Legislator Case Law & Legislation
308/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award, ruling bankruptcy does not justify annulment under Greek law.

Case Number 308/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by a foreign company and a bankrupt individual against a final arbitration award. The appellants argued that the award should be annulled due to procedural defects and the bankrupt status of one party. The court rejected these claims, holding that bankruptcy is not a ground for annulment under the relevant civil procedure provisions and that the arbitration tribunal had the authority to interpret the contract and apply substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 21 of the Hotel Management Operation Agreement; Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 28 of Law 2735/1999: Bankruptcy of a party does not constitute a ground for annulment of an arbitration award, nor does it justify the suspension of civil proceedings.

Keywords

AI generated
arbitration award annulment bankruptcy as ground Greek civil procedure arbitration agreement validity substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Article 21 of the Hotel Management Operation Agreement
Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 2735/1999
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 308 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 308/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Της αναιρεσείουσας: αλλοδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κλεάνθη Ρούσσο και Δημήτριο Σκαρίπα.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο, Αικατερίνη Τσουρούλα - Σωτηροπούλου και Γεώργιο Γεωργιάδη.

Β) Της αναιρεσείουσας: Δ. Φ., κατοίκου ..., ως συνδίκου πτώχευσης της εταιρείας "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... A.E." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ως άνω αναιρεσείουσα, αφού έλαβε τον λόγο, δήλωσε ότι παρίσταται αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς της ως δικηγόρος, αλλά επειδή είναι παρ' Εφέταις διορίζει ως πληρεξούσιο δικηγόρο της και τον Κλεάνθη Ρούσσο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο, Αικατερίνη Τσουρούλα - Σωτηροπούλου και Γεώργιο Γεωργιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθμ. 80/2019 και 85/2019 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η απόφαση 2519/2020 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα της υπ' αριθμ. 8129/2020 αίτησης με την από 21-10-2020 αίτησή της και τους από 10-8-2021 προσθέτους αυτής λόγους και η αναιρεσείουσα της υπ' αριθμ. 8130/2020 αίτησης με την από 21-10-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους και οι πληρεξούσιοι της υπ' αριθμ. 8129/2020 αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος Τουριστική Εταιρεία ... ΑΕ" (στο εξής ... ΑΕ), με την από 23.4.2014 προσφυγή - αγωγή διαιτησίας ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που ορίστηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 21 της από 27-1-2012 Σύμβασης Διαχείρισης Λειτουργίας Ξενοδοχείου (στο εξής ΣΛΔ), η οποία σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της άνω εταιρίας και αφετέρου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ" και τον τίτλο "...

ΑΕ" (στο εξής ...) και δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη για πέντε έτη τη διαχείριση του ξενοδοχείου της με την επωνυμία "...", επικαλούμενη ότι δεν συνέτρεχαν οι επικαλούμενοι από την ... HOTEL σπουδαίοι λόγοι για την από 23.8.2012 καταγγελία της άνω ΣΛΔ ή, επικουρικώς, ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική η ως άνω καταγγελία της ΣΛΔ, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 27.545.787 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών και το ποσό των 4.000.000 ευρώ, ως ηθική βλάβη.

Ακολούθως, η ... HOTEL άσκησε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου την από 31-10-2014 προσφυγή - ανταγωγή, με την οποία, επικαλούμενη την νομιμότητα της από 23.8.2012 καταγγελίας της και την συνδρομή των επικαλούμενων εκεί σπουδαίων λόγων καταγγελίας, ζήτησε να καταδικαστεί η αντεναγομένη - ενάγουσα ... ΑΕ να της καταβάλει ποσό 4.072.307,92 ευρώ, ως απωλεσθείσα διαχειριστική αμοιβή, λόγω της πρόωρης λύσης της ΣΛΔ και ποσό 2.000.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου η εναγομένη - αντενάγουσα ... HOTEL κηρύχθηκε, κατόπιν αιτήσεώς της, σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ. 63/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια, η ... ΑΕ άσκησε την από 8.3.2016 παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ... HOTEL και κατά της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "..." (στο εξής ... ...), με την οποία, επικαλούμενη ότι αυτή είναι μητρική της ...

HOTEL ΑΕ και ότι συντρέχουν λόγοι κάμψης της νομικής προσωπικότητας της τελευταίας και κατάχρησης του θεσμού του νομικού προσώπου κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ζήτησε να υποχρεωθεί η ... ... να της καταβάλει από κοινού και εις ολόκληρον με την ... HOTEL τα αιτούμενα με την αρχική από 23.4.2014 αγωγή ποσά. Το Διαιτητικό Δικαστήριο με το υπ' αριθ. 18/18.04.2016 Πρακτικό αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, ότι είναι δυνατή η συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας, παρά την πτώχευση της εναγομένης ...

HOTEL, ενώ με το υπ' αριθ. 25/17.10.2016 Πρακτικό του έκρινε, ομόφωνα, α) ότι υπό την προϋπόθεση ότι θα διαγνωσθεί ότι συντρέχει περίπτωση άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της ... HOTEL δεσμεύεται από τη διαιτητική ρήτρα και η εναγόμενη ... ..., λόγω της εν τοις πράγμασι ταυτότητας μεταξύ της συμβαλλόμενης εταιρίας και της μετόχου της, και β) ότι είναι παραδεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή και πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκασή της με την κύρια αγωγή και χωρίς συναίνεση όλων των μερών, κατά πλειοψηφία δε ότι το εφαρμοστέο δίκαιο στο ζήτημα αν συντρέχει περίπτωση άρσεως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εταιρίας ...

HOTEL είναι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 ΑΚ, το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο. Έκτοτε, δηλαδή μετά την 17.10.2016, επετράπη η συμμετοχή της παρεμπιπτόντως εναγομένης στην εκκρεμή από την πρώτη αγωγή διαιτητική διαδικασία. Στη συνέχεια, επί των άνω αγωγών της ... ΑΕ και της ανταγωγής της ... HOTEL, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 25/2018 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι πρόωρα και χωρίς σπουδαίο λόγο προέβη η ...

HOTEL με το από 23.8.2012 έγγραφο στην καταγγελία της ΣΛΔ και ότι υπήρχε πράγματι ταυτότητα μεταξύ της συμβαλλόμενης στη διαιτητική συμφωνία εταιρείας ... HOTEL και της παρεμπιπτόντως εναγομένης, μετόχου κατά 100% της ... HOTEL, και ότι συντρέχει περίπτωση άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της ... HOTEL, α) Έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, η από 23.4.2014 αγωγή - αίτηση διαιτησίας της ...

ΑΕ και υποχρεώθηκε η ... HOTEL, νομίμως εκπροσωπούμενη από την ορισθείσα σύνδικο της πτωχεύσεως, δικηγόρο Δ. Φ., να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.572.778 ευρώ, β) έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, η από 31.10.2014 προσφυγή - ανταγωγή της ... HOTEL και υποχρεώθηκε η ... ΑΕ να καταβάλει στην αντενάγουσα εταιρεία το ποσό των 370.940,07 ευρώ, και γ) έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, η από 8.3.2016 παρεμπίπτουσα αγωγή της ...

ΑΕ και υποχρεώθηκε η ... ... να καταβάλλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, εις ολόκληρον με την ... HOTEL, το ποσό το οποίο η τελευταία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ... ΑΕ με την κύρια αγωγή, ήτοι το ποσό των 8.572.778 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η ... ... και η Δ. Φ., ως σύνδικος της πτωχεύσεως της ... HOTEL, άσκησαν κατά της ...

ΑΕ, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 23.1.2019 (αρ. εκθ. καταθ. 80/2019) αγωγή τους, με την οποία και για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους ζήτησαν την ακύρωσή της. Στη συνέχεια η ... ΑΕ άσκησε κατά των άνω εναγουσών την από 23.1.2019 (αρ. εκθ. καταθ. 85/2019) αγωγή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της ίδιας απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, για τους σ' αυτήν αναφερόμενους λόγους.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2519/2020 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν και οι δύο άνω αγωγές ως αβάσιμες. Κατά της απόφασης αυτής η ... ... και η Δ. Φ., ως σύνδικος της πτωχεύσεως της ... HOTEL, άσκησαν τις από 21.10.2020 και με αριθ. καταθ. 964/2020 και 965/2020, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

Α.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2020 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟ 10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2021 ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "...". Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 21-10-2020 και με αριθ.

κατάθεσης 964/2020 αίτησης της ... ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2519/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε, με επίσπευση της αναιρεσείουσας, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (27-9-2021), η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 10-8-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 11-8-2021, δηλαδή τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.

Από τις υπ' αριθμ. .../11-8-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Π., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, η οποία και επέσπευσε τη συζήτηση, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε τόσο στους πληρεξούσιους δικηγόρους της αναιρεσίβλητης, Αικατερίνη Τσουρούλα-Σωτηροπούλου, Γεώργιο Γεωργιάδη και Στυλιανό Σταματόπουλο, οι δύο πρώτοι των οποίων την εκπροσώπησαν κατά τη συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών και συνεπώς είναι εκ του νόμου αντίκλητοί της, όσο και στην σύνδικο της πτωχεύσεως της ...

HOTEL, Δ. Φ., στις 11-8-2021, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την άνω από 21.10.2020 αίτηση αναιρέσεως. Ι. Λόγοι αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, αναφορικά με την επικαλούμενη έλλειψη δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή. (1ος λόγος της ακυρωτικής αγωγής σχετικά με το κεφάλαιο της διαιτητικής απόφασης επί της παρεμπίπτουσας αγωγής) Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της επιλογής τους.

Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών πράξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 ΚΠολΔ προϋποθέσεις (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ` άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ.

Β ΚΠολΔ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής αποφάσεως, μέσω κυρίως της αγωγής ακυρώσεως, κατ` άρθρο 897 επ.

ΚΠολΔ (επί εσωτερικής διαιτησίας) και κατ' άρθρο 34 Ν. 2735/1999 (επί διεθνούς διαιτησίας). Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης καθιερώνονται περιοριστικά, στην περίπτωση μεν της εσωτερικής διαιτησίας με τις διατάξεις του άρθρου 897 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε της διεθνούς διαιτησίας με το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2735/1999.

Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 περ. α', γγ' Ν. 2735/1999 (που εφαρμόζεται εν προκειμένω, επειδή η διεξαχθείσα διαιτησία είναι διεθνής), η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, αν αυτή αφορά διαφορά, που δεν εμπίπτει στη συμφωνία της διαιτησίας ή περιέχει διατάξεις, που υπερβαίνουν τα όρια της συμφωνίας.

Κατά την αναλόγου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγο ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο, το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία ή κείται πέραν αυτής, όχι δε και εκείνη κατά την οποία την απόφασή τους για την παραδοχή ή την απόρριψη αιτήματος που τους έχει υποβληθεί στηρίζουν όχι στα πραγματικά περιστατικά τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν, αλλά σε άλλα, που μολονότι δεν προτάθηκαν, ωστόσο προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό που τους υποβλήθηκε, χωρίς πάντως να καταφύγουν στις ιδιωτικές τους γνώσεις (ΟλΑΠ 13/1995).

Για την κρίση, δηλαδή, αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι, αποφασιστικά είναι τα όρια που θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης-προσφυγής στη διαιτησία. Δεν αποτελεί, όμως, υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή η κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο κατά την παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των διαδίκων, που συνομολόγησαν τη συμφωνία της διαιτησίας και από την κατ' ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση (ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 295/2022, ΑΠ 1361/2018, ΑΠ 98/2016, ΑΠ 662/2011).

Περαιτέρω, οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 34 Ν. 2735/1999 (όπως αντίστοιχα και με τη διάταξη του άρθρου 897 του ΚΠολΔ), ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 14/2015, ΑΠ 888/2019).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 2111/2017). Ακόμη, κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 156/2012).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης απορρίπτεται όμως ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 2029/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.

Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ` αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ` αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 § 2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρ. 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.

Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5§1 και 12§§ 1, 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ.

άρθρ. 1§3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41§2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν οι περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι` αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Περαιτέρω δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ` αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.

Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ` υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.

Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ` άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ` αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.

Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 406/2021, ΑΠ 801/2020, ΑΠ 1355/2018).

Κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι δυνατό να γίνει και από άλλο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα από μητρική εταιρεία σε βάρος θυγατρικής της ή από εταιρείες του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων. Ειδικά μάλιστα στο χώρο των ομίλων επιχειρήσεων, οι συνθήκες αδιαφάνειας ως προς τη δομή και τη δράση τους συναξιολογείται ως επιμέρους κριτήριο, προς το σκοπό άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου (ΑΠ 1090/2021, ΑΠ 1091/2021).

