308/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated308/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σημασιολογικώς σημαντική είναι η έγκαιρη προβολή των ισχυρισμών αυτών και όχι το αν προβλήθηκαν στο εισαγωγικό δικόγραφο ή στις προτάσεις. Περαιτέρω, κατά τον αρ.11γ του άνω άρθρου, θεμελιώνεται αναιρετήριος λόγος, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 308 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 308/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Κ. Π. του Α., 2Ε. Π. του Α., συζ. Ν. Κ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ακριτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.ΟΤΑ με την επωνυμία "...", ως καθολικού διαδόχου της τέως κοινότητας ..., που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο, 2.Παραθεριστικού Οικισμού με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη ... νομίμως εκπροσωπουμένου, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-1987 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2278/2014 Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2015 αίτησή τους και τους από 7-9-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 20-11-2017 έκθεση της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων . Ο πληρεξούσιος του παρόντος αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει απ'τις μετ'επικλήσεως προσκομιζόμενες .../4-10-2017 και .../26-10-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Ν.Π., στον απουσιάζοντα δεύτερο αναιρεσίβλητο έχουν επιδοθεί αντιστοίχως πιστά αντίγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο. Επομένως κατ'αρθρ.565 παρ.2 και 576 παρ.1 του ΚΠολΔ η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του εν λόγω αναιρεσιβλήτου.
ΙΙ. Κατ'άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ.8) "Πράγματα" κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Σημασιολογικώς σημαντική είναι η έγκαιρη προβολή των ισχυρισμών αυτών και όχι το αν προβλήθηκαν στο εισαγωγικό δικόγραφο ή στις προτάσεις. Περαιτέρω, κατά τον αρ.11γ του άνω άρθρου, θεμελιώνεται αναιρετήριος λόγος, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Έτι περαιτέρω, συμφώνως προς τον αρ.12 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Προσέτι, από το ανωτέρω άρθρο αρ.20 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 338 και 439 του ιδίου κώδικος ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων εκείνα, στα οποία αποτυπώνεται, άλλο αποδεικτικό μέσο.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο Θεσ/νίκης, ότι με την 2278/2014 προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ'αρθρ.559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι δεν έλαβε υπόψιν ουσιωδώς επιδρώντα στην έκβαση της δίκης πράγματα που δη τον με το εφετήριο προταθέντα ισχυρισμό, ότι με διάδικο το ίδιο νομικό πρόσωπο (ΟΤΑ) και σε δίκη που αφορά ακριβώς όμορη ιδιοκτησία κρίθηκε αμετακλήτως, ότι στη μείζονα περιοχή δεν υπάρχει κανένα κοινοτικό χερσολείβαδο και καμία έκταση ιδιοκτησίας νομικού προσώπου - ΟΤΑ, παρά μόνο αγροτικές ιδιοκτησίες ανήκουσες σε ιδιώτες και η αμετάκλητη αυτή κρίση σε δίκη με διάδικο το καθού νομικό πρόσωπο αφορά και στην περιοχή που τώρα κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως κοινοτική και στη συνέχεια δημοτική. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό το κατ'επίφασιν ανωτέρω περιεχόμενό του πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
IV. Mε τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, κατ'εκτίμηση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην υπ'αρ.12 του ανωτέρω άρθρου πλημμέλεια, τούτου δοθέντος υπό την έννοια, ότι έκρινε πλημμελή την πραγματογνωμοσύνη, την οποία το εν λόγω δικαστήριο είχε διατάξει με μη οριστική απόφασή του, καθόσον, αν δεν υπέπιπτε στο υπ'αρ.12 ατόπημα, θα εδέχετο την απαντητική πληρότητα της πραγματογνωμοσύνης αυτής επί των συναφώς τεθέντων θεμάτων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ως έρεισμα αυτού προβάλλεται λανθασμένη προϋπόθεση. Συγκεκριμένα, τα δικαστήρια της ουσίας δεν αντιμετωπίζουν το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης υπό το φάσμα της υποχρεωτικότητος εκτιμήσεώς της, αλλ'ελευθέρως εκτιμούν αυτήν, όπως άλλωστε αναφέρουν οι αναιρεσείοντες στο αναιρετήριο δικόγραφό τους. Τούτο και έπραξε το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του. Γι'αυτό, τα προειπωθέντα είναι, όπως προαναφέρεται, στήριγμα πεπλανημένης προϋποθέσεως για τον λόγο αυτόν (δεύτερο) αναιρέσεως, ήτοι περί παραβιάσεως της αποδεικτικής δυνάμεως (της αποδεικτικότητος) του αποδεικτικού μέσου της εν θέματι πραγματογνωμοσύνης.
V. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, στην κατ'αρθρ.559 αρ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι παραμόρφωσε (δια της ελλειπούς αναγνώσεως τα αναφερόμενα στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων δύο τουρκικά (προσκομισθέντα σε ακριβή μετάφραση) έγγραφα. Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο ότι "διολίσθησε" στην κατ'αρθρ.559 αρ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια μη λαβόν υπόψιν τα μνημονευόμενα έγγραφα (αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πολυγύρου και Έκθεση της Επιτροπής Καταρτίσεως Κτηματολογίου Κοινότητος ...). Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες επιρρίπτουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι βαρύνεται με την κατ'αρθρ.559 αρ.12 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθόσον δεν έδωσε στην ανωτέρω έκθεση της προμνησθείσης Επιτροπής (υπ'αρ.36/9-8-1960) την επιβεβλημένη βαρύτητα ως δημόσιο έγγραφο. Προσέτι, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο διέλαβεν ασαφείς αιτιολογίες, περί του παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητος του ακινήτου τους κι έτσι υπέπεσε στο κατ'αρθρ.559 αρ.19 ΚΠολΔ σφάλμα. Τέλος, με τον πέμπτο (τελευταίο) πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια κατ'αρθρ.559 αρ.11γ ΚΠολΔ λόγω μη λήψεως υπόψιν του εκεί μνημονευομένου εγγράφου (συμβολαίου).
VI. Ο τρίτος πρόσθετος λόγος υπό το προρρηθέν περιεχόμενό του είναι απαράδεκτος με την ίδια αναιρετική δικανική κρίση, με την οποία αντιμετωπίζεται και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ήτοι θεμελιώνεται στην λανθασμένη προϋπόθεση της υπερεκτιμήσεως της ανωτέρω εκθέσεως της Επιτροπής Καταρτίσεως Κτηματολογίου, παρά την αντίστοιχη μη δέσμευση του δικαστηρίου της ουσίας κατά την συνεκτίμηση και συναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (άρθρ.340 ΚΠολΔ).
VII. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, Γ. Μ. του Δ. (ενάγουσας), Α. Γ. του Γ. και Ν. Α. του Ν. (εναγομένης), που εξετάσθηκαν νόμιμα ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή και περιέχονται στην υπ' αριθμ. ...1996 Εισηγητική Έκθεση, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ενώ η περιεχόμενη στην ως άνω εισηγητική έκθεση ημιτελής κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Μ.
Π., λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο (ΑΠ 144/1997), οι οποίες (καταθέσεις) εκτιμώνται (άρθρο 340 ΚΠολΔ) καθ' εαυτές και σε συνδυασμό και προς τις υπόλοιπες αποδείξεις κατά το λόγο της γνώσης και της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και οι αεροφωτογραφίες που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες (η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, άρθρ. 457 §4, 444 αριθμ. 3 ΚΠολΔ, ΑΠ 378/1997 δημ.
ΤΝΠ Νόμος), ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο και τον προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνοντα παραθεριστικό οικισμό, υπ' αριθμ. ...4-2010 και .../30-4-2010 ένορκες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κασσανδρείας Χαλκιδικής και Θεσσαλονίκης αντίστοιχα βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Σ.
και Σ. Π.- Χ., οι οποίες αποτελούν απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αμέσως υπό στοιχείο VI' παραπάνω νομική σκέψη, καθόσον η αγωγή συζητήθηκε σε πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 5-10-1988, ήτοι πριν από την 1-1-2002, και επομένως δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 270 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου, λαμβάνονται υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, η οποία εφαρμόζεται μόνο επί υποθέσεων που η πρώτη συζήτησή τους στον πρώτο βαθμό προσδιορίστηκε αρχικώς να γίνει μετά την 1.1.2002, από την υπ' αριθμ.
κατάθεσης … 2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Τ. Κ.-αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 179/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, σε αντικατάσταση του αρχικά ορισθέντος Ε. Κ.-πολιτικού υπομηχανικού, καθώς και την υπ' αριθμ. κατάθεσης ...-3-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος Μ.
Σ.-τοπογράφου μηχανικού, που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 1343/2011 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην αγροτική περιοχή της πρώην Κοινότητας ... και ήδη ..., στο όριο των τοποθεσιών "..., έχει εμβαδόν 7.000 τμ και συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο, νότια με ιδιοκτησία ενάγουσας, ανατολικά με ιδιοκτησία αρχικά Κ.
