Legislator Case Law & Legislation
308/2020 AI generated

308/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 308/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

308/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 308 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 308/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "2η ΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Αλικάκου, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Ζ. Χ. 2.Ν. Π. Σ., ... και 21. Μ. Π. Π., κατοίκων απάντων .., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τουτζιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5061/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 649/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 1/3/2019 αίτησή του και τους από 24/10/2019 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 παρ. 1 εδ. δ και 2 του ΚΠολΔ και εκείνης του άρθρου 35 του ΑΚ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις (μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος) επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας είναι άκυρες, εκτός εάν ενεργήσει αυτές ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε οριστική απόφαση που εκδίδεται στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης (ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 467/2014). Σε περίπτωση δε που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Αν ασκηθεί ένδικο μέσο χωρίς να δηλωθεί ο ήδη επελθών θάνατος και τούτο διαλάθει της προσοχής με συνέπεια την έκδοση απόφασης στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, αυτή, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα και δεδικασμένο (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 147/2006).

Σε κάθε όμως περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής ή της τελεσίδικης απόφασης, επομένως και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του ήδη αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016).

Αν όμως αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο ασκήσας το ένδικο μέσο ήταν, κατά το χρόνο άσκησης, σε γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση θανάτου υπαλλήλου του ασκήσαντος κατ' αυτού το ένδικο μέσο νομικού προσώπου, εργοδότη του, - όπου ο θάνατος είναι γνωστός στην αρμοδία υπηρεσία του αναιρεσείοντος - το ένδικο μέσο (έφεση, αναίρεση) κατά το μέρος που στρέφεται κατά του προσώπου αυτού που απεβίωσε πριν την άσκησή του απορρίπτεται, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ως απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από το χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου από 28.2.2019 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού της αναιρεσείουσας 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, προκύπτει ότι ο 3ος των αναιρεσίβλητων Α. Α. Ι. απεβίωσε στις ΅... Μαΐου 2017, ήτοι μετά τη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 24 Απριλίου 2017 της από 24.2.2017 αγωγής αυτού [από κοινού με άλλους είκοσι ενάγοντες] και πριν από την έκδοση στις 16 Νοεμβρίου 2017 της με αριθ. 5061/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δέχθηκε στο σύνολό της την αγωγή αυτού κατά την κυρία της βάση και αναγνώρισε οφειλή της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προς αυτόν ύψους 25.838,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε η 29.12.2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που στρεφόταν και κατά του πιο πάνω διαδίκου, χωρίς κατά τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να δηλωθεί διακοπή και συνέχιση της δίκης εκ μέρους των κληρονόμων του αποβιώσαντος.

Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθ. 649/25.10.2018 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και ως προς τον "διάδικο" αυτό. Κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκε η από 1.3.2019 και με αριθ. κατάθ. 231/14/1.3.2019 ένδικη αίτηση αναίρεσης από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, η οποία στρέφεται ατομικά και κατά του Α.

Α. Ι., ο οποίος όμως κατά τα ήδη προαναφερθέντα είχε προαποβιώσει πολύ πριν την άσκηση αυτής (4.5.2017). Μάλιστα κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αυτός φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από κοινού με τους λοιπούς ομοδίκους από τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Τουτζιαράκη, εφοδιασμένο με την χορηγηθείσα από τον ως άνω πριν το θάνατο του από 30.1.2017 εξουσιοδότηση που αφορούσε και την ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη, ο οποίος μάλιστα εκπροσώπησε αυτόν και κατά την έκκλητη δίκη.

Περαιτέρω από το ανωτέρω έγγραφο που υπογράφεται από τον Υποδιοικητή της αναιρεσείουσας, ως αναπληρωτή της Διοικήτριας, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου ήταν σε γνώση του θανάτου του ως άνω διαδίκου, υπαλλήλου της, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αφού με βάση το έγγραφο αυτή η αρμόδια διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού βεβαιώνει τη λύση της υπαλληλικής σχέσης του Α.

Α. με αυτήν από 4.5.2017, λόγω θανάτου. Επομένως, εφόσον η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι ασκηθέντες με ίδιο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι στρέφονται κατά διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το γεγονός δε του θανάτου ήταν σε γνώση της αναιρεσείουσας, πρέπει αυτοί ν' απορριφθούν αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.

α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ζήτημα καταδίκης της αναιρεσείουσας στην πληρωμή δικαστικών εξόδων, μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 3ο των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρα 176,183 του ΚΠολΔ, δεν γεννάται, εφόσον ο "δικαιούχος" αυτών ως άνω 3ος των αναιρεσιβλήτων είναι ανύπαρκτο πρόσωπο.

Με την από 1.3.2019 και με αριθ. κατάθεσης 231/14/1.3.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 24.10.2019 και με αριθ. κατάθ. 107/24.10.2019 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 649/25.10.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 29.12.2017 και με αριθ. κατ. 98/17/5.1.2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου και επικυρώθηκε έτσι η υπ' αριθ. 5061/16.11.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της κατά την κύρια αυτής βάση ως κατ' ουσία βάσιμη η από 24.2.2017 και υπ' αριθ.

κατάθ. 2105/1032/24.2.2017 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και είχε αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα οφείλει να τους καταβάλει τα εκεί αναγραφόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση, για διαφορές αποδοχών του διαστήματος από 1.1.2015 έως 30.4.2017, οφειλόμενες στη μείωση των καταβαλλομένων αποδοχών τους κατ' εφαρμογή ρυθμίσεων του Ν. 4093/2012 που κρίθηκε ότι αντίκεινται σε διατάξεις του Συντάγματος, στον μη υπολογισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας με βάση το βασικό μισθό του Πρωτοδίκη και στην παράλειψη εκ μέρους της εναγομένης της ένταξης αυτών ως Διευθυντών αναδρομικά από 31.12.2014, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 38 του Ν. 4368/2016.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης απόφασης επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 31 Ιανουαρίου 2019, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση επί αντιγράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Ν., η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 1 Μαρτίου 2019 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24 Οκτωβρίου 2019 και επίδοση αυτών αυθημερόν στον παραστάντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Τουτζιαράκη Ιωάννη, ως αντίκλητο αυτών (άρθ. 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015 σε συνδ.

με άρθ. 129 παρ.1 του ιδίου Κώδικα), όπως προκύπτει από την με αριθμό 915/24.10.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Τ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας αρχική δικάσιμο της 26ης Νοεμβρίου 2019 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Επομένως, ως προς τους παρισταμένους λοιπούς αναιρεσίβλητους, οι διαλαμβανόμενοι στα άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτουμένων κατά τα άρθρα 118 έως 120 ιδίου Κώδικα στοιχείων, και τους λόγους της έφεσης. Ως λόγοι της έφεσης νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις, συνιστάμενες, ως επί των πλείστον, σε νομικά ή/και πραγματικά σφάλματα του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και σπανιότερα σε παραδρομές του ιδίου του εκκαλούντος, δεκτικές συμπλήρωσης.

Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα και οι ελλείψεις που αποδίδονται στην εκκαλουμένη απόφαση και δικαιολογούν, κατά το αίτημα της έφεσης, την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της, ούτως ώστε να παρέχεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η δυνατότητα να κρίνει για τη βασιμότητα αυτών, αλλά και ο εφεσίβλητος να μπορεί να τους αντικρούσει.

Η αοριστία των λόγων της έφεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα, έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1130/2015, ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 692/2012, ΑΠ 864/2010, ΑΠ 1537/2006).

Ειδικότερα, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής είτε προτείνεται το πρώτον, είτε επαναφέρεται ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο έφεσης, ή με τις προτάσεις, δεν αρκεί να διαλαμβάνει απλώς ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που ήσαν απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων ελλείψεων στερείται ο εναγόμενος της δυνατότητας ν' αμυνθεί και το δικαστήριο της δυνατότητας να διαγνώσει τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 1271/1995, σχετ.

ΑΠ 1257/2009). Περαιτέρω, το κατά τα άρθρο 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής ελέγχεται από το περιεχόμενο του σχετικού δικογράφου και όχι από άλλα στοιχεία, όπως από τυχόν ζητηθέντα από τον ενάγοντα στοιχεία, που αφορούν την ουσιαστική βασιμότητα ή μη των διαλαμβανομένων στην αγωγή σχετικών κεφαλαίων αυτής ή από τυχόν ομολογία αυτού περί αοριστίας.

Σε κάθε δε περίπτωση, για να ιδρυθεί σχετικός λόγος αναίρεσης, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και μάλιστα ανεξαρτήτως του είδους της επικαλούμενης αοριστίας (νομικής, ποσοτικής ή ποιοτικής), καθότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 822/2013, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 75/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 29.12.2017 και με αριθ. κατ. 98/17/5.1.2018 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, την οποίο επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, με τον πρώτο λόγο της έφεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τον προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό αυτής περί αοριστίας της αγωγής, με τον οποίο ειδικότερα επικαλέσθηκε ότι οι ενάγοντες, μετά την επίδοση της αγωγής, ζήτησαν με αίτησή τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες της αναιρεσείουσας στοιχεία για τη συνολική τους προϋπηρεσία, προκειμένου να μην παρεισφρήσουν λάθη από την πλευρά τους και γίνουν διορθώσεις, εφόσον απαιτηθεί, ως προς τον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος αυτών, συνομολογώντας έτσι την αοριστία της αγωγής τους, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 224 του ΚΠολΔ που δεν επιτρέπει συμπλήρωση ή διόρθωση της αγωγής με τις προτάσεις.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος έφεσης ήταν αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού με αυτόν δεν αποδιδόταν συγκεκριμένη έλλειψη της αγωγής, προκύπτουσα από το αγωγικό δικόγραφο, ως προς το στοιχείο της προϋπηρεσίας εκάστου των εναγόντων ή ως προς κάποιο άλλο στοιχείο αναγκαίο για τη θεμελίωση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως αόριστο τον πρώτο λόγο έφεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με βάση τον οποίο ελέγχεται το παραδεκτό των προβληθέντων λόγων έφεσης.

Συνακόλουθα ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ο συναφής με αυτόν πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης δεν είναι βάσιμοι. Δεν ιδρύεται δε αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αβασίμως διαλαμβάνει η αναιρεσείουσα στον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, διότι τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης αυτής κατά το πρώτο αυτού σκέλος τον έλαβε κατά τα ανωτέρω υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και τον απέρριψε για τυπικούς λόγους.

Οι περιεχόμενες δε στον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης περαιτέρω αιτιάσεις που αναφέρονται σε ελλείψεις του δικογράφου της αγωγής σχετικά με την προϋπηρεσία των αναιρεσίβλητων και τον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος πρέπει ν' απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες, διότι αυτές δεν προτάθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, οι πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου και πρώτος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν.

Από τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι κάθε διάδικος οφείλει ν' αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 416 και 422 εδ. α του ΑΚ που ορίζουν ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή και ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί, σαφώς προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους, όπως είναι και ο εργοδότης εναγόμενος από τον μισθωτό προς πληρωμή οφειλομένων στον τελευταίο αποδοχών από την εργασία του (άρθ. 648, 649, 653 του ΑΚ), φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής που επάγεται ολική ή μερική απόσβεση της οφειλής του (ΑΠ 2018/2007), χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαίο να αποδείξει ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, αφού γι' αυτό μόνο είναι η διαφορά.

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται επί αγωγής του μισθωτού κατά του εργοδότη του με την οποία διώκεται η καταβολή διαφορών μεταξύ των οφειλομένων στον μισθωτό από το νόμο ή από τη σύμβαση αποδοχών και των καταβαλλομένων από τον εργοδότη του αποδοχών. Στην περίπτωση αυτή η αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής των αποδοχών που έχουν ήδη καταβληθεί από τον εργοδότη στον μισθωτό και της αιτίας καταβολής των, δεν μεταβάλλει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής, αλλά ουσιαστικά ενέχει εκ μέρους του μισθωτού καθ' υποφορά άρνηση του τυχόν ισχυρισμού του εργοδότη ότι οι καταβολές ανέρχονται σε μεγαλύτερα ποσά, ενόψει του ότι και οι αναγραφόμενες καταβολές αποτελούν κατ' ουσία τμήμα των συνολικών αξιώσεων του μισθωτού (ΑΠ 1291/1994), του οποίου όμως δεν ζητείται η επιδίκαση.

Από το άθροισμα δηλαδή του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού που θα κριθούν νόμιμες και θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν και κατά συνέπεια δεν ζητείται από τον ενάγοντα (ΑΠ 424/2018, ΑΠ 570/2018, ΑΠ 1004/2017) και θα επιδικασθεί το υπόλοιπο, εκτός εάν ο εργοδότης επικαλεσθεί και αποδείξει ότι οι από αυτόν καταβολές ανέρχονται σε μεγαλύτερο ποσό.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ. β του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση" προκύπτει ότι, εάν δεν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση συγκεκριμένου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο με επισκόπηση, κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, των προτάσεων (ΑΠ 176/2018, ΑΠ 1227/2010), ο τρόπος άσκησης της παρεχομένης από τη διάταξη αυτή διακριτικής ευχέρειας από το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1259/2018, ΑΠ 176/2018, ΑΠ 2194/2014, ΑΠ ΑΠ 1203/2009, ΑΠ 369/2008, ΑΠ 60/2008).

