Legislator Case Law & Legislation
308/2014 AI generated

308/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 308/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2006 αγωγή των 1ης και 2ης ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22-11-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5718/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3923/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-7-2010 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

308/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α, 19 §§ 1-3, 20 § 1 και 42 §§ 1 και 7 περ. β' του ΚΟΚ). Έτσι, συνεπεία της άνω κατάστασής του και του γεγονότος ότι οδηγούσε με αυξημένη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα, όταν έφθασε στην άνω χιλιομετρική θέση, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά και έγινε πρόξενος του ατυχήματος που περιγράφηκε ανωτέρω.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 308 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 308/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Β. του Μ., κατοίκου ..., 2. Μ. Β. του Δ., κατοίκου ... αμφότεροι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα με την ιδιότητά του ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ" η άδεια λειτουργίας της οποίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Ζήση, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις 2. Της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΧΡΟΦΙΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, διατηρεί κατάστημα στον Πειραιά, η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα με την ιδιότητά του ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας υπό την επωνυμία "ΩΜΕΓΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ήδη μετονομασθείσα σε "PROTON ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Γεώργακα αφού ανακάλεσε την δήλωση παράστασής του, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2006 αγωγή των 1ης και 2ης ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22-11-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της 3ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5718/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3923/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-7-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 21-1-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λαμπρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του 3ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 & 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή μετά ή δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.

Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολιπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.

Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 23/96 και 4/94), ενώ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (αρθρο576 παρ 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β και γ του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία .

αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο, οπότε η παρουσία του κατά την δημοσίευση της μη οριστικής περί αναβολής αποφάσεως ισοδυναμεί με επίδοσή της (ΚΠολΔ 310 παρ.2). Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του για τη δικάσιμο αυτή, εφόσον η έλλειψη της νομότυπης παραστάσεως κατά την αρχική δικάσιμο δεν καταλείπει περιθώρια εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 310 παρ.2 ΚΠολΔ.

Στην κρινόμενη υπόθεση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με την κατάθεση δήλωσης έγγραφης κατ' αρθρ 242 παρ 2 ΚΠολΔ οι δύο αναιρεσείοντες και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΧΡΟΦΙΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ".

Επομένως, η συζήτηση της ένδικης αίτησης όσον αφορά τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αναφέρονται (α) στην αγωγή δεύτερης αναιρεσίβλητης ποσού 300 ευρώ και συνακόλουθα λόγω της άμεσης εξαρτήσεώς του, (β) την παρεμπίπτουσα αγωγή για το ίδιο ποσό της τρίτης αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 260 ΚΠολΔ να κηρυχθεί μεματαιωμένη μεταξύ των δύο αναιρεσειόντων και της δεύτερης και τρίτης αναιρεσίβλητης για την οποία επί πλέον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ενώ επί πλέον η ίδια αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε σε καμία από τις κατωτέρω αναφερόμενες αναβλητικές δικασίμους.

Περαιτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, καθόσον αφορά τις παρισταμένες πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, με επίσπευση των αναιρεσειόντων κατά το άρθρο 568 παρ 2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 10-2-2012 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Γεώργιο Παπαδάκο. Στη δικάσιμο εκείνη οι αναιρεσείοντες εμφανίσθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους (βλ το υπ' αριθ. .../27-1-2012 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Καυμενάκη), ενώ η πρώτη και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο που κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ' αρθρ 242 παρ 2 ΚΠολΔ.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη, ύστερα από αίτημα του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 11-1-2013, στο πινάκιο της οποίας μεταφέρθηκε και εγγράφηκε. Κατά τη δικάσιμο εκείνη της 11-1-2013, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά του δικαστηρίου δεν παρέστησαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης οι αναιρεσείοντες ενώ παραστάθηκαν η πρώτη και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των οποίων ανακάλεσε την υποβληθείσα έγγραφη τότε δήλωση κατ' αρθρ 242 ΚΠολΔ και ζήτησε την αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως λόγω της αποχής των δικηγόρων, αναβλήθηκε δε η εκδίκαση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 4-10-2013, στο πινάκιο της οποίας μεταφέρθηκε και εγγράφηκε προσηκόντως.

Στο μεταξύ με την 84/16-7-2013 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της αρχικά πρώτης αναιρεσίβλητης ("ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε") και στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της και παράλληλα στην δικονομική αυτής υπεισήλθε αυτοδικαίως εκ του νόμου το ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ.