Τ. στη συνέχεια Χ. Δ. και νυν Ν. Κ. κλπ, στην οποία υφίσταται ο παραθεριστικός οικισμός της προσθέτως παρεμβαίνουσας "... και δυτικά με αιγιαλό. Κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας το ακίνητο αυτό, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου της στην περιοχή, που περιήλθε σ' αυτήν δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1963 προικοσυμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κασσάνδρας Δ.
Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθυκοφυλακείου Κασσάνδρας στον τόμο ..., ως προίκα, από τον προηγούμενο κύριο πατέρα της, Δ. Λ. του Ν., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1936 διανεμητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Β. Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία στον τόμο … και με αριθμό …, της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του Ν.
Λ., ο οποίος εξουσίαζε το ακίνητο αυτό την εποχή της τουρκοκρατίας από το έτος 1990, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση. Η ενάγουσα, τόσο στην αγωγή της όσο και στις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και με την έφεσή της, ουδόλως προσδιορίζει το εμβαδόν του μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου της στην περιοχή, τμήμα του οποίου κατά τους ισχυρισμούς της αποτελεί και το επίδικο, παρόλο που ο προσδιορισμός αυτός της συνολικής έκτασης του ακινήτου της διατάχθηκε ως θέμα απόδειξης σε βάρος της με την υπ' αριθμ. 32/1988 Πράξη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Ήτοι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, περιήλθε στην κυριότητά της ένα ακίνητο, μεγαλύτερης έκτασης από το επίδικο, τμήμα του οποίου αποτελεί το τελευταίο εμβαδού 7.000 τμ., ευρισκόμενο στη βόρεια πλευρά του όλου ακινήτου, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου της, το οποίο αυτή και σήμερα κατέχει, και δεν αμφισβητείται από την εναγομένη Κοινότητα ..., όπως διευκρινίζεται με τις προτάσεις της, της μετ' απόδειξη συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (σελ 4η στοιχ.
α), συνορεύει δυτικά με θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. και Π., νότια με ιδιοκτησία Α. και βόρεια με διεκδικούμενο ακίνητο (επίδικο). Το τμήμα αυτό (μη αμφισβητούμενο), το οποίο και σήμερα κατέχει η ενάγουσα, όπως προκύπτει από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, έχει έκταση 8 στρεμμάτων. Δηλαδή η ενάγουσα, δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαιογραφικών εγγράφων, ισχυρίζεται ότι είναι κυρία στην παραπάνω τοποθεσία ενός ακινήτου συνολικής έκτασης 15 στρεμμάτων, από τα οποία έκταση 8 στρεμμάτων με τα παραπάνω όρι είναι μη αμφισβητούμενη και κατέχεται από αυτήν, ενώ έκταση 7 στρεμμάτων είναι η επίδικη.
Αναφορικά με τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι η επίδικη έκταση των 7 στρεμμάτων περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από αυτήν ως άνω τίτλους κυριότητας (συμβόλαια), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά : Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1963 προικοσυμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κασσάνδρας Δ.
Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας στον τόμο ..., Δ. Λ. του Ν., πατέρας της ενάγουσας, μεταβίβασε λόγω προίκας σ' αυτήν την ψιλή κυριότητα ενός ακινήτου συνολικής έκτασης 4 στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής της Κοινότητας ..., το οποίο συνορεύει με παραλία (βόρειο όριο), με αγρό Ν.
Π. (ανατολικό όριο), με δάσος (νότιο όριο), καθόσον μεταξύ της ιδιοκτησίας Γ. Γ. και της μη αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας της ενάγουσας παρεμβαλόταν, όπως προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες της περιοχής του έτους 1945, μία λωρίδα που καλυπτόταν από πυκνή βλάστηση δασικού χαρακτήρα, η οποία καθαρίστηκε αργότερα, και θάλασσα (δυτικό όριο), το οποίο (ακίνητο) είχε περιέλθει σ' αυτόν, κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1936 διανεμητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Β.
Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία στον τόμο ... Την επικαρπία του ακινήτου αυτού μεταβίβασε ο πατέρας της ενάγουσας στο γαμπρό του Α. Π., αυτή δε συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα κατά τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν. 1329/1983 και έκτοτε η ενάγουσα απέκτησε την πλήρη κυριότητα του μεταβιβασθέντος με το ως άνω συμβόλαιο ακινήτου.
