Supreme Court dismisses appeal in car accident case, upholding lower court's liability finding against driver.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens regarding a car accident liability dispute. The appellant argued the lower court failed to properly assess evidence and ignored a stop sign violation, but the court found the accident occurred on the main road where the appellant's vehicle was stationary. The court ruled that the appellant's claim lacked objective evidence and constituted an abuse of process, resulting in the dismissal of the appeal and an order for the appellant to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 566, 564, 577, 559, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's evaluation of evidence is not arbitrary and the appellant fails to provide sufficient proof to overturn the established facts of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 308 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 308/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: M. (Μ.) P. (Π.) του T. (Α.), κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Βέτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 14-10-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 12-10-2021 κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 425/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4574/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 7.7.2020 και με αριθμ. κατάθ. 506/2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4574/2019 τελεσίδικης απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1, 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ), και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές τo πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθμό 4574/2019 προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 18.8.2016 περί ώρα 13.00 ο Γ. Σ. οδηγώντας το υπ'αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, δυνάμει ισχυρής κατά τον επίδικο χρόνο σύμβασης, στην εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία εκινείτο στην περιοχή της Σαντορίνης επί ανωνύμου οδού που οδηγεί από Λίμνες προς την Επαρχιακή Οδό Εμπορείου-Περίσσας με κατεύθυνση από Λίμνες προς την Επαρχιακή Οδό.
Τον ίδιο χρόνο ο δεύτερος ενάγων οδηγώντας την υπ'αριθ.κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος, με συνεπιβάτη την φίλη του Ά. Σ., εκινείτο στην ίδια περιοχή της Σαντορίνης επί της ως άνω Επαρχιακής Οδού Εμπορείου-Περίσσας με κατεύθυνση από το Εμπορείο προς Περίσσα και πλησίαζε στο σημείο όπου η εν λόγω Επαρχιακή Οδός συμβάλλεται, δεξιά σε σχέση με την πορεία του, καθέτως σε σχήμα Τ με την ως άνω ανώνυμη οδό που οδηγεί από τις Λίμνες προς την εν λόγω Επαρχιακή Οδό, όπου εκινείτο ο Γ.
Σ. οδηγώντας το ασφαλισμένο στην εναγομένη όχημα. Η Επαρχιακή οδός Εμπορείου-Περίσσας είναι διπλής κατεύθυνσης, ασφαλτοστρωμένη, ευθεία και οριζόντια σε αρκετή απόσταση στο παραπάνω σημείο, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει πλάτος οδοστρώματος έξι μέτρα και είναι οδός αποκλειστικής προτεραιότητας έναντι όλων των καθέτων αυτής οδών.
Υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 1,2 μέτρων περίπου πέραν του οδοστρώματος αυτής στην κατεύθυνση από Εμπορείο προς Περισσά, ενώ τα δύο ρεύματά της χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία διακόπτεται στο σημείο της συμβολής της με την ανώνυμη οδό, επιτρέποντας στο σημείο αυτό την διέλευσή της στα εξερχόμενα από την ανώνυμη οδό οχήματα ώστε με αριστερή στροφή να εισέλθουν και να κινηθούν στην επαρχιακή οδό με κατεύθυνση προς Εμπορείο.
Η ανώνυμη οδός είναι ασφαλτοστρωμένη, διπλής κατεύθυνσης, χωρίς σήμανση λωρίδων επί του οδοστρώματος, με πλάτος οδοστρώματος 6,5 μέτρων, ενώ δεξιά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, πέραν του οδοστρώματος αυτής υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 1,20 μέτρων. Επικρατούσε φως ημέρας και καλοκαιρία, η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν από τεχνητά ή φυσικά εμπόδια, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή (ξηρά) και η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν συχνή, το δε όριο της μέγιστης επιτρεπόμενης ταχύτητας των κινουμένων οχημάτων σε αμφότερες τις οδούς, καθορίζεται, ελλείψει σχετικής σημάνσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2696/1999 "Περί Κυρώσεως του Κ.Ο.Κ.", σε 50 χιλιόμετρα ωριαίως λόγω κατοικημένης περιοχής.