Επικουρικό Κεφάλαιο. Επομένως, με βάση και όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες οι αναιρεσείοντες.

ΙΙ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τ' ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά και κατά την έρευνα των ισχυρισμών των διαδίκων, όπως προβλήθηκαν στο Εφετείο με την έφεση των αναιρεσειόντων : "Στις 24-4-2005, ημέρα Κυριακή και περί ώρα 06:20π.μ., ο δεύτερος εναγόμενος Μ.

Β., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (εργοστασίου κατασκευής SUZUKI, τύπου IGNIS), το οποίο ανήκε στην κυριότητα του πρώτου εναγόμενου πατέρα του, Δ. Β., από τον οποίο είχε προστηθεί στην οδήγηση του ως άνω οχήματος, λόγω της συγγενικής τους σχέσης και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΩΜΕΓΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ήδη μετονομασθείσα σε "PROTON ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), εκινείτο επί της Παλαιάς Εθνικής Οδού (Π.Ε.Ο)Κορίνθου - Πατρών, στην Περιοχή Λυκοποριάς Κορινθίας, με κατεύθυνση από Πάτρα προς Κόρινθο και πλησίαζε στην 48,300 χιλιομετρική θέση της άνω οδού, επιστρέφοντας από ολονύχτια διασκέδαση, με τη μνηστή του A.

Κ., που καθόταν στη θέση του συνοδηγού και με παρέα δυο άλλων ατόμων, που τον ακολουθούσαν, επιβαίνοντες σε δίκυκλη μοτοσικλέτα. Στην ανωτέρω χιλιομετρική θέση η άνω ΠΕΟ πλησιάζει στη θάλασσα, που βρίσκεται στα αριστερά του κινούμενου προς Κόρινθο, όπου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, υπήρχε διάβρωση στο άκρον του οδοστρώματος και στο έρεισμα της οδού, ενώ στα δεξιά υπάρχουν οικίες και μεταξύ αυτών και του οδοστρώματος παρεμβάλλεται το πεζοδρόμιο - έρεισμα της οδού, που φτάνει μέχρι τις εισόδους των οικιών.

Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, 7 μ. (βλ. την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της μάρτυρος των εναγομένων και συνοδηγού του άνω αυτοκινήτου Α. Κ.), ενώ υπήρχε μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας συνεχής γραμμή (βλ.

ιδίως τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος). Στο ανωτέρω σημείο ήταν σταθμευμένο κάθετα, επί του αδιαμόρφωτα πεζοδρομίου του προς Κόρινθο ρεύματος πορείας της ΠΕΟ, μπροστά από την εξοχική του κατοικία, με μέτωπο προς την οικία, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (εργοστασίου κατασκευής LAND ROVER, τύπου FREELANDER, τζιπ, 1.796 κυβ.

εκ.), το οποίο οδηγούσε ο Δ. Χ. (που δεν είναι διάδικος). Το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο ανήκε στην ιδιοκτησία της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "ΧΡΟΦΙΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που είχε ως αντικείμενο την εκμίσθωση σε τρίτους, έναντι συμφωνηθέντος μισθώματος, ιδιωτικών αυτοκινήτων, από την οποία το είχε μισθώσει, κατά τον κρίσιμο χρόνο ο άνω Δ.

Χ., ήταν δε ασφαλισμένο στην πρώτη ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗΣ Α.Α.Ε.", με σύμβαση μικτής ασφάλισης. Όταν ο δεύτερος εναγόμενος έφθασε στην άνω χιλιομετρική θέση, από αμέλεια του, κινούμενος με αυξημένη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα περί τα 80 χλμ/ώρα και ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά κινήθηκε εκτός οδοστρώματος και επέπεσε με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε στο οπίσθιο τμήμα του σταθμευμένου κάθετα στο αδιαμόρφωτο πεζοδρόμιο ως άνω υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, προκαλώντας του εκτεταμένες βλάβες καθώς και σε παρακείμενη ξύλινη πέργκολα, λόγω δε της σφοδρότητας της σύγκρουσης και της αυξημένης ταχύτητας με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος, εκτινάχθηκε διαγωνίως προς το αντίθετο ρεύμα πορείας της άνω ΠΕΟ, όπου προσέκρουσε σε υπάρχουσα, επί του πεζοδρομίου του ρεύματος αυτού, σιδερένια κολώνα φωτισμού, προκαλώντας και σε αυτήν εκτεταμένες βλάβες και τελικά ακινητοποιήθηκε στη μέση περίπου του οδοστρώματος, έχοντας διανύσει από το αρχικό σημείο σύγκρουσης περί τα 100 μέτρα.