Επομένως, μόνο εάν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση συγκεκριμένου ισχυρισμού και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β του ΚΠολΔ της παρά το νόμο λήψης αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν (ΑΠ 176/2018, ΑΠ 1227/2010, ΑΠ 1207/2014, ΑΠ 1203/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου κατά τα υπό στοιχεία (α) και (β) σκέλη του και με τον συναφή δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση των αριθμών 11 περ. β και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να συναγάγει ομολογία ως προς το ύψος των αποδοχών που καταβλήθηκαν στους αναιρεσίβλητους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από το ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε ειδικά τόσο στην πρωτοβάθμια, όσο και στην δευτεροβάθμια δίκη τα ποσά αυτά, παρείδε ότι αυτή με τις προτάσεις της είχε αρνηθεί στο σύνολό της την βασιμότητα της αγωγής και με τον τρόπο αυτό παρέβη τους ορισμούς του νόμου, ως προς την κατανομή του βάρους απόδειξης (άρθ. 338 του ΚΠολΔ), το οποίο για τις καταβολές αυτές έφεραν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι που έπρεπε ν' αποδείξουν την βασιμότητα της αγωγής τους, παράλληλα δε έλαβε υπόψη της αποδεικτικά στοιχεία (ομολογία) που δεν προσκομίσθηκαν, υποπίπτοντας έτσι στις πιο πάνω αναιρετικές πλημμέλειες.

Οι λόγοι αυτοί κατά το πρώτο αυτών σκέλος της συναγωγής ομολογίας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρο 261 εδ. β του ΚΠολΔ, λόγω της μη αμφισβήτησης του συγκεκριμένου ισχυρισμού περί του ύψους των καταβολών, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων από το δικαστήριο της ουσίας, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και όπως διαλαμβάνεται άλλωστε και στους οικείους λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε ειδικά καμία από τις καταβολές αυτές, αρκεσθείσα μόνο σε γενική άρνηση της αγωγής, η οποία όμως δεν αρκεί για τον αποκλεισμό της συναγωγής ομολογίας από το δικαστήριο της ουσίας, κατά την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 261 εδ.

β του ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν (ομολογία) και έτσι δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Κατά το μέρος δε που με τους ίδιους λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως προς την κατανομή του βάρους απόδειξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τις καταβολές και το ύψος αυτών (εφόσον υπερβαίνουν τ' αναγραφόμενα στην αγωγή ποσά), ως περιστατικών που άγουν στην ολική ή μερική απόσβεση της οφειλής, αποδεικνύει ο οφειλέτης - εργοδότης και στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα.

Ο ίδιος δεύτερος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου κατά το υπό στοιχείο (γ) σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους την οικογενειακή παροχή του άρθρου 11 του Ν. 3205/2003 μετά την ισχύ του Ν. 4024/2011, χωρίς αυτό να ζητηθεί από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της επιδίκασης μη αιτηθέντος, είναι αβάσιμος, διότι η εν λόγω οικογενειακή παροχή, ύψους 35 ευρώ μηνιαίως, είχε ζητηθεί με την αγωγή από όλους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, ως χωριστό τμήμα του συνόλου των διεκδικουμένων αποδοχών τους (βλ.

σελ. 20 - 28 της αγωγής). Επομένως οι δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου και δεύτερος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τοιαύτη περίπτωση συντρέχει και όταν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα (κυρίως έγγραφα) δεν προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο παραδεκτό και νόμιμο,

όπως ειδικότερα, επί διαφοράς εκδικαζομένης κατά ειδική διαδικασία, όπως η διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, όταν αυτά δεν προσκομίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, οπότε λαμβάνει χώρα και η κατάθεση των προτάσεων όπου πρέπει να γίνεται επίκληση των εγγράφων αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 591 παρ. 1 περ.

γ έως στ, 614 αριθ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015, αλλά προσκομίσθηκαν βραδύτερον μετά τη συζήτηση με την προσθήκη στις προτάσεις αυτών, εκτός εάν τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύουν ισχυρισμό που προβάλλεται σε αντίκρουση ισχυρισμού του αντιδίκου, που είχε προβληθεί με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (ΑΠ 616/2015, ΑΠ 543/2014, ΑΠ 1058/2011, ΑΠ 659/2007, ΑΠ 1672/2000).

Περίπτωση όμως απαράδεκτης λήψης εγγράφων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν συντρέχει προκειμένου περί εγγράφων που είχαν προσκομισθεί απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης μετά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο αυτό.

Και τούτο διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του Ν. 2915/2001 (η οποία δεν τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015) και η οποία εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών κατά το άρθρο 591 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αφού δεν αντίκειται στις ειδικές ρυθμίσεις της εν λόγω διαδικασίας, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή και νέων αποδεικτικών μέσων, με την επιφύλαξη απόκρουσης αυτών από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, περίπτωση περί της οποίας δεν πρόκειται.

Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήσαν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κλπ, είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 1621/2009, ΑΠ 1107/2008, ΑΠ 221/1993).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 346, 453 και 591 παρ. 1 στοιχ. ε του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ιδίως τα έγγραφα).

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 9/2000).

Τέλος για το ορισμένο του ως άνω από τον αριθμό 11 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης περί λήψης υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου που δεν προσκομίσθηκε, πρέπει να εξειδικεύεται με το αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παρά το νόμο λήφθηκε υπόψη και ειδικότερα επί εγγράφου να προκύπτει η ταυτότητα αυτού (ΑΠ 1472/2018, 478/2017, ΑΠ 874/2015, ΑΠ 1669/2014), να διαλαμβάνεται ο λόγος για τον οποίο το αποδεικτικό αυτό μέσο δεν έπρεπε να ληφθεί από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 826/2015, ΑΠ 1058/2011) και, επί πλέον, να προβάλλεται ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 826/2015, ΑΠ 1058/2011, ΑΠ 839/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν νομίμως και ειδικότερα έγγραφα (τις με αριθ. 19388 και 19391/26.4.2016 πράξεις της Διοικήτριας και ατομικά δελτία κατάταξης ορισμένων εκ των εναγόντων), τα οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν προσκομίσει απαραδέκτως μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης και είχαν επικαλεσθεί αυτά με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων αυτών.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι προεχόντως αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτούς εάν ο σχετικός περί απαραδέκτου ισχυρισμός προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις ενώπιον αυτού προτάσεις της. Σε κάθε περίπτωση όμως οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι δεν είναι βάσιμοι, διότι, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν είχαν προσκομισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον αυτού, πολλώ δε μάλλον λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που είχαν απαραδέκτως προσκομισθεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μετά τη συζήτηση, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης, χωρίς να συντρέχουν οι κατά το νόμο προϋποθέσεις του επιτρεπτού της καθυστερημένης προσκομιδής και επίκλησης αυτών.