Μέσω, λοιπόν, του μηχανισμού της άρσεως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, είναι δυνατό οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από ορισμένη δικαιοπραξία που συνάπτει το νομικό πρόσωπο να δεσμεύσουν και το φυσικό πρόσωπο μέλος του. Γενικότερα και το φυσικό πρόσωπο είναι δυνατό να καταληφθεί από ρύθμιση της συμβάσεως του νομικού προσώπου όπως πχ.

από διαιτητική συμφωνία που αποτελεί περιεχόμενο της συμβάσεως. Ειδικά μάλιστα καθόσον αφορά τη διαιτητική συμφωνία, μέσω του μηχανισμού αυτού και εφόσον συντρέχουν περαιτέρω οι αναγκαίες προϋποθέσεις, είναι δυνατό να δεσμεύεται και "τρίτο" πρόσωπο από τη μεταξύ άλλων καταρτισθείσα διαιτητική συμφωνία.

Έτσι, σε περίπτωση άρσης της αυτοτέλειας της θυγατρικής εταιρίας, επέρχεται δέσμευση και της μητρικής εταιρείας, η οποία δεν έχει προσυπογράψει τη μεταξύ θυγατρικής εταιρείας και τρίτου καταρτισθείσα διαιτητική συμφωνία.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως και τους συναφείς πρώτο, τέταρτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις από τους αριθ. 1, 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το κεφάλαιο που αναφέρεται στην απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του προβληθέντος με την από 23.1.2023 αγωγή πρώτου λόγου ακυρώσεως της ένδικης διεθνούς διαιτητικής αποφάσεως, αφορώντος την άνω παρεμπίπτουσα αγωγή.

Με τον λόγο αυτό ακυρώσεως η αναιρεσείουσα προέβαλε τον ισχυρισμό περί εκδόσεως της διαιτητικής απόφασης καθ' υπέρβαση της εξουσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου, καθόσον η ίδια δεν είναι συμβαλλόμενη στη διαιτητική συμφωνία και συνεπώς το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να κρίνει την από 8.3.2016 νέα αγωγή, ούτε και υπό την αίρεση της ουσιαστικής βασιμότητας της νέας αυτής αγωγής.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αγωγής της ισχυρίσθηκε ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ίδια δεσμεύεται από τη διαιτητική ρήτρα, υπό την προϋπόθεση ότι θα διαγνωσθεί ότι συντρέχει περίπτωση άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητος της εταιρίας ... HOTEL, ενώ έπρεπε να κρίνει ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή δεν ασκήθηκε παραδεκτά, αφενός διότι δεν υπήρχε διαιτητική συμφωνία στην οποία να είναι συμβαλλόμενο μέρος αυτή, αφετέρου διότι η διεύρυνση των υποκειμενικών ορίων της μεταξύ τρίτων διαιτητικής συμφωνίας εξαρτήθηκε από την ουσιαστική βασιμότητα της παρεμπίπτουσας αγωγής και εκ τρίτου διότι ασκήθηκε μετά τη συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου και χωρίς να δοθεί συναίνεση των μερών.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ως ουσία αβάσιμο, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Η εναγόμενη με την από 23-1-2019 (αρ. εκθ. καταθ. 80/2019) αγωγή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμος Τουριστική Εταιρεία ... ΑΕ" έχει στην ιδιοκτησία της ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα με την επωνυμία "..." δυναμικότητας 272 δωματίων, που ευρίσκεται στην ...

Η εκπροσωπούμενη από τη σύνδικο δεύτερη ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ" και το τίτλο "... ΑΕ" εδραστηριοποιείτο στον τομέα της διαχείρισης ξενοδοχείων, με ειδικότερο αντικείμενο τη διαχείρισή τους ως ξενοδοχείων ... ... βάσει σύμβασης εκμετάλλευσης του σήματος και του ξενοδοχειακού προϊόντος ..., που είχε συνάψει με την πρώτη ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία ..., η οποία είναι μητρική της ...

HOTEL ΑΕ. Στις αρχές του 2012 η εναγόμενη ... ΑΕ και η ... HOTEL συνήψαν την από 27.01.2012 "Σύμβαση Διαχείρισης Λειτουργίας Ξενοδοχείου" πενταετούς διάρκειας, δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη τη διαχείριση του ξενοδοχείου "..." ως ξενοδοχείου ... ... και τη διενέργεια πωλήσεων κατά κύριο λόγο στις γερμανικές αγορές, όπου είναι ιδιαίτερα γνωστά και εξαιρετικά δημοφιλή το σήμα και τα ξενοδοχειακά προϊόντα ....

Η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση εκδόθηκε βάσει του άρθρου 21 της Σύμβασης. Με το άρθρο αυτό, προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, η εξουσία των διαιτητών, σύμφωνα με τη διαιτητική συμφωνία και το εφαρμοστέο δίκαιο. Ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 25/2018 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών εκδικάστηκαν αρχικά οι ακόλουθες υποθέσεις: 1) η από 23.4.2014 προσφυγή - αγωγή της ήδη εναγομένης ...

ΑΕ κατά της ... HOTEL και 2) η από 31.10.2014 προσφυγή - ανταγωγή της εναγομένης ... κατά της ... ΑΕ. .... Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου η εναγομένη-αντενάγουσα ... HOTEL κηρύχθηκε, κατόπιν αιτήσεως της, σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ. 63/26.01.2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ....

Όπως προκύπτει από το με αριθ. 17/21.03.2016 πρακτικό του Διαιτητικού Δικαστηρίου, στις 21.03.2016 είχε διεξαχθεί ενώπιον του, με συμμετοχή μόνο των διαδίκων ... ΑΕ και ... HOTEL, συζήτηση για το ζήτημα εάν είναι δυνατή η συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας, παρά την πτώχευση της εναγομένης ... HOTEL. Το Διαιτητικό Δικαστήριο, με την αναφερόμενη στο με αριθ. 18/18.04.2016 Πρακτικό αιτιολογία απάντησε, κατά πλειοψηφία, καταφατικά στο ερώτημα αυτό.

Κατά το χρονικό αυτό σημείο η διαιτητική διαδικασία βρισκόταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο διεξαγωγής των αποδείξεων. Στις 22.03.2016 επιδόθηκε στην ήδη πρώτη των εναγουσών η επονομαζόμενη "παρεμπίπτουσα προσφυγή αγωγή" της ... ΑΕ, η οποία είχε κατατεθεί στο Διαιτητικό Δικαστήριο στις 8.03.2016 και στρεφόταν αφενός κατά της αρχικώς εναγομένης - αντενάγουσας ...

HOTEL και αφετέρου κατά της ήδη πρώτης ενάγουσας ... .... Αίτημα της ως άνω "παρεμπίπτουσας προσφυγής - αγωγής" ήταν να υποχρεωθεί η πρώτη ενάγουσα να καταβάλει από κοινού και εις ολόκληρον με την ... HOTEL τα αιτούμενα με την αρχική αγωγή ποσά. Αιτιολόγησε δε το αίτημα της αυτό επικαλούμενη αφενός την ιδιότητα της ... ...

ως μητρικής εταιρείας της ... HOTEL και αφετέρου λόγους κάμψης της νομικής προσωπικότητας της τελευταίας και κατάχρησης του θεσμού του νομικού προσώπου κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Παράλληλα, κατ' εντολήν της Προέδρου του Διαιτητικού Δικαστηρίου επιδόθηκε στην ήδη πρώτη ενάγουσα κλήση για εμφάνιση ενώπιον του στις 22.04.2016 προκειμένου να συζητηθεί η ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή.

Μετά από διαδοχικές αναβολές, το διαιτητικό δικαστήριο όρισε την 15-7-2016 ως ημερομηνία δικασίμου, κατά την οποία οι διάδικοι θα κατέθεταν τις προτάσεις τους και θα γινόταν και η πρώτη συζήτηση επί της "παρεμπίπτουσας αγωγής". Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη πρώτης των εναγουσών ανέπτυξαν εκτενώς τις αντιρρήσεις τους στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου να επιληφθεί της δεύτερης από 08.03.2016 αγωγής της ...

ΑΕ. Το Διαιτητικό Δικαστήριο με το υπ' αριθ. 25/17.10.2016 Πρακτικό του έκρινε ότι είναι παραδεκτή η ανωτέρω παρεμπίπτουσα αγωγή ως νέα αγωγή υπό την προϋπόθεση ότι θα αποβεί θετική η διάγνωση της ουσιαστικής βασιμότητας της για την κάμψη της νομικής προσωπικότητας της ... HOTEL. Με το ίδιο ανωτέρω πρακτικό, αποφασίστηκε προδικαστικά η συνεκδίκαση των δύο αγωγών της ήδη εναγομένης, ήτοι της αρχικής από 23.04.2014 αγωγής και της παρεμπίπτουσας από 08.03.2016 αγωγής, οπότε και έκτοτε, δηλαδή μετά την 17.10.2016, επετράπη η συμμετοχή της παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη ενάγουσας στην εκκρεμή από την πρώτη αγωγή διαιτητική διαδικασία.

Στο χρονικό αυτό σημείο είχε κλείσει ο φάκελος της δικογραφίας της πρώτης διαιτησίας και είχαν ήδη εξετασθεί τέσσερις από τους συνολικά έξι μάρτυρες, που είχε επιτραπεί να εξετάσουν αμφότεροι οι διάδικοι που συμμετείχαν σε αυτήν, ήτοι ... ΑΕ και ... HOTEL. Με την προσβαλλόμενη 25/2018 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου κατά πλειοψηφία έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: 1) Έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, η από 23.04.2014 αγωγή - αίτηση διαιτησίας της ...

ΑΕ. Υποχρεώθηκε, έτσι, η ... HOTEL, νομίμως εκπροσωπούμενη από την ορισθείσα σύνδικο της πτωχεύσεως, δικηγόρο Δ. Φ., να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.572.778 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. 2) Έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, η από 31.10.2014 προσφυγή - ανταγωγή της ... HOTEL και υποχρεώθηκε η ... ΑΕ να καταβάλλει στην αντενάγουσα εταιρεία το ποσό των 370.940,07 ευρώ νομιμοτόκως,... 3) Έκρινε ότι είχε εξουσία να αποφανθεί για το εάν η ήδη ενάγουσα, ως τρίτη, μη ούσα υποκείμενο της διαιτητικής συμφωνίας, δεσμεύεται από αυτήν, υπό την προϋπόθεση ότι θα διαγνωσθεί ότι συντρέχει περίπτωση άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της ...

HOTEL. Έκρινε, δηλαδή, ότι υπάρχει πράγματι ταυτότητα μεταξύ της συμβαλλόμενης στη διαιτητική συμφωνία εταιρείας ... HOTEL και της παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη ενάγουσας εξαιτίας της ιδιότητας της ως 100% μετόχου της ... HOTEL όπως ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη. 4) Έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, η από 08.03.2016 αγωγή της ...

ΑΕ και υποχρεώθηκε η ήδη ενάγουσα να καταβάλλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα και ήδη εναγομένη, εις ολόκληρον με την ... HOTEL, το ποσό το οποίο η τελευταία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ... ΑΕ με την κύρια αγωγή ήτοι το ποσό των 8.572.778 ευρώ με το νόμιμο τόκο...

Εν προκειμένω η Ιδιοκτήτρια και η διαχειρίστρια περιέλαβαν στην προαναφερθείσα σύμβαση λειτουργικής διαχείρισης ρήτρα εφαρμοστέου δικαίου, σύμφωνα με την οποία "Η σύμβαση θα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο". Η ρήτρα αυτή περιέχεται στο άρθρο 23 (2) της σύμβασης και ως εκ τούτου φαίνεται πως "καλύπτει" και τη διαιτητική ρήτρα που διατυπώνεται στο άρθρο 21.

Εξάλλου με το τελευταίο άρθρο τα μέρη όρισαν ως τόπο διαιτησίας την Ελλάδα και ως γλώσσα της διαιτητικής διαδικασίας την ελληνική, ενώ δεν παρέλειψαν να προβλέψουν ότι η διαδικασία θα διέπεται από τις διατάξεις του ΚΠολΔ. Όλες λοιπόν ανεξαιρέτως οι βουλητικές ενδείξεις, που προτείνονται από τη δικονομική θεωρία, συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η εξεταζόμενη εδώ συμφωνία διαιτησίας διέπεται από το ελληνικό δίκαιο ως συμβατικώς επιλεγέν δίκαιο.

Ακόμη όμως και αν κανείς δεχθεί ότι τα μέρη δεν επεδίωξαν να υπαγάγουν τη διαιτητική τους συμφωνία σε κάποιο δίκαιο, το ελληνικό δίκαιο θα καλείται σε εφαρμογή ως secundo loco εφαρμοστέο δίκαιο κατά το άρθρο 34 παρ. 2 περ. α' υποπερ. αα' του ν. 2735/1999. Με δεδομένο λοιπόν ότι η εξεταζόμενη διαιτητική συμφωνία διέπεται από τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, ανακύπτει το ερώτημα του πώς οριοθετείται η υποκειμενική εμβέλεια των διαιτητικών συμφωνιών κατά το ελληνικό δίκαιο.

