Legislator Case Law & Legislation
309/2007 AI generated

309/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 309/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Της καλούσας-αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Legislator headnote

AI generated

309/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ΄ αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι΄ αυτή κριτήρια. Το δικαίωμα του εργοδότη με το περιεχόμενο αυτό δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικά.

Keywords

AI generated
transfer of official post administrative status of officials change of job decisions concerning reassignment or transfer staff relocation inter-institutional transfer
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 309 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 309/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της καλούσας-αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του καθού η κλήση-αναιρεσίβλητου: ..... , ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Δημητρακοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/1996 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2882/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2651/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/2/2004 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1268/2005 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 10/11/2005 κλήση της καλούσας- αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής ανέγνωσε την από 20/5/2005 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χλαμπουτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ΄ αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι΄ αυτή κριτήρια. Το δικαίωμα του εργοδότη με το περιεχόμενο αυτό δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικά.

Κατά την έννοια όμως της διατάξεως αυτής δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.

Τούτο δε, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα δικαιώματα του μισθωτού από την εργασία, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη, που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και τη διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 25/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 και 2 εδ. β΄, γ΄ και δ΄ του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΓΚΠ/ΟΤΕ), όπως ισχύει ήδη, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ΄ αριθ. 1118/1.8.1969 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού βάσει της παρεχόμενης από το άρθρο 7 εδ. στ΄ του Α.Ν. 301/1968 εξουσιοδοτήσεως, δημοσιεύθηκε στο υπ΄ αριθ. 568/8.6.1969 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος Β΄), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 14/1968, 4/1993), το προσωπικό εκτελεί κατ΄ αρχήν υπηρεσιακό έργο αντίστοιχο του κλάδου ή της ειδικότητάς του.

Στο προσωπικό των κλάδων Ι,

ΙΙ και

ΙΙΙ με βαθμό Α4 και άνω είναι δυνατή η ανάθεση της διευθύνσεως υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχόμενου βαθμού. Σε υπηρεσιακές λειτουργίες στάθμης υποδιευθύνσεως και άνω είναι δυνατή η ανάθεση καθηκόντων αναπληρωτή προϊσταμένου σε υπάλληλο ομοιόβαθμο του προϊσταμένου ή με βαθμό αμέσως κατώτερο αυτού.

Η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στο βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος από το συμβούλιο προσωπικού ή το διοικητικό συμβούλιο. Εξ αυτών παρέπεται ότι ο ΟΤΕ δικαιούται με τα αρμόδια όργανά του να αναθέτει στο ανώτατο προσωπικό του, μετά από εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, τη διεύθυνση ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ανεξάρτητα από τη γενική ή στο βαθμό αρχαιότητα του συγκεκριμένου υπαλλήλου, εφόσον κρίνει ότι ο υπάλληλος αυτός είναι ικανότερος και καταλληλότερος από τους άλλους συναδέλφους του, που έχουν τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 19.3.1962 από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Οργανισμό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά απρόσκοπτη υπηρεσιακή εξέλιξη προάχθηκε κατ΄ απόλυτη εκλογή στις 16.9.1991 στο βαθμό του υποδιευθυντή, τον οποίον κατείχε μέχρι τις 31.12.1996, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία, λόγω συνταξιοδοτήσεως.

Ο ίδιος είναι απόφοιτος γυμνασίου και πτυχιούχος της Μέσης και Ανώτερης Σχολής Προσωπικού του ΟΤΕ, δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά, είχε άριστη βαθμολογία και καθ΄ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του είχε εξαιρετική υπηρεσιακή απόδοση και υπηρέτησε στις αναφερόμενες νευραλγικές θέσεις του ΟΤΕ. Όμως, αν και κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως προϊσταμένου της Υποδιευθύνσεως Ανταποκρίσεως Εσωτερικού κατά το χρονικό διάστημα από 3.3.1992 μέχρι 20.1.1994 παρουσίασε εξαιρετική απόδοση και επίδοση, του αφαιρέθηκαν, χωρίς να συντρέχει υπηρεσιακός λόγος, τα καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και μετατέθηκε από 20.1.1994 εντός της αυτής Διευθύνσεως ως αναπληρωτής προϊστάμενος της Υποδιευθύνσεως Τ.Τ.

Λογαριασμών, θέση στην οποία υπηρέτησε μέχρι της αποχωρήσεώς του από την υπηρεσία (31.12.1996). Στην τελευταία αυτή υπηρεσία ο αναιρεσίβλητος δεν καταλάμβανε κάποια οργανική θέση, δεν του είχε ανατεθεί κάποιο συγκεκριμένο υπηρεσιακό έργο, αλλά απλώς αναπληρούσε τον προϊστάμενο όταν ο τελευταίος απουσίαζε.

Στη θέση του προϊσταμένου της ανωτέρω Υποδιευθύνσεως, που κατείχε μέχρι τότε ο αναιρεσίβλητος, τοποθετήθηκε ο αναφερόμενος τομεάρχης/Δ, ο οποίος υστερούσε έναντι αυτού στα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και συγκεκριμένα α) κατά τρία περίπου έτη στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, β) στον κατεχόμενο βαθμό (υποδιευθυντής ο πρώτος και τομεάρχης ο δεύτερος) και γ) στην άσκηση διευθυντικών καθηκόντων.

Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατά το οποίο είχαν αφαιρεθεί από τον αναιρεσίβλητο τα καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως, είχαν ανατεθεί τέτοια καθήκοντα στους αναφερόμενους νεότερους συναδέλφους αυτού, έναντι των οποίων υπερείχε ο ίδιος καταφανώς. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η παραπάνω ενέργεια του αναιρεσείοντος οργανισμού είναι καταχρηστική, αφού δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ούτε έγινε προς όφελος των συμφερόντων του ΟΤΕ, ούτε δικαιολογείται από την ύπαρξη υπεραρίθμων υπαλλήλων με το βαθμό του Υποδιευθυντή σε σχέση με τις υπάρχουσες θέσεις προϊσταμένων υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης Υποδιευθύνσεως.

Κατόπιν των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 10.7.1996 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού εκτός από την προκύπτουσα από τα προσόντα του αναιρεσιβλήτου υπεροχή αυτού έναντι του τοποθετηθέντος στη θέση που κατείχε προηγουμένως, ως και έναντι άλλων υπαλλήλων ομοίως τοποθετηθέντων σε θέσεις προϊσταμένων Υπιοδιευθύνσεως, δεν έγιναν δεκτές άλλες περιστάσεις που να καθιστούν μη δικαιολογούμενη και αντίθετη προς τα υπηρεσιακά συμφέροντα του αναιρεσείοντος οργανισμού τη μη εξακολούθηση της τοποθετήσεως του αναιρεσιβλήτου σε θέση προϊσταμένου και ειδικότερα δεν αναφέρονται περιστατικά, όπως π.χ.

προσωπική εμπάθεια, κομματική παρέμβαση ή άλλα παρεμφερή, που να δικαιολογούν την κρίση ότι η ενέργεια του αναιρεσείοντος δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών του και δεν έγινε προς το συμφέρον του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, ως βάσιμος στην ουσία του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της που αφορά τα κονδύλια της αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου συνεπεία στερήσεως του επιδόματος ευθύνης θέσεως και των εξόδων κινήσεως και παραστάσεως προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιευθύνσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση. Εξάλλου, αν έγινε εκτέλεση με βάση την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία επικυρώθηκε από το εφετείο και η επικυρώσασα αυτήν απόφαση του εφετείου αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του εφετείου αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του εφετείου, δικαιούται να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της επικυρωθείσης αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον η εκτελεσθείσα απόφαση αυτού έχει ενσωματωθεί στην αναιρούμενη απόφαση του εφετείου.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Οργανισμός με τις προτάσεις του, που κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24.11.2006, προβάλλει παραδεκτώς ότι ο ίδιος, προς συμμόρφωση με την αναιρούμενη ως άνω υπ΄ αριθ. 2.651/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και προς ολοσχερή εξόφληση της οφειλής του κατά κεφάλαιο και τόκους, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 19.11.2001 το ποσό των 5.574.537 δρχ.

συνολικώς, ήτοι το ποσό των 16.359,70 ευρώ. Ζητεί δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αυτής αποφάσεως και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει σ' αυτόν το εν λόγω χρηματικό ποσό. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Από τα επικαλούμενα δε και προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι, κατόπιν της υπ΄αριθ. 2882/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την αναιρούμενη ως άνω υπ΄ αριθ. 2651/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσείων Οργανισμός οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.526.084 δρχ.

λόγω αποζημιώσεώς του για την ως άνω αιτία και το ποσό των 200.000 δρχ., ως χρηματική ικανοποίησή του, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αναφερόμενη αδικοπραξία και συνολικώς το ποσό των 2.726.084 δρχ. με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της ένδικης αγωγής. Ακολούθως, ο Οργανισμός αυτός προς συμμόρφωση με την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο κατά μη διακριβωθέντα χρόνο το ποσό των 2.726.084 δρχ.

για κεφάλαιο και το ποσό των 2.848.453 δρχ. για τόκους, ήτοι κατέβαλε σ΄αυτόν συνολικώς το ποσό των 5.574.537 δρχ. ή 15.359,70 ευρώ (βλ. την υπ΄αριθ. 516 χωρίς ημερομηνία απόδειξη του αναιρεσιβλήτου, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επικυρώθηκε από το Εφετείο και η επικυρώσασα αυτήν απόφαση του Εφετείου αναιρείται, κατά το ως άνω μέρος της, με την παρούσα.

Συνεπώς, ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας, κατά το μέρος αυτό, την απόφαση του Εφετείου, μπορεί να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της επικυρωθείσης αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εφόσον η εκτελεσθείσα τελευταία αυτή απόφαση έχει ενσωματωθεί στην αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στον αναιρεσείοντα Οργανισμό, μετ΄ αφαίρεση του άνω κεφαλαίου των 200.000 δρχ. (586.94 ευρώ) και των νομίμων τόκων επ΄ αυτού από 208.679 δρχ. (612,41 ευρώ), ως προς το οποίο δεν προς`βλήθηκε η ανωτέρω απόφαση με την αναίρεση, το αναφερόμενο στο διατακτικό χρηματικό ποσό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ΄αριθ. 2651/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να επιστρέψει στον αναιρεσείοντα Οργανισμό το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων εκατόν εξήντα ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (15.160,35) με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Οργανισμού, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