Και στα δύο παραπάνω συμβολαιογραφικά έγγραφα, ο αγρός αυτός εμφανίζεται με έκταση 4 στρεμμάτων και όρια παραλία (βόρειο όριο), με αγρό Ν. Π. (ανατολικό όριο), με δάσος (νότιο όριο), και θάλασσα-παραλία (δυτικό όριο). Αναφορικά με την έκταση του αγρού αυτού, δηλαδή εάν πρόκειται για παλαιά (των οποίων η έκταση του ενός στρέμματος ισοδυναμεί με 1.600 τμ) ή νέα στρέμματα, πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω :
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ως άνω διανεμητηρίου συμβολαίου, η έκταση των σ' αυτό αναφερόμενων και περιγραφόμενων λοιπών ακινήτων (12 τον αριθμό), πλην του παραπάνω αγρού των 4 στρεμμάτων στη θέση "...", προσδιορίζεται σε παλαιά στρέμματα και επομένως και η έκταση του εν λόγω ακινήτου που περιήλθε με τη διανομή στον δικαιοπάροχο της ενάγουσας- πατέρα της, αφορά σε παλαιά στρέμματα και το μεταβιβασθέν με τη διανομή ακίνητο στον Δ.
Λ. του Ν.- πατέρα της ενάγουσας, έχει έκταση 6.400 τμ (1600 τμ το παλαιό στρέμμα Χ 4 στρέμματα), αυτό δε το ακίνητο μεταβίβασε ο τελευταίος στην ενάγουσα με το παραπάνω προικοσυμβόλαιο. Ειδικότερα, την 30 Μαρτίου 1935 πέθανε ο Ν. Λ. του Δ., παππούς της ενάγουσας και κατέλειπε την υπ' αριθμ. .../ 1935 δημόσια διαθήκη του, του συμβολαιογράφου Β.
Π. Σ., με την οποία άφησε μεταξύ άλλων και στους γυιούς του Δ. (πατέρα της ενάγουσας) και Κ., μαζί με άλλα ακίνητα και από 1/2 ενός αγρού στη θέση "...", εμβαδού 4 στρεμμάτων, ενώ στον Δ. κατέλειπε και έναν αγρό 3 στρεμμάτων στην ίδια θέση με 10 ελαιόδενδρα. Στη συνέχεια οι ως άνω δύο συγκληρονόμοι προέβησαν με το υπ' αριθμ. .../1936 παραπάνω διανεμητηρίου συμβόλαιο, στη διανομή των ακινήτων τα οποία είχαν καταλειφθεί σ' αυτούς κατά 1/2 εξ' αδιαιρέτου με την παραπάνω δημόσια διαθήκη και ο αγρός στη θέση "..." και όρια παραλία (βόρειο όριο), αγρό Ν.
Π. (ανατολικό όριο), δάσος (νότιο όριο), και θάλασσα-παραλία (δυτικό όριο), περιήλθε στον Δ. Λ.-πατέρα της ενάγουσας, ο οποίος στη συνέχεια τον μεταβίβασε στην τελευταία. Δηλαδή, στον πατέρα της ενάγουσας περιήλθε με κληρονομική διαδοχή ένα ακίνητο- αγρός εμβαδού 4 στρεμμάτων, με τα προαναφερόμενα όρια στη θέση "..." κατά ποσοστό 1/2 και στη συνέχεια κατά ποσοστό 100% με το παραπάνω διανεμητήριο συμβόλαιο, ενώ για τον αγρό των 3 στρεμμάτων στην ίδια θέση, δεν αποδείχθηκε ότι ο πατέρας της ενάγουσας υπεισήλθε στην κληρονομιά του, ούτε κατέστη δυνατόν να εντοπιστεί το ακίνητο αυτό, αλλά ούτε και η ενάγουσα αναφέρεται σ' αυτό με την αγωγή της.
Με βάση τα παραπάνω, ο αγρός που περιήλθε στην ενάγουσα με τα προαναφερόμενα συμβόλαια (σύστασης προίκας και διανεμητήριο), εμβαδού 6400 τμ., ταυτίζεται εν μέρει και περιλαμβάνεται στο ακίνητο των 8 στρεμμάτων που αυτή κατέχει στην περιοχή σήμερα και αποτελεί έκταση μη αμφισβητούμενη από την Κοινότητα ...
και ήδη ..., και η επίδικη έκταση δεν ταυτίζεται ούτε και περιλαμβάνεται εν όλω ή εν μέρει στους ως άνω επικαλούμενους από την ενάγουσα τίτλους κυριότητας, ήτοι στο υπ' αριθμ. .../1936 διανεμητήριο συμβόλαιο και στο υπ' αριθμ. .../1963 προικοσυμβόλαιο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στο σύνολο των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων και ενισχύεται και από την περιγραφή των ορίων του αγρού των 4 στρεμμάτων στο διανεμητήριο συμβόλαιο, στο οποίο ως όρια αναφέρονται παραλία (βόρειο όριο), αγρός Ν.