Στο ελληνικό δίκαιο, ως άλλωστε και σε όλα τα σύγχρονα δίκαια, γίνεται δεκτό ότι η διαιτητική συμφωνία ενεργεί κατά κανόνα inter partes. Την αποδοχή της σχετικής ισχύος των διαιτητικών συμβάσεων υπαγορεύουν λόγοι παρόμοιοι προς αυτούς που επιβάλλουν την αρχή της σχετικής ενέργειας των συμβάσεων: η δέσμευση τρίτων από τα έννομα αποτελέσματα ουσιαστικών συμβάσεων, στις οποίες δεν έχουν μετάσχει, θα επέφερε ένα βαρύτατο πλήγμα στην συνταγματικά κατοχυρωμένη (άρθρ. 5 παρ. 1 Σ) αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας.

Και αντιστοίχως, η δέσμευση τρίτων από διαιτητικές συμφωνίες που καταρτίστηκαν ερήμην τους, θα προσέβαλε το δικαίωμα τους να ζητήσουν και να λάβουν δικαστική προστασία (άρθρ. 20 παρ. 1 Σ) από το δικαστή που ορίζει ο νόμος (άρθρ. 8 παρ. 1 Σ) .... Εντούτοις, η αρχή της σχετικότητας των διαιτητικών συμβάσεων δεν ισχύει κατά τρόπο απαρέγκλιτο.

Δέσμευση ενός τρίτου (όπως εν προκειμένω της μητρικής εταιρείας της διαχειρίστριας) από τη συμφωνία διαιτησίας που καταρτίστηκε μεταξύ άλλων, γίνεται δεκτή, όταν διαπιστώνεται ότι η θέση του τρίτου ουσιαστικά "ταυτίζεται" με τη θέση συμβαλλόμενου μέρους. Τέτοια ταυτότητα θεωρείται, για παράδειγμα, ότι υφίσταται ανάμεσα στην έννομη θέση μιας ομόρρυθμης εταιρείας και των εταίρων της, καθώς αυτοί ως γνωστόν ευθύνονται προσωπικά και απεριόριστα για τα εταιρικά χρέη.

Η ίδια λύση γίνεται επίσης δεκτή, όταν διαπιστώνεται η συνδρομή των προϋποθέσεων για την άρση της νομικής αυτοτέλειας ενός νομικού προσώπου, αφού τότε η περιουσία του νομικού προσώπου παύει να θεωρείται χωριστή από την περιουσία των μελών του. Είναι φανερό ότι στις περιπτώσεις άρσης της αυτοτέλειας ενός νομικού προσώπου, ο λόγος που υπαγορεύει την υποκειμενική διεύρυνση των συνεπειών μιας διαιτητικής συμφωνίας ανάγεται στο ουσιαστικό δίκαιο.

Προκειμένου λοιπόν να διαπιστωθεί εν προκειμένω αν η γερμανική μητρική εταιρεία δεσμεύεται από την εδώ εξεταζόμενη διαιτητική συμφωνία, θα πρέπει να εξετασθούν οι ουσιαστικού δικαίου σχέσεις της με τη Διαχειρίστρια. Τουτέστιν, η κατάφαση ή η άρνηση της εξουσίας του συγκροτηθέντος διαιτητικού δικαστηρίου να αποφανθεί σε σχέση με την από 8.3.2016 παρεμπίπτουσα αγωγή-προσφυγή του ιδιοκτήτη κατά της γερμανικής μητρικής εταιρείας εξαρτάται από ένα πρόκριμα ουσιαστικού δικαίου, για την επίλυση του οποίου θα πρέπει κανείς να ανατρέξει στους κανόνες του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.

Σημειώνεται εδώ ότι η αναγωγή στους κανόνες σύγκρουσης του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου προς το σκοπό επίλυσης προκριμάτων, από τα οποία εξαρτάται κάποιο κύριο ζήτημα δικονομικού δικαίου δεν είναι ανεπίτρεπτη αλλά απεναντίας είναι επιβεβλημένη, ακόμη και όταν μια διαφορά κρίνεται από διαιτητές. Διότι το διαιτητικό δικαστήριο έχει την εξουσία και ταυτόχρονα την υποχρέωση να επιλύει όλα τα παρεμπίπτοντα ζητήματα (282, 887 & 2 ΚΠολΔ, πρβλ.

και άρθρ. 16 & 1 εδ. α του ν. 2735/1999), από τα οποία εξαρτάται η οριστική επίλυση της διαφοράς, ανεξάρτητα από το αν αυτά ανάγονται στο ουσιαστικό ή το δικονομικό δίκαιο αλλά και ανεξάρτητα από το αν για την επίλυση τους απαιτείται η "προκαθεστηκυία εφαρμογή" κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Η Διαχειρίστρια έχει τη νομική μορφή ανώνυμης εταιρείας, αφού η εγκυρότητα της ιδρυτικής της πράξης κατά τους κανόνες του ελληνικού δικαίου δεν αμφισβητείται από κανέναν.

Περαιτέρω, η ίδια παραδοχή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Διαχειρίστρια ως ελληνική ανώνυμη εταιρεία αφενός και η γερμανική μητρική εταιρεία ως βασική μέτοχος της Διαχειρίστριας αφετέρου, συνιστούν διακριτά νομικά πρόσωπα και έχουν χωριστές περιουσίες. Υπό τη συζητούμενη λοιπόν εκδοχή και σύμφωνα με όσα προελέχθησαν, δέσμευση της γερμανικής μητρικής εταιρείας από την υποκειμενική εμβέλεια της διαιτητικής συμφωνίας του Ιδιοκτήτη με τη Διαχειρίστρια θα υπάρχει, εφόσον θεωρηθεί βάσιμος ο ισχυρισμός του Ιδιοκτήτη ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άρση της νομικής προσωπικότητας της Διαχειρίστριας.

Προκειμένου να αποφανθεί για τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, θα πρέπει κανείς να βρει ποιο δίκαιο είναι εφαρμοστέο για το ζήτημα της άρσης ή μη της αυτοτέλειας ενός νομικού προσώπου. Στο ερώτημα αυτό η κρατούσα στην ελληνική θεωρία και νομολογία γνώμη... δίνει την απάντηση ότι εφαρμοστέα είναι η lex sedis του νομικού προσώπου, του οποίου ζητείται η άρση της αυτοτέλειας.

Με την από 8.3.2016 παρεμπίπτουσα αγωγή-προσφυγή ο ιδιοκτήτης ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι η γερμανική μητρική εταιρεία υποχρεούται από κοινού με την Διαχειρίστρια σε αποκατάσταση της ζημίας, την οποία αυτός υπέστη, και διατυπώνει εναντίον της καταψηφιστικό αίτημα. Ως προς το αίτημα αυτό μπορεί καταρχάς να παρατηρηθεί ότι είναι δυνατόν να βρει έρεισμα στο ελληνικό δίκαιο.

Αν θεωρηθούν αληθείς οι ισχυρισμοί του Ιδιοκτήτη, τότε θα καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι τόσο η Διαχειρίστρια όσο και η μητρική της εταιρεία ενέχονται για ένα και το αυτό χρέος εις ολόκληρον ως αναγκαίοι ομόδικοι. Πράγματι κατά το ελληνικό δίκαιο η άρση της αυτοτέλειας ενός νομικού προσώπου δεν συνεπάγεται ούτε μετάθεση των οφειλών του στο υποκρυπτόμενο πρόσωπο, αφού τότε θα ήταν αδύνατη η εξακολούθηση της ευθύνης του παρένθετου προσώπου, ούτε τη δημιουργία μιας νέας (πρόσθετης) οφειλής, που βαρύνει το υποκρυπτόμενο πρόσωπο και τρόπον τινά συμπληρώνει την (αρχική) οφειλή, που βάρυνε το παρένθετο πρόσωπο.

Τούτη η πρόθεση φαίνεται μάλιστα τόσο πρόδηλη, ώστε κανένα από τα μέρη της διεξαγόμενης διαιτητικής δίκης δεν αμφισβήτησε το παραδεκτό της παρεμπίπτουσας "εναγωγής", ο έλεγχος του οποίου άλλωστε δεν ανήκει στη σφαίρα ερεύνης των λόγων ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, αλλά εμπίπτει στους λόγους αναίρεσης.

Ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτό ότι η από 8.3.2016 παρεμπίπτουσα αγωγή, επαναλαμβάνει την αρχική δίκη με την προσθήκη της μητρικής εταιρίας ως διαδίκου, η οποία θα νομιμοποιείται μετά την εξέταση και παραδοχή της άρσης της νομικής προσωπικότητος της διαχειρίστριας. Επρόκειτο δηλαδή στην πραγματικότητα για μια νέα επιτευκτική διαδικαστική πράξη, που δεν παρεμποδίζεται από την αρχική εκκρεμοδικία, η οποία δεν εμποδίζει νέα παράλληλη διαιτητική δίκη λόγω μη εφαρμογής του άρθρου 222 ΚΠολΔ σ' αυτήν.

Έτσι, θα πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της εξεταζόμενης εδώ αιτήσεως ακυρώσεως ως ουσία αβάσιμος ...". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, όπως αυτοί προβλήθηκαν με τον πρώτο λόγο της από 23.1.2019 αγωγής της, ότι δηλαδή το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να κρίνει την από 8.3.2016 νέα αγωγή ούτε και υπό την αίρεση της ουσιαστικής βασιμότητας της νέας αυτής αγωγής, και τους απέρριψε, με την ρητή παραδοχή ότι με την από 8.3.2016 παρεμπίπτουσα αγωγή, επαναλαμβάνεται η αρχική δίκη με την προσθήκη της μητρικής εταιρίας ως διαδίκου, η οποία θα νομιμοποιείται μετά την εξέταση και παραδοχή της άρσης της νομικής προσωπικότητας της διαχειρίστριας, απορρίπτοντας εν τέλει τον πρώτο λόγο της από 23.1.2019 αγωγής, ως ουσία αβάσιμο.

Επομένως, ο προκείμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, τόσο κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη πράγματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στη δίκη, όσο και κατά το τέταρτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αφέσεως αδίκαστου του άνω πρώτου ακυρωτικού λόγου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του τον προκείμενο ακυρωτικό λόγο, όπως αυτός διατυπώθηκε και δεν τον άφησε αδίκαστο.

Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ορθά έκρινε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 7, 16, 34 παρ. 2 εδ. α' περ. γγ' του Ν. 2735/1999, 897 παρ. 4 του ΚΠολΔ, 361 ΑΚ και 5 και 20 του Συντ., αφού, όπως προεκτέθηκε, σε περίπτωση άρσης της αυτοτέλειας της θυγατρικής εταιρίας επέρχεται δέσμευση και της μητρικής εταιρείας, η οποία δεν έχει προσυπογράψει τη μεταξύ θυγατρικής εταιρείας και τρίτου καταρτισθείσα διαιτητική συμφωνία, όπως εν προκειμένω, και δεν πρόκειται για αναγκαστική συμμετοχή στη διαιτησία, η επί της οποίας άρσεως ουσιαστική κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, ακόμη κι αν είναι εσφαλμένη, δεν αποτελεί υπέρβαση εξουσίας.

Το τεθέν δε, στο πλαίσιο της αρχικής αγωγής, ως άνω προκριματικό ουσιαστικό ζήτημα της άρσης της αυτοτέλειας της θυγατρικής εταιρείας ... HOTEL είχε εξουσία να ερευνήσει το Διαιτητικό Δικαστήριο με βάση τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, υπό το οποίο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, διεπόταν η ένδικη διαιτητική συμφωνία και, συνεπώς, επιλαμβανόμενο της παρεμπίπτουσας αγωγής και αποφαινόμενο ότι συνέτρεξε περίπτωση άρσης της νομικής αυτοτέλειας, κινήθηκε εντός των ορίων της διαιτητικής συμφωνίας και δεν υπερέβη την εξουσία, που του παρείχε η συμφωνία αυτή.

