησε τον ισχυρισμό τους αυτό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν αφού δέχτηκε ότι το πιο πάνω επιπλέον ποσό που καταβάλλονταν στον αναιρεσίβλητο κάθε μήνα αφορούσε την κάλυψη λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης των αναιρεσειόντων, ήτοι έξοδα διαμονής του στο εξωτερικό, τα οποία δεν βάρυναν τον ίδιο το μισθωτό, καθώς και διάφορες δαπάνες τις οποίες αυτός έκανε για λογαριασμό της επιχείρησής τους στην Ιταλία και κατέληξε ότι τα χρήματα αυτά δεν αποτελούσαν μισθό του ενάγοντος, ούτε αποδείχτηκε ότι καταβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες για υπερωρίες ιδιόρρυθμες ή παράνομες, για νυχτερινή εργασία κ.λ.π.
εκτιμώντας δε τον εν λόγω ισχυρισμό ως ένσταση εξοφλήσεως τον απέρριψε ως αόριστο, ενώ τον ερεύνησε και ως αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από την ίδια πιο πάνω διάταξη, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τον σχετικό λόγο της εφέσεως τους, με τον οποίο νομίμως επανέφεραν ενώπιον του, τον ισχυρισμό τους, ότι το αίτημα για καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως δεν είναι νόμιμο, γιατί κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ο αναιρεσίβλητος επέλεξε να θεωρήσει την καταγγελία ως άκυρη.
Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο ερεύνησε τον πιο πάνω λόγο εφέσεως και τον απέρριψε. Ειδικότερα, έκρινε ότι νομίμως ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής να θεωρηθεί άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, και περιόρισε το αίτημα αυτής στην καταβολή μόνο της αποζημίωσης.
Τέλος, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως από την αυτή διάταξη, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τους λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων με τους οποίους ισχυρίστηκαν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε: α) ότι η απασχόληση του αντιδίκου έφθανε τις καθημερινές τις 10 ώρες ημερησίως με τις ώρες της αμιγούς οδήγησης να ξεπερνούν τις 9 ώρες ανά ημέρα, τα Σάββατα έφθανε τις πέντε ώρες και τις Κυριακές τις 3 ώρες, καθώς και ότι απασχολούνταν ημερησίως 8 ώρες κατά τις εξαιρέσιμες αργίες και ότι η νυχτερινή του απασχόλησή του έφθανε τις 12 ώρες την εβδομάδα και β) ότι εσφαλμένα το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το σύνολο της αποζημίωσης παράνομης υπερωρίας για την 49 και 50 ώρα κάθε εβδομάδας για το χρονικό διάστημα από 1-4-2000 έως 31-3-2001.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο ερεύνησε και τους δύο πιο πάνω λόγους εφέσεως τους οποίους απέρριψε με εκτεταμένη μάλιστα αιτιολογία. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.
Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικά του πόρισμα, ότι στο κυμαινόμενο ποσό που καταβάλλονταν στον αναιρεσίβλητο κάθε μήνα δεν περιλαμβάνονταν η αμοιβή του για την υπερωριακή απασχόληση κ.λ.π.
και ότι δεν έχουν εξοφληθεί οι αξιώσεις του για τις εν λόγω αιτίες, γιατί δεν έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων ...,... και ... καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου .... Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων μεταξύ των οποίων ρητά μνημονεύονται και αυτές των ..., ...και ...
και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη όλες οι πιο πάνω καταθέσεις Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την μη εξόφληση των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου που αφορούσαν την αμοιβή του για υπερωριακή εργασία, νυχτερινή εργασία και εργασία κατά τα Σάββατα, Κυριακές και αργίες, συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα) και τις απλές αποδείξεις πληρωμής που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες δεν στηρίχτηκε όμως αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα, αλλά τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να τα εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ανέγνωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, με το λόγο δε αυτό πλήττεται στην πραγματικότητα το, εκ της συνεκτίμησης αυτών με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου.
Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αποκλειόμενης έτσι της αναιρέσεως για την εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δεύτερο κυμαινόμενο ποσό που λάμβανε κάθε μήνα ο αναιρεσίβλητος πέραν του νομίμου σταθερού μισθού του, κάλυπτε μόνον τις εκτός έδρας δαπάνες του αντιδίκου τις διανυκτερεύσεις και τα πάσης φύσεως μικροέξοδα, αν και όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες αποδείξεις το ύψος του ποσού αυτού ήταν συνήθως 1.000.000 έως 2.000.000 δρχ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού υπό την επίκληση των ως άνω ως διδαγμάτων κοινής πείρας βάλλεται η αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν και έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό της πόρισμα, περίπτωση η οποία δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχετικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι στον αναιρεσίβλητο έχουν καταβάλλει την αμοιβή του για υπερωριακή απασχόληση κ.λ.π. δέχτηκε τα εξής: Οι αναιρεσείοντες προσκομίζουν μία σειρά εκκαθαριστικών σημειωμάτων μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου από το έτος 1999 και έπειτα, τα οποία συνοδεύονται και από διάφορες εξοφλητικές αποδείξεις από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε κάθε μήνα ένα σταθερό ποσό ως μισθό με βάση την ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων και επιπλέον του καταβάλλονταν και ένα δεύτερο κυμαινόμενο ποσό το οποίο κάλυπτε εκτός έδρας δαπάνες του, διανυκτερεύσεις και πάσης φύσεως έξοδα στην Ιταλία.
Ειδικότερα, για το μήνα Μάιο του 2001, ο αναιρεσίβλητος έλαβε ως μισθό μηνιαίες αποδοχές ύψους 303.303 δρχ. μικτά. Επιπλέον έλαβε και το ποσό του 1.327.900 δρχ. με την ακόλουθη αιτιολογία, η οποία επαναλαμβανόταν σε κάθε αντίστοιχη απόδειξη πληρωμής: "σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των δαπανών μου εκτός έδρας, εξόδων διανυκτέρευσης και πάσης φύσεως μικροεξόδων που αναλογούν και δαπανήθηκαν για την εργασία μου κατά το μήνα Μάιο 2001 στην Ιταλία, καθώς και των διαφόρων δαπανών που έκανα για λογαριασμό του εργοδότη μου βάσει των συνημμένων εκκαθαρίσεων που συνέταξα.
Με την καταβολή του ποσού αυτού θεωρώ τον εαυτό μου πλήρως και ολοσχερώς εξοφλημένο και ουδεμία άλλη χρηματική ή ασφαλιστική αξίωση διατηρώ κατά του εν λόγω εργοδότη μου για το χρονικό διάστημα εργασίας μου αυτό στην Ιταλία από οποιαδήποτε αιτία κανονικής αμοιβής εργασίας, υπερωριών, εξόδων μετακίνησης κ.λ.π.
παραιτούμενος για το λόγο αυτό ρητά και ανεπιφύλακτα οποιουδήποτε δικαιώματός μου. Επίσης δηλώνω ότι δεν πραγματοποίησα υπερωρίες". Από το παραπάνω έγγραφο κείμενο προκύπτει ότι το ποσό που καταβλήθηκε, όπως άλλωστε και τα άλλα ποσά που αναφέρονται σε άλλες αντίστοιχες εξοφλητικές αποδείξεις, για την κάλυψη λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης των αναιρεσειόντων, ήτοι για έξοδα διαμονής του αναιρεσιβλήτου στο εξωτερικό, τα οποία δεν βάρυναν τον ίδιο και για διάφορες δαπάνες τις οποίες αυτός έκανε για λογαριασμό της επιχείρησης των αναιρεσειόντων στην Ιταλία.
Επομένως τα χρήματα αυτά δεν αποτελούσαν μισθό του αναιρεσιβλήτου και ομοίως τα χρήματα αυτά δεν προέκυψε ότι καταβλήθηκαν για υπερωρίες ιδιόρρυθμες ή παράνομες ή παλιότερα πριν την ισχύ του ν. 2874/2000 για υπερεργασία ή ακόμη για νυχτερινή εργασία, για αμοιβή λόγω απασχόλησης του κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες....
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, αφού σχετικά με το παραπάνω θέμα περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ο έκτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ανεξάρτητα από την αοριστία του αφού ουδόλως αναφέρονται οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου, έστω και αποσπασματικά, πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2008 αίτηση, των ... και ..., για αναίρεση της 979/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