308/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated308/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως η αγωγή έχει ως βάση την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει ο ενάγων, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία να αναφέρει τις πράξεις νομής στο ακίνητο του ίδιου και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνες των δικαιοπαρόχων του, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 1360/2014, ΑΠ 2248/2014).
Full text
Απόφαση 308 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 308/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπασαράντου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. συζ. Φ. Κ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., 2)Μ. συζ. Π. Α., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., και 3)Ε. συζ. Κ. Τ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κουμουνδούρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 5/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3746/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1533/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/10/2013 αίτησή του, το από 9/10/2014 δικόγραφο και από 17/10/2014 δεύτερο δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 5/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των δικογράφων των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 47/2014, ΑΠ 502/2014, ΑΠ 1354/2014).
Περαιτέρω από το άρθρο 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, είναι μεταξύ άλλων, ο ενάγων να αναφέρει ότι κατέστη κύριος για ορισμένη αιτία, παράγωγη ή πρωτότυπη και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του, ήταν κύριος του ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό κατά θέση, έκταση και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Αν όμως η αγωγή έχει ως βάση την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει ο ενάγων, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία να αναφέρει τις πράξεις νομής στο ακίνητο του ίδιου και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνες των δικαιοπαρόχων του, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 1360/2014, ΑΠ 2248/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της συνεκδικασθείσας με αντίθετη αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσείοντος, αναγνωριστικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι οι ενάγοντες έχουν γίνει συγκύριες, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή, για καθεμιά τους, ποσοστά εξ αδιαιρέτου, του λεπτομερώς περιγραφομένου και κειμένου στο Δήμο Διονύσου Αττικής ακινήτου με παράγωγο τρόπο και δή από νόμιμα αποδειχθείσα και μεταγραφείσα εξ ιδιογράφου διαθήκης κληρονομιά, της αποβιώσασας στις 6.6.1982, εκ πατρός, γιαγιάς τους, Α.
Σ., η οποία το είχε αποκτήσει με αγορά από τον "Οικοδομικό Συνεταιρισμό Δικαιούχων Αστέγων Παλαιών Προσφύγων ΝΕΑ ΑΙΟΛΙΣ", με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../1962 συμβόλαιο του συμβ/φου Πειραιά Αθανασίου Παπαστεργίου. Ότι προσέτι, την κυριότητα αυτή οι ενάγοντες την απέκτησαν με τακτική και έκτακτη χρησικτησία αφού νεμήθηκαν το επίδικο με τα οικεία προσόντα, ενώ προσδιορίζονται και οι πράξεις νομής μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Επομένως η αγωγή τόσο κατά την κύρια όσο και κατά τις επικουρικές της βάσεις ήταν ορισμένη, ενώ ως προς τις από χρησικτησία βάσεις της αγωγής, δεν χρειαζόταν η αναφορά των πράξεων νομής της δικαιοπαρόχου των εναγουσών, καθόσον δεν συνέτρεχε περίπτωση προσμέτρησης της νομής της τελευταίας, αφού ο επικαλούμενος χρόνος χρησικτησίας των ίδιων (1982 μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής το 2009) υπερκάλυπτε τον απαιτούμενο κατά τα άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ χρόνο.
Ενόψει τούτων η αγωγή ως, προς τις επικουρικές της βάσεις της περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά τις οικίες, περί χρησικτησίας, διατάξεις στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη, ενώ ο αναιρεσείων-εναγόμενος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτοδικών προτάσεών του δεν αμφισβήτησε την από παράγωγο τρόπο απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από την δικαιοπάροχο των εναγουσών γιαγιά τους, ώστε να χρειαζόταν, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔικ, η συμπλήρωση της αγωγής, με τις προτάσεις των εναγουσών, με αναφορά περιστατικών που επάγονται την κτήση της κυριότητας κατά πρωτότυπο τρόπο, στο πρόσωπο της εν λόγω δικαιοπαρόχου (ΑΠ 1354/2014), αβάσιμα δε υπολαμβάνει ο αναιρεσείων ότι οι υποβληθέντες ισχυρισμοί του περί αποκτήσεως από τον ίδιο της κυριότητας του επιδίκου πρωτοτύπως και παραγώγως συνιστούν αμφισβήτηση της κυριότητας της εν λόγω δικαιοπαρόχου, ενώ εξάλλου οι αιτιάσεις κατά τις οποίες οι υποβληθέντες από τους αναιρεσίβλητους, με τις προτάσεις τους, ισχυρισμοί προς υποστήριξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής τους, υποστηρίζουν τον περί αοριστίας ισχυρισμοί του εναγομένου-αναιρεσείοντες είναι αλυσιτελείς, αφού αναφέρονται σε διαφορετικό από το κείμενο της αγωγής δικόγραφο.
Ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως του με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη κηρύξεως του δικογράφου της αγωγής ως απαραδέκτου λόγω αοριστίας, όπως είχε ζητηθεί με τον πρώτο λόγο της εφέσεως, αλλά και πρωτοδίκως (ΑΠ 1020/2013), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.