Κατά συνέπεια, το Διαιτητικό Δικαστήριο άντλησε την εξουσία του από υπαρκτή συμφωνία διαιτησίας, την οποία ουδόλως υπερέβη, αφού λόγω άρσης της αυτοτέλειας της ως άνω θυγατρικής εταιρείας υπήρξε δέσμευση και της αναιρεσείουσας μητρικής εταιρείας. Εξάλλου, με τις ίδιες ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τη μη υπέρβαση της εξουσίας εκ μέρους του Διαιτητικού Δικαστηρίου και την εντός των πλαισίων της διαιτητικής συμφωνίας κρίση του, με τις επιστηρίζουσες την κρίση του αυτή παραδοχές, ότι η από 8.3.2016 παρεμπίπτουσα αγωγή επαναλαμβάνει την αρχική δίκη με την προσθήκη της μητρικής εταιρίας ως διαδίκου, νομιμοποιούμενη μετά την εξέταση και παραδοχή της άρσης της νομικής προσωπικότητας της διαχειρίστριας και ότι η αρχική εκκρεμοδικία δεν εμποδίζει νέα παράλληλη διαιτητική δίκη, την οποία άρση της αυτοτέλειας δέχθηκε το Διαιτητικό Δικαστήριο, χωρίς η επ' αυτού κρίση του, έστω και εσφαλμένη να συνιστά υπέρβαση εξουσίας και συνεπώς να απαιτείται εκ νέου ακυρωτικός έλεγχος της συνδρομής των προϋποθέσεων άρσεως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα αφενός μεν με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου και το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, καθώς και τους πρώτο και πέμπτο (επικουρικά προβαλλόμενο) πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνοντας ότι το διαιτητικό δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να δικάσει και την άνω αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις, διότι έπρεπε να δεχθεί ότι το διαιτητικό δικαστήριο δεν είχε εξουσία να επιληφθεί της β' αγωγής, ακόμη και στην περίπτωση άρσεως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της θυγατρικής εταιρίας, καθόσον είχε ήδη συγκροτηθεί και δεν είχε δικαιοδοσία να δικάσει εκ των υστέρων τη β' αγωγή και άρα ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας που του δόθηκε με το άρθρο 21 της ΣΛΔ, παράλληλα δε η κρίση αυτή αντιτίθεται και στη δημόσια τάξη, λόγω της αναγκαστικής συμμετοχής της στη διαιτησία, και ακόμη ότι έπρεπε και η προσβαλλόμενη να μην αρκεσθεί στις αιτιολογίες της διαιτητικής απόφασης, αλλά όφειλε να ελέγξει και εξετάσει, αν ορθώς το Διαιτητικό Δικαστήριο απεφάνθη υπέρ της συνδρομής των προϋποθέσεων της άρσης της νομικής προσωπικότητας της ...

HOTEL, δια του οποίου ελέγχου θα ήλεγχε και αν συντρέχει ή όχι δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου στη β' αγωγή, αφετέρου δε με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, καθώς και τον τέταρτο (επικουρικά προβαλλόμενο) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή η κρίση της προσβαλλόμενης ότι το διαιτητικό δικαστήριο είχε την εξουσία να δικάσει παράλληλα δύο διαφορετικές αγωγές, αν και έχει διοριστεί να δικάσει μία μόνον εξ αυτών, στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας, άλλως η κρίση αυτή περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

ΙΙ. Λόγοι αναιρέσεως για αντίθεση στη διεθνή δημόσια τάξη (3ος λόγος της ακυρωτικής αγωγής σχετικά με το κεφάλαιο της Διαιτητικής απόφασης επί της παρεμπίπτουσας αγωγής) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1, 2 εδαφ. β', ββ' του Ν. 2735/1999 "Διεθνής Εμπορική Διαιτησία", με τον οποίο εισήχθη στην Ελληνική έννομη τάξη ο πρότυπος Νόμος UNCITRAL, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται ύστερα από αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, προκειμένου για διεθνείς διαιτησίες (που διεξάγονται στην Ελλάδα), "κρίνει αυτεπαγγέλτως αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς τη διεθνή δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του Αστικού Κώδικα".

Κατά την αναλόγου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 897 παρ. 6 ΚΠολΔ, "Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση... αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη". Κατά την έννοια του εδαφίου αυτού, ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως (και) επί εσωτερικής διαιτησίας, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 ΑΚ (Ολ ΑΠ 14/2015, πρβλ.

και ΟλΑΠ 4/2012, Ολ ΑΠ 15/2000). Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχή της μη αναθεώρησης της ουσίας της διαιτητικής απόφασης.

Επί πλέον θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη διαφορετική μεταχείριση των διαιτητικών αποφάσεων, ανάλογα με το αν πρόκειται για ημεδαπή διαιτητική απόφαση (άρθρ. 897 αρ. 6 ΚΠολΔ), ή αλλοδαπή - διεθνή (άρθρ. 903, 905, 906 ΚΠολΔ), ακόμη και στα πλαίσια όμοιας διαφοράς. Και τούτο διότι, ενόψει των προεκτεθέντων, οι αποφάσεις που αφορούν εσωτερικές διαιτησίες θα κρίνονταν, επί της ουσίας, για παράβαση οποιουδήποτε κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ενώ, οι αντίστοιχες διεθνείς μόνο αν παραβίαζαν τους κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης.

Τούτο προδήλως δεν θα ήταν ορθό, καθόσον θα συνιστούσε διαφορετική μεταχείριση (αυστηρότερο έλεγχο) των ημεδαπών διαιτητικών αποφάσεων έναντι των διεθνών, ενώ ο θεσμός της διαιτησίας, όπως και η εξουσία των διαιτητών είναι ίδια, είτε πρόκειται για ημεδαπή διαιτητική απόφαση, είτε για διεθνή - αλλοδαπή (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 295/2022, AΠ 366/2016).

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο άνω λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ιδρύεται όταν η αντίθεση προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης προκύπτει ευθέως και αποκλειστικά από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της (ολ.

ΑΠ 13/1995). Λαμβανομένων, όμως, υπόψη και των λοιπών διατάξεων του άρθρου 34 παρ. 2 ν. 2735/1999, αλλά και του άρθρου 897 ΚΠολΔ, καμία από τις οποίες δεν παρέχει λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης για εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του διαιτητή, παρέπεται ότι η ρηθείσα παράβαση πρέπει να προκύπτει αμέσως από τις παραδοχές του αιτιολογικού και του διατακτικού της ελεγχόμενης διαιτητικής απόφασης επί τη βάσει των πραγματικών δεδομένων, τα οποία ανέλεγκτα, ως εκ της ουσιαστικής κατά την κρίση του βασιμότητάς τους, δέχθηκε ο διαιτητής, το δε Εφετείο, κρίνοντας επί λόγου ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από την ίδια διάταξη, για αντίθεσή της προς κανόνα δημόσιας τάξης και για την εκφορά του αντίστοιχου αξιολογικού πορίσματος του, ερευνά και κρίνει μόνο τις ίδιες παραδοχές σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 252/2022, ΑΠ 716/2019, ΑΠ 40/2010).

Με τις ίδιες δε παραδοχές παραδεκτά επισκοπούμενες, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ερευνάται η βασιμότητα αντίστοιχου αναιρετικού λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 716/2019). Όμως δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν έτσι, σε συνδυασμό και με το διατακτικό της απόφασης, δημιουργείται κατάσταση αντίθετη προς τις άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης (ΑΠ 716/2019, ΑΠ 517/2016, ΑΠ 102/2012, ΑΠ 40/2010).

Είναι δε απολύτως αδιάφορο για τη λειτουργία της δημοσίας τάξεως στο άρθρο 33 ΑΚ και στο άρθρο 34 παρ. 2β περ. ββ του ν. 2735/1999 αν οι παραβιασθέντες κανόνες του ελληνικού δικαίου είναι απλοί κανόνες νόμων ή διεθνών συμβάσεων που επικυρώθηκαν κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος (δηλαδή αυξημένης τυπικής ισχύος) ή και συνταγματικοί (ΑΠ 2111/2017).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που ορίζει ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος", καθώς και οι σχετικές με την καλή πίστη διατάξεις των άρθρων 200 και 288 ΑΚ, στην πρώτη των οποίων ορίζεται ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" και στη δεύτερη ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", με βάση τις οποίες και κρίνεται αν συντρέχει περίπτωση άρσης της οικονομικής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, περιέχουν μεν συναφώς κανόνες αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης, δεν είναι όμως δημόσιας τάξης κατά την προεκτεθείσα έννοια των άρθρων 33 ΑΚ, 34 παρ. 1, 2 εδαφ.

β', ββ' του Ν. 2735/1999 και 897 παρ. 6 ΚΠολΔ, αφού δεν μπορούν να ενταχθούν στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης, ενόψει μάλιστα και του ότι έχουν θεσπισθεί για να υπηρετήσουν, όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων, με συνέπεια η εφαρμογή τους να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την προεκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, εκ του λόγου αυτού (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1292/2018).

Τέλος, η καθιερούμενη με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής σε ποσά που δεν επιδικάζονται κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 14/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και τους συναφείς δεύτερο και τρίτο (επικουρικά προβαλλόμενους) πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη του αφορώντος το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής τρίτου λόγου ακυρώσεως της ένδικης διεθνούς διαιτητικής αποφάσεως.

Με τον λόγο αυτό ακυρώσεως η αναιρεσείουσα προέβαλε τον ισχυρισμό περί αντιθέσεως της διαιτητικής απόφασης στη διεθνή δημόσια τάξη. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αγωγής της ισχυρίσθηκε ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την κάμψη της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πτωχευσάσης εταιρίας, πλην όμως οι διαλαμβανόμενες κρίσεις της πλειοψηφίας για την κάμψη είναι ελλειμματικές και αντιφατικές, στηριζόμενες σε μεμονωμένα περιστατικά και εκφέρονται για να δικαιολογηθεί η απόκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και υπό το πρίσμα αυτό αντίκεινται στη δημόσια τάξη.

Ακόμη, ισχυρίσθηκε, σχετικά με την υποκεφαλαιοδότηση της θυγατρικής εταιρίας, ότι αυτή ήταν της τάξεως του ποσού των 1.427.000 ευρώ, στην καταβολή του οποίου και έπρεπε να υποχρεωθεί και όχι στην καταβολή υπερπολλαπλάσιου ποσού (8.572.000 ευρώ), έτσι δε παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας που αποτελεί θεμελιώδες δημοσίας τάξεως αξίωμα κατά το άρθρο 33 ΑΚ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Με τον 3ο λόγο ακυρώσεως η 1η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία "..." αμφισβητεί τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στις οποίες στηρίζεται η κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου περί αναγκαιότητας κάμψης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πτωχής CHM, ώστε να ευθύνεται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις της η γερμανική μητρική της εταιρία.

Συγκεκριμένα, στην ένδικη αγωγή ακύρωσης αμφισβητείται η ορθότητα της αξιολόγησης των αποδείξεων εκ μέρους της προσβαλλομένης, με τη διατύπωση του ισχυρισμού ότι είναι ελλειμματικές και αντιφατικές οι κρίσεις της πλειοψηφίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου για την κάμψη της νομικής προσωπικότητας της CHM, ήτοι η κρίση περί άσκησης δεσπόζουσας επιρροής της ...

στη διοίκηση, οργάνωση και λειτουργία της θυγατρικής της, η κρίση περί υποκεφαλαιοδότησης της θυγατρικής CHM, την οποία είχε υποχρέωση να ενισχύει κεφαλαιακά η μητρική της με βάση την καλή πίστη και στο πλαίσιο της ευρύτερης υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των εταιρικών πιστωτών της θυγατρικής, καθώς και η κρίση περί σύγχυσης των περιουσιών μητρικής και θυγατρικής με τη μεταφορά μεγάλου μέρους των εσόδων της τελευταίας στην πρώτη, με το πρόσχημα της καταβολής ετήσιας αμοιβής στη ...

για τη χρήση των σημάτων της από τη θυγατρική της. Οι μομφές που αποδίδει η πρώτη ενάγουσα με τον υπό εξέταση λόγο ακύρωσης στη διαιτητική απόφαση δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου στο πλαίσιο εξέτασης των προβλεπόμενων στο άρθρο 34 του ν. 2735/1999 λόγων ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, εκδοθείσας στην Ελλάδα στο πλαίσιο διεθνούς διαιτησίας.

Τυχόν εξέταση και, σε επόμενο βήμα, αποδοχή τους θα συνιστούσε απαγορευμένη επαναξιολόγηση των αποδείξεων, που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας από το δικαστήριο τούτο το οποίο δεσμεύεται από τις πραγματικές (οντολογικές) παραδοχές της διαιτητικής απόφασης και, ως εκ τούτου, πρέπει να τις λάβει ως δεδομένες και μη δυνάμενες να αμφισβητηθούν.

Αλλά και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι τίθεται θέμα ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, όπως ισχυρίζεται η νυν πρώτη ενάγουσα, και πάλι δεν τίθεται θέμα ακύρωσης της κατ' άρθρο 34 & 2 (β) (ββ) του ν. 2735/1999 και, επομένως, ο σχετικός λόγος ακύρωσης τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Αλλά, αν υποτεθεί ότι (το) Δικαστήριο δύναται να προβεί σε έλεγχο της αντίθεσης της ένδικης διαιτητικής απόφασης προς τη διεθνή δημόσια τάξη του άρθρου 33 ΑΚ, το μόνο αντικείμενο έρευνας θα αποτελούσε η τυχόν αντίθεση των αποτελεσμάτων που επιφέρουν κάμψη της νομικής προσωπικότητας της CHM και η συνακόλουθη εις ολόκληρον ευθύνη της ...