Φθάνοντας ο οδηγός του αυτοκινήτου στην ανωτέρω συμβολή της ανωνύμου οδού με την Επαρχιακή οδό ακινητοποίησε το όχημά του εντός του ρεύματος πορείας του και πριν από τη διασταύρωση για να ελέγξει την κίνηση των κινουμένων επί της επαρχιακής οδού οχημάτων τα οποία είχαν προτεραιότητα έναντι αυτού. Ενώ το αυτοκίνητο ήταν σταματημένο επί της ανωνύμου οδού και ο οδηγός του πραγματοποιούσε τον επιβεβλημένο έλεγχο, ο δεύτερος ενάγων οδηγώντας την ως άνω μοτοσικλέτα και κινούμενος με ταχύτητα που υπερέβαινε όχι μόνο την ανώτατη επιτρεπομένη των 50 χιλιομέτρων την ώρα αλλά και την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις- κατοικημένη περιοχή με συχνή κίνηση πεζών και οχημάτων και προσέγγιση σε συμβολή- απώλεσε αιφνιδίως τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά, εισήλθε στο οδόστρωμα της ανώνυμης οδού, όπου επιχείρησε τροχοπέδηση, αφήνοντας ίχνη δύο (2) μέτρων στο οδόστρωμα της ανώνυμης οδού, όπως σημειώνεται στο σχεδιάγραμμα του επιληφθέντος του ατυχήματος Α.Τ.Θήρας, στη συνέχεια επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας στο αριστερό οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου, πέρασε πίσω από το αυτοκίνητο προσέκρουσε στο δεξιό, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, πεζοδρόμιο της ανώνυμης οδού και ακολούθως σε παρακείμενη κολώνα με αποτέλεσμα να ανατραπεί η μοτοσικλέτα και να ακινητοποιηθεί σε παρακείμενο οικόπεδο, σε απόσταση δώδεκα μέτρων από το αυτοκίνητο, με συνέπεια να τραυματισθεί ο οδηγός της και η συνεπιβαίνουσα σ'αυτήν.
Η σφοδρότητα της σύγκρουσης και η πορεία της μοτοσικλέτας πριν και μετά τη σύγκρουση καταδεικνύει την αυξημένη ταχύτητα της τελευταίας η οποία οπωσδήποτε ήταν ανώτερη των 50 χιλιομέτρων και ανερχόταν σε 80 χιλιόμετρα περίπου την ώρα. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τις συνθήκες του ατυχήματος, αποδεικνύονται πλήρως από το σύνολο του αποδεικτικών μέσων συνεκτιμωμένων προσηκόντως, μεταξύ των οποίων οι σαφείς, εναργείς και πειστικές καταθέσεις του Γ.
Σ. κατά την προανάκριση και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία προσεπιβεβαιώνεται από τη συνταχθείσα στα πλαίσια της διεξαχθείσας για το ατύχημα προανάκρισης έκθεση αυτοψίας, αλλά και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με τα αντικειμενικά ευρήματα που σημειώνονται στο τελευταίο.
Μόνες οι καταθέσεις του οδηγού της μοτοσικλέτας πρώτου ενάγοντος και της συνεπιβάτιδός του δεν δύνανται να αναιρέσουν τα παραπάνω, διότι δεν κρίνονται πειστικές αφού αντικρούονται από τα αντικειμενικά ευρήματα και το λοιπό αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα ο οδηγός της μοτοσικλέτας, δεύτερος ενάγων, κατά την προανάκριση, στην μεν αρχική του εξέταση στις 24.8.2016 κατέθεσε ότι δεν θυμάται τίποτα για τις συνθήκες του ατυχήματος, αργότερα δε στις 8.10.2016 επανήλθε και κατέθεσε ότι το αυτοκίνητο παραβιάζοντας την πινακίδα ΣΤΟΠ που υπήρχε στην πορεία του επί του παραδρόμου, όπου εκινείτο, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την επαρχιακή οδό, όπου έβαινε αυτός οδηγώντας την μοτοσικλέτα, σταμάτησε όταν βρισκόταν όλο το αυτοκίνητο εντός του κεντρικού δρόμου και προσπαθώντας ο ίδιος να το αποφύγει προσέκρουσε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και έπεσε με δύναμη πάνω στην (μεταλλική) κολώνα, ενώ σύμφωνη με την τελευταία αυτή κατάθεση και όσα ο τελευταίος ισχυρίζεται στην αγωγή του είναι και η κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της συνεπιβάτιδός του.