Επίσης, λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσής του στο σταθμευμένο ως άνω όχημα, εκτοξεύθηκαν από αυτό θραύσματα, τα οποία επέπεσαν στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΪΧΕ αυτοκίνητο (εργοστασίου κατασκευής MAZDA), το οποίο οδηγούσε η Κ. Π. (που δεν είναι διάδικος) και ήταν, επίσης, σταθμευμένο κάθετα επί του ιδίου πεζοδρομίου, με μέτωπο προς τη θάλασσα, προκαλώντας και σε αυτό ζημίες (βλ.

ιδίως το προσκομιζόμενο "Δελτίο Τροχαίου Ατυχήματος με υλικές ζημιές" του Τ.Τ. Ξυλοκάστρου). Υπό τις ανωτέρω αποδειχθείσες συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, η πρόκληση αυτού και η επέλευση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου εναγόμενου οδηγού, ο οποίος από αμέλειά του, ήτοι λόγω ελλείψεως της προσήκουσας σε κάθε συνετό οδηγό προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ανέλαβε την οδήγηση του άνω IXE αυτοκινητού, μολονότι βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού διαπιστώθηκε, με μέτρηση που έγινε στον εκπνεόμενο αέρα με συσκευή αλκοολομέτρου (ALCOTEST), ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό του στη μεν Α' μέτρηση 0,56 χιλιοστά του γραμμαρίου (mg) ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, στη δε Β' μέτρηση 0,49 mg/lit. (βλ.

το ως άνω "Δελτίο Τροχαίου Ατυχήματος με υλικές ζημίες"), ενώ κατά το άρθρο 42 § 1 του ΚΟΚ, ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,25 mg/lit. (στη μέτρηση με ALCOTEST), με αποτέλεσμα να επηρεασθεί η ικανότητα οδήγησης αυτού, σε σημείο που να μην έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προς αποφυγή ατυχημάτων.

Επιπλέον, εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα περί τα 80 χλμ/ωρα, καθ' υπέρβαση του ισχύοντος στη συγκεκριμένη κατοικημένη περιοχή ανωτάτου ορίου ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα, την οποία (ταχύτητα) δεν μείωσε, λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, δηλαδή ότι ο ίδιος ευρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ότι στο συγκεκριμένο σημείο της άνω ΠΕΟ υπήρχε διάβρωση και στένευε το οδόστρωμα καθώς και ότι αυτό (οδόστρωμα) κατά τις πρωινές ώρες είχε ολισθηρότητα λόγω της γειτνίασης με τη θάλασσα (άρθρα 12 §1. 13§2 εδ.

α, 19 §§ 1-3, 20 § 1 και 42 §§ 1 και 7 περ. β' του ΚΟΚ). Έτσι, συνεπεία της άνω κατάστασής του και του γεγονότος ότι οδηγούσε με αυξημένη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα, όταν έφθασε στην άνω χιλιομετρική θέση, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά και έγινε πρόξενος του ατυχήματος που περιγράφηκε ανωτέρω.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αποκλεισμού του παράνομου χαρακτήρα της ως άνω οδικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγόμενου οδηγού, λόγω της συνδρομής κατάστασης έκτακτης ανάγκης, κατ' άρθρο 285 ΑΚ, από την αιφνίδια και απρόβλεπτη εμφάνιση σκύλου επί του οδοστρώματος, εξ αιτίας της οποίας ο άνω οδηγός, προκείμενου να αποφύγει την παράσυρση και θανάτωση του ζώου, προέβη σε απότομο αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, που είχε ως αποτέλεσμα την πτώση του στο ως άνω σταθμευμένο όχημα και την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, στην περίπτωση που είχε συμβεί κάτι τέτοιο, υπήρχε δυνατότητα απόκρουσης του κινδύνου από τον δεύτερο εναγόμενο, με τροχοπέδηση του οχήματος που οδηγούσε, μείωση της ταχύτητας αυτού και διενέργεια κάποιου άλλου, επιτυχούς αποφευκτικού ελιγμού, όπως συνέβη με την μοτοσικλέτα που ακολουθούσε το αυτοκίνητο και στην οποία επέβαιναν οι Θ.