για την καταβολή της επιδικασθείσας υπέρ της εναγομένης αποζημίωσης στις θεμελιώδεις αρχές ηθικής και δικαιοσύνης που διέπουν την κοινωνική ζωή στην πατρίδα μας σήμερα. Εξάλλου, ο εν λόγω έλεγχος θα αφορά μόνον σε τυχόν ακραίες μορφές παραβίασης των θεμελιωδών αρχών και αντιλήψεων που διέπουν την ελληνική πολιτεία.

Η αρχή της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η πρώτη ενάγουσα και δεν εντάσσεται στον σκληρό πυρήνα των αρχών και αντιλήψεων, που συγκροτούν τη (διεθνή) δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 ΑΚ. Αντιθέτως, η αρχή αυτή καθιερώθηκε, προκειμένου τα νομικά πρόσωπα, ως αυτοτελή υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να μπορούν ευχερέστερα να επιδιώκουν και επιτυγχάνουν διαρκείς σκοπούς, οι οποίοι στην περίπτωση σύστασης ανώνυμης εταιρείας, όπως εν προκειμένω, έχουν ιδιωτικό-κερδοσκοπικό χαρακτήρα.

Στις περιπτώσεις όμως που η επίκληση της παραπάνω αρχής της (περιουσιακής) αυτοτέλειας του νομικού προσώπου έναντι των μελών του γίνεται καταχρηστικά και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών, οι οποίοι μάλιστα αποδοκιμάζονται από την τάξη, τότε συντρέχει περίπτωση απαγορευμένης κατάχρησης του θεσμού του νομικού προσώπου, η οποία γίνεται δεκτό ότι υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο της ΑΚ 281.

Η εφαρμογή της τελευταίας διάταξης συνεπάγεται την άρση της οικονομικής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και τη μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών και στα μέλη του νομικού προσώπου, δηλαδή στους μετόχους όταν πρόκειται για ανώνυμη εταιρεία, σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος.

Σύμφωνα με τη συναφή πάγια άποψη της νομολογίας... , η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου και οι εντεύθεν συναγόμενες συνέπειες υποχωρούν όταν η επίκληση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρίας στην πραγματικότητα είναι πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου, που σκόπιμα παραλλάσσονται.

Εν προκειμένω, η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της CHM στηρίζεται, σύμφωνα με τη διαιτητική απόφαση (σ. 129), στα άρθρα 61, 70, 281, 288 και 200 ΑΚ. Πρόκειται, όμως, για διατάξεις που γίνεται νομολογιακά δεκτό... ότι δεν εντάσσονται στην σκληρό πυρήνα της δημόσιας τάξης, ήτοι στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι έχουν θεσπισθεί για να υπηρετήσουν όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων.

Συνεπώς, και για τούτο τον λόγο, τυχόν παραβίαση των διατάξεων αυτών, σε περίπτωση αδικαιολόγητης κάμψης της νομικής προσωπικότητας, είναι λογικά αδύνατο να θεμελιώσει λόγο ακύρωσης εξαιτίας δήθεν παραβίασης της διεθνούς δημόσιας τάξης του άρθρου 33 ΑΚ. Η πρώτη ενάγουσα ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι η Διαιτητική Απόφαση παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της αναλογικότητας, ως θεμελιώδες δημόσιας τάξης αξίωμα της έννομης τάξης με την του άρθρου 33 ΑΚ, και τυγχάνει ακυρωτέα, καθώς την καταδικάζει, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τη CHM, να καταβάλει στην νυν εναγομένη το συνολικό ποσό της αποζημίωσης (8.572.778 ευρώ) που η ίδια απόφαση υποχρέωσε την CHM να της καταβάλει στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής-αγωγής, ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της πρώτης ενάγουσας θα έπρεπε να καταδικαστεί στην καταβολή μόνον της διαφοράς που υφίστατο το έτος 2014 μεταξύ των ιδίων κεφαλαίων της CHM και του μετοχικού κεφαλαίου της, δηλαδή το ποσό των 1.427.000 ευρώ περίπου, το οποίο απεικονίζει το ποσό της υποκεφαλαιοδότησης της ...

Hotel Μ. Ο ως άνω πρόσθετος λόγος ακύρωσης εξαιτίας της επικαλούμενης αντίθεσης της διαιτητικής απόφασης στη δημόσια τάξη είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθώς, όταν πρόκειται για ενδοσυμβατική ευθύνη σε αποζημίωση, όπως εν προκειμένω, ισχύει ο κανόνας της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος και αποκαθίσταται ολόκληρη η ζημία, τόσο η θετική όσο και η αποθετική (διαφυγόν κέρδος), ενώ δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης (όπως συμβαίνει στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης) ούτε συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στον νόμο περιπτώσεις περιορισμού της καταβλητέας αποζημίωσης, έτσι ώστε αυτή να μην καλύπτει ολόκληρη τη ζημία (π.χ.

εύλογη αποζημίωση κατ' άρθρο 132 ΑΚ, αναζήτηση μόνον θετικής ζημίας κατ' άρθρο 345 εδ β' ΑΚ κ.ο.κ.). αποζημίωσης, με απόφαση του δικαστή, στις περιστάσεις θα απέβαινε σε βάρος της ασφάλειας του δικαίου και της βεβαιότητας του ζημιωθέντος ως προς την προστασία του. Πέραν τούτου, τυχόν έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο του ύψους της καταβλητέας από την πρώτη ενάγουσα αποζημίωσης θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη αναδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ εξίσου απαγορευμένος θα ήταν ο ίδιος έλεγχος και υπό το πρίσμα της διερεύνησης της ενδεχόμενης εσφαλμένης εφαρμογής, από το Διαιτητικό Δικαστήριο της ΑΚ 298...

Σε κάθε περίπτωση, η τυχόν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να ελεγχθεί αυτοτελώς, δεδομένου ότι η πρώτη ενάγουσα δεν συνδέει την επικαλούμενη παραβίαση της αρχής αυτής με τη δημιουργία κατάστασης αντίθετης προς τις θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και ηθικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης ...

Πάντως, πρέπει να επισημανθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση το Διαιτητικό Δικαστήριο, διαπιστώνοντας τη συνδρομή περίπτωσης κάμψης της νομικής προσωπικότητας της CI-IM, απολύτως ορθά εφάρμοσε την συνέπεια που επέρχεται σε μια τέτοια περίπτωση..., ήτοι κατέστησε εις ολόκληρον υπεύθυνη τη μοναδική μέτοχο της και μητρική της εταιρεία ...

για την καταβολή στην τότε ενάγουσα και νυν εναγομένη της συνολικής αποζημίωσης ύψους 8.572.778 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που αποδείχθηκε ότι υπέστη αυτή λόγω της πρόωρης και δίχως σπουδαίο λόγο καταγγελίας της Σύμβασης Λειτουργικής Διαχείρισης από τη CHM, η οποία είχε ως αποτέλεσμα και την καταγγελία της Σύμβασης-Πλαίσιο εκ μέρους της TUI ... ".

Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, όπως αυτοί προβλήθηκαν με τον τρίτο λόγο της από 23.1.2019 αγωγής της, ότι δηλαδή οι διαλαμβανόμενες κρίσεις της πλειοψηφίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου για την κάμψη της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της ...

HOTEL είναι ελλειμματικές και αντιφατικές, στηριζόμενες σε μεμονωμένα περιστατικά και εκφέρονται για να δικαιολογηθεί η απόκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και υπό το πρίσμα αυτό αντίκεινται στη δημόσια τάξη, και τους απέρριψε, κρίνοντας προεχόντως ότι οι μομφές που αποδίδει η ενάγουσα με τον τρίτο λόγο ακύρωσης στη διαιτητική απόφαση δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου στο πλαίσιο εξέτασης των προβλεπόμενων στο άρθρο 34 του ν. 2735/1999 λόγων ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, εκδοθείσας στην Ελλάδα στο πλαίσιο διεθνούς διαιτησίας και, περαιτέρω, ότι η αρχή της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και δεν εντάσσεται στον σκληρό πυρήνα των αρχών και αντιλήψεων, που συγκροτούν τη (διεθνή) δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 ΑΚ.

Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη πράγματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στη δίκη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του τον προκείμενο ακυρωτικό λόγο, όπως αυτός διατυπώθηκε και τον απέρριψε.

Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε, το μεν ως απαράδεκτο το δε ως αβάσιμο, τον περιεχόμενο στην από 23.1.2019 αγωγή της αναιρεσείουσας τρίτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, για αντίθεση στη διεθνή δημόσια τάξη, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 1, 2 εδαφ.

β', ββ' του Ν. 2735/1999, 897 περ. 6 ΚΠολΔ, 33, 281 ΑΚ, καθόσον οι προαναφερόμενες σαφείς παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, που στηρίζουν το διατακτικό της, περί συνδρομής των προϋποθέσεων για άρση της νομικής προσωπικότητας της θυγατρικής εταιρίας ... HOTEL και συνακόλουθα δέσμευσης και της μητρικής εταιρείας από την μεταξύ της θυγατρικής εταιρείας και της εταιρίας ...

ΑΕ καταρτισθείσα διαιτητική συμφωνία και εν τέλει συνευθύνης της για αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, δεν είναι αντίθετες προς τη διεθνή δημόσια τάξη, ήτοι προς τις κρατούσες στην Ελλάδα θεμελιώδεις αρχές που αφορούν τις κοινωνικές, ηθικές, οικονομικές, πολιτικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις εντός του Ελλαδικού χώρου, εις τρόπον ώστε από την εκτέλεση της στην Ελληνική Επικράτεια να υφίσταται κίνδυνος να προκληθεί κατάσταση μη προσαρμοζόμενη προς τις αρχές αυτές, ενόψει και του ότι αφενός μεν για τη λειτουργία της δημοσίας τάξεως στο άρθρο 33 ΑΚ και στο άρθρο 34 παρ. 2β περ.

ββ του ν. 2735/1999 είναι αδιάφορο αν οι παραβιασθέντες κανόνες του ελληνικού δικαίου είναι και συνταγματικοί κανόνες, αφετέρου δε η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου στηρίζεται στην παραδοχή της καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος, με βάση κυρίως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία δεν είναι δημόσιας τάξης.

Εξάλλου, σύμφωνα και με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης μείζονα σκέψη, η αντίθεση προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης πρέπει να προκύπτει ευθέως και αποκλειστικά από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης. Η επί της ουσίας, από την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, είναι ανέλεγκτη από το Εφετείο, το οποίο, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν έχει τη νομική δυνατότητα, στα πλαίσια του ακυρωτικού του ελέγχου, να προβεί σε κατ` ουσίαν αναδίκαση της υπόθεσης επανελέγχοντας την ορθότητα της διαιτητικής κρίσης ως προς την τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου ή την κακή των πραγμάτων εκτίμηση, με βάση δε την ίδια κρίση και τις ίδιες παραδοχές το παρόν Δικαστήριο ερευνά τη βασιμότητα των αναιρετικών λόγων.

Ούτε, περαιτέρω, τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον πρόκειται για ενδοσυμβατική ευθύνη σε αποζημίωση, στην οποία ισχύει ο κανόνας της πλήρους αποζημίωσης του ζημιωθέντος και τα σχετικά ποσά δεν επιδικάζονται κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να υπάρχει έδαφος εφαρμογής της πιο πάνω αρχής της αναλογικότητας, τυχόν δε έλεγχος από το Εφετείο του ύψους της καταβλητέας από την αναιρεσείουσα αποζημίωσης θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη αναδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο ερευνώντας, στα ανωτέρω πλαίσια, τον τρίτο λόγο της αγωγής περί ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης λόγω αντίθεσής της προς τη δημόσια τάξη, τον απέρριψε στο σύνολό του, δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, δηλαδή δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ έχει και τις αναγκαίες παραδοχές για τον έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής των ίδιων διατάξεων.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και οι δεύτερος και τρίτος συναφείς πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των αμέσως παραπάνω διατάξεων, υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Λόγοι αναίρεσης σχετικά με την παραβίαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων και την προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως. (2ος λόγος της ακυρωτικής αγωγής σχετικά με το κεφάλαιο της Διαιτητικής απόφασης επί της παρεμπίπτουσας αγωγής) Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ 2 εδ α περ. δδ του ν. 2735/1999 η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, αν ο ενάγων προβάλει και αποδεικνύει, ότι η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν σύμφωνη με τη συμφωνία των μερών ή το νόμο 2735/1999.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 του Ν. 2735/1999, "Κατά τη διαιτητική διαδικασία τηρείται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μερών. Κάθε μέρος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του και να προσκομίσει τις αποδείξεις του". Συναφείς με την ανωτέρω διάταξη είναι και οι διατάξεις του ίδιου νόμου (2735/1999), ήτοι α) του άρθρου 34 παρ 2 εδ.

