308/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 308 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated308/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 308 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 308 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 308/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Ε. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βερώνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Β., 2) Ε. Α. του Χ., 3) Π., συζύγου Β. Π., το γένος Κ. Τ. και 4) Η. Λ. του Μ., απάντων κατοίκων .... Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ε. Α. και η τρίτη και ο τέταρτος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-1-2009 και με αριθμούς κατάθεσης 1602/16-1-2009, 1604/16-1-2009, 1605/16-1-2009 και 1607/16-1-2009 τέσσερις αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17326/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2589/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-3-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 29-10-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παραστάς δεύτερος αναιρεσίβλητος, ενεργώντας για τον ίδιο και ως πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη από 20-03-2015 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ’ αριθ. 2589/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της υπ’ αριθ. 17326/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονικης, που συνεκδίκασε τις τέσσερις (4) αγωγές του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) Κ. Σ., με αριθμούς καταθέσεως α) 1602/16-1-2009 κατά των Ε. Π. και Ε. Α., β) 1604/16-1-2009 κατά της Ε. Π., γ) 1605/16-1-2009 κατά των Ε. Π. και Π. σύζ. Β. Π., το γένος Κ. Τ. και δ) 1607/16-1-2009 κατά των Ε. Π. και Η. Λ., με τις οποίες, επικαλούμενος προσβολή της προσωπικότητάς του εκ μέρους των άνω εναγομένων με συμπεριφορά που συνιστούσε συκοφαντική δυσφήμιση, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν και με προσωπική κράτηση, λόγω της αδικοπραξίας τους, καταψηφιστικώς και αναγνωριστικώς, τα αναφερόμενα στις αγωγές ποσά, με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε με την προρρηθείσα απόφασή του και τις τέσσερις των άνω συνεκδικασθεισών αγωγών ως ουσιαστικά αβάσιμες, το δε Εφετείο, απέρριψε την απευθυνομένη κατ’ αυτής έφεση του ενάγοντος και στις τέσσερις αυτές αγωγές, ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων στις αγωγές του), δέχθηκε όμως την έφεσή του ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη (εναγομένη σε όλες τις αγωγές του), ακολούθως δε αφού εξαφάνισε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, συνεκδίκασε και τις τέσσερις των ως άνω αγωγών ως προς την εν λόγω εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη), τις οποίες δέχθηκε κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την εναγομένη αυτή να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία τα αναφερόμενα σ’ αυτήν, για κάθεμιά χωριστά αγωγή, ποσά. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνόμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως .μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361. Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α’ - δ’ ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ’ και δ’ ). Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 § 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 § 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2, και εν προκειμένω όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ που προαναφέρθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2589/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επί των τεσσάρων συνεκδικασθεισών με την πρωτόδικη απόφαση αγωγών του αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου (ενάγοντος), έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων είχε την ιδιότητα του δικηγόρου και ήταν διορισμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. Με την ως άνω ιδιότητά του είχε αναλάβει την εκπροσώπηση της Μ. Μ. σε σειρά δικαστικών διενέξεων, που είχε η τελευταία με την Ε. Π., εναγόμενη των ενδίκων αγωγών. Ειδικώτερα ο ενάγων είχε αναμειχθεί στον χειρισμό των υποθέσεων