Π. (ανατολικό όριο), δάσος (νότιο όριο) και παραλία (δυτικό όριο), ενώ η επίδικη έκταση συνορεύει ανατολικά αποκλειστικά με αγρό πρώην Κ. Τ., στη συνέχεια Χ. Δ. και νυν Κ. Ν. κλπ, επί της οποίας υφίσταται σήμερα ο παραθεριστικός οικισμός ".... Έτσι, η ενάγουσα σήμερα, κατέχουσα έναν αγρό έκτασης 8 στρεμμάτων στην περιοχή, κατέχει έκταση περισσότερη κατά 1600 τμ.
σε σχέση με το ακίνητο που της μεταβιβάσθηκε με τα παραπάνω συμβόλαια, έκτασης 6.400 τμ., ενώ η επίδικη έκταση^ που βρίσκεται βορειότερα της κατεχομένης των 8 στρεμμάτων, δεν περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από αυτήν τίτλους κυριότητας.Τα αναφερόμενα στην υπ' αριθμ. ...-3-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας με την υπ' αριθμ. 1343/2011 μη οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, πραγματογνώμονος, Μ.
Σ., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, περί της ύπαρξης στο όνομα του παππού της ενάγουσας Δ. Λ. του Ν., του υπ' αριθμ. … τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου) του τουρκικού έτους 1305 (καθ' ημάς 1889), για έναν αγρό έκτασης 5 παλαιών στρεμμάτων στη θέση "...", δεν ασκούν επιρροή και δεν διαφοροποιούν την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, ότι η επίδικη έκταση δεν περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από την ενάγουσα τίτλους (συμβόλαια).
Ειδικότερα, πέρα από το γεγονός ότι στην αγωγή δεν γίνεται λόγος για κτήση κυριότητας δυνάμει τίτλου-ταπίου, αλλά μόνο για εξουσίαση με καλλιέργεια χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (σημειωτέον ότι η κτήση κυριότητας με ταπί είναι άλλος τρόπος κτήσης από τη κτήση κυριότητας κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών με δεκαετή εξουσίαση, δεδομένου ότι δεν στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία), όπως προκύπτει από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων της υπόθεσης αλλά και την ίδια την εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο αγρός που περιγράφεται στο παραπάνω ταπί με ιδιοκτήτη τον Οθωμανό υπήκοο Δ.
υιό Ν. Λ. (εάν ήθελε κριθεί ότι πρόκειται για τον παππού της ενάγουσας Δ. Λ. του Ν.), εμβαδού 5 παλαιών στρεμμάτων και όρια Π., Β., Α. του Δ. και θάλασσα, είναι ο αγρός που περιήλθε με το υπ' αριθμ. .../1963 προικοσυμβόλαιο στην ενάγουσα και ταυτίζεται με την μη αμφισβητούμενη έκταση των 8 στρεμμάτων που η τελευταία κατέχει κατά τα άνω στην περιοχή, και βρίσκεται νοτίως της επίδικης έκτασης.
Πλην του παραπάνω ταπίου, η ύπαρξη του οποίου δεν διαφοροποιεί την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, αφού ο αγρός του ταπίου, αν ήθελε κριθεί ότι αναφέρεται στον παππού της ενάγουσας, ταυτίζεται με την μη αμφισβητούμενη έκταση των 8 στρεμμάτων, η πραγματογνώμονας διαπίστωσε την ύπαρξη και μίας φορολογικής εγγραφής (που δεν αποτελεί τίτλο) των ετών 1873-1875 καθ' ημάς, ήτοι προγενέστερης του ταπίου (1889), στο όνομα κάποιου Δ.
του Ν., για ένα αγρό 5 στρεμμάτων στην όμορη θέση "...", τον οποίο ταυτίζει με την επίδικη έκταση και αναιτιολόγητα επιστημονικά δέχεται ότι το ακίνητο αυτό δεν είναι το ίδιο με το ακίνητο του ταπίου, αλλά διαφορετικό, γιατί είναι σε άλλη θέση και έχει άλλη αξία σε σχέση με το πρώτο, παραβλέποντας το γεγονός ότι οι θέσεις "..." και "..." είναι όμορες και στην περιοχή του επιδίκου συμπίπτουν, ότι οι δύο αγροί έχουν την ίδια έκταση (5 στρέμματα παλαιά και για τους δύο ανεξάρτητα εάν στον αγρό της φορολογικής εγγραφής δεν αναφέρεται ο όρος παλαιά) και ότι η φορολογική εγγραφή προηγείται χρονικά του τίτλου.