Παράγωγο τρόπο μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199ΑΚ, αποτελεί και η καθολική διαδοχή, από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, εφόσον ο κληρονομούμενος ήταν κύριος του ακινήτου, κατά το χρόνο του θανάτου του και ο κληρονόμος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1199 του ίδιου κώδικα, με την κατά το άρθρο 1193 μεταγραφή, η κυριότητα θεωρείται ότι περιήλθε στον κληρονόμο από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις του νομέα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να είναι το πράγμα δικό του, ως τέτοιες δε πράξεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η εποπτεία η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών τους, η ανάθεση σύνταξης τοπογραφικών διαγραμμάτων και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της (ΑΠ26/2015, ΑΠ40/2014, ΑΠ1367/2014, ΑΠ 1383/2014).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513επ, 1033 και 1191ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή, μόνο η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της συμβάσεως, πλήν όμως, έναντι του αληθινού κυρίου, δεν είναι ισχυρή η εν λόγω μεταβίβαση αφού γι' αυτήν απαιτείται να είναι κύριος αυτός που μεταβιβάζει.
Συνεπώς, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο (ΑΠ 2077/2009). Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεώς του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1031/2014, ΑΠ 284/2014). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενό του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1127, 197, 609, 835/2013.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ'αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων (που συνεκδικάστηκε με αντίθετη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, του αναιρεσείοντος, η επί της οποίας απορριπτική, λόγω αοριστίας, απόφαση δεν αποτελεί αντικείμενο της αναιρέσεως). "Επίδικο είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 1601,02 τ.μ, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Διονύσου-Αττικής, στη συμβολή των οδών Βιζυηνού και Ραγκαβή, εντός του ...
και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Εμφανίζεται με τα αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔ1ΕΖ2Α στο από Σεπτεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Αλεξάνδρου Καρδίτσα, που επισυνάπτεται στην .../2007 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Πειραιά Νικολάου Γκέκιου και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, βόρεια επ πλευράς Δ1, μήκους 17,73 μ.
και 1 Ε μήκους 12,30 μ., με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά, επί προσώπου Ε-Ζ μήκους 46,78 μ. με την οδό Βιζυηνού, νότια, επί τεθλασμένης πλευράς Ζ2Α, μήκους 49,98 μ, με την οδό Ραγκαβή και δυτικά, επί τεθλασμένης πλευράς ΑΒ, μήκους 27,25 μ. ΒΓ μήκους 4,40 μ. και ΓΔ μήκους 8,30 μ, με ιδιοκτησία αγνώστου. Το επίδικο ακίνητο, που προήλθε από τη συνένωση δύο συνεχόμενων μικρότερων οικοπέδων, 800 τμ περίπου το καθένα, αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 2713 στρεμμάτων που είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, στο Συνεταιρισμό με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Δικαιούχων Αστέγων Παλαιών Προσφύγων ΝΕΑ ΑΙΟΛΙΣ", με τα …/23.11.1955, …/10.3.1956, .../9.3.1958 και .../10.7.1958 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Μόσχου, που νόμιμα μεταγράφηκαν, ενώ με το από 23.5.1962 Βασιλικό Διάταγμα που δημοσιεύθηκε στο φύλλο 70 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (Τεύχος Δ) εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού της πιο πάνω έκτασης του Συνεταιρισμού και καθορίστηκαν οι όροι δόμησης των οικοπέδων που δημιουργήθηκαν με τη ρυμοτομία.
Ο ανωτέρω Οικοδομικός Συνεταιρισμός με το .../19.10.1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Αθανασίου Παπαστεργίου που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μαραθώνα, στον τόμο 75 και με αριθμό …, οπού κατέτμησε τη μείζονα ως άνω έκταση σε μικρότερα οικόπεδα, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στα μέλη του Α.
χήρα Π. Σ. και Π. Σ. Σ. του Ν., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθέναν, ένα ακίνητο (οικόπεδο), το οποίο προήλθε, από τη συνένωση (προκειμένου να έχει αρτιότητα) δύο συνεχόμενων οικοπέδων 800 τμ περίπου του καθενός, τα οποία προηγουμένως είχαν περιέλθει σ' αυτούς με κλήρωση, και φέρουν τους αριθμούς 9 και 10 του … ΟΤ και ήδη … ΟΤ, στο επισυναπτόμενο στο .../1962 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Αθανασίου Παπαστεργίου, διάγραμμα εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου και οικοπεδοποίησης του μηχανικού Κ.
Σ.. Η πιο πάνω ενιαία οικοπεδική έκταση, εμβαδού 1600 τμ περίπου, αποτελεί το επίδικο, στην νομή του οποίου, αμέσως μετά την παραπάνω σύμβαση αγοραπωλησίας, εγκαταστάθηκαν οι ανωτέρω αγοραστές Α. Σ. και Π. Σ. Σ., ως συννομείς και συγκάτοχοι τούτου. Το επίδικο ακίνητο, όπως και όλα της ευρύτερης περιοχής, δεν ήταν επιδεκτικό καλλιέργειας, ενόψει του ότι προορίζονταν για να δομηθεί, καλυπτόταν δε από πέτρες και αυτοφυή βλάστηση (θάμνους και μερικά πεύκα).
Στις 6 Ιουνίου 1982 πέθανε σε ηλικία 81 ετών η ανωτέρω Α. Σ., η οποία με την από 15.12.1980 ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, κατά τη συνεδρίαση της 12.1.2001 με το 47/2001 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία, κατέλιπε το ανήκον σε αυτήν ποσοστό συγκυριότητας, 1/2 εξ αδιαιρέτου, επί του επιδίκου, στις ενάγουσες, εγγονές της, τέκνα του προαποβιώσαντος (1976) γιου της Ι.