Η τελευταία μολονότι ήταν συνεπιβάτης στη μοτοσικλέτα, δεν προσήλθε να καταθέσει κατά την προανάκριση, και το πρώτον κατέθεσε για τις συνθήκες του ατυχήματος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποστηρίζοντας τις θέσεις του ενάγοντος. Όσα όμως αυτοί καταθέτουν ως άνω για τις συνθήκες του ατυχήματος και ιδίως για το σημείο σύγκρουσης και τη θέση των οχημάτων κατά τον επίδικο αυτό χρόνο αντικρούονται από τα αντικειμενικά ευρήματα και ιδίως από τα σημειούμενα στο συνταχθέν για το ατύχημα σχεδιάγραμμα από την αρμόδια αστυνομική αρχή ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας τα οποία βρέθηκαν μόνο επί του οδοστρώματος της ανώνυμης κάθετης οδού και όχι επί της Επαρχιακής Οδού, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που ίσχυαν όσα οι ως άνω καταθέτουν.
Μάλιστα οι καταθέσεις τους αντιφάσκουν και με όσα ο ενάγων διατείνεται στην αγωγή του για τις συνθήκες του τροχαίου, όπου ιστορεί ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν ακινητοποίησε το όχημά του αλλά παραβίασε με ταχύτητα την υπάρχουσα στην πορεία του επί της ανωνύμου οδού πινακίδα ΣΤΟΠ, εξήλθε με την ίδια ταχύτητα από την ανώνυμη οδό και επιχείρησε αριστερή στροφή για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα της Επαρχιακής Οδού.
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών δεν αποδείχθηκαν. Αντιθέτως, προέκυψε ότι η επέλευση της ένδικης σύγκρουσης δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, αφού αυτός είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, και είχε ακινητοποιημένο το όχημά του στο οδόστρωμα εντός του ρεύματος πορείας του και πριν την διασταύρωση πραγματοποιώντας τον επιβαλλόμενο έλεγχο της κυκλοφορίας των οχημάτων επί της Επαρχιακής οδού προκειμένου να εισέλθει σ'αυτήν και να συνεχίσει την πορεία του.
Αντίθετα προέκυψε ότι η ένδικη σύγκρουση και η εξ αυτής συνέπειες οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του ενάγοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος δεν προείδε το ατύχημα, διότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του, και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει, όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις κάθε λογικός και ευσυνείδητος άνθρωπος, και την οποία αν επεδείκνυε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.
β' του Α.Κ.). Ειδικότερα βάσει των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, ούτε ασκούσε την αναγκαία επί της οδού και του οχήματος του εποπτεία και ενώ όφειλε να οδηγεί με τη μέγιστη προσοχή και να πραγματοποιεί χρήση της τροχοπέδης του οχήματος με κάθε δυνατή επιμέλεια και να ανακόπτει σταδιακά την ταχύτητα αυτού, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος ατυχήματος, αυτός αντίθετα έχοντας αναπτύξει ταχύτητα η οποία οπωσδήποτε υπερέβαινε όχι μόνο την ανώτατη επιτρεπομένη των 50 χιλιομέτρων την ώρα αλλά και την επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες περιστάσεις σε κάθε πάντως περίπτωση δεν ρύθμισε αυτήν εγκαίρως ανάλογα με τις οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες (πλησίαζε σε διασταύρωση, ήταν κατοικημένη περιοχή με συχνή κίνηση οχημάτων και πεζών) κατά τρόπο ώστε να ασκεί επί του οχήματος του τον επιβαλλόμενο έλεγχο και δεν μείωσε ούτε κατ' ελάχιστο την ανεπτυγμένη αυτή ταχύτητά του πλησιάζοντας στη άνω διασταύρωση, και κινούμενος έτσι απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά, εισήλθε εντός της κάθετης στην επαρχιακή οδό ανώνυμης οδού και συγκρούσθηκε με το προσωρινά ακινητοποιημένο στην ανώνυμη οδό ασφαλισμένο στην εναγομένη αυτοκίνητο, υπό τις συνθήκες που προπεριγράφηκαν.".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος (και του συνεκκαλούντος ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας Dorjan TUSHE) κατά της με αριθμό 425/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κρίνοντας ομοίως, απέρριψε την ένδικη με αριθμό κατάθεσης 3677/2016 αγωγή που είχε ασκήσει αυτός (αναιρεσείων - ομού μετά των συνεναγόντων ως άνω ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας και της συνεπιβαίνουσας σ'αυτήν A.