Η περαιτέρω διαλαμβανόμενη στον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αναιρετική πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), των οποίων η επίκληση δεν ήταν νόμιμη κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, καθότι έλαβε χώρα χωρίς να γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτόδικων προτάσεων των εφεσίβλητων, όπου αυτά αναφέρονταν, αλλά με την παράθεση αποσπάσματος της προσθήκης τους και χωρίς να γίνεται εξειδίκευση αυτών, είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των από 20.9.2018 προτάσεων των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η επίκληση των εγγράφων αυτών έλαβε χώρα με τις ανωτέρω προτάσεις των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και όχι με ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων αυτών -τοιαύτη ενσωμάτωση δεν υφίσταται -, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και με ειδική αναφορά σε αυτά, από την οποία προκύπτει η ταυτότητά τους (βλ.

σελ. 11 - 12 των εν λόγω προτάσεων). Επομένως οι τρίτος λόγος του κυρίως δικογράφου και τέταρτος πρόσθετος κατά το πρώτο αυτού σκέλος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 στοιχ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Προκειμένου όμως να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) να αφορά ως εκ του περιεχομένου του ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και κατά συνέπεια μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 1588/2011, ΑΠ 1652/2009, ΑΠ 331/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο πρόσθετο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν καθίσταται βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων:

α) το με αριθ. πρωτ. 17815/21.4.2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικής Οργάνωσης και Υποστήριξης της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, που αναφερόταν στην υπηρεσιακή κατάσταση των αναιρεσιβλήτων με μνεία του νομικού πλαισίου μισθοδοσίας αυτών και της επανακάταξής τους κατ' εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας και ειδικότερα του Ν. 4368/2016 και β) την από 27.2.2017 αίτηση των αναιρεσίβλητων, με την οποία προς απόδειξη της αγωγής τους ζητούσαν από την αναιρεσείουσα την παροχή συμπληρωματικών στοιχείων ως προς την προϋπηρεσία τους, τα οποία αυτή επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της και προσκόμισε στο εν λόγω δικαστήριο.

Ανεξαρτήτως του ότι τα ως άνω έγγραφα, ως εκ του ανωτέρου περιεχομένου τους, δεν ήταν κρίσιμα για την έκβαση της διαφοράς, αφού ακριβώς αυτή αναγόταν στη διαφορετική ερμηνεία της κείμενης νομοθεσίας μεταξύ των αναιρεσίβλητων και της αναιρεσείουσας ως προς το ύψος της μισθοδοσίας των και την επανακατάταξή τους με το Ν. 4368/2016, από την διαλαμβανομένη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορά στο φύλλο 12ο αυτής ότι "...

από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και από τις ομολογίες τους, όπου ειδικότερα αναφέρεται στη συνέχεια, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:..." δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, και τα έγγραφα αυτά.

Επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Επίσης δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με ανακύπτοντα νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή κατ' αυτούς ερμηνεία διατάξεων του νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 1090/2014, ΑΠ 2264/2014, ΑΠ 69/2013, ΑΠ 1492/2011).

Τέλος προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 728/2010, ΑΠ 130/2004), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο προταθείς ισχυρισμός δεν είχε επαναφερθεί με νόμιμο τρόπο (άρθ. 240 του ΚΠολΔ) στο Εφετείο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, αφού διαλαμβάνει στον οικείο αναιρετικό λόγο την προταθείσα με τις πρωτόδικες προτάσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων νομική επιχειρηματολογία αυτών, με βάση τη διαμορφωθείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σχετικά με την αντισυνταγματικότητα των περικοπών που επέβαλε από 1.8.2012 στις αποδοχές τους ο αριθ. 27 της υποπαραγ. Γ 1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τους ως άνω νομικούς ισχυρισμούς και τα νομικά επιχειρήματα αυτών, παρόλο που οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν επαναφέρθηκαν νομίμως, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις αυτών στο Εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι νομικοί ισχυρισμοί και γενικότερα η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου, έστω και μακροχρόνια, ακόμη και εάν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται καταφανώς των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Προϋπόθεση, επομένως, της ίδρυσης λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι η έρευνα της ουσίας της διαφοράς και κατάρτιση ελάσσονος πρότασης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας επί της αγωγής ή της ένστασης, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως νομικά αβάσιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού διέλαβε τα ανωτέρω στη μείζονα αυτού σκέψη αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 281 του ΑΚ, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την πρωτοδίκως υποβληθείσα και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένσταση κατάχρησης δικαιώματος της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας ούτω την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός του εναγομένου που υποβλήθηκε πρωτόδικα και επαναφέρεται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής του, ότι η αγωγή των αντιδίκων του για τις επίδικες μισθολογικές διαφορές ασκείται καταχρηστικά μετά πάροδο πέντε ετών από την εφαρμογή του Ν. 4093/2012 και ενώ οι ίδιοι (ενάγοντες) παρέμειναν στην υπηρεσία του επί πενταετία, αποδεχόμενοι μέχρι την άσκηση της αγωγής τους τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται το εκκαλούν προς θεμελίωσή του, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματός του και η μη διαμαρτυρία του, όπως εν προκειμένω, και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά την επιγενομένη άσκησή του καταχρηστική, αφού προς τούτο απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Το εναγόμενο όμως δεν επικαλείται ότι η αδράνεια των εναγόντων συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά τους, συνεπεία των οποίων η μεταβολή της στάσης τους έχει ως αποτέλεσμα την εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με τρόπο ώστε να προκαλούνται δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του και να καθίσταται η άσκηση των επίδικων δικαιωμάτων μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα μόνη η ένταξη του υπαλλήλου με αίτηση του στον οικείο δημόσιο φορέα που εφήρμοζε το υφιστάμενο μισθολογικό καθεστώς κατά την κείμενη νομοθεσία, όπως ήταν το διαμορφωθέν μετά τις περικοπές του Ν. 4093/2012 μισθολογικό καθεστώς, και η έλλειψη διαμαρτυρίας του υπαλλήλου για περίοδο πέντε περίπου ετών από την έναρξη εφαρμογής των περικοπών μέχρι την άσκηση της αγωγής, δεν καθιστά αυτή, καθ' εαυτή, την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού λήψης μισθολογικών διαφορών, καταχρηστική, ως καταφανώς υπερβαίνουσα τα όρια του άρθρου 281 του ΑΚ.