αυτών για πρώτη φορά, από τον Μάρτιο του έτους 2000, οπότε η Μ. Μ. του ανέθεσε μία υπόθεση, σχετικά με οικονομική απαίτηση, που ισχυρίζονταν ότι είχε κατ’ αυτής η εδώ εναγόμενη στην Α’ αγωγή Ε. Π.. Μετά την ανάληψη των ως άνω καθηκόντων του, η ως άνω εναγόμενη στράφηκε κατά του ενάγοντος, τελώντας σειρά ποινικών αδικημάτων σε βάρος του. Ειδικώτερα στις 6-4-2006 επέδωσε σ’ αυτόν [ενάγοντα] δια θυροκολλήσεως μία εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία στην οποία ανέφερε ότι ο ενάγων απειλεί τον πληρεξούσιο τότε δικηγόρο της και της τηλεφωνεί, ισχυριζόμενος γι’ αυτή ότι μαζί με τρίτους, αποτελούν σπείρα, που εκμεταλλεύεται ανήμπορους ανθρώπους για να τους αφαιρεί τα σπίτια τους. Ότι περαιτέρω ο ενάγων χωρίς δικαίωμα ζητά πληροφορίες γι’ αυτή από γειτονικά καταστήματα και ότι με τον τρόπο αυτό ασκεί αθέμιτα το δικηγορικό του λειτούργημα. Τους ίδιους ισχυρισμούς της η εναγόμενη επανέλαβε και στο σημείωμα, που κατέθεσε την 12-4-2006 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων καθώς και στις προτάσεις που κατέθεσε στις 18-5-2006 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την εκδίκαση ανακοπής. Περαιτέρω δια θυροκολλήσεως την 14-7-2006 η πρώτη εναγόμενη επέδωσε στον ενάγοντα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που συνυπόγραψαν και οι δύο εναγόμενοι της Α’ αγωγής, όπου επαναλήφθηκαν οι ίδιοι ισχυρισμοί, θεωρώντας ότι ο ενάγων με την προαναφερόμενη συμπεριφορά του προσέβαλε την προσωπικότητά της, ζήτησε την λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν από την πρώτη εναγόμενη στην προαναφερόμενη εξώδικο και στα λοιπά δικόγραφα είναι ψευδή, τα ανέφερε δε αυτή εν γνώσει του ψεύδους, έχοντας σκοπό να προσβάλει την προσωπικότητα του ενάγοντος ως δικηγόρου και ως ανθρώπου, δεδομένου ότι ο τελευταίος άσκησε νόμιμα τα καθήκοντά του, ως δικηγόρος της εντολέως του Μ. Μ., προς υπεράσπιση των συμφερόντων της τελευταίας, χωρίς να απειλήσει ή εξυβρίσει ποτέ την πρώτη εναγόμενη της ως άνω υπ’ αρ. καταθ. 1602/2009 αγωγής. Το γεγονός ότι η ως άνω εντολέας του είχε γνωριμία κοινωνική με την σύζυγο του ενάγοντος δεν είχε επιρροή στην εκτέλεση των δικηγορικών του καθηκόντων. Για τους προαναφερόμενους συκοφαντικούς ισχυρισμούς σε βάρος του ενάγοντος η πρώτη εναγόμενη της ως άνω αγωγής καταδικάσθηκε με την υπ’ αρ. 6548/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη προέβη στις ως άνω ενέργειες προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων της και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός της του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ. Ως προς τον δεύτερο εναγόμενο της ως άνω αγωγής Ε. Α., δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ο οποίος συνυπέγραψε το κείμενο της προαναφερόμενης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της πρώτης εναγόμενης κατά του ενάγοντος αποδείχθηκε ότι αυτός [β’ εναγόμενος] εκτέλεσε νόμιμα τα καθήκοντά του ως δικηγόρος, νομικός παραστάτης της α’ εναγόμενης. Το γεγονός ότι συνυπέγραψε το κείμενο της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστά παράνομη πράξη, αλλά δικαιολογείται από το καθήκον του ως δικηγόρου. Μετά από αυτά, ο ενάγων, από την άδικη και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης, προσβαλλόμενης στην προσωπικότητά του, υπέστη ηθική βλάβη. Για την αποκατάστασή της πρέπει αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η ως άνω άδικη πράξη της πρώτης εναγόμενης σε βάρος του, το είδος της προσβολής, την κοινωνική θέση και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, να επιδικασθεί στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία, το ποσό των δύο χιλιάδων [2.000] ευρώ, που κρίνεται εύλογο [άρθρο 932 Δ.Κ.]. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα ως προς την πρώτη εναγόμενη της ως άνω αγωγής και απέρριψε αυτή ως προς την α’ εναγόμενη έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ ως προς τον β’ εναγόμενο, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ίδια εναγόμενη στην εξώδικη διαμαρτυρία που επέδωσε στον ενάγοντα στις 6-4-2006 ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων απειλεί τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο της Θ. Ι., ο οποίος εκ του λόγου αυτού παραιτήθηκε από την υπεράσπιση της υπόθεσής της. Τα ίδια περιστατικά ανέφερε στις 12-4-2006 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντικρούοντας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο σημείωμά της. Επίσης στις 18-5-2006 κατά τη συζήτηση της υπ’ αρ. καταθ. 