Κ. και Γ. Μ., της οποίας ο οδηγός πρόλαβε να φρενάρει και να εκτελέσει επιτυχή προς τα αριστερά ελιγμό (βλ. τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις των ανωτέρω προσώπων), ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η απειλούμενη, στη συγκεκριμένη περίπτωση ζημία δεν αφορούσε πρόσωπα (αυτόν που καταστρέφει ξένο πράγμα ή τρίτο πρόσωπο), όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 285 ΑΚ.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εvαγoμέvωv περί απαλλαγής τους, κατ' άρθρο 5 του Ν. ΓΠΝ/1911, λόγω ανωτέρας βίας, και ειδικότερα λόγω της ως άνω αιφνίδιας και απρόβλεπτης εμφάνισης του σκύλου επί του οδοστρώματος, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον και αληθής υποτιθέμενος, δεν έλκει σε εφαρμογή την προαναφερόμενη διάταξη του Ν.

ΓΠΝ/1911, κατά την έννοια της οποίας ανωτέρα βία αποτελεί κάθε γεγονός, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι απρόβλεπτο, δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα και της πλέον εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, είναι ξένο με το μηχανισμό και τη λειτουργία του αυτοκινήτου και δε συνδέεται με τους τυπικούς κινδύνους από την κυκλοφορία αυτού, τέτοιο δε γεγονός δεν συνιστά η αιφνιδιαστική εμφάνιση ζώου στο δρόμο.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας είχε σταθμεύσει αυτό κάθετα επί του πεζοδρομίου, δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, το οποίο οφείλεται αποκλειστικά στην προπεριγραφείσα αμελή και παράνομη συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου οδηγού, και ειδικότερα στην αυξημένη ταχύτητα με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε και στο ότι οδηγούσε αυτό υπό την επήρεια οινοπνεύματος, εξαιτίας των οποίων έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά και επέπεσε στο σταθμευμένο στο πεζοδρόμιο όχημα.

Κατόπιν τούτων, η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου της δεύτερης ενάγουσας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, κατά ποσοστό 90%, λόγω της παράνομης στάθμευσης αυτού, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και προβάλλεται και τώρα στην κατ' έφεση δίκη, νόμιμη κατ' άρθρο 300 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφαση του και με τις σκέψεις που περιέχονται σ' αυτήν, δέχθηκε τα ίδια ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται και συμπληρώνεται από την παρούσα, ως προς τους ισχυρισμούς - ενστάσεις των εναγομένων περί ανωτέρας βίας και κατάστασης ανάγκης και απορρίπτοντας σιωπηρά την ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου της δεύτερης ενάγουσας, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και συνακόλουθα οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι των κρινόμενων από 24-4-2008 και 9-4-2009 εφέσεων των εκκαλούντων - εναγομένων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας, ήταν εργοστασίου κατασκευής LAND ROVER, τύπου FREELANDER, τζιπ, 1.796 κυβ. εκ., μη ηλιοροφή και κυκλοφόρησε το πρώτον στις 3-12-2003, (βλ. προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας του), η αγοραία δε αξία του ανερχόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος, ενόψει της χρήσης του για την εξυπηρέτηση της εμπορικής δραστηριότητας της ιδιοκτήτριας αυτού εταιρείας ήτοι της εκμίσθωσης αυτού σε τρίτους στο ποσό των 20.000ευρω (βλ.

ιδίως την υπ' αριθμ. φακέλου 253149/4-5-2005 έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα τροχαίων ατυχημάτων Χ. Τ. που διενεργήθηκε κατ' εντολήν της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας). Το εν λόγω αυτοκίνητο υπέστη εκτεταμένες βλάβες σε ολόκληρο το οπίσθιο τμήμα του, για την αποκατάσταση των οποίων θα απαιτηθεί τουλάχιστον το ποσό των 27.675 ευρώ για αγορά των αναγκαίων ανταλλακτικών και την αμοιβή των εργασιών επισκευής του.

Η ανωτέρω δαπάνη επισκευής του, συνυπολογιζομένης και της μείωσης, κατά ποσοστό 7%, της αγοραστικής του αξίας, ενόψει των εκτεταμένων βλαβών αυτού, υπερβαίνει κατά πολύ την αγοραία αξία του εν λόγω αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος. Επομένως, το ως άνω όχημα θεωρείται από οικονομικής άποψης ως ολοσχερώς κατεστραμμένο.