α περ. ββ, με την οποία θεμελιώνεται λόγος ακύρωσης της διεθνούς διαιτητικής απόφασης εάν ο ενάγων προβάλλει και αποδεικνύει ότι δεν ειδοποιήθηκε, κατά τον προσήκοντα τρόπο, για τον ορισμό διαιτητή ή για τη διαδικασία της διαιτησίας ή ότι από άλλο λόγο περιήλθε σε ανυπαίτια αδυναμία να προβάλει τους ισχυρισμούς του και β) του άρθρου 24 παρ. 3, με την οποία επιβάλλεται υποχρέωση τα δικόγραφα να κοινοποιούνται σε όλα τα μέρη.

Μόνο οι ανωτέρω ειδικές παραβιάσεις θεμελιώνουν λόγο ακύρωσης, ενώ αποκλείονται άλλες μορφές παραβίασης που θα μπορούσαν να υπαχθούν στο γενικότερο δικαίωμα υπεράσπισης. Επομένως, με βάση τις ανωτέρω ρυθμίσεις, προστατεύονται στα πλαίσια της διεθνούς διαιτητικής διαδικασίας κατά το νόμο 2739/1999 τα θεμελιώδη δικαιώματα των διαδίκων, δηλαδή η δυνατότητα πρόσβασης στο Δικαστήριο και η δικονομική ισότητα, όπως αυτά προκύπτουν από το άρθρο 20 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Ειδικότερα με τις διατάξεις αυτές επιβάλλεται, κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, η τήρηση των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών. Η πρώτη από τις αρχές αυτές πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο, ενώ η δεύτερη επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας, αφενός μεν να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και να υποβάλλουν τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά τους μέσα, ύστερα από σχετική προς αυτούς κλήτευση των διαιτητών, αφετέρου δε να πληροφορηθούν και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα των αντιδίκων τους (Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 292/2022, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 2111/2017).

Από αυτά παρέπεται, ότι υποχρέωση κλήτευσης και ακρόασης των διαδίκων υπάρχει μόνο κατά τις συνεδριάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου, κατά τις οποίες συζητείται η διαφορά και κατά τις οποίες οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους, να προσκομίσουν τα αποδεικτικά τους μέσα και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς των αντιδίκων τους, αφού μόνο τότε η παράβαση της αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, να άγει δηλαδή το διαιτητικό δικαστήριο σε διαφορετική κρίση επί της διαφοράς, εκ του λόγου ότι δεν ακροάστηκε του ετέρου διαδίκου (ΑΠ 821/2017, AΠ 1441/2000).

Εξάλλου, η ανεξαρτησία του διαιτητή που απορρέει από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως τρίτου κριτή, ο οποίος παραμένει πάνω από τους διισταμένους διαδίκους και τους αντιτιθέμενους ισχυρισμούς τους, επιβάλλεται να τηρείται, όχι μόνο απέναντι στους διαδίκους, αλλά και απέναντι στο πραγματικό υλικό το οποίο τίθεται υπόψη του και πρόκειται να κριθεί απ' αυτόν.

Με το εν λόγω υλικό πρέπει να έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως διαιτητή, με τρόπο που να αποκλείει τον επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ' αυτό. Απόρροια της ανεξαρτησίας του αυτής απέναντι στο πραγματικό υλικό της διαφοράς αποτελεί και η απαγόρευση να χρησιμοποιεί τις ιδιωτικές του γνώσεις κατά την κρίση της διαφοράς, διότι δεν συμβιβάζεται με τη δικαιοδοτική του ιδιότητα.

Πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση, ο διαιτητής αποβάλλει την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, μεταβάλλεται σε μάρτυρα στην κρινόμενη απ' αυτόν υπόθεση και θεμελιώνει την απόφασή του και σε στοιχεία που ο ίδιος συνέλεξε ιδιωτικώς. Έτσι, οι πηγές των γνώσεών του αποβαίνουν απρόσιτες και ανέλεγκτες, ως προς τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αποκλείοντας την ίση επιρροή των διαδίκων στο περιεχόμενο και την εξέλιξη της διαδικασίας.

Συνεπώς, ενεργεί με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, παραβιάζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που πηγάζει αμέσως από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα και την αρχή της ακρόασης και των δύο πλευρών. Η περίπτωση όμως αυτή δεν εξομοιώνεται με εκείνη στην οποία ο διαιτητής, προκειμένου να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, αντλεί από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και από το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν οι ίδιοι οι διάδικοι, πραγματικά κατά την ανέλεγκτη κρίση του περιστατικά, τα οποία αυτοί δεν επικαλέστηκαν ρητά.

Πράγματι, σ' αυτή την περίπτωση, ο διαιτητής έρχεται σε επαφή με το αποδεικτικό υλικό και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων για πρώτη φορά υπό την δικαιοδοτική του ιδιότητα, χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος για επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ' αυτό ή για χρησιμοποίηση των ιδιωτικών του γνώσεων κατά την κρίση της διαφοράς ή πραγματικών στοιχείων που συνέλεξε ο ίδιος (ΑΠ 40/2010).

Τέλος, η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 4α Ν. 2735/1999, κατά την οποία όταν οι διαιτητές είναι τρείς, κάθε μέρος ορίζει ένα διαιτητή και οι δυο διαιτητές ορίζουν τον τρίτο διαιτητή, αλλά και η ταυτόσημη διάταξη του άρθρου 872 ΚΠολΔ, κατά την οποία το κάθε μέρος διορίζει ένα διαιτητή, έχει την έννοια ότι πλείονα πρόσωπα, κοινωνούντα δικαιώματος ή υποχρεώσεως και δυνάμενα ως εκ τούτου να εναγάγουν ή να εναχθούν από κοινού, ένα μόνον δικαιούνται να ορίσουν διαιτητή (ΑΠ 1381/1980).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως και τον συναφή έκτο (επικουρικά προβαλλόμενο) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του αφορώντος την παρεμπίπτουσα αγωγή δεύτερου λόγου ακυρώσεως της ένδικης διεθνούς διαιτητικής αποφάσεως.

Με τον λόγο αυτό ακυρώσεως η αναιρεσείουσα προέβαλε τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της αρχής της ισότητας κατά τη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου και προσβολής του δικαιώματος ακροάσεώς της κατά τη διαιτητική διαδικασία. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αγωγής της ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση νέας αγωγής κατά νέου διαδίκου σε εκκρεμή διαιτητική διαδικασία παραβιάζει την αρχή της ισότητας κατά τη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου, καθόσον στερήθηκε το θεμελιώδες δικαίωμα διορισμού διαιτητή, πέραν δε αυτού παραβιάσθηκε η αρχή της ακροάσεως ως απόρροια της ίσης μεταχείρισης, διότι στην επίδικη υπόθεση κλήθηκε να λάβει μέρος ως διάδικος σε μία διαιτητική διαδικασία που έβαινε στο τέλος της ως προς την πρώτη αγωγή και έτσι αποκλείσθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της δίκης, ενώ παράλληλα με τη συνεκδίκαση των δύο αγωγών δημιουργήθηκαν τεχνηέντως οι προϋποθέσεις για την επέκταση και δέσμευσή της από το δεδικασμένο που θα δημιουργούσε η οριστική κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου επί της πρώτης αποζημιωτικής αγωγής.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ως αβάσιμο, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι λόγω της επέκτασης του δεδικασμένου της απόφασης σε βάρος της α.ε., και στο μέλος-μέτοχό της (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που κρύβεται όπισθεν αυτής σε περίπτωση της κάμψης της νομικής προσωπικότητας της α.ε., η ανώνυμη εταιρεία και ο μέτοχος θεωρούνται αναγκαίοι ομόδικοι κατ' άρθρο 76 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, λοιπόν, λόγω της κάμψης της νομικής αυτοτέλειας της ... ΑΕ, η τελευταία και ο μοναδικός της μέτοχος η ... συνδέονται, κατά την ορθότερη άποψη, με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας. Έτσι, ως έχοντες κοινά συμφέροντα, τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα να υποδείξουν ένα μόνο διαιτητή, όπως δέχθηκε το Διαιτητικό Δικαστήριο.

Ενόψει όσων αναφέρθηκαν είναι σαφές ότι η ... ... GmbH δεν αποστερήθηκε από του δικαιώματός της διορισμού δικαστή, καθώς ο ένας και μοναδικός διαιτητής που μπορούσαν να διορίσουν οι συνδεόμενες με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας εταιρείες, είχε ήδη επιλεγεί από τη ... Hotel Management ΑΕ, μοναδικός μέτοχος της οποίας ήταν, όπως προεκτέθηκε η ..., η οποία δεν μπορεί πειστικά να ισχυριστεί ότι θα κατέληγε σε άλλη επιλογή από αυτήν που έκανε η θυγατρική της σε συνεννόηση προφανώς, με την μητρική.

Άλλωστε, η πρώτη ενάγουσα δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί βλάβη από το μη διορισμό πρόσθετου διαιτητή της δικής της αποκλειστικά επιλογής, δεδομένου ότι ουδόλως στερήθηκε, λόγω του μη διορισμού του, τη δυνατότητα να αντιτάξει πλήρη υπεράσπιση στην ένδικη υπόθεση, να απαντήσει στους ισχυρισμούς της ενάγουσας στη διαιτητική δίκη και να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των ισχυρισμών της και ανταπόδειξη των ισχυρισμών της εναγομένης.

Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακύρωσης της υπ' αριθ. 25/2018 διαιτητικής απόφασης σε σχέση με την "παρεμπίπτουσα αγωγή", η ... ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα ακρόασης της από το Διαιτητικό Δικαστήριο, επειδή αποκλείστηκε από το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης διαιτητικής δίκης, η οποία είχε διανοιχθεί δυνάμει της από 23.04.2014 αποζημιωτικής αγωγής κατά της CHM και βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο κατά τον χρόνο που διατάχθηκε η συνεκδίκαση της αγωγής αυτής με τη δεύτερη αγωγή εναντίον της ...

για την κάμψη της νομικής προσωπικότητας της CHM και την καταδίκη της μητρικής να καταβάλει, λόγω της ουσιαστικής ταύτισης της με τη θυγατρική της, εις ολόκληρον τις υποχρεώσεις της τελευταίας... Ως προς το ζήτημα της άσκησης από τη ... του δικαιώματος ακρόασης της με το ως άνω περιεχόμενο στη διαιτητική δίκη, της οποίας κατέστη τελικά διάδικος λόγω της κάμψης της νομικής προσωπικότητας της ...

ΑΕ, ουδεμία παραβίαση του εν λόγω δικαιώματος συντελέστηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο ορθώς αποφάνθηκε τόσο με το υπ' αριθ. 25/17.10.2016 πρακτικό του (σ. 9-10) όσο και με την προσβαλλομένη απόφαση (σ. 128) ότι η συνεκδίκαση της "παρεμπίπτουσας αγωγής" κατά της ... με την κύρια, όπως χαρακτηρίζει, αγωγή κατά της ... (CI-IM), της οποίας η αποδεικτική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη, δεν θα μπορούσε να προσβάλει δικαίωμα ακρόασης της μητρικής εταιρίας, καθώς δόθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο στην ...

το δικαίωμα να λάβει γνώση ολόκληρου του σχηματισθέντος φακέλου της δικογραφίας αναφορικά με την αποζημιωτική αγωγή κατά της ... Hotel Management ΑΕ, να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς της σε σχέση με όλα τα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης που αφορούσαν όχι μόνο στην κάμψη της νομικής προσωπικότητας της CHM αλλά και στην ευθύνη της τελευταίας για την προκληθείσα στην ενάγουσα εταιρεία ...

ΑΕ ζημία από την άκυρη καταγγελία της Σύμβασης Λειτουργικής Διαχείρισης, ενώ παράλληλα αναγνωρίσθηκε στη ... και το δικαίωμα να εξετάσει συμπληρωματικά τους ήδη εξετασθέντες μάρτυρες αναφορικά με τα ζητήματα της αρχικής αγωγής αποζημίωσης κατά της CHM. Όλες οι παραπάνω δικονομικές ευχέρειες και δικαιώματα, που αναγνωρίστηκαν ρητά και εξαρχής (με το υπ' αριθ. 25/17.10.2016 πρακτικό του Διαιτητικού Δικαστηρίου) στην νυν πρώτη ενάγουσα, ανταποκρίνονται πλήρως στις γενικές αρχές της δίκαιης δίκης και της εκατέρωθεν ακροάσεως ως προϋπόθεση της πρώτης.