Έτσι, εάν ήθελε κριθεί ότι ο παππούς της ενάγουσας Δ. Λ. του Ν., ήταν ο εξουσιαστής του αγρού του υπ' αριθ... ταπίου του έτους 1889 και εξουσιαστής του αγρού της φορολογικής εγγραφής των ετών 1873-1875, ουσιαστικά πρόκειται για τον ίδιο αγρό των 5 παλαιών στρεμμάτων, τον οποίο αρχικά εξουσίαζε και στη συνέχεια εκδόθηκε και ο τίτλος (ταπί), ο αγρός δε αυτός ταυτίζεται με τον αγρό που περιήλθε στην ενάγουσα με τους επικαλούμενους από αυτήν τίτλους (συμβόλαια) και αποτελεί την μη αμφισβητούμενη έκταση των 8 στρεμμάτων που και σήμερα κατέχει αυτή, και δεν έχει καμία σχέση με την επίδικη έκταση των 7 στρεμμάτων.
Μάλιστα, με βάση την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στους τίτλους της ενάγουσας (συμβόλαια) περιλαμβάνεται, εκτός από τον αγρό του ταπίου, ήτοι τον αγρό των 5 παλαιών στρεμμάτων που αντιστοιχούν σε 8 στρέμματα σήμερα, και ο αγρός της φορολογικής εγγραφής (τον οποίο χωρίς αξιόπιστα στοιχεία κατά τα άνω ταυτίζει με την επίδικη έκταση), εμβαδού όμως 5400 τμ., με αποτέλεσμα, ενώ οι ως άνω τίτλοι της ενάγουσας αναφέρονται σε έναν αγρό εμβαδού 4 στρεμμάτων, παλαιών όπως αναφέρεται παραπάνω, ήτοι σε έναν αγρό εμβαδού 6.400 τμ., κατά την άποψη της πραγματογνώμονος να αποκτά η ενάγουσα την κυριότητα ενός αγρού εμβαδού 13.400 τμ. (8000 τμ +5400 τμ), ήτοι υπερδιπλάσιας έκτασης σε σχέση με το μεταβιβαζόμενο ακίνητο.
Τέτοιας έκτασης ακίνητο όμως δεν είχαν οι δικαιοπάροχοι της, ώστε να το αποκτήσει και αυτή στη συνέχεια με μεταβίβαση από τους τελευταίους. Επομένως, η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με μεταβίβαση από τον πατέρα της δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαίων (προικοσυμβολαίου και συμβολαίου διανομής), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή της.
Εξάλλου, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ουδέποτε η ενάγουσα ή οι δικαιοπάροχοι της (παππούς και πατέρας της), άσκησαν διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων στην επίδικη έκταση, ούτε την έκταση αυτή εξουσίαζε την εποχή της τουρκοκρατίας και μέχρι την 20-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση ο αποβιώσας το έτος 1935 παππούς της Ν.
Λ. του Δ., καλλιεργώντας αυτήν με βαμβάκι και σιτηρά, όπως παντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ειδικότερα, η μορφολογία του εδάφους της επίδικης έκτασης είναι αμμώδης, έχει σαφώς τη μορφή παραλίας με λίγη και χαμηλή βλάστηση κατά τους εαρινούς μήνες. Στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945-1960 στο νότιο τμήμα της επίδικης έκτασης εμφανίζονται θάμνοι και χαμηλή βλάστηση, ενώ η υπόλοιπη έκταση καλύπτεται με άμμο, ενώ το έτος 1980 δεν υφίσταται ούτε χαμηλή βλάστηση και έχει ολόκληρη αμμώδη μορφή.
Το ακίνητο αυτό δε είχε τη μορφή καλλιεργήσιμου αγρού, ουδέποτε καλλιεργήθηκε κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας, και επομένως ως μη καλλιεργήσιμη έκταση δεν μπορούσε να αποκτηθεί επ' αυτής δικαίωμα εξουσίασης το οποίο στη συνέχεια να μετατραπεί σε δικαίωμα κυριότητας αρχικά των 4/5 και στη συνέχεια και του 1/5 κατά τις αναφερόμενες στο IV μέρος της μείζονος σκέψης διακρίσεις, απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της ενάγουσας περί κτήσης δικαιώματος εξουσίασης επ' αυτού από τον παππού της Ν.