14955/2006 ανακοπής της Μ. Μ. στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ανέφερε όλα τα παραπάνω στις προτάσεις που κατέθεσε. Τους ίδιους ισχυρισμούς περί απειλών του ενάγοντος σε βάρος του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ότι δηλαδή θα κάνει σε βάρος του αναφορά στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης εφόσον συνεχίζει να την υπερασπίζεται, συμπεριέλαβε στις 19-1-2007 στις προτάσεις που κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου συνεζητείτο η υπ’ αρ. καταθ. 19990/2006 ανακοπή της Μ. Μ. εναντίον της καθής. Επίσης και στις 18-11-2006 αντικρούοντας έγκληση με ημερομηνία 18-4-2006 της Μ.Μ. εναντίον της εναγόμενης [Β’ αγωγής] Ε. Π., αλλά και της μητέρας αυτής Π.Π., ενώπιον του Πταισματοδίκη του Ζ’ Τμήματος Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω η ίδια εναγόμενη Ε. Π. [Β’ αγωγής] επανέλαβε τα ίδια συκοφαντικά περιστατικά σε βάρος του ενάγοντος, ότι δηλαδή αυτός απειλεί τον προαναφερόμενο δικηγόρο της, στις 6-12-2006, αντικρούοντας την υπ’ αρ. ΒΜΑ 2006 Εγχ/649 ΝΩρ Α 2006 έγκληση του ενάγοντος εναντίον της ενώπιον του ΙΓ’ Τμήματος του Πτασματοδικείου Θεσσαλονίκης, αλλά και στις 15-11-2006, αντικρούοντας την υπ’ αρ. ΝΒΣΤ 2006 Εγχ/459 ΒΩρ έγκληση της Μ.Μ., ενώπιον του Πταισματοδίκη του Α’ Τμήματος Θεσσαλονίκης. Επίσης τα ίδια συκοφαντικά περιστατικά περί απειλών του ενάγοντος κατά του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου της ανέφερε η εναγόμενη [Β’ αγωγής] στις 14-12-2006 στις προτάσεις που κατέθεσε, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντικρούοντας την υπ’ αρ. 2381/2006 έφεση της Μ.Μ. κατά της υπ’ αρ. 18391/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η εναγόμενη γνώριζε ότι όλα τα παραπάνω είναι ψευδή, δεδομένου ότι ο ενάγων ουδέποτε απείλησε τον προαναφερόμενο δικηγόρο της, με αποτέλεσμα να πλήξει την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος ως δικηγόρου, που ασκούσε το λειτούργημά του στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ενόψει της προαναφερόμενης συμπεριφοράς της εναγόμενης, η οποία είναι εξακολουθητική, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη. Αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η ως άνω αξιόποινη πράξη, η οποία δεν έγινε εκ μέρους της εναγόμενης προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων της, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ως άνω ισχυρισμού της [άρθρο 367 Π. Κ.] καθώς και της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων [4.000] ευρώ, που κρίνεται εύλογο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ως άνω αγωγή εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη στην Γ’ αγωγή Ε. Π. έπεισε την β’ εναγόμενη στην ίδια αγωγή Π. Π., μητέρα της να καταθέσει στις 12-2-2007 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ενόρκως ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση της υπ’ αρ. 19990/2006 ανακοπής της Μ. Μ., κατά της πρώτης εναγόμενης. Η ως άνω β’ εναγόμενη κατάθεσε μετά από προτροπή της κόρης της, α’ εναγόμενης ότι ο ενάγων παρακινεί την Μ.Μ. να ασκεί τις επίδικες διαδικαστικές πράξεις για το λόγο ότι η σύζυγός του είναι κληρονόμος αυτής, εμφανίζοντας τον ενάγοντα να ασκεί το δικηγορικό του λειτούργημα για προσωπικό του συμφέρον. Τα παραπάνω ήταν ψευδή, δεδομένου ότι η σύζυγος του ενάγοντος είχε απλή κοινωνική γνωριμία με την Μ. Μ. και δεν ήταν κληρονόμος της. Η πρώτη εναγόμενη γνώριζε την αναλήθεια των προαναφερομένων, παρόλα αυτά έπεισε την β’ εναγόμενη μητέρα της να τα καταθέσει ενόρκως. Με την υπ’ αρ. 11442/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης οι παραπάνω καταδικάσθηκαν για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτή καθώς και της συκοφαντικής δυσφήμησης σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για κάθε πράξη. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού η ως άνω εναγόμενη Π. Π. κατέθεσε τα προαναφερόμενα ότι δηλαδή η Μ.Μ. παρακινείται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και προβαίνει στην κατάθεση δικογράφων σε βάρος της α’ εναγόμενης κόρης της από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, θέλοντας να αποδείξει ότι η Μ.Μ. δεν εξαπατήθηκε από την κόρη της [Ε. Π.], μετέφερε δε στο Δικαστήριο περί της κληρονομικής διαδοχής της από την σύζυγο του ενάγοντος, από πληροφορίες και φήμες που άκουγε από τρίτα πρόσωπα, χωρίς να έχει πρόθεση να προσβάλει τον ενάγοντα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Στην προκειμένη περίπτωση [Γ’ αγωγή], ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, προσβαλόμενος στην προσωπικότητά του, ως άνθρωπος και ως δικηγόρος από την υπαίτια ως άνω συμπεριφορά της α’ εναγόμενης Ε. Π. για την οποία δεν αποδείχθηκε ότι προέβη στην ως άνω συμπεριφορά προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Για τον λόγο αυτό πρέπει να επιδικασθεί σ’ αυτόν για την ως άνω αιτία το ποσό των δύο χιλιάδων [2.000] ευρώ, που κρίνεται εύλογο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα ως προς την α’ εναγόμενη εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης, ενώ ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς την β’ εναγόμενη και ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος. Εξάλλου ως προς την Δ’ αγωγή αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη Ε. Π. έπεισε, τον δεύτερο εναγόμενο γείτονά της να βεβαιώσει ενόρκως την 8-11-2006 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης στα πλαίσια εκδίκασης της υπ’ αρ. καταθ. 32300/2006 αίτησης της α’ εναγόμενης λήψης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ότι ο ενάγων στις αρχές Απριλίου 2006 της τηλεφώνησε στο γραφείο της [πρόκειται για γραφείο εισπράξεως κοινοχρήστων] και αφού την κατηγόρησε ότι είναι σπείρα με άλλα πρόσωπα προκειμένου να εξαπατούν ανήμπορους ανθρώπους την απείλησε ότι θα τη βάλει φυλακή για όσα έκανε στην πελάτισσά του Μ. Μ.. Τα παραπάνω κατέθεσε ενόρκως ο β’ εναγόμενος με προτροπή της πρώτης, η οποία γνώριζε ότι όλα τα παραπάνω ήταν αναληθή, παρόλα αυτά έπεισε τον β’ εναγόμενο να τα καταθέσει έχοντας πρόθεση να προσβάλει τον ενάγοντα, δεδομένου ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος προέβη σε τέτοιου είδους τηλεφώνημα. Το γεγονός, ότι σε συνταχθέντα από αυτόν δικόγραφα αναφέρεται ότι η Ε. Π. προσπάθησε να εξαπατήσει την πελάτισσα του Μ. Μ. προκειμένου να αποσπάσει την ακίνητη περιουσία της, είναι γεγονός ανεξάρτητο από τα απειλητικά τηλεφωνήματα που διατείνεται η α’ εναγόμενη ότι δέχθηκε από αυτόν. Συντάχθηκαν δε τα ως άνω δικόγραφα προς υπεράσπιση των συμφερόντων της πελάτισσας του. Επίσης το γεγονός ότι ο ενάγων επισκέφθηκε το κατάστημα [φούρνο] δίπλα από το γραφείο της α’ εναγόμενης μαζί με τη σύζυγό του, δεν αποδεικνύει μεμπτή συμπεριφορά αυτού σε βάρος της α’ εναγόμενης, καθώς επίσης και το γεγονός ότι σε ανύποπτο χρόνο αυτός [ενάγων] πέρασε μπροστά από το γραφείο της α’ εναγόμενης και κοίταξε μέσα σ’ αυτό. Όλα τα παραπάνω δεν δικαιολογούν την συμπεριφορά, όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω, της α’ εναγόμενης, η οποία προτρέποντας τον β’ εναγόμενο να καταθέσει τα προαναφερόμενα ψευδή περιστατικά, εν γνώσει του ψεύδους τους, από πλευρά της α’ εναγόμενης μείωσε την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος ενώ δεν αποδείχθηκε η γνώση περί της αναλήθειας αυτών εκ μέρους του β’ εναγόμενου [Δ’ αγωγή]. Ενόψει των παραπάνω πρέπει να επιδικασθεί σε βάρος της α’ εναγόμενης το ποσό των δύο χιλιάδων [2.000] ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντα για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προαναφερόμενη συμπεριφορά της α’ εναγόμενης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα ως προς την α’ εναγόμενη [Δ’ αγωγής] και απέρριψε αυτή έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης, ενώ ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς τον β’ εναγόμενο και ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως προς τους εφεσίβλητους Ε. Α., Π. Π. και Η. Λ. και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα αυτών του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας [άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.], όπως ορίζεται στο διατακτικό. Να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η κρινόμενη έφεση, ως προς την εφεσίβλητο Ε. Π.. Να εξαφανισθεί ως προς αυτή η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό, κατά το μέρος που αφορά την ως άνω εναγόμενη [Ε. Π.] και συνεκδικασθούν οι υπ’ αρ. καταθ. α]1602/2009, β]1604/2009, γ]1605/2009 και δ]1607/2000 αγωγές πρέπει αυτές να γίνουν εν μέρει δεκτές, ως εν μέρει βάσιμες κατ’ ουσίαν...".