Ειδικότερα, στις 22.4.2016, κατά την πρώτη δικάσιμο όπου συζητήθηκε η "παρεμπίπτουσα προσφυγή", δόθηκε δίμηνη προθεσμία στη ... και τους υπόλοιπους διαδίκους για την κατάθεση έγγραφων προτάσεων, την προσκομιδή των αποδείξεων και την προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών των μερών ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου στις 21.6.2016.

Στις 13.6.2016, το Διαιτητικό Δικαστήριο χορήγησε παράταση ενός μηνός, ικανοποιώντας υποβληθέν αίτημα της ... για μεγαλύτερο χρόνο προετοιμασίας της αντίκρουσης της "παρεμπίπτουσας αγωγής" λόγω επικαλούμενου αριθμού αναφυόμενων ζητημάτων, προκειμένου να κατατεθούν οι προτάσεις και να προετοιμαστεί η παρουσίαση των νομικών ισχυρισμών των διάδικων πλευρών (χωρίς την εξέταση μαρτύρων) στις 15.7.2016.

Στις 15.11.2016, το Διαιτητικό Δικαστήριο παραχώρησε νέο χρονικό περιθώριο ενός μηνός, μέχρι την 16.12.2016, στους δικηγόρους της ..., κατόπιν αιτήσεως τους, προκειμένου να ενημερωθούν πληρέστερα ως προς το περιεχόμενο της μέχρι τότε σχηματισθείσας δικογραφίας αναφορικά με την αρχική αγωγή κατά της CHM, λαμβάνοντας αντίγραφα εκ των πρακτικών και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας.

Στις 16.12.2016, το Διαιτητικό Δικαστήριο υπενθύμισε δια της Προέδρου του τη δικονομική ευχέρεια που παραχωρήθηκε στη ... να εξετάσει τους ήδη εξετασθέντες στο πλαίσιο εκδίκασης της αρχικής αγωγής κατά της CHM μάρτυρες συμπληρωματικά, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Όμως, η πρώτη εναγομένη και νυν ενάγουσα δεν αξιοποίησε την ευχέρεια αυτή και αρκέστηκε στις ήδη υποβληθείσες προς τους προηγηθέντες μάρτυρες ερωτήσεις της ομοδίκου της CI-IM.

Εξάλλου, όσον αφορά στον εκείνη τη στιγμή εξεταζόμενο μάρτυρα Ε.. Κ., η ... συμμετείχε εξαρχής στην εξέταση του, από τις 15.11.2016, και εκείνη την ημερομηνία (16.12.2016) ζήτησε και έλαβε δεύτερη προθεσμία ενός μηνός για την εξέταση του εκ μέρους των πληρεξούσιων δικηγόρων της, η οποία έλαβε τελικά χώρα την 25.01.2017 κατά την τρίτη συνεχή εμφάνιση του ίδιου μάρτυρα ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου.

Στις 29.9.2017, ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία της εξέτασης των μαρτύρων αναφορικά με την απόδειξη της "παρεμπίπτουσας αγωγής", χορηγήθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο δίμηνη προθεσμία, έως 4.12.2017, για την υποβολή από όλα τα διάδικα μέρη υπομνήματος αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων τόσο σε σχέση με την αρχική αγωγή κατά της CHM όσο και σε σχέση με τη συνεκδικασθείσα μεταγενέστερη "παρεμπίπτουσα προσφυγή".

Στις 16.11.2017, το Διαιτητικό Δικαστήριο χορήγησε, μετά από αίτηση των πληρεξούσιων δικηγόρων της ... και της CHM, παράταση 1,5 μηνός, έως 29.12.2017, στην προθεσμία κατάθεσης των υπομνημάτων αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων. Τέλος, στις 22.12.2017, το Διαιτητικό Δικαστήριο παράτεινε εκ νέου για έναν επιπλέον μήνα, μέχρι την 22.1.2018, την καταληκτική προθεσμία υποβολής των υπομνημάτων αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων.

Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραπάνω ενέργειες και διευκολύνσεις, που χορήγησε το Διαιτητικό Δικαστήριο τόσο στην ... όσο και στην CΗΜ για την προετοιμασία των προτάσεων και των υπομνημάτων τους, την προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών τους και την προσκομιδή και την αξιολόγηση των αποδείξεων, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος κρίνεται o ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης και νυν ενάγουσας ότι η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβίασης του δικαιώματος ακρόασής της.

Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου ακύρωσης της προσβαλλομένης αναφορικά με την "παρεμπίπτουσα αγωγή", η ... υποστηρίζει ότι παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, επειδή κατά τη στιγμή που το Διαιτητικό Δικαστήριο επιλήφθηκε της παρεμπίπτουσας αγωγής (Μάρτιος 2016) οι διαιτητές είχαν διαμορφώσει ήδη άποψη από την εκδίκαση της αρχικής αγωγής κατά της CΗM και, επομένως, οι πληροφορίες και οι γνώσεις που είχαν αποκτήσει στο πλαίσιο αυτό ήταν ασυμβίβαστες με την ανεξαρτησία του δικαιοδοτικού τους ρόλου στη δεύτερη διαιτητική δίκη κατά της ....

Ως προς το επικαλούμενο από την πρώτη ενάγουσα νομικό ζήτημα, υποστηρίζεται... ότι η ανεξαρτησία του διαιτητή που απορρέει από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως τρίτου κριτή, ο οποίος παραμένει πάνω από τους διισταμένους διαδίκους και τους αντιτιθέμενους ισχυρισμούς τους, επιβάλλεται να τηρείται, όχι μόνο απέναντι στους διαδίκους, αλλά και απέναντι στο πραγματικό υλικό το οποίο τίθεται υπόψη του και πρόκειται να κριθεί από αυτόν.

Με το εν λόγω υλικό πρέπει να έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως διαιτητή, με τρόπο που να αποκλείει τον επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ' αυτό. Θεσπίζεται, δηλαδή, ως λόγος εξαίρεσης του η προηγούμενη ενασχόληση του με την ίδια υπόθεση υπό την ιδιότητα του μάρτυρα ή του πραγματογνώμονα ή του συμβούλου.

Απόρροια της ανεξαρτησίας αυτής του διαιτητή απέναντι στο πραγματικό υλικό της διαφοράς αποτελεί και η απαγόρευση να χρησιμοποιεί τις ιδιωτικές του γνώσεις κατά την κρίση της διαφοράς, διότι δεν συμβιβάζεται με τη δικαιοδοτική του ιδιότητα. Πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση, ο διαιτητής αποβάλλει την ιδιότητα του ως τρίτου κριτή, μεταβάλλεται σε μάρτυρα στην κρινόμενη από αυτόν υπόθεση και θεμελιώνει την απόφαση του και σε στοιχεία που ο ίδιος συνέλεξε ιδιωτικά.

Έτσι, οι πηγές των γνώσεων του αποβαίνουν απρόσιτες και ανέλεγκτες, ως προς τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αποκλείοντας την ίση επιρροή των διαδίκων στο περιεχόμενο και την εξέλιξη της διαδικασίας. Με βάση την ως άνω νομολογία του Αρείου Πάγου, είναι μη νόμιμος ο ισχυρισμός της πρώτης ενάγουσας περί δήθεν παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης ως προς την ίδια, επειδή το Διαιτητικό Δικαστήριο, ενεργώντας αποκλειστικά εντός του πλαισίου του δικαιοδοτικού ρόλου του, συγκέντρωσε όλο το αποδεικτικό υλικό και τους ισχυρισμούς που είχαν εισφερθεί από τους διαδίκους στο πλαίσιο της πρώτης διαιτητικής δίκης και ασφαλώς τους έλαβε υπόψη αναφορικά με την εκδίκαση και της "παρεμπίπτουσας αγωγής", ως όφειλε χάριν της οικονομίας δίκης και της αποτελεσματικής διεξαγωγής της διαιτησίας, δεδομένου ότι οι δύο αγωγές είχαν απόλυτη συνάφεια μεταξύ τους και μάλιστα η ευθύνη της CHM προς αποζημίωση της νυv εναγομένης, που αποτελούσε αντικείμενο της αρχικής δίκης, αποτελούσε προδικαστικό-προκριματικό ζήτημα της δεύτερης συνεκδικασθείσας διαιτητικής δίκης.

Ουδαμόθεν προκύπτει ότι οι διαιτητές έλαβαν υπόψη τους γεγονότα, που προέρχονται από ιδιωτικές πηγές γνώσεις, αλλά, αντίθετα, μόνον τους ισχυρισμούς και τις αποδείξεις, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και με τις οποίες ήρθαν σε επαφή για πρώτη φορά στο πλαίσιο της διαιτητικής δίκης. Αντιθέτως, οι διαιτητές θα είχαν παραβιάσει την υποχρέωση τους για τήρηση του δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων, αν είχαν αρνηθεί να λάβουν υπόψη το εισφερθέν από τους διαδίκους υλικό της δικογραφίας στο πλαίσιο της συνεκδικαζόμενης (αρχικής) διαιτητικής δίκης.

Και τούτο, διότι για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος ακρόασης δεν αρκεί η παροχή της δυνατότητας στα μέρη να προβάλουν και αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς τους, αλλά απαιτείται επιπλέον και η καθιέρωση της υποχρέωσης του διαιτητικού δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη τους προβαλλόμενους από τα μέρη ισχυρισμούς και να εκτιμά τα προσαχθέντα από αυτούς αποδεικτικά μέσα (Καλαβρό Διεθνής Εμπορική Διαιτησία Ι, άρθ. 34 αρ.221-222).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος κρίνεται στο σύνολο του και ο 2ος λόγος ακύρωσης της Διαιτητικής Απόφασης ....". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον περιεχόμενο στην από 23.1.2019 αγωγή της αναιρεσείουσας δεύτερο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, ήτοι τόσο για την επικαλούμενη παραβίαση της αρχής της ισότητας όσο και για την επικαλούμενη προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 18, 24 παρ. 3, 34 παρ. 2 εδαφ.

α', ββ' και δδ' του Ν. 2735/1999, 886 παρ. 2, 891, 892 ΚΠολΔ και 897 παρ. 5 του ΚΠολΔ, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού, αφενός μεν, ως προς το ζήτημα διορισμού διαιτητή, δέχθηκε ότι η ... ... δεν αποστερήθηκε από του δικαιώματός της διορισμού δικαστή, καθώς ο ένας και μοναδικός διαιτητής που μπορούσαν να διορίσουν οι συνδεόμενες με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας εταιρείες, λόγω της κοινωνίας υποχρεώσεων των δύο εταιριών κατόπιν της άρσεως της νομικής προσωπικότητας της θυγατρικής εταιρίας και συνακόλουθα της επεκτάσεως του δεδικασμένου και σε βάρος της μητρικής εταιρίας, είχε ήδη επιλεγεί από τη ...

Hotel, μοναδικός μέτοχος της οποίας ήταν η ... ..., η οποία ουδόλως στερήθηκε, λόγω του μη διορισμού του, τη δυνατότητα να αντιτάξει πλήρη υπεράσπιση στην ένδικη υπόθεση, να απαντήσει στους ισχυρισμούς της ενάγουσας στη διαιτητική δίκη και να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των ισχυρισμών της και ανταπόδειξη των ισχυρισμών της εναγομένης, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για πρόκληση βλάβης της, αφετέρου δε, ως προς το ζήτημα της άσκησης από τη ... ...

του δικαιώματος ακρόασής της στη διαιτητική δίκη, της οποίας κατέστη τελικά διάδικος λόγω της κάμψης της νομικής προσωπικότητας της ... Hotel, δέχθηκε ότι ουδεμία παραβίαση του εν λόγω δικαιώματος συντελέστηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο, καθώς δόθηκε στην ... ... το δικαίωμα να λάβει γνώση ολόκληρου του σχηματισθέντος φακέλου της δικογραφίας αναφορικά με την αποζημιωτική αγωγή κατά της ...

Hotel, να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς της σε σχέση με όλα τα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης που αφορούσαν όχι μόνο στην κάμψη της νομικής προσωπικότητας της ... Hotel αλλά και στην ευθύνη της τελευταίας για την προκληθείσα στην ενάγουσα εταιρεία ... ΑΕ ζημία από την άκυρη καταγγελία της ΣΛΔ, ενώ παράλληλα αναγνωρίσθηκε στη ...

και το δικαίωμα να εξετάσει συμπληρωματικά τους ήδη εξετασθέντες μάρτυρες αναφορικά με τα ζητήματα της αρχικής αγωγής αποζημίωσης κατά της ... Hotel. Όλες δε οι παραπάνω δικονομικές ευχέρειες και δικαιώματα, που δέχθηκε το Εφετείο ότι αναγνωρίστηκαν στην αναιρεσείουσα, ανταποκρίνονται πλήρως στις γενικές αρχές της δίκαιης δίκης και της εκατέρωθεν ακροάσεως ως προϋπόθεση της πρώτης.