S.), ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, κατά της αναιρεσιβλήτου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του ήδη αναιρεσείοντος οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου. Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο αναιρεσείων ανωτέρω οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, τα οποία βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη: α) ότι ο αναιρεσείων οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας έχοντας αναπτύξει ταχύτητα η οποία οπωσδήποτε υπερέβαινε όχι μόνο την ανώτατη επιτρεπόμενη των 50 χιλιομέτρων την ώρα αλλά και την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις (δεδομένου ότι πλησίαζε σε διασταύρωση, εντός κατοικημένης περιοχής με συχνή κίνηση οχημάτων και πεζών) δεν ρύθμισε αυτήν εγκαίρως ανάλογα με τις οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες κατά τρόπο ώστε να ασκεί επί του οχήματός του τον επιβαλλόμενο έλεγχο και δεν μείωσε την ανεπτυγμένη αυτή ταχύτητά του πλησιάζοντας στη διασταύρωση, και β) κινούμενος έτσι απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά, εισήλθε εντός της κάθετης στην επαρχιακή οδό ανώνυμης οδού και συγκρούσθηκε με το προσωρινά ακινητοποιημένο στην ανώνυμη οδό ασφαλισμένο στην εναγομένη αυτοκίνητο.
Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως διέλαβε επιπλέον, ότι αυτός έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, είχε ακινητοποιημένο το όχημά του στο οδόστρωμα εντός του ρεύματος πορείας του και πριν την διασταύρωση πραγματοποιώντας τον επιβαλλόμενο έλεγχο της κυκλοφορίας των οχημάτων επί της Επαρχιακής οδού, προκειμένου να εισέλθει σ'αυτήν και να συνεχίσει την πορεία του.
Περαιτέρω σε ενίσχυση της κρίσης του Εφετείου, ότι η σύγκρουση συνέβη εντός της οδού, στην οποία εκινείτο το ΙΧΕ αυτοκίνητο, διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη ειδική μνεία των ίχνων τροχοπέδησης δύο (2) μέτρων στο οδόστρωμα αυτής, όπως σημειώνεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, η ακρίβεια της αποτύπωσης του οποίου ως προς το σημείο συγκρούσεως επιβεβαιώνεται, κατά τις παραδοχές της και από άλλα αποδεικτικά μέσα και δη από προανακριτικές καταθέσεις, αλλά και από τη συνταχθείσα στα πλαίσια της διεξαχθείσας για το ατύχημα προανάκρισης έκθεση αυτοψίας με τα σημειούμενα σχετικώς σ'αυτήν ευρήματα.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, αμφισβητώντας το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, όπως διατείνεται, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του, περί του ότι το αυτοκίνητο παραβιάζοντας την πινακίδα "ΣΤΟΠ", που υπήρχε στην πορεία του επί του παραδρόμου, όπου εκινείτο, εισήλθε ανεξέλεγκτα στην επαρχιακή οδό, και σε κάθετη θέση απέφραξε την πορεία της κινούμενης με κανονική ταχύτητα μοτοσικλέτας του, θεωρώντας ότι ο ισχυρισμός του αυτός δεν ενισχύεται από κανένα αντικειμενικό εύρημα.
Η ως άνω επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστά τέτοια, συνέχεται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία, υπό την επίκληση της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου.
Κατά συνέπεια, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ο μοναδικός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Μετά απ' αυτά και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.7.2020 και με αριθμ. καταθ. 506/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4574/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