Ως εκ τούτου η δεύτερη ενάγουσα έχει ζημιωθεί κατά το ποσό της προ του ατυχήματος αγοραίας αξίας του άνω αυτοκινήτου της, αφού αφαιρεθεί το ποσό των 4.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία του υπολειμμάτων του εν λόγω αυτοκινήτου, δεδομένου ότι από την ένδικη σύγκρουση δεν καταστράφηκε το εμπρόσθιο τμήμα αυτού, πωλήθηκε δε στην κατάσταση που ήταν στον Α.

Δ., δηλαδή ζημιώθηκε, κατά το υπόλοιπο ποσό των 16.000 ευρώ (βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη από 26-4-2005 έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Φ. Τ., που διενεργήθηκε κατ' εντολήν της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας σε συνδυασμό με την ως άνω υπ' αριθμ. φακέλου 253149/4-5-2005 έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης).

Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση των εναγομένων περί συμψηφισμού κέρδους και ζημίας ως προς την αξία των υπολειμμάτων του άνω αυτοκινήτου, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και προβάλλεται και τώρα στην κατ' έφεση δίκη. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην πρώτη ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", με σύμβαση μικτής ασφάλισης, που καταρτίσθηκε μεταξύ της τελευταίας και της ιδιοκτήτριας του βλαβέντος αυτοκινήτου, δεύτερης ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2005 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, μεταξύ των άλλων κινδύνων και για τις ίδιες ζημίες αυτού και μέχρι του ποσού των 28.053 ευρώ, με απαλλαγή 300 ευρώ κατ' αυτοτελές ατύχημα (βλ.

προσκομιζόμενο το εν λόγω ασφαλιστήριο). Έτσι, αφού επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, η πρώτη ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης μικτής ασφάλισης, κατέβαλε στην ιδιοκτήτρια του άνω αυτοκινήτου, ασφαλισμένη της εταιρεία (δεύτερη ενάγουσα), το αιτούμενο ποσό των 25.700 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 300 ευρώ, βάρυνε, κατά τη σύμβαση , την τελευταία, ως απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας.

Όμως, σύμφωνα με τα αποδειχθέντα ανωτέρω, η ζημία της δεύτερης ενάγουσας, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής, από οικονομικής πλευράς, του ως άνω αυτοκινήτου της, ανήλθε στο ποσό των 16.000 ευρώ και συνεπώς έπρεπε η πρώτη ενάγουσα να της καταβάλει, ως ασφάλισμα το ποσό των 15.700 ευρώ, μετά την αφαίρεση του ποσού της απαλλαγής των 300 ευρώ, κατά το ποσό δε αυτό υποκαθίσταται η πρώτη ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ασφαλισμένης της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας κατά των υπόχρεων προς αποζημίωση της εναγομένων (άρθρο. 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 300ευρώ νομιμοποιείται να απαιτήσει από τους τελευταίους η ιδιοκτήτρια του βλαβέντος οχήματος δεύτερη ενάγουσα.

Συνακόλουθα, το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, συνολικού ύψους 26.000 ευρώ (ήτοι, 25.700 + 300), το οποίο είναι επαρκώς ορισμένο, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο, κατά το προαναφερόμενο ποσό. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του και με τις σκέψεις που εκτίθενται σ' αυτήν, έκανε δεκτό ως νόμιμο και ορισμένο το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο, σωστά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της κρινόμενης έφεσης των εκκαλούντων - πρώτου και δεύτερου των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το μέρος, όμως, που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ζημία της δεύτερης ενάγουσας εταιρείας, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής του ως άνω αυτοκινήτου της, ανήλθε στο ποσό των 23.000 ευρώ και ότι η πρώτη ενάγουσα εταιρεία υποκαταστάθηκε, κατά το ποσό των 22.700ευρώ, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ασφαλισμένης της (δεύτερης ενάγουσας) κατά των υπόχρεων προς αποζημίωση της εναγομένων, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν οι σχετικοί λόγοι των κρινομένων εφέσεων των εκκαλούντων - εναγομένων.

Περαιτέρω, ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος Δ. Β., ιδιοκτήτης του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, προβάλλει την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του μέχρι του ποσού της αξίας του αυτοκινήτου του, κατ' άρθρο 4 του Ν. ΓΠΝ /1911 ισχυριζόμενος ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν ο ίδιος κάτοχος του ως άνω αυτοκινήτου, αλλά ο δεύτερος εναγόμενος Μ.