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 920, 926 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρα 362, 363 και 367 ΠΚ. Προς τούτο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, κατά το ουσιώδες περιεχόμενο των αιτιάσεών του, ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων δέχθηκε ότι ευθύνεται μόνον η πρώτη αναιρεσίβλητη για την κατασυκοφάντησή του, δια των ψευδολογιών όλων των εναγομένων στην αγωγή του, οι οποίοι τελούσαν σε άμεσο δόλο γνωρίζοντας ότι όλα όσα διαδίδουν σε βάρος του ήσαν αναληθή και τα διέδιδαν με μοναδικό σκοπό να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του και το επάγγελμά του, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ευθύνονται όλοι. Στη συνέχεια, αφού παραθέτει τμήματα από την αγωγή και τις προτάσεις του στο Εφετείο, ισχυρίζεται ότι, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (δικηγόρο), το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ό,τι έκανε, το έπραξε για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της πελάτισσάς του, ενώ αποδεικνύεται ότι αυτός ό,τι έπραξε το έπραξε καθ’ υπαγόρευση της πελάτισσάς του, γνωρίζοντας ότι τα αναφερόμενα στα δικόγραφα είναι ψευδή και ανυπόστατα και επομένως τελούσε μαζί με εκείνη σε άμεσο δόλο, ενεργώντας με μοναδικό σκοπό την κατασυκοφάντησή του, ώστε να πληγεί η προσωπικότητα και το επάγγελμά του και να παραπλανηθεί το δικαστήριο, κι έτσι, όλοι οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) τέλεσαν σε βάρος του τις υβριστικές, παράνομες και αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της δυσφήμησης και της συκοφαντικής του δυσφήμησης. Ο λόγος είναι απαράδεκτος. Τούτο, διότι, υπό το πρόσχημα της παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πλήττονται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, χωρίς να γίνεται επίκληση συγκεκριμένου νομικού σφάλματος περί την ερμηνεία και εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων, με βάση τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες, ενώ κατά την παρ. 2 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 62 παρ. 2 του ν. 3994/2011, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 1500 ευρώ. Με την ως άνω διάταξη (άρθρο 62 παρ. 2 ν. 3994/2011) αυξήθηκε το τελευταίο αυτό ποσό σε 30.000 ευρώ, ενώ κατά το άρθρο 72 παρ. 12 του ίδιου νόμου (3994/2011), η παράγραφος 2 του άρθρου 1047 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται και σε αγωγές που εκκρεμούν κατά τη δημοσίευσή του, η οποία έγινε στις 25-7-2011. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, το άνω ποσό των 30.000 ευρώ μέχρι του οποίου δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση, ισχύει και για τις εκκρεμείς αγωγές ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον κατά τον άνω χρόνο της δημοσίευσης του νόμου αυτού δεν είχε δημοσιευθεί τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής με την οποία ζητείτο προσωπική κράτηση και για απαίτηση από αδικοπραξία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αναπάντητο απαράδεκτο ή μη νόμιμο αγωγικό αίτημα.