Σ.. Οι τελευταίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές, με την ως άνω διαθήκη, κληρονομιά με την .../16.10.2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πειραιά Παναγιώτη Γκέγκιου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα, στον τόμο 262 και με αριθμό …. Έτσι, οι ενάγουσες, με το θάνατο της γιαγιάς τους Α.
Σ., υπεισήλθαν στην κληρονομιά της και πιο συγκεκριμένα εγκαταστάθηκαν στη νομή του επιδίκου, ως συννομείς τούτου, στο 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού, κατά το ποσοστό του κληρονομικού της δικαιώματος η καθεμία, ήτοι ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου η καθεμία. Έκτοτε, οι ενάγουσες, ως συγκληρονόμοι, νέμονταν το επίδικο κατά το ανήκον σε αυτές ποσοστό συγκυριότητας τους, δηλαδή του 1/2 εξ αδιαιρέτου, συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς διακατοχικές (υλικές) πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του, με διάνοια συγκυρίων, με τη θέληση δηλαδή να γίνουν συγκύριες αυτού, κατά τα πιο πάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου η καθεμία (1/6).
Πιο συγκεκριμένα αποδείχθηκε, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ότι οι γονείς των εναγουσών, Ι. Σ. και Α. Σ., ήταν κύριοι πέντε ακινήτων κειμένων στην περιοχή της κοινότητας, ήδη Δήμου Διονύσου. Σημειώνεται, ότι ο πατέρας τους ήταν έμπορος στην περιοχή του Πειραιά, είχε δε διατελέσει μέλος αλλά και Πρόεδρος στον ως άνω Συνεταιρισμό (σχετ. .../19.10.1962 συμβόλαιο, στο οποίο συμβάλλεται ως νόμιμος εκπρόσωπος - πρόεδρος αυτού), για το λόγο δε αυτό είχε γίνει γνωστός στην περιοχή του Διονύσου.
Ειδικότερα, ο πατέρας των εναγουσών ήταν συγκύριος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε δύο οικόπεδα 1600τμ το καθένα, κείμενα επί των οδών Αττάλου και Μαγνησίας, αντίστοιχα και ενός οικοπέδου 632 τμ επί της οδού Καϊρη, τα οποία μετά το θάνατο του περιήλθαν σε αυτές λόγω κληρονομιάς και η μητέρα τους ήταν κυρία δύο ακινήτων (οικοπέδων) το ένα από τα οποία πώλησε σε τρίτο και το άλλο μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, στη θυγατέρα της, δεύτερη ενάγουσα.
Επί του κειμένου μάλιστα στην οδό Μαγνησίας οικοπέδου, οι γονείς των εναγουσών εγκατέστησαν λυόμενη οικία, την οποία οι ίδιοι και οι ενάγουσες συχνά χρησιμοποιούσαν κατά τα Σαββατοκύριακα, τις εορτές Πάσχα και Χριστουγέννων και κατά τις διακοπές του καλοκαιριού, μέχρι το τέλος του έτους 2000, οπότε προέβησαν στην πώληση του ακινήτου τους.
Έτσι, οι ενάγουσες, με αφορμή τις επισκέψεις και τη διαμονή τους στην εν λόγω εξοχική τους οικία επισκέπτονταν και επιτηρούσαν και τα άλλα ακίνητα τους, ειδικότερα δε και το επίδικο, αφότου, κατά τα ανωτέρω, κληρονόμησαν τούτο κατά το πιο πάνω ποσοστό συγκυριότητας (1/2 εξ αδιαιρέτου) από τη γιαγιά τους Α.
Σ. (έτος 1982), συνεχώς μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Εξάλλου, η δεύτερη από τις ενάγουσες με το σύζυγο της Π. Α., κατά την τελευταία δεκαετία και για άλλο λόγο συχνά επισκέπτονταν το επίδικο, καθόσον σε μικρή από αυτό απόσταση, επί της κείμενης στην οδό Κανάρη οικοδομής είχαν εγκατασταθεί ο αδελφός του τελευταίου Α.
Α. και η σύζυγος του Ε. Τ.. Μάλιστα οι τελευταίοι, κατά παράκληση των εναγουσών, προσέλαβαν εργάτη για να επιμεληθεί τον καθαρισμό του. Ακόμη, οι ενάγουσες, τα έτη 1994 - 1995, για πρώτη φορά απευθύνθηκαν στον μεσίτη αστικών ακινήτων Γ. Π. για να μεσολαβήσει στην πώληση του κληρονομικού τους μεριδίου χωρίς, ωστόσο να υπάρξει αποτέλεσμα, ενώ εκ νέου επιχείρησαν να το πουλήσουν τα έτη 2000 και 2006, σχετικές δε είναι οι αγγελίες τους, στην εφημερίδα "Νέες Αγγελίες - αγορά ακινήτων" στις 10.5.2006 και 14.5.2006 και στην εφημερίδα Real Estate στις 3.5.2006.