Β., υιός του, ο οποίος το χρησιμοποιούσε για δικό του λογαριασμό, είχε τον έλεγχο αυτού και δεν τελούσε υπό τις οδηγίες του. Όμως, η ανωτέρω ένσταση είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη διότι προβάλλεται για πρώτη φορά στη δίκη, με την έφεση του άνω εκκαλούντος -παρεμπιπτόντως εναγόμενου και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οψιγενής ισχυρισμός(άρθρο 527 ΚΠολΔ), καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα από τον άνω εναγόμενο, το αναφερόμενο στον ως άνω ισχυρισμό γεγονός (παραχώρηση της κατοχής και εκμετάλλευσης του ζημιογόνου αυτοκινήτου στον υιό του) προϋπήρχε της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, βεβαίως, το γνώριζε ο εναγόμενος - ιδιοκτήτης, αφού ο ίδιος είχε προβεί κατά τους ισχυρισμούς του, στην παραχώρηση αυτή.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε την από το ένδικο ατύχημα πλήρη ευθύνη του πρώτου εναγόμενου, ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της από 9-4-2009 έφεσης του άνω εκκαλούντος - παρεμπιπτόντως εναγόμενου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε αι οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996).

Με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο, λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και αλυσιτελώς με τον πρώτο και από τον αριθ. 9 ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που επαναφέρθηκαν σ' αυτό, με ειδικούς λόγους της έφεσής τους: 1) για αοριστία της από 28-8-2006 κύριας αγωγής των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων σε σχέση με το ολοκληρωτικό καταστραφέν αυτοκίνητο με αριθ. ...

ΙΧΕ ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης που ήταν ασφαλισμένο με σύμβαση μικτής ασφάλισης από την πρώτη αναιρεσίβλητη η οποία (αοριστία) αφορούσε την περιγραφή στην αγωγή των στοιχείων προσδιορισμού της αξίας του αυτοκινήτου, δηλαδή: α) των χιλιομέτρων που είχε διανύσει μέχρι την καταστροφή του, β) του εξοπλισμού του και γ) εάν είχε συμμετάσχει σε άλλα ατυχήματα, 2) με την ύπαρξη περιστατικών τελούντων σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα που απέκλειαν την υπαιτιότητα του δευτέρου αναιρεσείοντος οδηγού στο ένδικο ατύχημα και είχαν σχέση α) με την ύπαρξη θαλασσίων υδάτων στο οδόστρωμα, που εκινείτο με το αυτοκίνητο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, τα οποία δημιουργούσαν ολισθηρότητα του οδοστρώματος, με την έννοια της ανωτέρας βίας και β) με τις συνθήκες στάθμευσης του υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν παράνομη και απαγορευμένη, κάθετα προς το έρεισμα. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι, διότι το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές επί της ουσίας της προσβαλλόμενης απέρριψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς και τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, με ειδικές αιτιολογίες.

Εξ άλλου η ένδικη από 28-8-2006 κύρια αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων ήταν ορισμένη κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 118 και 216 Κ.Πολ.Δ. ως προς την περιγραφή του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης σε σχέση με το αίτημα της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης για την καταβολή της αποζημίωσης, που κατέβαλε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο μικτής ασφάλισης, λόγω της ολοκληρωτικής καταστροφής του, αφού περιλαμβάνονται στην αγωγή όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της αξίας του, δηλ.

το εργοστάσιο κατασκευής του αυτοκινήτου (LANDROVER), ο τύπος του αυτοκινήτου (FREE LANDER) το είδος του αυτοκινήτου και ο κυβισμός του (JEEP 1796 κ.ε.) και το έτος κατασκευής (20-12-2003), από το οποίο προέκυπτε και η ηλικία του αυτοκινήτου μέχρι την καταστροφή, δηλαδή ενάμιση έτος. Ενόψει δε αυτών, το Εφετείο όχι παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτο λόγο πραγματικής αοριστίας της κύριας αγωγής των αναιρεσειόντων και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το άλλος μέρος του, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

κρίνεται αβάσιμος.