Ούτε επίσης η αίτηση ένταξης των αναιρεσίβλητων στην αναιρεσείουσα 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, η αίτηση κατάταξης αυτών σε βαθμούς κατά την κείμενη νομοθεσία ή η αίτηση επανακατάταξης αυτών που οι ίδιοι υπέβαλαν προς την αναιρεσείουσα συνιστούν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών, οι οποίες, λόγω και της ως άνω αδράνειας τους, καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτών για καταβολή μισθολογικών διαφορών, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στον όγδοο πρόσθετο αναιρετικό λόγο.

Τέλος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος (άρθ. 281 του ΑΚ) ως νομικά αβάσιμη, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενος κατά τους ως άνω αναιρετικούς λόγους στην έλλειψη αιτιολογίας αυτής αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικότητας της άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, αφού αυτοί με την προπαρατεθείσα συμπεριφορά τους είχαν παραιτηθεί του δικαιώματος διεκδίκησης των ένδικων διαφορών.

Επομένως οι λόγοι αυτοί, κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και όγδοος κατ' ορθή αρίθμηση (και όχι ένατος) πρόσθετος πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν.

Με τον έβδομο και υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου κατά το τελευταίο αυτού σκέλος (in fine) και τον ένατο (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι δέκατο) και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κατά το τελευταίο σκέλος του πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει (επικουρικά) στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, εφόσον έκρινε ότι οι περικοπές που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις του αριθ. 27 της υποπαρ.

Γ1 της παραγρ. Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 ήταν αντίθετες προς διατάξεις του Συντάγματος και επιδίκασε τις ούτω προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, εσφαλμένως στη συνέχεια δεν όρισε να επέλθουν οι συνέπειες της κρίσης της αυτής από τη δημοσίευσή της, όπως είχε πράξει το Συμβούλιο της Επικρατείας με τη με αριθ. 431/2018 απόφαση της Ολομελείας του και έτσι παραβίασε τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, υποπίπτοντας στις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες.

Ο ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθότι η παρέχουσα την ανωτέρω ευχέρεια στο Συμβούλιο της Επικρατείας διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Ν. 4274/2014, αφενός μεν δεν αφορά τους διαδίκους της συγκεκριμένης ακυρωτικής δίκης και όσους άλλους έχουν ασκήσει ήδη ένδικα βοηθήματα προς ακύρωση της διοικητικής πράξης, αφετέρου δε η θέσπισή της οφείλεται στην erga omnes αναδρομική ακύρωση της ισχύος της προσβληθείσας ατομικής ή κανονιστικής διοικητικής πράξης κατά το άρθρο 50 παρ. 1 του Π.Δ/τος 18/1989 και τις εξ αυτής προκύπτουσες επαχθείς για τον δημόσιο φορέα συνέπειες (ΟλΣτΕ 431/2018).

Τοιαύτη περίπτωση δεν συντρέχει επί πολιτικής δίκης, όπου η δεσμευτική ισχύς της απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου είναι περιορισμένη στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, των καθολικών και ειδικών διαδόχων τους και ορισμένων ακόμη προσώπων (άρθ. 325 επόμ. του ΚΠολΔ) και συνεπώς οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν μπορεί να εφαρμοσθούν, ούτε και αναλόγως.

Ούτε με τη ρύθμιση αυτή παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στον πρόσθετο αναιρετικό λόγο. Κατά συνέπεια, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν ήταν νόμιμος, δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος ούτε από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ από την τυχόν παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας ν' αποφανθεί επ' αυτού και συνακόλουθα ο περί τούτου έβδομος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου κατά το τελευταίο του σκέλος είναι απαράδεκτος.

Επομένως οι έβδομος κατά το τελευταίο αυτού σκέλος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ένατος (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι δέκατος) κατά το τελευταίο σκέλος του πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν. Με τον δέκατο (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι ενδέκατο) και τελευταίο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 140 παρ. 3 και 144 εδ.

τελ. του Ν. 4270/2014 δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή καταβολής μισθολογικών διαφορών για το διάστημα από 1.1.2015 έως 1.3.2017, οι οποίες είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, την οποία όφειλε να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού η διακοπή της παραγραφής έλαβε χώρα στις 28.2.2017 με την επίδοση της αγωγής στην εναγομένη - αναιρεσείουσα.

Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως άνω διατάξεις ρυθμίζουν τα της παραγραφής μισθολογικών αξιώσεων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου των υπαλλήλων αυτού (όπως και οι προϊσχύσασες διατάξεις του Ν. 2362/1995) και δεν αφορούν αξιώσεις υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως η αναιρεσείουσα 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου (άρθ. 1 παρ.2 του Ν. 3329/2005) έναντι της τελευταίας, όπου ισχύουν άλλες διατάξεις, με συνέπεια οι διατάξεις των άρθρων 140 παρ.3 και 144 εδ.

τελ. του Ν. 4270/2014 να μην μπορεί να τύχουν εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση. Επομένως ο δέκατος πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 υπό τον παράτιτλο "Μισθολογικές διατάξεις του δημόσιου τομέα" αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2015.

Επείγοντα μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ΦΕΚ Α 222) αντικαταστάθηκαν η παράγραφος 1 του άρθρου 43 [όπως η παρ.1 του άρθρου 43 του Ν.3205/2003 είχε αντικατασταθεί αρχικά με το άρθ. 6 του Ν. 3754/2009 (ΦΕΚ Α 43) και στη συνέχεια με το άρθ. 55 παρ.2 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α 31), λόγω της θέσπισης του βαθμού του Συντονιστή - Διευθυντή] και οι παράγραφοι 3, 4 και 6 του άρθρου 44 του κεφαλαίου Γ του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. ..." (ΦΕΚ Α 297), [όπως η παρ. 6 είχε αντικατασταθεί αρχικά με το άρθρο 66 παρ. 33 του Ν. 3984/2011 ΦΕΚ Α 150)], και ορίσθηκε το ύψος του βασικού μισθού των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας αναλόγως του βαθμού αυτών [Συντονιστής - Διευθυντής, Διευθυντής, Επιμελητής Α', Επιμελητής Β', Ειδικευόμενος] (με την πρώτη διάταξη) και το ύψος των χορηγουμένων σε αυτούς επιδομάτων α) νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, β) πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, τα οποία διαφοροποιούνταν αναλόγως του βαθμού του ιατρού και του γ) επιδόματος θέσης ευθύνης στους συντονιστές διευθυντές και σε όσους διευθυντές ασκούν χρέη συντονιστή και για όσο χρόνο ασκούσαν καθήκοντα των βαθμών τους (με τη δεύτερη διάταξη) σε νέα χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τα όσα ορίζονταν μέχρι τότε από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.