Μάλιστα ο μηχανικός Αλέξανδρος Καρδίτσας συνέταξε, για λογαριασμό τους, το από Σεπτεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ στις δηλώσεις που υπέβαλαν στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ τα έτη 2005 και 2008 διέλαβαν στο έντυπο Ε9 και το κληρονομικό τους μερίδιο επί του επιδίκου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι ενάγουσες (έστω και αν δεν βρίσκονταν σε διαρκή σωματική επαφή με το επίδικο ακίνητο τους, είχαν στραμμένη την προσοχή τους σ' αυτό και κάθε στιγμή, μπορούσαν να ενεργήσουν πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω Οικοδομικός Συνεταιρισμός, απώτερος δικαιοπάροχος των εναγουσών, είχε ασκήσει εναντίον της Α. Σ. και του Π. Σ. Σ. την από 4.1.1964 αγωγή αλλά και αγωγές εναντίον μελών του, που είχαν απ' αυτόν αγοράσει ακίνητα (οικόπεδα), ζητώντας την ακύρωση των σχετικών συμβάσεων, με τον ισχυρισμό ότι στα συμβόλαια αυτά ο Συνεταιρισμός, ως πωλητής, είχε εκπροσωπηθεί από προσωρινή επιτροπή και όχι από Διοικητικό του Συμβούλιο.
Από το δικόγραφο, ωστόσο των εν λόγω αγωγών του παραιτήθηκε νομίμως με την .../12.8.1969 δήλωση του ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη, που κοινοποίησε στους αντιδίκους του, της κάθε αγωγής, η δε διαγραφή της πιο πάνω αγωγής από τα οικεία βιβλία διεκδικήσεως έγινε στις 15.10.1997. Αποδείχθηκε, όμως, ότι ο ανωτέρω Συνεταιρισμός με το .../25.1.1975 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη που νόμιμα μεταγράφηκε, φέρεται να μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, προς τη Β.
Φ., το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου οικοπέδου, ενώ, στη συνέχεια η τελευταία το ίδιο ποσοστό συγκυριότητας, μεταβίβασε, με το .../6.6.1975 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίου Οικονόμου, που νόμιμα μεταγράφηκε, στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα. Επίσης, αποδείχθηκε, ότι ο έτερος συγκύριος του επίδικου Π.
Σ. Σ. μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, με το .../13.7.1978 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Βασαλάκη, το ανήκον σε αυτόν 1/2 εξ αδιαιρέτου, ποσοστό συγκυριότητας του σε αυτό στη θυγατέρα του πρώτη εναγομένη Σ. σύζυγο Ν. Γ., μη διάδικο στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, ενώ με την .../18.12.1997 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Φούλια - Αργειτάκου που νόμιμα μεταγράφηκε, οι ανωτέρω, πρώτη εναγομένη (Σ.
Γ.) και ο δεύτερος εναγόμενος (Δ. Ζ.) αφού σύστησαν επί του επίδικου δύο κάθετες ιδιοκτησίες, που αντιστοιχούσαν στα προαναφερόμενα με αριθμούς 9 και 10 οικοπεδικά τμήματα, όρισαν ότι η αντιστοιχούσα στο 9 οικόπεδο κάθετη ιδιοκτησία θα περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα του Δ. Ζ. και η αντιστοιχούσα στο 10 οικόπεδο στη Σ.
Γ., με ποσοστό συγκυριότητας ο καθένας 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ενιαίου οικοπέδου (επίδικου). Στη συνέχεια, η τελευταία, με το .../19.12.1997 συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου Αναστασίας Φούλια - Αργειτάκου, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, την περιέλθουσα σε αυτήν με την ανωτέρω πράξη κάθετη ιδιοκτησία στον τρίτο και την τέταρτη από τους εναγόμενους Θ.
Φ. και Μ. σύζυγο Θ. Φ., μη διαδίκους στην παρούσα κατ' έφεση δίκη.
Η Β. Φ., ωστόσο, δεν έγινε κυρία με παράγωγο τρόπο δηλαδή με το προαναφερόμενο .../ 25.1.1975 πωλητήριο συμβόλαιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, καθόσον ο πωλητής Οικοδομικός Συνεταιρισμός, κατά τον κρίσιμο χρόνο της πιο πάνω μεταβίβασης (25.1.1975), δεν ήταν συγκύριος τούτου (επιδίκου), κατά το εν λόγω ποσοστό συγκυριότητας, αφού είχε ήδη, σύμφωνα με όσα έχουν προαναφερθεί, μεταβιβάσει το επίδικο στην Α.
Σ. και στον Π. Σ. Σ. (άρθρο 1033 ΑΚ) και συνακόλουθα ούτε ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εκαλλών Δ. Ζ. έγινε κύριος, με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με το προαναφερόμενο .../6.6.1975 συμβόλαιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα κατά το χρόνο της εν λόγω μεταβίβασης (6.6.1975) η πωλήτρια, Β. Φ., δεν ήταν συγκύρια τούτου, κατά το ποσοστό αυτό.
Συνακόλουθα, ο εκκαλών δεν έγινε κύριος ούτε της κάθετης ιδιοκτησίας, που φέρεται να περιήλθε σε αυτόν με την ως άνω .../18.12.1997 συμβολαιογραφική πράξη. Εξάλλου, ο ανωτέρω Δ. Ζ., αρχιτέκτων μηχανικός, αλλά και η δικαιοπάροχος του Β. Φ., όταν προέβησαν στην κατάρτιση των πιο πάνω συμβάσεων, γνώριζαν, ο μεν πρώτος, Δ.