Λ. του Δ.. Αλλά ούτε και στη συνέχεια και μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Μακεδονία το έτος 1914, το ακίνητο αυτό καλλιεργήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τον παππού της ενάγουσας και μετά το θάνατο του τελευταίου το έτος 1935 από τον πατέρα της Δ. Λ. του Ν., αλλά ούτε από την ίδια μετά το έτος 1963, που κατά τους ισχυρισμούς της απέκτησε αυτό με μεταβίβαση λόγω προίκας, ούτε όλοι οι παραπάνω άσκησαν οποιαδήποτε διακατοχική πράξη με διάνοια κυρίων επ' αυτού, ενώ ουδέποτε κατείχαν την έκταση αυτή.
Για πρώτη φορά η ενάγουσα περί το έτος 1977-1978, επεχείρησε να καταλάβει την επίδικη έκταση, επεκτείνοντας την μη αμφισβητούμενη ως άνω ιδιοκτησία της βορειότερα και περιέφραξε το ακίνητο της μέχρι τον αγροτικό δρόμο, συμπεριλαμβάνοντας και την επίδικη έκταση, την οποία επεχείρησε να οργώσει μεταφέροντας καλλιεργήσιμο χώμα, προκειμένου η έκταση αυτή (επίδικη) να χάσει την αμμώδη μορφή της.
Κατόπιν αυτών η εναγομένη Κοινότητα ..., εξέδωσε σε βάρος της ενάγουσας το από 31-10-1979 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Διευθυντή της Νομαρχίας Χαλκιδικής, δυνάμει του οποίου η ενάγουσα αποβλήθηκε από την επίδικη έκταση εμβαδού 7.000 τμ., ενώ η ασκηθείσα από αυτήν ανακοπή απορρίφθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 182/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, για έκταση 6000 τμ.
και έγινε δεκτή μόνο για έκταση 1000 τμ. Τέλος, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν και τα εξής : από την επίδικη έκταση, όπως αυτή περιγράφεται κατά τα άνω, τμήμα της εμβαδού 1160 τμ. ευρισκόμενο στο βορειοδυτικό της άκρο καταλαμβάνον την σχηματιζόμενη γωνία, αποτελεί τμήμα του καθορισθέντος αιγιαλού και παλαιού αιγιαλού σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. .../1980 και ...1989 αποφάσεις του Νομάρχη Χαλκιδικής (ΦΕΚ 675Δ/26-11-1980 και .../1989) σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../ 2005 απόφαση του Γ.Γ.
της περιφέρειας Κ. Μακεδονίας περί επανακαθορισμού του αιγιαλού-παλαιού αιγιαλού (ΦΕΚ 791Δ), ενώ η υπόλοιπη έκταση είναι κοινοτική. Και συγκεκριμένα, η εν λόγω έκταση ανέκαθεν και τουλάχιστον από την εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν βοσκότοπος, αποτελούσα το νότιο τμήμα μεγαλύτερης βοσκήσιμης έκτασης, επεκτεινόμενης βοριότερα της επίδικης και είχε αφεθεί, κατά τον τουρκικό νόμο "περί γαιών", στην κοινή χρήση των κατοίκων του συνοικισμού ..., ο οποίος, μετά την απελευθέρωσή του από τον τουρκικό ζυγό, αποτέλεσε, από 28-6-1918 (ΦΕΚ Α 152) την ομώνυμη Κοινότητα ...
και ήδη .... Η διαχείριση της έκτασης αυτής, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, γινόταν από το συνοικισμό αυτό ... και, μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας, από την Κοινότητα ... από της συστάσεώς της, χρησιμοποιούνταν δε ανέκαθεν για την βόσκηση των ποιμνίων των κατοίκων της και εξακολούθησε η κοινή αυτή, ως βοσκοτόπου, χρήση της από τους κατοίκους της Κοινότητας ...
μέχρι το έτος 1978 περίπου, που άρχισε η τουριστική αξιοποίηση της περιοχής και η κατασκευή των πρώτων παραθεριστικών κατοικιών. Μάλιστα η Κοινότητα ... επέβαλλε τέλη βοσκής στους χρήστες της άνω έκτασης. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά προκύπτουν με σαφήνεια από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης Κοινότητας ..., οι οποίοι είναι κάτοικοι ...