Τέλος, ρητά δέχθηκε το Εφετείο ότι οι διαιτητές δεν έλαβαν υπόψη τους γεγονότα που προέρχονται από ιδιωτικές πηγές γνώσεις, αλλά, αντίθετα, μόνον τους ισχυρισμούς και τις αποδείξεις, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και με τις οποίες ήρθαν σε επαφή για πρώτη φορά στο πλαίσιο της διαιτητικής δίκης, σε τρόπο ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για έλλειψη ανεξαρτησίας των διαιτητών και συνακόλουθα για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, που πηγάζει αμέσως από τη δικαιοδοτική τους ιδιότητα και την αρχή της ακρόασης και των δύο πλευρών.

Επομένως, τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφενός μεν με το πρώτο σκέλος των τέταρτου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως καθώς και του έκτου (επικουρικά προβαλλόμενου) πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, από το αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα και κατά παράβαση των άρθρων 18, 24 παρ. 3 και 34 παρ. 2α-ββ και δδ του Ν. 2735/1999 και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ απέρριψε τόσο το πρώτο σκέλος του δεύτερου ακυρωτικού λόγου περί παραβιάσεως του δικαιώματός της για διορισμό διαιτητή, όσο και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου ακυρωτικού λόγου περί παραβιάσεως του δικαιώματος ακροάσεώς της, αφετέρου δε με το δεύτερο σκέλος των αυτών ως άνω (κύριων και πρόσθετου) λόγων αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή οι άνω κρίσεις της προσβαλλόμενης για την απόρριψη τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου σκέλους του δεύτερου ακυρωτικού λόγου στερούνται οποιασδήποτε αιτιολογίας, άλλως οι κρίσεις αυτές περιέχουν ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω πρώτη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υποβάλλει σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Β.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2020 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ της Δ. Φ., δικηγόρου, ως συνδίκου της πτωχεύσεως της εταιρίας ... HOTEL. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", που ίσχυαν κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο "1.

Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2.

Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Οι διατάξεις αυτές, από τις οποίες, συνάγεται η αρχή της αναστολής των ατομικών διώξεων κατά του πτωχού προς ικανοποίηση πτωχευτικών απαιτήσεων, περιέχουν μεν συναφώς κανόνα αναγκαστικού δικαίου, δεν είναι όμως δημοσίας τάξεως κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ, όπως αυτή αναλύθηκε παραπάνω, αφού δεν μπορούν να ενταχθούν στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξεως, ενόψει μάλιστα και του ότι έχουν θεσπισθεί για να υπηρετήσουν - όχι το δημόσιο συμφέρον αλλά - το (ιδιωτικό) συμφέρον των πτωχευτικών πιστωτών για σύμμετρη ικανοποίηση τους.

Επίσης, δεν είναι δημοσίας τάξεως οι σχετικές με τη διακοπή και επανάληψη της δίκης διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, οι οποίες άλλωστε δεν είναι εφαρμοστέες στη διαιτητική δίκη, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα και το διαιτητικό δικαστήριο υποχρεούται να δικάσει τη διαφορά και να εκδώσει απόφαση με βάση τις υφιστάμενες αποδείξεις, ακόμη και αν ένα μέρος παραλείπει να παραστεί σε συνεδρίαση και να προσκομίσει τα έγγραφά του (άρθρο 25 Ν. 2735/1999 και άρθρο 887 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ως εκ τούτου, αν κηρυχθεί σε πτώχευση κάποιος από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της αφορώσας την πτωχευτική περιουσία διαιτητικής δίκης και ακολουθήσει η έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως, τότε, παρά την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του πτωχεύσαντος διαδίκου και την τυχόν νομότυπη γνωστοποίηση της πτωχεύσεως, δεν θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 34 παρ. 2 περ.

β'- ββ' του Ν. 2735/1999 αλλά και στο άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως (ΑΠ 2234/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 2835/1999 "Το διαιτητικό δικαστήριο εφαρμόζει τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που επέλεξαν τα μέρη. Αν δεν έχει συμφωνηθεί ρητά το αντίθετο, η παραπομπή στο δίκαιο ή δικαιϊκό σύστημα ενός κράτους θεωρείται ως άμεση παραπομπή στο ουσιαστικό δίκαιο και όχι στους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του κράτους αυτού".

Η διάταξη αυτή αναφέρεται αποκλειστικώς σε κανόνες "ουσιαστικού δικαίου", δηλαδή σε κανόνες δυνάμει των οποίων επιλύεται κατ' ουσίαν η διαφορά. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη των δύο πρώτων λόγων ακυρώσεως της ένδικης διεθνούς διαιτητικής απόφασης, που αναφέρονται στα κεφάλαια της διαιτητικής απόφασης επί της αποζημιωτικής αγωγής της ...

ΑΕ κατά της ... HOTEL και της ανταγωγής της τελευταίας εναντίον της πρώτης και δη αναφορικά με τη συνέχιση της διαιτησίας παρά την πτώχευση της ... HOTEL. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 2 περ.

β'-ββ' του Ν. 2735/1999, δεν ακύρωσε τη διαιτητική απόφαση, λόγω αντίθεσής της στη διεθνή δημόσια τάξη, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ δεν είναι δημόσιας τάξης, κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ. Επιπρόσθετα, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 2 περ.

α' (γγ) του Ν. 2735/1999, καθώς και του άρθρου 897 αρ. 4 του ΚΠολΔ, όλως εσφαλμένα έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση υπέρβασης εξουσίας, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 28 παρ.1 εδ. 1 του Ν. 2735/1999 αλλά και με τη διαιτητική συμφωνία, δεδομένου ότι το εφαρμοστέο εν προκειμένω ελληνικό δίκαιο, που συμφωνήθηκε ως εφαρμοστέο, επιτάσσει την αναστολή όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αγωγής της ισχυρίσθηκε ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της συνέχισης της διαιτητικής διαδικασίας παρά την κήρυξη, στο μεταξύ, της ... HOTEL σε κατάσταση πτώχευσης, επειδή εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 25 & 1 ΠτΚ, όπως υποχρεούνταν δυνάμει τόσο της διαιτητικής συμφωνίας όσο και του άρθρου 28 && 1 (εδ. 1) και 4 του ν. 2735/1999, υπερβαίνοντας έτσι την εξουσία που είχε από τη διαιτητική συμφωνία και από τους κανόνες του ελληνικού δικαίου, το οποίο συμφώνησαν τα μέρη ως εφαρμοστέο.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη σύμφωνα με το άρθρο 34 & 2 (β) (ββ) του ν. 2735/1999 και το άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, επειδή εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τον κανόνα δημόσιας τάξης του άρθρου 25 ΠτΚ. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τους δύο πρώτους λόγους ακύρωσης, που αναφέρονται στα κεφάλαια της υπ' αριθμ. 25/2018 απόφασης του ΔΔΑ επί της αποζημιωτικής αγωγής της τότε ενάγουσας και νυν εναγομένης κατά της CHM και της ανταγωγής της τελευταίας εναντίον της, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 25 & 1 του Πτωχευτικού Κώδικα (εφεξής:

ΠτΚ)... Συγκεκριμένα: Με τον πρώτο λόγο ακύρωσης (σ. 55 επ. της ένδικης αγωγής) η σύνδικος της πτώχευσης της CHM, (δεύτερη ενάγουσα), ισχυρίζεται ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της συνέχισης της διαιτητικής διαδικασίας παρά την κήρυξη, στο μεταξύ, της CHM σε κατάσταση πτώχευσης, επειδή ενσυνείδητα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 25 & 1 ΠτΚ, όπως υποχρεούνταν δυνάμει τόσο της διαιτητικής συμφωνίας όσο και του άρθρου 28 && 1 (εδ. 1) και 4 του ν. 2735/1999, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε μία απαγορευμένη, ελλείψει μνείας των μερών στη διαιτητική συμφωνία, κρίση ex aequo et bono καθ' υπέρβαση της απονεμηθείσας στο Διαιτητικό Δικαστήριο εξουσίας.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης η δεύτερη ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη σύμφωνα με το άρθρο 34 & 2 (β) (ββ) του ν. 2735/1999 και το άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, επειδή εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τον κανόνα δημόσιας τάξης του άρθρου 25 ΠτΚ. Με άλλα λόγια ζητείται η ακύρωση της ΔΑ λόγω αντίθεσης της στη διεθνή δημόσια τάξη.

Αναφορικά με το ζήτημα της επίδρασης της πτώχευσης της CHM στην ισχύ της διαιτητικής συμφωνίας και την εξέλιξη της διαιτητικής διαδικασίας, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προεκτέθηκε στην υπό

ΙΙ μείζονα πρόταση της παρούσης, κατά την ορθότερη άποψη, η διάταξη του άρθρου 25 του ΠτωχΚώδικα (v.3588/2007), που καθιερώνει την αρχή της αναστολής των ατομικών διώξεων κατά του πτωχού προς ικανοποίηση πτωχευτικών απαιτήσεων, περιέχει μεν συναφώς κανόνα αναγκαστικού δικαίου, δεν είναι όμως δημόσιας τάξεως κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ αφού δεν μπορεί να ενταχθεί στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξεως, ενόψει μάλιστα και του ότι έχει θεσπισθεί για να υπηρετήσει - όχι το δημόσιο συμφέρον αλλά - το (ιδιωτικό) συμφέρον των πτωχευτικών πιστωτών για σύμμετρη ικανοποίηση τους.

Επίσης, δεν είναι δημόσιας τάξεως οι σχετικές με τη διακοπή και επανάληψη της δίκης διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, οι οποίες άλλωστε δεν είναι εφαρμοστέες στη διαιτητική δίκη, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα και το διαιτητικό δικαστήριο υποχρεούται να δικάσει τη διαφορά, ακόμη και αν απουσιάζουν όλοι οι διάδικοι (άρθρο 887 & 1 ΚΠολΔ).

Ως εκ τούτου, αν κηρυχθεί σε πτώχευση κάποιος από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της αφορώσας την πτωχευτική περιουσία διαιτητικής δίκης και ακολουθήσει η έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως, τότε, κατά την ορθότερη άποψη, που υιοθετεί το Δικαστήριο τούτο, παρά την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του πτωχεύσαντος διαδίκου και την τυχόν νομότυπη γνωστοποίηση της πτωχεύσεως, δεν θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως.

Επομένως, αμφότεροι οι ως άνω λόγοι θα πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμοι...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1, 34 παρ. 2 περ. α'-γγ', περ. β'-ββ' του Ν. 2735/1999 και 897 αρ. 4 και 6 του ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι αφορώσες την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά του πτωχού ως άνω διατάξεις του ΠτΚ δεν περιέχουν θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της χώρας, δεν είναι δηλαδή δημόσιας τάξεως κατά την έννοια των άρθρων 34 παρ. 2 περ.

β'-ββ' του Ν. 2735/1999, 897 αρ. 6 ΚΠολΔ και 33 ΑΚ και, πάντως, δεν έχουν τεθεί για να υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον, με συνέπεια η προς αυτές αντίθεση της διαιτητικής αποφάσεως να μη δικαιολογεί την ακύρωση της, το ίδιο ισχύει δε και για τις σχετικές με τη διακοπή της πολιτικής δίκης διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, για τις οποίες άλλωστε δεν υπάρχει περιθώριο εφαρμογής στη διαιτητική δίκη.

Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, δεν αποτελεί υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή η κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο κατά την παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των διαδίκων, που συνομολόγησαν τη συμφωνία της διαιτησίας και από την κατ' ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση.

Σε κάθε δε περίπτωση η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 2835/1999 αναφέρεται αποκλειστικώς σε κανόνες "ουσιαστικού δικαίου", δηλαδή σε κανόνες δυνάμει των οποίων επιλύεται κατ' ουσίαν η διαφορά και όχι στους αφορώντες τη διακοπή της πολιτικής δίκης κανόνες των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η βιαία διακοπή της δίκης λόγω πτωχεύσεως κάποιου διαδίκου.

Επομένως, και οι δύο ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί και η δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει α) την από 21 Οκτωβρίου 2020 αίτηση αναιρέσεως καθώς και τους από 10 Αυγούστου 2021 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "..." κατά της υπ' αριθ. 2519/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και β) την από 21 Οκτωβρίου 2021 αίτηση αναιρέσεως της Δ. Φ., ως συνδίκου της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ" και τον τίτλο "... ΑΕ", κατά της ίδιας ως άνω απόφασης.

Απορρίπτει την πρώτη από 21 Οκτωβρίου 2020 αίτηση αναιρέσεως καθώς και τους από 10 Αυγούστου 2021 πρόσθετους λόγους αυτής της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "...". Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Απορρίπτει την δεύτερη από 21 Οκτωβρίου 2020 αίτηση αναιρέσεως της Δ. Φ., ως συνδίκου της πτωχεύσεως της πιο πάνω ανώνυμης εταιρίας ... A.E..

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