Εξ άλλου οι ιατροί που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως και οι μόνιμοι ιατροί), αρχικά μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του ΙΚΑ - ΤΕΑΜ [άρθ. 17 παρ.1 και 2 και 26 παρ. 9 του Ν. 3918/2011, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος προστέθηκε με την παρ.21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150)] και στη συνέχεια μετατάχθηκαν / μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και κατόπιν αίτησής τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), όπως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα άρθρα 16 παρ.1 και 17 παρ.1 του Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38). Με το άρθρο 18 του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης / μεταφοράς το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., ενώ με το άρθρο 21 παρ.2 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι το ιατρικό / οδοντιατρικό προσωπικό, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ότι, μετά την ένταξή τους σε θέσεις του κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις.

Κατά συνέπεια μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών /οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρών και οδοντίατρων, που είχαν ήδη μεταταχθεί / μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ.

που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι, πέραν των μειώσεων των αποδοχών τους που προβλέφθηκαν με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012, οι ως άνω ιατροί, όπως και οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα υπάλληλοι και λειτουργοί, είχαν κατά το παρελθόν υποστεί και άλλες περικοπές των αποδοχών τους προς αντιμετώπιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα με προηγούμενα νομοθετήματα, οι οποίες (προηγούμενες μειώσεις) κρίθηκαν συνταγματικά ανεκτές και συμβατές με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ Υπόθεση Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, ΟλΣτΕ 668/2012, ΟλΕλΣυν 1388/2018, ΑΠ 1460/2018, ΑΠ 1147/2015).

Στην ένδικη υπόθεση, επί της από 24.2.2017 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ιατρών που εργάζονταν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αρχικά στο ΙΚΑ - ΤΕΑΜ, στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Π.Υ και τέλος στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, μετά την μετάταξη / μεταφορά τους σε αυτήν και την ένταξη τους σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ, με την οποία διωκόταν, κατά την κυρία αυτής βάση, η επιδίκαση (μεταξύ άλλων) σε αυτούς για τη χρονική περίοδο από 1.1.2015 έως 30.4.2017 των διαφορών μεταξύ των λαμβανομένων αποδοχών τους πριν τις πιο πάνω περικοπές που επιβλήθηκαν με την ως άνω διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ.

α, β και γ του Ν. 4093/2012 και των καταβαλλομένων σε αυτούς από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αποδοχών μετά τις πιο πάνω περικοπές, οι οποίες (περικοπές) είχαν ήδη κριθεί αντισυνταγματικές με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 5061/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε την πιο πάνω αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση ως βάσιμη κατ' ουσία, κρίνοντας ότι οι επιβληθείσες με την πιο πάνω διάταξη του Ν. 4093/2012 περικοπές των αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων αντίκεινται σε διατάξεις του Συντάγματος και αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει σε αυτούς τα εκεί αναγραφόμενα ποσά (στα οποία περιλαμβάνονται και οι διαφορές αποδοχών λόγω των πιο πάνω περικοπών), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, κατόπιν άσκησης της από 29.12.2017 (αρ. κατ. 98/17/5.1.2018) έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4, 79 παρ.1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι ναι μεν σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, ιδίως όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλομένων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος, πλην όμως η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν όπως το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ως επίσης και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.

Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση και τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων και της είσπραξης φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται κυρίως άλλες κατηγορίες πολιτών.

Δέχθηκε επίσης ότι από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 5, 21 παρ.3 και 22 παρ.5 του Συντάγματος γεννάται ευθεία υποχρέωση του Κράτους και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης για την προστασία της υγείας των πολιτών, εργαζομένων και συνταξιούχων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου, τις οποίες (υπηρεσίες υγείας) επιτρέπεται να παρέχουν μόνο εκείνα τα πρόσωπα, που έχουν τα κατά νόμο αναγκαία προς τούτο προσόντα.

Ότι προς εκπλήρωση της παραπάνω συνταγματικής επιταγής για τη λήψη μέτρων προστασίας της υγείας, εκδόθηκε ο Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας", με τον οποίο οργανώθηκε η παροχή υπηρεσιών υγείας προς τους πολίτες με τη δημιουργία δημόσιου τομέα υγείας και ρυθμίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ζητήματα της υπηρεσιακής κατάστασης και του μισθολογικού καθεστώτος των ιατρών του κλάδου Ε.Σ.Υ., με τη θέσπιση ειδικού προς τούτο μισθολογίου, αποτελουμένου από το βασικό μισθό, αναλόγως του βαθμού του ιατρού, τα διάφορα επιδόματα, αποζημιώσεις και προσαυξήσεις.

Ότι για τη διαμόρφωση του πιο πάνω ειδικού μισθολογίου, που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη εξασφάλισης στον ιατρό ενός εισοδήματος που να τον απαλλάσσει από τις βιοποριστικές του ανάγκες, έτσι ώστε να αφήνεται απερίσπαστος στην εκτέλεση του έργου του, λήφθηκαν υπόψη οι ειδικότερες συνθήκες άσκησης του ιατρικού έργου, οι ιδιαίτερες ευθύνες του ιατρού από την άσκηση του λειτουργήματος του και η σημασία του έργου του για το κοινωνικό σύνολο και το συγκεκριμένο άτομο που του εμπιστεύεται την υγεία ή και τη ζωή του, η ανάγκη για διαρκή εκπαίδευση του ιατρού στην επιστήμη του, η συνεχής ενημέρωση, συμπλήρωση και ανανέωση της γνώσης του πάνω στις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και της ιατρικής τεχνολογίας προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, η μεγάλη διάρκεια της πανεπιστημιακής του εκπαίδευσης, η πολύχρονη μεταπτυχιακή εκπαίδευση για τη λήψη ειδικότητας, ο περισσότερος χρόνος εργασίας συγκριτικά με άλλους κλάδους της διοίκησης και ιδίως η υποχρέωση των ιατρών να εργάζονται και πέραν από το κανονικό ωράριο εργασίας και να τελούν σε κατάσταση ετοιμότητας στις εφημερίες που επάγεται έντονη δέσμευση της ιδιωτικής των ζωής, οι πάγιες ανάγκες για απόκτηση επιστημονικών συγγραμμάτων και ιατρικών περιοδικών για την ενημέρωσή του στη διεθνή και εσωτερική βιβλιογραφία, η υποχρέωση αυτού να παρέχει τις υπηρεσίες του σε οποιονδήποτε έχει ανάγκη και υπό οιεσδήποτε συνθήκες και η απαγόρευση άσκησης από αυτόν οποιουδήποτε ιδιωτικού έργου.

Ότι με το άρθρο 6 του Ν. 3754/2009 και στη συνέχεια με το άρθρο 55 παρ.2 του Ν. 3918/2011 (ενόψει θέσπισης βαθμού συντονιστή - διευθυντή) αντικαταστάθηκε το άρθρο 43 του Ν. 3205/2003 και αναμορφώθηκαν οι βασικοί μισθοί των ιατρών στα εκεί αναφερόμενα επίπεδα και ειδικότερα ο βασικός μηνιαίος μισθός του Διευθυντή ορίσθηκε σε 2.054 ευρώ, του Επιμελητή Α' σε 1.759 ευρώ, του Επιμελητή Β' σε 1.468 ευρώ και του Ειδικευόμενου σε 1.027 ευρώ.