Ζ., ότι οι "δικαιοπάροχοι" του (απώτερος Οικοδομικός Συνεταιρισμός και άμεσος Β. Φ.) η δε δεύτερη Β. Φ., ότι ο "δικαιοπάροχος" της (Οικοδομικός Συνεταιρισμός) δεν ήταν συγκύριοι του επιδίκου κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης και ποτέ δεν εγκαταστάθηκαν, ως συννομείς, στο επίδικο, κατά το ένδικο (1/2 εξ αδιαιρέτου) ποσοστό συγκυριότητας, ούτε απέβαλαν από τη συννομή τους τη δικαιοπάροχο - γιαγιά των εναγουσών ή τις ίδιες (ενάγουσες).
Ειδικότερα, ο εκκαλών δεν άσκησε ποτέ επ' αυτού, ως συννομέας, εμφανείς διακατοχικές πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του με διάνοια συγκυρίου, με τη θέληση, δηλαδή, να γίνει συγκύριος τούτου, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό συγκυριότητας (1/2 εξ αδιαιρέτου), όπως, μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, αβάσιμα ισχυρίζεται.
Εξάλλου, τυχόν φυσική παρουσία του στο επίδικο θα γινόταν αντιληπτή από τους ανωτέρω συγγενείς των εναγουσών και γείτονες στο επίδικο, Α. και Ε. Α., τις ίδιες τις ενάγουσες, που συχνά, για τους προαναφερόμενους λόγους, το επισκέπτονταν αλλά και από τρίτους κατοίκους της περιοχής που γνώριζαν τον πατέρα τους, ως εκ της προαναφερόμενης ιδιότητας του (ως μέλους και Προέδρου του Δ.Σ.
το πιο πάνω Οικοδομικού Συνεταιρισμού). Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου για το κρίσιμο ζήτημα, ποίος από τους διαδίκους (ενάγουσα ή δεύτερος εναγόμενος) ασκούσε νομή επί του επίδικου, ενισχύεται, εκτός των άλλων, και από τη σαφή και κατηγορηματική ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Π. Α.υ, συζύγου της δεύτερης από τις ενάγουσες, ο οποίος έχει άμεση γνώση των όσων καταθέτει, η οποία κατάθεση του παραδεκτά λήφθηκε υπόψη και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εκκαλών στην έφεση του, δεδομένου ότι ο εν λόγω μάρτυρας από μόνη την ως άνω ιδιότητα του, δεν προσδοκά άμεσο έννομο συμφέρον από την ευνοϊκή, υπέρ της ενάγουσας συζύγου του, έκβαση της δίκης δεδομένου ότι ως περιουσιακή ωφέλεια, κατά το άρθρο 400§3 ΚΠολΔ, θεωρείται εκείνη του ιδίου του μάρτυρα και όχι η αντανακλαστική από την ωφέλεια του άλλου συζύγου, (ΑΠ 1821/2008, Εφ Θεσ 566/2009 δημ.
ΝΟΜΟΣ, Εφ Πειρ 912/2005 Ελ Δνη 47. 271) αλλά και από τις ένορκες βεβαιώσεις του Γ. Π., μεσίτη και της Ε. Α., συνυφάδας της δεύτερης ενάγουσας, οι οποίοι και αυτοί έχουν άμεση γνώση των όσων καταθέτουν, σύμφωνα με τις οποίες οι ενάγουσες, καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα (1982-2009), ασκούσαν στο επίδικο, ως συννομείς τούτου, τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής και ότι ουδέποτε αυτές ή η δικαιοπάροχος τους Α.
Σ. αποβλήθηκαν από τη νομής τους. Όλα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα των εναγουσών, τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγουσες, δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν. Χ., οικογενειακού φίλου, όπως καταθέτει, του εκκαλούντος, τις ένορκες βεβαιώσεις των Γ.
Τ. Β. Α. και Ε. Μ. και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που ο τελευταίος επικαλείται και προσκομίζει. Εξάλλου, δεν μπορεί να οδηγήσουν σε αντίθετη προς την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, οι προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα φωτογραφίες, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς τους, λήφθηκαν κατά την επίσκεψη του ίδιου και των τέκνων του στο επίδικο, αλλά ούτε το γεγονός ότι οι ενάγουσες αποδέχθηκαν, με συμβολαιογραφική πράξη, την κληρονομιά της γιαγιάς τους, Α.
Σ., το έτος 2007, δηλαδή είκοσι πέντε έτη μετά το θάνατο της, που συνέβη το έτος 1982, δεδομένου ότι αυτές σιωπηρά είχαν αποδεχθεί την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά της, ενόψει του ότι παρήλθε άπρακτη η σχετική τετράμηνη προθεσμία αποποίησης της (ΑΚ 1847), χωρίς να την αποποιηθούν. Άλλωστε, οι ενάγουσες με τον ίδιο τρόπο (για λόγους οικονομικούς) είχαν ενεργήσει σε σχέση και με τα κληρονομιαία ακίνητα του πατέρα τους, Ι.