και κτηνοτρόφοι, που χρησιμοποιούσαν την επίδικη έκταση καθώς και άλλες συνεχόμενες βορειότερα για την βόσκηση των ζώων τους. Αναφέρουν μάλιστα ρητά ότι στην έκταση αυτή μέχρι τέλος Μαΐου υπήρχε χόρτο για τη βόσκηση των ποιμνίων τους, ενώ στη συνέχεια το κτήμα ξεραινόταν επειδή ήταν αμμώδες, και ότι μέσα στην μεγαλύτερη βοσκήσιμη έκταση της Κοινότητας υπήρχαν δύο μπάρες με γλυκό νερό από πηγή χειμώνα-καλοκαίρι, η μία από τις οποίες βρισκόταν στο σύνορο με τη Φ.
και η άλλη στην πλευρά της επίδικης έκτασης και έξω από αυτήν. Μάλιστα, οι καταθέσεις αυτές είναι αξιόπιστες δεδομένου ότι οι εν λόγω μάρτυρες, ενόψει και την ηλικίας τους, γεννημένοι τη έτη 1928 και 1912 αντίστοιχα, έχουν ιδία αντίληψη και γνώση των περιστατικών που καταθέτουν. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επίδικη έκταση, πλην του ως άνω τμήματος του παλαιού αιγιαλού, ήταν από την εποχή της Τουρκοκρατίας κοινής χρήσεως χώρος βοσκής, σύμφωνα με τις διατάξεις του τουρκικού νόμου "περί γαιών" και η Κοινότητα ...
και ήδη σήμερα ..., απέκτησε την κυριότητα αυτής από την ισχύ του ν. 2074/1920, οπότε έπαυσε να υφίσταται το προγενέστερο επί της εν λόγω έκτασης δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο V μέρος της μείζονος σκέψης. Δηλαδή η εναγόμενη Κοινότητα, όπως την υποκατέστησε ο ήδη εφεσίβλητος Δήμος, απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, ενώ η κυριότητά της δεν έχει καταλυθεί έως τις 2-12-1968 από δικαίωμα κυριότητας που να είχε αποκτηθεί με χρησικτησία από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, οι οποίοι κατά τα άνω ουδέποτε νεμήθηκαν ή κατείχαν με οποιονδήποτε τρόπο την επίδικη έκταση.
Συνακόλουθα η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από την ενάγουσα τίτλους κυριότητας (συμβόλαια), ούτε επ' αυτού η ενάγουσα καθώς και οι δικαιοπάροχοι της απέκτησαν δικαίωμα κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), αφού ουδέποτε νεμήθηκαν αυτό με διάνοια κυρίων ούτε άσκησαν οποιαδήποτε διακατοχική πράξη, αλλά αντίθετα τμήμα αυτού περιήλθε με πρωτότυπο τρόπο στην εναγομένη Κοινότητα δυνάμει των άρθρων 1 του ν. 2074/1920 και άρθρ. 12 του ν. 1051/1917.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' αποδοχή εν μέρει και της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης, έστω και με μερικώς διάφορη αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις".
VIII. Η ανωτέρω επισκόπηση καταδεικνύει την αβασιμότητα των πρώτου, δευτέρου, τετάρτου και πέμπτου προσθέτων λόγων αναιρέσεως και δη: Το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του διέλαβεν αιτιολογίες επαρκούς σαφήνειας, αιτιολογίες στις οποίες εξυφαίνει το πόρισμα της ενδελεχούς κρίσεώς του. Έρεισμα των αιτιολογιών είναι η κατ'αρθρ.340 ΚΠολΔ δικανικότητα του ειρμού των αιτιολογιών αυτών, οι οποίες θεμελιώνονται στην συνεκτίμηση όλων των ενώπιόν του (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, (από τα οποία αβασίμως καταλογίζεται παραμόρφωση στα άνω μνημονευόμενα έγγραφα, τα οποία προσκομίσθηκαν σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική από την Τουρκική γλώσσα ενώπιον του δικαστηρίου και έτσι υπό το ισχύον συζητητικό σύστημα του δικαίου αποδείξεως συναξιολογήθηκαν ομού με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα).
Τούτα δε (προμνησθέντα αποδεικτικά μέσα) επακριβώς αναφέρονται στην προμετωπίδα του εν λόγω αποδεικτικού πορίσματος, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
VIV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου αναιρέσεως ή προσθέτου λόγου αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (αρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ και 1 επ., 281 παρ.2 του Δημοτικού Κώδικος, κυρωθέντος υπό ν.3463/2006), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2015 αίτηση αναιρέσεως και το από 7-9-2017 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως των Κ. Π. και Ε. Π., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων των γονέων τους Α. και Λ..
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, το ποσόν της οποίας ορίζει σε εξακόσια ευρώ (600€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