Ότι στη συνέχεια με το άρθρο πρώτο παρ. Γ υποπ. Γ1 αριθ. 27 του Ν. 4093/2012 αντικαταστάθηκε εκ νέου η διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 3205/2003 και ο βασικός μηνιαίος μισθός του Διευθυντή μειώθηκε σε 1.580 ευρώ, του Επιμελητή Α' σε 1.513 ευρώ, του Επιμελητή Β' σε 1.321 ευρώ και του Ειδικευόμενου σε 1.007 ευρώ. Ότι με την ίδια διάταξη του Ν. 4093/2012 αντικαταστάθηκαν οι παρ. 3, 4 και 6 του άρθρου 44 του Ν. 3205/2003, όπως η τελευταία (παρ. 6) είχε ήδη αντικατασταθεί με το άρθ. 66 παρ.33 του Ν. 3984/2011 και μειώθηκαν για τους βαθμούς του Διευθυντή (και του Συντονιστή - Διευθυντή), Επιμελητή Α', Επιμελητή Β' και Ειδικευόμενου τα εκεί προβλεπόμενα επιδόματα α) νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών σε 238, 205, 174 ευρώ και 190 ευρώ αντίστοιχα, β) πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε συνέδρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης σε 225, 195, 164 και 123 ευρώ αντίστοιχα και θέσης ευθύνης για τους Συντονιστές - Διευθυντές και σε όσους διευθυντές ασκούν χρέη Συντονιστή και για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα των βαθμών τους σε 156 ευρώ.

Ότι με τις ίδιες διατάξεις του Ν. 4093/2012, πέραν της ολοσχερούς κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, μειώθηκε και η αποζημίωση των ιατρών για τις ενεργείς εφημερίες των (παρ. 27 εδ. δ έως στ της διάταξης αυτής). Ότι με τις πιο πάνω διατάξεις ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η χώρα εξακολουθεί να έχει προβλήματα με την φορολογική συμμόρφωση, την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο υπαλλήλων και λειτουργών με βάση τα ειδικά μισθολόγια.

Ότι, αν και επρόκειτο για διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων, ορισμένες των οποίων συνδέονταν με την κατά το Σύνταγμα άσκηση κρατικής αποστολής, ο νομοθέτης αντιμετώπισε αυτές συλλήβδην ως ενιαίο οικονομικό μέγεθος, στο οποίο υπολογιζόμενο ως σύνολο έπρεπε να μειωθεί το μέγεθός του κατά 10%, στο πλαίσιο επιχειρουμένης μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Ότι με βάση το εξισωτικό αυτό κριτήριο θεσπίσθηκαν μεγαλύτερα ποσοστά μείωσης (άνω του 10%) στα μισθολόγια όπου το ύψος των αποδοχών ήταν γενικά μαθηματικώς υψηλότερο και μικρότερα ποσοστά σε εκείνα στα οποία το ύψος των αποδοχών ήταν μαθηματικώς χαμηλότερο, εντός δε του ιδίου μισθολογίου μειώθηκαν κατά μεγαλύτερο ποσοστό οι αποδοχές των όσων κατείχαν υψηλότερους βαθμούς στην ιεραρχία.

Ότι κατ' εφαρμογή του αμιγώς αριθμητικού αυτού κριτηρίου, με τις ρυθμίσεις του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 του Ν. 4093/2012 επιβλήθηκαν οι ανωτέρω μειώσεις, οι οποίες μάλιστα ήταν μεγαλύτερες (άνω του 10%) στο μηνιαίο βασικό μισθό των Συντονιστών Διευθυντών, Διευθυντών και Επιμελητών Α, ενώ οι μειώσεις επί των προαναφερθέντων επιδομάτων κυμάνθηκαν σε ποσοστό άνω του 10% για όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας των ιατρών.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ναι μεν ο νομοθέτης έχει διακριτική ευχέρεια για την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων και ευρύ περιθώριο εκτίμησης για τη διαμόρφωση των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ, πλην όμως τα δικαστήρια μπορούν, χωρίς να υπεισέλθουν σε έρευνα της σκοπιμότητας των νομοθετικών επιλογών, να ερευνήσουν το αμιγώς νομικό ζήτημα εάν λήφθηκε υπόψη η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών που απορρέει εμμέσως από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος και η από τη συνταγματική αρχή της ισότητας υποχρέωση του νομοθέτη να μεταχειρίζεται άνισα τις άνισες καταστάσεις.

Ότι, ενόψει του ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις διασπούν μια πάγια μισθολογική μεταχείριση των ιατρών, για την τεκμηρίωση αυτών (ρυθμίσεων) έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα αναφερόμενα στην απόφαση κριτήρια (η εξέλιξη των οικονομικών συνθηκών και γενικά το κόστος διαβίωσης, η ανάγκη διαφύλαξης του κύρους των ιατρών με τη λήψη υπόψη της φύσης των καθηκόντων τους και των ειδικών συνθηκών άσκησης του έργου των, οι ιδιαίτερες απαιτήσεις του ιατρικού λειτουργήματος όσον αφορά το χρόνο απασχόλησης, την ένταση και ποιότητα της εργασίας, τις ιδιαίτερες ευθύνες από την άσκησή του, το καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, η μεγαλύτερη διάρκειας της ιατρικής εκπαίδευσης και κτήσης ειδικότητας, όπως επίσης και οι δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργία του ΕΣΥ και στην ποιότητα των παρεχομένων από το κράτος υπηρεσιών υγείας με τη διαρροή έμπειρων επιστημόνων στο εξωτερικό για την εκπαίδευση των οποίων διατέθηκαν σημαντικοί πόροι, τόσο ιδωτικοί, όσο και κρατικοί).

Ότι ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του Ν. 4093/2012, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με το νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με το Ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι κατά τον προσδιορισμό του ύψους των πιο πάνω περικοπών λήφθηκαν υπόψη, πέραν του ως άνω καθαρώς αριθμητικού και ως εκ τούτου προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, τα ως άνω στοιχεία, και ειδικότερα δεν προκύπτει ότι εκτιμήθηκαν ειδικά οι επιπτώσεις από τις μειώσεις αυτές στη λειτουργία του Ε.Σ.Υ.

ούτε αν οι εκ των μειώσεων επιπτώσεις είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το προκύπτον οικονομικό όφελος, ούτε αν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος με μικρότερο κόστος για το ιατρικό προσωπικό. Ούτε επίσης εξετάσθηκε εάν μετά τις πιο πάνω περικοπές, οι αποδοχές των ιατρών παραμένουν επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους διαβίωσης των.