Σ. που πέθανε το έτος 1976. Έτσι, με την …/29.9.1995 πράξη της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Τζίνη - Ντόλ Μούζακ, αποδέχθηκαν το κληρονομικό τους μερίδιο στο επί της οδού Αττάλου ακίνητο (οικόπεδο), με την …/1989 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Παπαϊωάννου - Αποστολοπούλου, αποδέχθηκαν το κληρονομικό τους μερίδιο, στο επί της οδού Μαγνησίας ακίνητο και με την .../2000 πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιά Παναγιώτη Γκέγκιου, αποδέχθηκαν το επί της οδού Καϊρη κληρονομιαίο ακίνητο (οικόπεδο).
Αποδεικνύεται, τέλος, ότι οι ενάγουσες έλαβαν γνώση ότι ο εκκαλών αμφισβητεί το δικαίωμα συγκυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο, επικαλούμενος τους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας, όταν, ενόψει της επικείμενης από αρχές του έτους 2008 κτηματογράφησης της περιοχής Διονύσου από το Εθνικό Κτηματολόγιο, ανέθεσαν σε δικηγόρο τη διεκπεραίωση των διαδικασιών, προκειμένου να συστήσουν κάθετη ιδιοκτησία με τη συνιδιοκτήτρια του άλλου 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, καθόσον γνώριζαν ότι ο αρχικός ιδιοκτήτης Π.
Σ. είχε μεταβιβάσει το ποσοστό συγκυριότητας του στην πρώτη εναγόμενη. Τότε, για πρώτη φορά, ο εκκαλών, επιχειρώντας να θεμελιώσει δικαιώματα στο επίδικο, πλήρωσε αναδρομικά το οφειλόμενο τέλος ακίνητης περιουσία (ΤΑΠ).
Συνεπώς, με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν, οι ενάγουσες έγιναν συγκυρίες του επίδικου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ήτοι 1/6 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με τη μεταγραφή της άνω πράξης αποδοχής κληρονομιάς, αλλά και σε κάθε περίπτωση, με πρωτότυπο τρόπο, με τακτική αλλιώς με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση δηλαδή επ' αυτού των προαναφερομένων διακατοχικών πράξεων νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο ,για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της 20ετίας, απορριπτομένου ως αβασίμου, του ισχυρισμού του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, που επαναφέρει και με τον σχετικό λόγο της έφεσης του, ότι αυτός, έγινε συγκύριος του επιδίκου, κατά το ένδικο ποσοστό συγκυριότητας, με τακτική, αλλιώς με έκτακτη χρησικτησία.
Συνακόλουθα, αποδεικνύεται ως βάσιμη κατ' ουσία η κρινόμενη αγωγή, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία για την πληρότητα της στοιχεία και δεν ήταν αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο αυτής η αναφορά από τις ενάγουσες των δικαιοκατοχικών πράξεων νομής της δικαιοπαρόχου τους, ενόψει του ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από τον επισυμβάντα το έτος 1982 θάνατο της μέχρι και την άσκηση της αγωγής (2009) επαρκεί για τη συμπλήρωση στο πρόσωπο τους, του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας (20 ετίας), ούτε εξάλλου ο εκκαλών αμφισβήτησε ρητά, την κυριότητα αυτής δηλαδή της δικαιοπαρόχου των εναγουσών, ώστε να απαιτείται οι τελευταίες να αναχθούν αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους (άμεσης ή απώτερου) (ΑΠ 1074/2012 δημ.
ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του, κατέληξε σε όμοια κρίση με αιτιολογίες που εν μέρει συμπληρώνονται και εν μέρει αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), που τέθηκαν στην κρίση του και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τους σχετικούς, (πρώτο, τρίτο και τέταρτο) λόγους της έφεσης του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Επίσης, ο εναγόμενος, και ήδη εκκαλών, προς απόκρουση της κρινόμενης αγωγής, ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγουσών ασκείται καταχρηστικά, επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι τελευταίες προέβησαν στην αποδοχή της επαχθείσας σε αυτές κληρονομιάς της δικαιοπαρόχου τους Α.
Σ. μόλις το έτος 2007, επιδεικνύοντας επί 25 έτη αδράνεια ως προς την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος τους. Η προς απόκρουση της ένδικης αγωγής άνω ένσταση του εναγομένου, περί καταχρηστικής ασκήσεως από τις ενάγουσες της κρινόμενης αναγνωριστικής αγωγής, η οποία έχει το πιο πάνω περιεχόμενο, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, αφού τα επικαλούμενα, προς θεμελίωση της, από τον εναγόμενο, ως άνω, πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν, από μόνα τους, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα-νομική σκέψη, για να περιαγάγουν την άσκηση του δικαιώματος των εναγουσών σε προφανή υπέρβαση των ορίων, τα οποία επιβάλλουν στην ένδικη υπόθεση η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος".
Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως το ζήτημα της αποκτήσεως από τις ενάγουσες- αναιρεσίβλητες της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του επιδίκου παραγώγως και δη από νόμιμα αποδεχθείσα και μεταγραφείσα, εκ διαθήκης, κληρονομιά, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσες το επίδικο με τα οικεία προσόντα και ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος δεν απέκτησε την κυριότητά του επιδίκου παραγώγως, γιατί το αγόρασε εν γνώσει του, όπως και η δικαιοπάροχό του, παρά μη κυρίου, αλλά ούτε και πρωτοτύπως, καθόσον δεν προέκυψε η συνδρομή των απαιτουμένων προϋποθέσεων.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των παραπάνω στη νομική σκέψη μνημονευθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Είναι συνεπώς αβάσιμος ο δεύτερος λόγος του πρώτου προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών.
Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες α) δεν αιτιολογείται στην απόφαση γιατί ο εναγόμενος-αναιρεσείων και η δικαιοπάροχος του απέκτησαν το επίδικο γνωρίζοντας ο καθένας τους ότι αγοράζουν από μη κύριο και β) αν το Εφετείο ερμήνευε τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται στην έφεση και τις προτάσεις του αναιρεσείοντα και αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα από τα μεταβιβαστικά συμβόλαια θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα ότι ούτε ο αναιρεσείων, ούτε και η δικαιοπάροχός του γνώριζαν ότι, ο καθένας τους, αποκτά παρά μη κυρίου είναι απαράδεκτες και μάλιστα η πρώτη γιατί αφορά στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που προκύπτει από την αξιολόγηση των αποδείξεων, η οποία κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε, ή δε δεύτερη γιατί αφορά αποκλειστικά στη στάθμιση των αποδείξεων και ιδιαίτερα στην εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλουμένων συμβολαίων και των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, που κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' και γ' ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι τι δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.
Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη στην κατ' έφεση δίκη, η επίκληση αποδεικτικού μέσου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ισχυρισμού, που κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔικ έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων (στις οποίες γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων) (Ολ ΑΠ 23/2008).
Εξάλλου καμμιά διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις, πραγ/νη κλπ), ενώ από το ότι γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, δεν συνάγεται, χωρίς άλλο, ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού η απόδοση σε κάποιο αποδεικτικό μέσο από άλλο δικαστήριο μεγαλύτερης βαρύτητας και αξιοπιστίας από ότι σε κάποιο άλλο ισοδύναμο με αυτό, ανήκει στην ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του δικαστηρίου.
Μόνο αν από τη γενική ή ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008), η κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005)ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 2073, 2076, 2170/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, τόσο κατά την κύρια από κληρονομική διαδοχή, όσο και κατά τις επικουρικές από τακτική και έκτακτη χρησικτησία βάσεις της, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τον οριζόμενο κατά το άρθρο 240ΚΠολΔικ τρόπο, ήτοι με παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη την επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων που περιέχουν επίκληση σαφή και ορισμένη των αποδεικτικών μέσων, αλλά με προσάρτηση των προτάσεων αυτών σε εκείνες της δευτεροβάθμιας δίκης.
Ο λόγος αυτός, κατά το ερευνώμενο μέρος του είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των επίμαχων προτάσεων (αρθρ. 562 παρ. 1 ΚΠολΔικ), πέραν τις προσαρτήσεως σ' αυτές (σελ. 43 και επέκεινα) την πρωτοδίκων προτάσεων, γίνεται, σαφής και ορισμένη αναφορά στις σελίδες 1 έως 11 των επαναπροσκομιζομένων 28 αποδεικτικών μέσων, που και με τις πρωτόδικες προτάσεις είχαν, με επίκληση, προσκομισθεί.
Εφόσον λοιπόν γίνεται η εν λόγω σαφής αναφορά, η προσάρτηση των πρωτοδίκων προτάσεων δεν αναιρεί την νόμιμη επίκληση και προσκομιδή των αποδεικτικών αυτών μέσων, τα οποία παραδεκτά λήφθηκαν υπόψη. Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του ίδιου αναιρετικού λόγου, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 11γ' του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση, στον πρώτο βαθμό και επαναφερθέντα νόμιμα, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔικ, στο δεύτερο βαθμό, παρακάτω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα του τρίτου λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο αυτός είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου τόσο πρωτοτύπως από αγορά, όσο και παραγώγως από τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα: 1) το υπ' αριθμ. 460/30.10.76 φύλλο ελέγχου φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων του Οικονομικού Εφόρου Μαραθώνα 2) την από 24.9.1976 έκθεση εκτιμήσεως ακινήτου του ίδιου Οικονομικού Εφόρου 3) την υπ' αριθμ. 89/4.2.1977 προσφυγή κατά του προαναφερθέντος φύλλου ελέγχου 4) το από 4.1.1978 υπόμνημα στο Φορολογικό Πρωτοδικείο Αθηνών επί της προσφυγής αυτής 5) την υπ' αριθμ. 160/1979 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου 6) την υπ'αριθμ. 7068/30.12.1982 έγγραφη παραγγελία της Δημόσιας Οικονομικής Εφορίας Α' Κεφαλαίου Αθηνών περί επιβολής κατασχέσεως 7) το υπ' αριθμ. 32768/12.12.1997 έγγραφο της προαναφερθείσας ΔΟΥ περί άρσεως της κατασχέσεως 8) την από Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 1992 "Αναθεώρηση υψομετρικών μελετών κοινότητας Διονύσου Αττικής" της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, που συντάχθηκε από τον Αγρονόμο Τοπογράφο Μηχανικό Γ.