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος, καθόσον ενώ αυτός με την αγωγή του είχε ζητήσει να απαγγελθεί κατά των εναγομένων, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, προσωπική κράτησή τους, το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά του, αν και δέχτηκε την από αδικοπραξία ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται στην πρώτη αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος, καθόσον το ποσόν που επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα, κατά τα προεκτεθέντα, για χρηματική ικανοποίηση αυτού λόγω ηθικής βλάβης, από την τελεσθείσα εις βάρος του αδικοπραξία της άνω αναιρεσίβλητης, για όλες τις συνεκδικασθείσες από το Εφετείο αγωγές του εναντίον της, οι οποίες εκκρεμούσαν ενώπιον του κατά τη δημοσίευση του ν.3994/2011 (βλ. προσβαλλόμενη απόφαση), υπολείπεται του ποσού των 30.000 ευρώ, μέχρι του οποίου, κατά τα προεκτεθέντα, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση και επομένως, το αγωγικό αίτημα για απαγγελία προσωπικής κράτησης λόγω της αδικοπραξίας της πρώτης αναιρεσίβλητης ήταν μη νόμιμο, ώστε, η μη απάντηση αυτού από το Εφετείο, να μην ιδρύει τον από την παραπάνω διάταξη λόγο αναιρέσεως. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων πραγματικών ισχυρισμών ή λόγου εφέσεως που στηρίζει πραγματικό ισχυρισμό. Έτσι η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του ενστάσεις, αντενστάσεις ή λόγους εφέσεως των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, αλλά εκείνον του αριθ. 8 του ίδιου άρθρου (Α.Π. 956/1996 Α.Π. 1486/1997). Κατά την τελευταία δε αυτή διάταξη, ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αναπάντητο απαράδεκτο ή μη νόμιμο πραγματικό ισχυρισμό. Περαιτέρω, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ σύμφωνα με το άρθρο 179 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (όχι όμως και στην περίπτωση εύλογης αμφιβολίας ως προς την έκβαση της δίκης), μπορεί το δικαστήριο, ανεξάρτητα από την έκταση της νίκης ή της ήττας των διαδίκων, να προβεί σε συμψηφισμό των εξόδων. Στην περίπτωση αυτή ο συμψηφισμός ή μη των δικαστικών εξόδων ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και άρα η σχετική κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη, την πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονέθηκε για την επιβολή σε βάρος του εξοντωτικής δικαστικής δαπάνης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την απόρριψη των αγωγών του, ως προς τους λοιπούς (πλην της πρώτης) εναγόμενους-αναιρεσιβλήτους, ενώ έπρεπε να την συμψηφίσει στο σύνολό της, λόγω της εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης, εξαιτίας της σοβαρότητας των σε βάρος του συκοφαντικών αναφορών των αντιδίκων του, κατά παράβαση των άρθρων 193 και 179 ΚΠολΔ, τις οποίες ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε, με αποτέλεσμα να υποπέσει και στις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ και δεν συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα, είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τούτου, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατά το μέρος δε που με τον ίδιο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στον ανωτέρω λόγο εφέσεως, ο οποίος εκτιμάται ως πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 9 του ίδιου άρθρου σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη), ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, ο προβαλλόμενος με αυτόν ισχυρισμός, ήταν απαράδεκτος, ώστε, η μη απάντηση αυτού από το Εφετείο, να μην ιδρύει τον από την παραπάνω διάταξη λόγο αναιρέσεως. Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ’ ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 14 ΠΚ, δέχθηκε ότι οι πράξεις συκοφαντικής δυσφήμησης που διέπραξε σε βάρος του η πρώτη αναιρεσίβλητη σε ότι αφορά την υπ’ αριθ. 1604/2009 αγωγή του, συνιστούν μία εξακολουθητική συμπεριφορά της, ενώ αυτός με τις αγωγές του ισχυρίστηκε ότι κάθε μία αποτελούσε αυτοτελή αδικοπραξία. Ο λόγος είναι απαράδεκτος. Τούτο, διότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 98 ΠΚ στο δικαστήριο της ουσίας καταλείπεται η κρίση αν περισσότερες πράξεις του ίδιου προσώπου μπορούν να θεωρηθούν ως ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα ή αν πρόκειται για πραγματική συρροή. Η κρίση, όμως, αυτή, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, είναι ανέλεγκτη από τον ‘ Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, αφού εκθέτει ολόκληρο το περιεχόμενο των επίδικων αγωγών του, κατά το μέρος τους που αφορούν τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο αναιρεσιβλήτους, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση κατά λέξη ότι "Το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα παραπάνω πράγματα, που προτάθηκαν νόμιμα από εμένα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και απέρριψε την έφεσή μου" (ως προς καθένα από τους αναιρεσιβλήτους). Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των συνεκδικασθεισών αγωγών του αναιρεσείοντος και κατ’ όμοια κρίση με εκείνη του Πρωτοδικείου, τις έκρινε ουσιαστικά αβάσιμες, για όσους λόγους αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη για καθένα αναιρεσίβλητο, αντιστοίχως.
Συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του είναι αβάσιμος. Εξάλλου, "πράγματα" δεν είναι το περιεχόμενο των αποδείξεων, τις οποίες το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα, χωρίς να υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο και από τις οποίες αντλεί τα πραγματικά επιχειρήματα για το ουσία βάσιμο της αγωγής. Εντεύθεν, η διαλαμβανόμενη στον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ως "πράγμα", το εκτιθέμενο περιεχόμενο του διατακτικού της 19/2010 απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΘ σε βάρος του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του στο πρωτοδικείο και το Εφετείο, είναι απαράδεκτη. Με μέρος του πέμπτου και μέρος του έκτου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα: 1) την 19/2010 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΘ και 2) την από 8/11/06 ένορκη βεβαίωση του τέταρτου αναιρεσιβλήτου στον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης ασφαλιστικών μέτρων. Όπως, όμως, προκύπτει από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ’ αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας των ένδικων αγωγών του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "όλα γενικώς τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα". Από τη γενική αυτή βεβαίωση, αλλά και την ειδική αναφορά του Εφετείου στην ένορκη βεβαίωση του τέταρτου αναιρεσιβλήτου, στις 8/11/2006, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, που φέρονται αγνοηθέντα.
Συνεπώς, οι επίμαχες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του αυτό.
Κατά την διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Αντιφατικότητα δε αιτιολογίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές ποια είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό. Η αντίφαση πρέπει να υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών του αυτού κεφαλαίου. Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, διατύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά: 1) με το ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκτέλεσε νόμιμα τα καθήκοντά του, ως δικηγόρος, νομικός παραστάτης της πρώτης αναιρεσίβλητης και το γεγονός ότι συνυπέγραψε το κείμενο της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστά παράνομη πράξη, αλλά δικαιολογείται από το καθήκον του ως δικηγόρου και 2) με το ότι όσα κατέθεσε η τρίτη αναιρεσίβλητη, τα κατέθεσε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, θέλοντας να αποδείξει ότι η Μ. Μ. δεν εξαπατήθηκε από την κόρη της [Ε. Π.], μετέφερε δε στο Δικαστήριο περί της κληρονομικής διαδοχής της από την σύζυγο του ενάγοντος, από πληροφορίες και φήμες που άκουγε από τρίτα πρόσωπα, χωρίς να έχει πρόθεση να προσβάλει τον ενάγοντα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα παραπάνω ζητήματα, είναι αβάσιμος. Τέλος, η με τον ίδιο λόγο αποδιδόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, αναφορικά με τον τέταρτο αναιρεσίβλητο και του περιεχομένου της ένορκης βεβαίωσής του στον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, στις 8/11/2006, είναι απαράδεκτη, διότι η επίκληση αντίφασης μεταξύ των ουσιαστικών παραδοχών της απόφασης και των αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύει την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 20-3-2014 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2589/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2015 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2589/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, κατανεμητέου κατ’ ίσα μέρη για κάθε χωριστή παράσταση των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