Ότι οι επίδικες μειώσεις που επήλθαν με το Ν. 4093/2012, σε συνδυασμό με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας με το νόμο αυτό, τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση μειώσεις που είχαν επιβληθεί διαδοχικώς κατά το παρελθόν με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, 4002/2011 και 4052/2012, καθώς και με άλλες μειώσεις του εισοδήματος αυτών που επιβλήθηκαν την περίοδο της κρίσης με παράπλευρα νομοθετήματα (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ Τ.Π.Δ.Υ.

και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), υπερβαίνουν λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασης αυτών τα όρια που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης και της χρονίζουσας αδυναμίας της προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών, συνεπεία της οποίας κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων οι επίδικες νέες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών.

Με το πιο πάνω σκεπτικό και με παραπομπή σε αποφάσεις της πλειοψηφίας της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΟλΣτΕ 431/2018, ΟλΕλΣυν 7412/2015) που είχαν κρίνει ομοίως με παρόμοιες σκέψεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι μειώσεις των αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, που επιβλήθηκαν από 1.8.2012 με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ.

α, β και γ του Ν. 4093/2012 αντιβαίνουν στο άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη. Στη συνέχεια απέρριψε τους περί αντιθέτου δεύτερο και τρίτο λόγους της από 29.12.2017 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου και την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα εκεί αναγραφόμενα ποσά (στα οποία περιλαμβάνονται και οι διαφορές αποδοχών λόγω των πιο πάνω περικοπών).

Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης κατά το υπό στοιχεία Ι και

ΙΙ (α) έως (β) μέρος του και τον περί τούτου συναφή ένατο (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι δέκατο) πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί τ' ανωτέρω και ν' αποφανθεί ότι οι επιβληθείσες με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ.

α, β και γ του Ν. 4093/2012 μειώσεις αποδοχών των αναιρεσίβλητων αντιβαίνουν στο άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, παραβίασε ευθέως την ανωτέρω διάταξη και τις πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις, από τις οποίες και για όσα ειδικότερον διαλαμβάνονται στον έβδομο αναιρετικό λόγο δεν προκύπτει η παραβίασή τους με τη νομοθέτηση των πιο πάνω μειώσεων.

Ενόψει των προεκτεθέντων οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, το μεν δημιουργούν ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι η περί τούτου κρίση αφορά όχι μόνο τους αναιρεσίβλητους, αλλά μεγάλο αριθμό ιατρών που απασχολούνται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας, όπως είναι οι Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών όλης της χώρας, όπου έχουν ανακύψει αντίστοιχες διαφορές, πολλές των οποίων εκκρεμούν στα δικαστήρια της ουσίας, το δε διότι ανακύπτει ζήτημα συμβατότητας προς το Σύνταγμα της πιο πάνω διάταξης του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ.

α, β και γ του Ν. 4093/2012, με την οποία νομοθετήθηκαν οι προβλεπόμενες από αυτές μειώσεις αποδοχών των ιατρών και ειδικότερα της συμβατότητας αυτής με τις διατάξεις του 21 παρ.3 του Συντάγματος και της απορρέουσας από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών, καθώς και προς τις αρχές της ισότητας στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ.1 και 4 του Συντάγματος, λόγω μάλιστα και της διαμορφωθείσας υπέρ της άποψης της αντισυνταγματικότητας της διάταξης αυτής νομολογίας των λοιπών Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχεία Ι και

ΙΙ (α) έως (β) μέρος του και ένατος (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι δέκατος) πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος να παραπεμφθούν στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ.2 περ. β και γ του ΚΠολΔ και 23 παρ.1 και 2 εδ. γ περ. β του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.

Τέλος το παρόν αναιρετικό Τμήμα επιφυλάσσεται ν' αποφανθεί επί των λοιπών λόγων αναίρεσης, μετά την έκδοση της απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου, και ειδικότερα: α) επί του τέταρτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και του συναφούς έκτου (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι έβδομου) πρόσθετου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναφορικά με τον χρόνο από τον οποίο οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έπρεπε να καταταχθούν στον βαθμό του διευθυντή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 38 του Ν. 4368/2016 και ειδικότερα περί της αναδρομικής ή μη ισχύος της ρύθμισης αυτής από 31.12.2014, β) επί του πέμπτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και του συναφούς έβδομου (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι όγδοου) πρόσθετου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναφορικά με το εάν ο υπολογισμός του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ.

Α αριθ. 1 του άρθρου 30 του Ν. 3205/2003, στην οποία παρέπεμπε η διάταξη του άρθρου 44 παρ. Α αριθ.1 του ιδίου νόμου για τον υπολογισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας των ιατρών του Ε.Σ.Υ. θα υπολογιζόταν ή όχι με βάση τον βασικό μισθό του Πρωτοδίκη ύψους 2.067 ευρώ μηνιαίως, μετά την τροποποίηση του τελευταίου εδαφίου της πρώτης διάταξης του άρθρου 30 παρ.

Α αριθ. 1 του Ν. 3205/2003 με το άρθρο 181 παρ.2 του Ν. 4270/2014, όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 6 του Ν. 4307/2014 και γ) επί του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναφορικά με τη διατήρηση ή μη της οικογενειακής παροχής, ύψους 35 ευρώ μηνιαίως που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 στοιχ.

α του Ν. 3205/2003, στην οποία παρέπεμπε το άρθρο 44 παρ. Α αριθ. 5 του ιδίου νόμου για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. και μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4024/2011 (άρθ. 17 αυτού) και αναφορικά με την πληρότητα ή μη της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση των εναγόντων - αναιρεσίβλητων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.3.2019 αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους από 24.10.2019 λόγους αναίρεσης της με αριθ. 649/25.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, ως προς τον τρίτο των αναιρεσίβλητων Α. Α. Χ..

Απορρίπτει τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, έκτο και έβδομο κατά το τελευταίο σκέλος του λόγους αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο, όγδοο, ένατο κατά το τελευταίο σκέλος του και δέκατο πρόσθετους λόγους αναίρεσης της με αριθ. 649/25.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο σκεπτικό της παρούσας έβδομο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου κατά το υπό στοιχεία Ι και

ΙΙ (α) έως (β) μέρος του και ένατο (κατ' ορθή αρίθμηση και όχι δέκατο) πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος κατά της ιδίας ως άνω με αριθ. 649/25.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Επιφυλάσσεται ν' αποφανθεί επί των τέταρτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και επί των τρίτου, έκτου και έβδομου πρόσθετων λόγων αναίρεσης της ιδίας ως άνω με αριθ. 649/25.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, μετά την έκδοση απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου επί των παραπεμπομένων σε αυτήν λόγων αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