Α. 9) τις από 26.7.1991 και 25.6.2001 αεροφωτογραφίες του ΥΠΕΧΩΔ 10) την φωτογραφία που δείχνει συνεργείο καθαρισμού να προβαίνει με ειδικό μηχάνημα σε καθαρισμό του επιδίκου 11) την δήλωση ακίνητης περιουσίας του αναιρεσείοντος του 1982 12) τα από 12.7.2007 και 28.7.2008 έγγραφα του Δήμου Διονύσου 13) το από 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του επιδίκου, που είναι προσαρτημένο στην υπ' αριθμ. .../18.12.1997 Πράξη Σύστασης οριζοντίου και καθέτου ιδιοκτησίας της συμβ/φου Αθηνών Αναστασίας Αργειτάκου 14) φύλλα Ε-9 15) τις Δηλώσεις μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας 16) τις αποδείξεις καταβολής τελών στο Δήμο 17) την υπ' αριθμ. 5187/25.7.2008 βεβαίωση μη οφειλής ΤΑΠ 18 το από 12.8.2008 αποδεικτικό υποβολής δήλωσης του Ν.2308/95 (Κτηματολόγιο).
Επίσης με τον τρίτο λόγο του πρώτου από 9.10.2014 δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως και του μοναδικού λόγου του δεύτερου από 17.10.2014 δικογράφου των προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την ίδια διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα και στον προαναφερθέντα δεύτερο λόγο (δεύτερο μέρος) του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως υπό την οποία 11, 13, 14 και 15 αποδεικτικά μέσα, καθώς και τα παρακάτω αναφερόμενα, από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα του ίδιου, περί αποκτήσεως από τον αναιρεσείοντα, της κυριότητας του επιδίκου ισχυρισμού.
Ειδικότερα αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη α) Το προσαρτώμενο στο υπ' αριθμ. .../78 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ελευθερίας Τουρλάκη-Βασαλάκη από Ιουλίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Ζ., β) το προσαρτώμενο, στην υπ' αριθμ. .../18.12.1997 πράξη συστάσεως οριζοντίου (καθέτου) ιδιοκτησίας της συμβ/φου Αθηνών Αναστασίας Αργειτάκου από Δεκεμβρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του επιδίκου (στοιχ. 13 του δεύτερου λόγου), γ) η υπ' αριθμ. .../2009 ένορκη βεβαίωση του Γ.
Τ. ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Μαρίνας Σολωμού, δ)Δύο φωτογραφίες του επιδίκου που λήφθηκαν τον Φεβρουάριο του 1977 με εγκατεστημένη σ' αυτό σκηνή και με σταθμευμένο το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντα, ε) δήλωση μεγάλης ακίνητης περιουσίας του αναιρεσείοντος του 1982 και 2001-2005 και Ι' Εφορία Αθηνών (στοιχ. 11 και 15 του δεύτερου λόγου) στ) φύλλα Ε-9 1997 και 2005 στη ΔΟΥ Νέου Ηρακλείου (στοιχ. 14 του δεύτερου λόγου) ζ) η υπ' αριθμ. .../2010 ένορκη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Ε.
Μ. ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Μαρίνας Σολωμού. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), όπου ρητά αναφέρει (φύλλο 5β) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" καθώς και οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις (.../2009 και .../2010), σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται ρητή αναφορά σε κάποια από τα αποδεικτικά αυτά μέσα που μάλιστα ανελέγκτως κρίθηκαν μειωμένης αξιοπιστίας σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία των αναιρεσιβλήτων (φύλλο 8α), δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και την απόρριψη, ως μη ανταποδειχθέντων των περιεχομένων στον επικαλούμενο λόγο εφέσεως ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, που όπως έγινε δεκτό με τελεσίδικη παραδοχή της πρωτόδικης απόφασης (ένεκα μη εκκλήσεως του οικείου κεφαλαίου) συνιστούσαν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση ιδίας κυριότητας, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.
Ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα δεν απαιτείτο, ενώ η άποψη του αναιρεσείοντα ότι διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του Άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.
Ενόψει τούτων οι λόγοι αυτοί (2ος του κυρίου δικογράφου, 3ος του πρώτου προσθέτου δικογράφου και μοναδικός του δεύτερου προσθέτου) πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. α' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του τα πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε μέσο διασφάλισης του συζητητικού συστήματος (106 ΚΠολΔικ) και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελοίς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ ΑΠ25/2003).
Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της, ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού της (ΑΠ 622/2014, ΑΠ 732/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του πρώτου προσθέτου δικογράφου της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ. α' και άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο έλαβε υπόψη του χωρίς τούτο να έχει προταθεί ότι "ο αναιρεσείων και η δικαιοπάροχός του Β.
Φ., όταν προέβησαν στην κατάρτιση των κτητικών του επιδίκου συμβάσεων, γνώριζαν ο μεν πρώτος ότι οι δικαιοπάροχοί του, άμεσος και απώτερος, ήτοι η Β. Β. και ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός ΝΕΑ ΑΙΟΛΙΣ, η δε Β. Β. ότι ο δικαιοπάροχός της Οικοδομικός Συνεταιρισμός δεν ήταν κύριοι του επιδίκου". Οι αιτιάσεις αυτές δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο καθόσον δεν αφορούν σε "πράγματα" υπό την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τις αποδείξεις και τα οποία δεν μεταβάλουν την ιστορική βάση της αγωγής.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι, στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.10.2013 αίτηση και τους από 9.10.2014 και 17.10.2014 προσθέτους λόγους του Δ. Ζ. του Θ. κατά των Χ. συζ. Φ. Κ., το γένος Ι. Σ., Μ. συζ. Π. Α., το γένος Ι. Σ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1533/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