IV. Εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρος και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρος αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προβληθείσα από τον πρώτο των αναιρεσειόντων ιδιοκτήτη του ζημιογόνου υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου με τον τρίτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 4 του ΓΠΝ/1911 περιορισμού της ευθύνης του μέχρι την αξία του πιο πάνω αυτοκινήτου του λόγω του ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο του επίδικου ατυχήματος δεν ήταν αυτός κάτοχος του αυτοκινήτου, αλλά ο γιος του δεύτερος αναιρεσείων, που κατείχε το αυτοκίνητο για δικό του λογαριασμό και κατά την οδήγηση δεν τελούσε υπό τις οδηγίες του.

Ο λόγος αυτός στηρίζει το βασικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός που οδηγούσε σε περιορισμό ποσοτικό της ευθύνης του, ορθά κρίθηκε δικονομικά απαράδεκτος από το Εφετείο στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. εφόσον παράλληλα δεν προσκομίζονται οι προτάσεις των αναιρεσειόντων κατά την πρωτοβάθμια δίκη και τα πρακτικά της δίκης εκείνης, προκειμένου να διακριβωθεί και ελεγχθεί αν προτάθηκε πρωτοδίκως.

Σε κάθε περίπτωση η ορθή κατά νόμο επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο δεύτερος αναιρεσείων κατά την οδήγηση του υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου είχε προστηθεί από τον πρώτο αναιρεσείοντα πατέρα του λόγω της συγγενικής του σχέσης στηρίζει επαρκώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσείοντος, και δεν πλήττεται τελεσφόρως, και αυτοτελώς με οποιονδήποτε άλλο λόγο της ένδικης αίτησης, και επομένως ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου υπό το πιο πάνω περιεχόμενό του κρίνεται αβάσιμος με την έννοια της αλυσιτελούς προβολής, παραδοχή η οποία αρνητικά αξιολογεί από ουσιαστική άποψη την εν λόγω ένσταση.

Επίσης, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 περ. β' του άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας επειδή το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι η αιφνιδιαστική εμφάνιση ζώου (σκύλου) στο οδόστρωμα αποτελούσε περίπτωση ανωτέρας βίας.

Η κύρια όμως αιτιολογία της προσβαλλόμενης ότι "το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος οδηγού, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα του πρώτου αναιρεσείοντος τελώντας σε κατάσταση μέθης και με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 80 χιλ.

την ώρα, την οποία δεν μετρίασε παρά το γεγονός ότι στο άκρο του οδοστρώματος υπήρχε διάβρωση από τη θάλασσα και επί πλέον μεγάλη ολισθηρότητα που αιτιωδώς, όλα μαζί οδήγησαν στην απώλεια του ελέγχου του αυτοκινήτου, το οποίο εξετράπη της πορείας του προς τ' αριστερά και εκινήθη εκτός οδοστρώματος με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα στο αυτοκίνητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ενώ εξ άλλου και αν ακόμα είχε εμφανισθεί σκύλος υπήρχε δυνατότητα απόκρουσης του κινδύνου από το δεύτερο αναιρεσείοντα οδηγό με διενέργεια έγκαιρης τροχοπέδησης και αποφευκτικού ελιγμού, εάν εκινείτο όπως είχε υποχρέωση με μικρότερη ταχύτητα, όπως συνέβη με τη μοτοσικλέτα που ακολουθούσε το αυτοκίνητο, στην οποία επέβαιναν οι Θ.

Κ. και Γ. Μ. της οποίας ο οδηγός πρόλαβε να φρενάρει και να εκτελέσει επιτυχή προς τ' αριστερά ελιγμό, στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για τον αντίστοιχο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που δεν πλήττεται με το αναιρετήριο με κανένα λόγο λυσιτελώς και επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κρίνεται αλυσσιτελής και απορριπτέος.

Πρέπει επομένως να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης όσον αφορά την πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων με την ιδιότητα που παρίστανται και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων εκ των οποίων κατέθεσε προτάσεις το πρώτο των αναιρεσίβλητων (άρθ. 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει μεματαιωμένη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης μεταξύ των αναιρεσειόντων και της δεύτερης και τρίτης αναιρεσίβλητης όσον αφορά τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναφέρονται (α) στην κύρια αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης και (β) τη συναφή παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων.

Απορρίπτει την από 27-7-2010 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3923/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αναφέρονται (Ι) στην κύρια αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και (

ΙΙ) τη συναφή παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ και χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ αντίστοιχα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2013..

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